ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 23ης Οκτωβρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑388/13
UPC Magyarország kft
κατά
Nemzeti Fogyasztóvédelmi Hatóság
[αίτηση του Kúria (Ουγγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές — Περίπτωση όπου εταιρία τηλεπικοινωνιών παρέχει σε συνδρομητή αναληθείς πληροφορίες εξαιτίας των οποίων ο τελευταίος υφίσταται πρόσθετες επιβαρύνσεις — Έννοια της “εμπορικής πρακτικής” — Ρόλος του δικαίου των συμβάσεων»
1.
Τι συνιστά «εμπορική πρακτική» για τους σκοπούς της οδηγίας 2005/29/ΕΚ (στο εξής: οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές) ( 2 ); Ή, πιο συγκεκριμένα, μπορεί να θεωρηθεί ως «εμπορική πρακτική» για τους εν λόγω σκοπούς η παροχή αναληθών πληροφοριών προς έναν και μόνον καταναλωτή; Στην ουσία, αυτό είναι το ερώτημα επί του οποίου το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση στην υπό κρίση υπόθεση. Στην ανάλυση που έπεται, θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους στο συγκεκριμένο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
I – Νομικό πλαίσιο
2.
Στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές μνημονεύεται η αρχή της αναλογικότητας. Όπως επιτάσσει η ως άνω αρχή, η οδηγία προστατεύει τους καταναλωτές από τις συνέπειες αθέμιτων εμπορικών πρακτικών όπου αυτές είναι ουσιώδεις, αλλά αναγνωρίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επίπτωση στους καταναλωτές μπορεί να είναι αμελητέα.
3.
Στην αιτιολογική σκέψη 7 της ίδιας οδηγίας επισημαίνεται ότι:
«Η παρούσα οδηγία αφορά εμπορικές πρακτικές που αποβλέπουν άμεσα στον επηρεασμό των αποφάσεων των καταναλωτών σε σχέση με προϊόντα […]».
4.
Στην αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας διευκρινίζεται ότι:
«Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη επί μέρους προσφυγών ατόμων που έχουν υποστεί ζημία από αθέμιτη εμπορική πρακτική. Επίσης δεν θίγει την [ενωσιακή] και εθνική νομοθεσία για το δίκαιο των συμβάσεων […]».
5.
Το άρθρο 1 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές προβλέπει τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών.»
6.
Το άρθρο 2 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ορίζει ότι:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
δ)
“εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές” (οι οποίες αναφέρονται στο εξής και ως “εμπορικές πρακτικές”): κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές·
[…]».
7.
Το άρθρο 3 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές θεσπίζονται στο άρθρο 5, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζομένη με ένα συγκεκριμένο προϊόν.
2. Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη του δικαίου των συμβάσεων και, ιδίως, των κανόνων εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης.
[…]»
8.
Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, το οποίο τιτλοφορείται «Απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών»:
«1. Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
2. Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν:
α)
είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας,
και
β)
στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών.
[…]
4. Ιδιαιτέρως, εμπορικές πρακτικές, είναι αθέμιτες όταν:
α)
είναι παραπλανητικές όπως καθορίζεται στα άρθρα 6 και 7,
ή
β)
είναι επιθετικές όπως καθορίζεται στα άρθρα 8 και 9.
5. Το παράρτημα Ι περιέχει τον κατάλογο των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Ο ίδιος ενιαίος κατάλογος ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας.»
II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
9.
Τον Απρίλιο του 2010, ο S. ζήτησε να πληροφορηθεί από την UPC Magyarország (στο εξής: UPC), εταιρία παροχής καλωδιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, την ακριβή χρονική περίοδο πληρωμής στην οποία αναφερόταν το εκδοθέν το 2010 ετήσιο τιμολόγιο, καθόσον η συγκεκριμένη πληροφορία δεν προέκυπτε με σαφήνεια από αυτό.
10.
Ο S. πληροφορήθηκε ακολούθως ότι το τελευταίο ετήσιο τιμολόγιο αναφερόταν στην περίοδο από 11 Ιανουαρίου 2010 έως και 10 Φεβρουαρίου 2011. Προκειμένου να διασφαλίσει ότι η λήξη της συμβάσεως θα συνέπιπτε με την τελευταία ημέρα της ήδη αποπληρωθείσας υπηρεσίας, ο S. ζήτησε η σύμβασή του να λήξει στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Στην πράξη ωστόσο, η εν λόγω υπηρεσία διακόπηκε τέσσερις ημέρες αργότερα από την ανωτέρω ημερομηνία, ήτοι στις 14 Φεβρουαρίου 2011. Στις 12 Μαρτίου 2011 εκδόθηκε εις βάρος του S. διαταγή πληρωμής για το ποσό των 5243 ουγγρικών φιορινιών (HUF) (περίπου 18 ευρώ) για αυτές τις τέσσερις ημέρες, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από τις 11 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2011.
11.
Ο S. υπέβαλε ένσταση ενώπιον της Budapest Főváros Kormányhivatala Fogyasztóvédelmi Felügyelősége (αρχή προστασίας των καταναλωτών, υπαγόμενη στη διοικητική αρχή της μητροπολιτικής περιοχής Βουδαπέστης· στο εξής: πρωτοβάθμια αρχή) υποστηρίζοντας ότι του είχαν παρασχεθεί αναληθείς πληροφορίες. Ως εκ τούτου, δεν κατέστη εκ μέρους του δυνατό να διασφαλίσει ότι η λήξη της συμβάσεως θα συμπίπτει με την τελευταία ημέρα της ήδη αποπληρωθείσας υπηρεσίας, ούτως ώστε από την ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως και έπειτα να μπορέσει να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες διαφορετικής εταιρίας. Για τον λόγο αυτό, κατά τη διάρκεια της επίμαχης μεταβατικής περιόδου ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει ταυτοχρόνως τις χρεώσεις δύο εταιρειών.
12.
Με απόφαση που εξέδωσε στις 11 Ιουλίου 2011, η πρωτοβάθμια αρχή επέβαλε στην UPC πρόστιμο ύψους 25000 HUF (περίπου 85 ευρώ). Με την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2011, η Nemzeti Fogyasztóvédelmi Hatóság (εθνική υπηρεσία προστασίας των καταναλωτών) έκρινε, ως δευτεροβάθμια αρχή, ότι η ένσταση ήταν νόμω βάσιμη και επικύρωσε την απόφαση της πρωτοβάθμιας αρχής.
13.
Κατόπιν ένδικης προσφυγής που άσκησε η UPC, το Fővárosi Törvényszék (περιφερειακό δικαστήριο Βουδαπέστης) τροποποίησε την απόφαση της εθνικής υπηρεσίας προστασίας των καταναλωτών και απέρριψε την ένσταση του S. Ειδικότερα, κατά την εν λόγω απόφαση, δεν είχε στοιχειοθετηθεί διαρκής συμπεριφορά εκ μέρους της UPC. Τυχόν μεμονωμένο διαχειριστικό σφάλμα διοικητικής φύσεως, το οποίο αφορά έναν και μόνον πελάτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά πρακτική.
14.
Το Kúria, δικάζον ως αναιρετικό δικαστήριο, διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οπότε ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«(1)
Έχει το άρθρο 5 της [οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές] την έννοια ότι, στην περίπτωση παραπλανητικών εμπορικών πρακτικών του άρθρου 5, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, δεν επιτρέπεται να εξετάζονται αυτοτελώς τα κριτήρια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας;
(2)
Μπορεί να θεωρηθεί ότι η παροχή αναληθών πληροφοριών προς έναν και μόνον καταναλωτή συνιστά εμπορική πρακτική υπό την έννοια της εν λόγω οδηγίας;»
15.
Στην υπό κρίση υπόθεση υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις η UPC, η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ενώ όλοι οι ανωτέρω ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014.
III – Ανάλυση
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
16.
Η υπό κρίση υπόθεση είναι στενώς συνδεδεμένη με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση CHS Tour Services ( 3 ). Μάλιστα, η απόφαση εκείνη απαντά στο πρώτο από τα δύο προδικαστικά ερωτήματα της υπό κρίση υποθέσεως. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που μια εμπορική πρακτική πληροί όλα τα κριτήρια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προκειμένου να χαρακτηριστεί παραπλανητική για τον καταναλωτή, δεν απαιτείται να διακριβωθεί εάν η πρακτική αυτή είναι και αντίθετη προς τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές αυτής, για να μπορεί βασίμως να θεωρηθεί αθέμιτη και, συνεπώς, να απαγορευθεί βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ( 4 ).
17.
Ως εκ τούτου, στην παρούσα ανάλυση θα επικεντρωθώ στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα (το οποίο, από λογικής απόψεως, προηγείται του πρώτου), δηλαδή στο αν η παροχή αναληθών πληροφοριών προς έναν και μόνον καταναλωτή μπορεί να θεωρηθεί «εμπορική πρακτική» υπό την έννοια της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Το συγκεκριμένο ερώτημα θέτει ένα νέο ζήτημα το οποίο δεν έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο μέχρι σήμερα. Για τον λόγο αυτό, μέσω της υπό κρίση υποθέσεως παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να αποσαφηνίσει το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
2. Η έννοια των «εμπορικών πρακτικών» περιλαμβάνει και την μεμονωμένη ενέργεια η οποία επηρεάζει δυσμενώς έναν και μόνον καταναλωτή;
18.
Η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστήριξαν ότι η έννοια των «εμπορικών πρακτικών» στο πλαίσιο της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές περιλαμβάνει και την πράξη που επηρεάζει δυσμενώς έναν και μόνον καταναλωτή, ήτοι την παροχή αναληθών πληροφοριών σε μεμονωμένο καταναλωτή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της κύριας δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, η Ουγγρική Κυβέρνηση αιτιολόγησε την άποψή της επικαλούμενη την ανάγκη διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας για τους καταναλωτές. Ο εν λόγω σκοπός αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 1 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της οδηγίας.
19.
Πράγματι, ο ορισμός των «εμπορικών πρακτικών» που παρατίθεται στο άρθρο 2 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές είναι ιδιαιτέρως ευρύς. Η σχετική έννοια ορίζεται ως «[κ]άθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές».
20.
Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καλύπτει πράγματι ευρύ φάσμα συμπεριφορών οι οποίες είτε λαμβάνουν χώρα πριν από τη σύναψη της συμβάσεως (παραδείγματος χάρη, για να επηρεαστεί ο καταναλωτής στην απόφασή του ως προς την απόκτηση συγκεκριμένου προϊόντος), είτε εμφανίζονται σε μεταγενέστερα στάδια της συμβατικής σχέσεως (όπως η αντιμετώπιση παραπόνων και οι υπηρεσίες εξυπηρετήσεως μετά την πώληση). Η διαπίστωση αυτή αντικατοπτρίζεται στη μαύρη λίστα αθέμιτων πρακτικών που παρατίθεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Υπό την έννοια αυτή, από κανένα στοιχείο της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δεν προκύπτει ότι εξαιρείται εκ προοιμίου από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας η παροχή αναληθών πληροφοριών σχετικά με ζητήματα όπως οι χρονικές περίοδοι πληρωμής, οι προϋποθέσεις λύσεως της καταναλωτικής συμβάσεως ή η παροχή άλλων πληροφοριών που αφορούν τη λειτουργία της συμβάσεως. Ασφαλώς, όσο ευρύτερα ερμηνεύεται το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τόσο πιθανότερη καθίσταται η επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, όπως απαιτείται από την ίδια την οδηγία.
21.
Ωστόσο, φρονώ ότι από τις ανωτέρω διαπιστώσεις δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές επεκτείνεται και σε συμπεριφορές οι οποίες αφορούν αποκλειστικώς και μόνον έναν καταναλωτή, όσο αθέμιτες ή παραπλανητικές και αν είναι αυτές. Η άποψή μου αυτή στηρίζεται σε πολλούς λόγους.
Τα όρια του τι μπορεί να γίνει αντιληπτό ως «πρακτική»
22.
Όπως προαναφέρθηκε, από το γράμμα της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της η μεμονωμένη πράξη που στρέφεται κατά ενός και μόνον καταναλωτή. Κατά την άποψή μου, ωστόσο, αυτός καθ’ εαυτόν ο όρος «πρακτική» περιορίζει τις μορφές συμπεριφορών που καλύπτονται από την οδηγία. Πράγματι, για να εφαρμοστεί η οδηγία σε σχέση με συμπεριφορά που επιδεικνύει ο έμπορος στο πλαίσιο της σχέσεως μεταξύ επιχειρήσεως και καταναλωτή [business-to-consumer (B2C)] (παραδείγματος χάρη, ως προς συμπεριφορές όπως αυτές που παρατίθενται στη μαύρη λίστα του παραρτήματος Ι) απαιτείται προφανώς η επίμαχη συμπεριφορά να συνιστά «πρακτική».
23.
Για να συμβεί αυτό, εκτιμώ ότι θα πρέπει να πληρούται είτε η μία είτε και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις: i) η συμπεριφορά να απευθύνεται σε απροσδιόριστη ομάδα καταναλωτών· ii) η συμπεριφορά να είναι επαναλαμβανόμενη προς περισσότερους του ενός καταναλωτές. Σε διαφορετική περίπτωση, η επίμαχη συμπεριφορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με τον όρο «πρακτική» ο οποίος έχει υιοθετηθεί σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας ( 5 ).
24.
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση (όπου η συμπεριφορά εκδηλώνεται άπαξ), η εξεταζόμενη συμπεριφορά θα πρέπει να απευθύνεται προς απροσδιόριστη ομάδα καταναλωτών. Επιπλέον, από τα άρθρα 5 έως 8 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές μπορεί επίσης να συναχθεί το παρεπόμενο συμπέρασμα ότι η αποδοκιμαζόμενη συμπεριφορά πρέπει σε κάποιο βαθμό να «επηρεάζει τη σχετική αγορά» ( 6 )· όλες αυτές οι διατάξεις αναφέρονται σε εμπορικές πρακτικές οι οποίες ασκούν επιρροή στην οικονομική συμπεριφορά του «μέσου καταναλωτή» ή του «μέσου μέλους μιας ομάδας καταναλωτών». Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της μορφής πρακτικών αποτελούν, ασφαλώς, η διαφήμιση σε εφημερίδα ή σε περιοδικό, ή η πινακίδα σε κατάστημα, μέσω των οποίων όλοι (υφιστάμενοι ή υποψήφιοι) καταναλωτές πληροφορούνται την πολιτική που ακολουθείται ως προς τις επιστροφές προϊόντων. Παρόμοιο, αν και διαφορετικό, παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση CHS Tour Services. Ειδικότερα, η υπόθεση εκείνη αφορούσε την παροχή παραπλανητικών πληροφοριών μέσω διαφημιστικών φυλλαδίων. Μολονότι η παροχή αναληθών πληροφοριών συνέβη άπαξ, εντούτοις οι οικείες πληροφορίες απευθύνονταν προς απροσδιόριστη ομάδα υποψηφίων καταναλωτών και, για τον λόγο αυτό, θεωρήθηκε ότι η περίπτωση αυτή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ( 7 ).
25.
Αντιθέτως, όταν η επίμαχη συμπεριφορά δεν αφορά απροσδιόριστη ομάδα καταναλωτών αλλά ένα μεμονωμένο καταναλωτή, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, τότε, για να συνάδει με τον όρο «πρακτική» που χρησιμοποιείται στην οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, θα πρέπει να επαναλαμβάνεται εκ μέρους του εμπόρου. Με άλλα λόγια, η εκάστοτε εξεταζόμενη συμπεριφορά πρέπει να είναι επαναλαμβανόμενη και να αφορά περισσότερους του ενός καταναλωτές. Το γεγονός ότι η συμπεριφορά πρέπει να είναι επαναλαμβανόμενη και να αφορά περισσότερους του ενός καταναλωτές καταδεικνύει ότι η δεύτερη προϋπόθεση επικαλύπτει, μέχρι ενός ορισμένου βαθμού, την πρώτη.
26.
Στην υπό κρίση υπόθεση, οι αναληθείς πληροφορίες παρασχέθηκαν σε μεμονωμένη περίπτωση, σε έναν και μόνον καταναλωτή και όχι σε ομάδα καταναλωτών. Μολονότι, σε τελική ανάλυση, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει το ζήτημα, εντούτοις από κανένα στοιχείο της υποθέσεως δεν συνάγεται ότι η παροχή αναληθών πληροφοριών εκ μέρους των υπαλλήλων της UPC όπως συνέβη στην περίπτωση του S. ήταν ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Δεδομένης της απουσίας οποιασδήποτε αντικειμενικής ενδείξεως προς αυτήν την κατεύθυνση, δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι μία και μόνη αθέμιτη —ή ενδεχομένως ειδικότερα παραπλανητική— συμπεριφορά συνιστά «εμπορική πρακτική» υπό την έννοια της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και το δίκαιο των συμβάσεων
27.
Ανεξαρτήτως της έννοιας του όρου «πρακτική», εκτιμώ επίσης ότι, εν προκειμένω, έχει ιδιαίτερη σημασία το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ρητώς ότι η οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη του δικαίου των συμβάσεων. Η συγκεκριμένη δε διαπίστωση αντανακλά το σκεπτικό της αιτιολογικής σκέψης 9 της οδηγίας.
28.
Εντούτοις, η προσέγγιση που προτάθηκε από τους δύο διαδίκους οι οποίοι υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις στηρίζοντας τον S. στην υπό κρίση υπόθεση θα σήμαινε ότι η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές πρέπει να εφαρμόζεται (παράλληλα με το εθνικό δίκαιο των συμβάσεων) σε κάθε ατομική συμβατική σχέση. Τούτο θα είχε σημαντικές επιπτώσεις σε πολλά επίπεδα. Καταρχάς, θα καθιστούσε δυσχερή τη διάκριση μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου δικαίου και, ειδικότερα, τη διάκριση μεταξύ των επιβλητέων σε καθεμία από τις περιπτώσεις κυρώσεων.
29.
Σκοπός της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές είναι η θέσπιση ενός μηχανισμού ώστε να ελέγχονται όσο το δυνατόν περισσότερες από τις συμπεριφορές των επιχειρήσεων που μπορούν να επηρεάσουν τις οικονομικές αποφάσεις των καταναλωτών. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα αυτού του ελέγχου, η οδηγία απαιτεί από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο το οποίο θα περιλαμβάνει μέτρα και πρόστιμα με σκοπό την καταπολέμηση αυτών των πρακτικών ( 8 ).
30.
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως συνάγεται από το άρθρο 13 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι κυρώσεις τις οποίες οφείλουν να προβλέψουν τα κράτη μέλη ως προς τις αντίθετες προς την εν λόγω οδηγία συμπεριφορές εμπίπτουν σαφώς στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και είναι εντελώς διαφορετικές από τυχόν αγώγιμες αξιώσεις εκ της συμβάσεως. Εάν, παρά ταύτα, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές επεκτεινόταν ώστε να καλύπτει και μεμονωμένες συμπεριφορές αντίστοιχες με την επίμαχη στην κύρια δίκη, τούτο στην πράξη θα είχε ως συνέπεια να επιβάλλονται στον έμπορο κυρώσεις δημοσίου δικαίου (υπό τη μορφή προστίμων) για οποιαδήποτε αθέτηση των συμβατικών του υποχρεώσεων· τούτο δε θα ίσχυε παράλληλα με τυχόν αγώγιμες αξιώσεις του καταναλωτή εκ της συμβάσεως. Με άλλα λόγια, βάσει της συλλογιστικής των διαδίκων που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις υποστηρίζοντας αυτήν την άποψη, οποιαδήποτε συμβατική «πλημμέλεια» θα επέσυρε αυτοδικαίως κυρώσεις δημοσίου δικαίου.
31.
Κατά την άποψή μου, τούτο θα υπερέβαινε σαφώς το αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών ( 9 ). Πράγματι, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η επιβολή κυρώσεων δημοσίου δικαίου αποσκοπεί στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και, στην υπό κρίση υπόθεση, τούτο αντιστοιχεί στο συλλογικό συμφέρον των καταναλωτών.
32.
Δυστυχώς, η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δεν περιορίζει ρητώς το πεδίο εφαρμογής της στην προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών. Ωστόσο, όπως έχει επισημανθεί από αρκετούς συγγραφείς, σκοπός της οδηγίας είναι η προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών και όχι η παροχή έννομης προστασίας σε μεμονωμένες περιπτώσεις ( 10 ). Η έννομη προστασία για μεμονωμένες περιπτώσεων παρέχεται μέσω της δυνατότητας ασκήσεως αγωγής δυνάμει του (εθνικού) δικαίου των συμβάσεων. Πάντως, η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ενδέχεται πράγματι να έχει «εξ αντανακλάσεως» αποτελέσματα σε απαιτήσεις που απορρέουν από συμβάσεις. Εφόσον κριθεί ότι συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς αντιβαίνει προς την οδηγία, η σχετική διαπίστωση μπορεί να έχει καθοριστική σημασία σε τυχόν ένδικη διαφορά μεταξύ εμπόρου και μεμονωμένου καταναλωτή (στο πλαίσιο, παραδείγματος χάρη, του ελέγχου του κύρους της επίμαχης συμβάσεως βάσει των σχετικών διατάξεων του δικαίου των συμβάσεων) ( 11 ).
33.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι επίσης αξιοσημείωτο το άρθρο 11 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Το εν λόγω άρθρο απαιτεί από τα κράτη μέλη να μεριμνούν για την ύπαρξη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων καταπολεμήσεως αθέμιτων εμπορικών πρακτικών προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας προς το συμφέρον των καταναλωτών. Επιπλέον, το άρθρο 11 παρέχει τη δυνατότητα σε άτομα ή οργανισμούς οι οποίοι βάσει του εθνικού τους δικαίου θεωρείται ότι έχουν έννομο συμφέρον στην καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών να προσφεύγουν ενώπιον δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων προκειμένου να προσβάλλουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ( 12 ).
34.
Εάν ο νομοθέτης της Ένωσης αποσκοπούσε στη θέσπιση ενός πρόσθετου πλέγματος κυρώσεων (δημοσίου δικαίου) για κάθε περίπτωση συμβατικής «πλημμέλειας», θα ήταν αντιφατικό να περιλάβει την προαναφερθείσα διάταξη στην οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Στην περίπτωση που η διαπίστωση της εκάστοτε αθέμιτης εμπορικής πρακτικής γινόταν σε ατομική βάση, δεν θα ήταν απαραίτητη η θέσπιση, μέσω της οδηγίας, ειδικών κανόνων ως προς τον συλλογικό έλεγχο των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Αυτή η θέση εξάλλου στηρίζεται και στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/22/ΕΚ ( 13 ), το οποίο παραπέμπει στην οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ως μία εκ των ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν με σκοπό την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών.
35.
Τέλος, θέλω να υπογραμμίσω ότι η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δεν επιτρέπεται, υπό το πρόσχημα της προστασίας των καταναλωτών, να εφαρμόζεται και σε ζητήματα για τα οποία σαφώς δεν προοριζόταν. Ως εκ τούτου, έχω την πεποίθηση ότι η συμπεριφορά μιας επιχειρήσεως προς συγκεκριμένο καταναλωτή, όπως είναι η παροχή αναληθών πληροφοριών σε έναν και μόνον καταναλωτή, στον βαθμό που συνιστά μεμονωμένο περιστατικό, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με «εμπορική πρακτική» υπό την έννοια της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
IV – Πρόταση
36.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Kúria ως εξής:
Η παροχή αναληθών πληροφοριών προς έναν και μόνον καταναλωτή, στον βαθμό που συνιστά μεμονωμένο περιστατικό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «εμπορική πρακτική» υπό την έννοια της οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές) (ΕΕ L 149, σ. 22).
( 3 ) C‑435/11, EU:C:2013:574.
( 4 ) Όπ.π. (σκέψη 48 και διατακτικό της αποφάσεως).
( 5 ) Στην αγγλική γλώσσα, παραδείγματος χάρη, το ουσιαστικό «πρακτική» ορίζεται ως «η συστηματική τέλεση ή πραγματοποίηση» στο Shorter Oxford English Dictionary, 6η έκδ., τόμος 2, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2007, σ. 2311.
( 6 ) Βλ., Glöckner, J., «The Scope of Application of the UCP Directive — “I know what you did last Summer”», 5(2010) International Review of Intellectual Property and Competition Law, σ. 570 έως 592, σ. 589.
( 7 ) EU:C:2013:574 (σκέψεις 28 επ.).
( 8 ) Για την ανάλυση του συγκεκριμένου ζητήματος, βλ., παραδείγματος χάριν, Collins, H., «The Unfair Commercial Practices Directive», 4(1) 2005, European Review of Contract Law, σ. 417 έως 441, σ. 424 και 425.
( 9 ) Βλ., συναφώς, την αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
( 10 ) Wilhelmsson, Τ., «Scope of the Directive», σε Howells, G., Micklitz, H. W., και Wilhelmsson, T., European Fair Trading Law: The Unfair Commercial Practices Directive, σ. 49 έως 81, σ. 72· Glöckner, όπ.π., σ. 589· Keirsbilck, B., The New European Law of Unfair Commercial Practices and Competition Law, Hart Publishing, Οξφόρδη, 2011, σ. 247 και 248.
( 11 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση Pereničová και Perenič (C‑453/10, EU:C:2012:144, σκέψη 40), ως προς τις επιπτώσεις των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στο κύρος μιας συμβάσεως. Για την άποψη της θεωρίας, βλ., ειδικότερα, Wilhemsson, όπ.π., σ. 73, και Collins, όπ.π., σ. 424.
( 12 ) Σημειώνω επίσης ότι, σε αρκετά σημεία της, η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές αναφέρεται στους «καταναλωτές» στον πληθυντικό αριθμό: «τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών», «οι αποφάσεις συναλλαγής των καταναλωτών». Μολονότι η χρήση του πληθυντικού αριθμού δεν αποτελεί, εν προκειμένω, επιχείρημα καθοριστικής σημασίας, εντούτοις η επιλογή του πληθυντικού αριθμού μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύει την άποψη ότι προέχει η προστασία του συλλογικού συμφέροντος.
( 13 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών (ΕΕ L 110, σ. 30).
Full & Egal Universal Law Academy