ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PAOLO MENGOZZI
της 17ης Ιουλίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑393/13 P
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
κατά
Alumina d.o.o.
«Αίτηση αναιρέσεως — Ντάμπινγκ — Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 464/2011 — Εισαγωγή σκόνης ζεόλιθου‑Α, καταγωγής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης — Κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 — Άρθρο 2 — Κανονική αξία — Συνήθεις εμπορικές πράξεις»
1.
Με την αίτησή του αναιρέσεως, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Alumina κατά Συμβουλίου ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 464/2011 του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2011, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές σκόνης ζεόλιθου‑Α, καταγωγής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης ( 3 ) (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), στον βαθμό που αφορούσε την Alumina d.o.o. (στο εξής: Alumina), προσφεύγουσα πρωτοδίκως.
2.
Η αίτηση αναιρέσεως του Συμβουλίου βάλλει κατά της ερμηνείας που έκανε δεκτή το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά την έννοια των «πωλήσεων κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις» που προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ( 4 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός).
3.
Το νομικό ζήτημα που εγείρει, κατ’ ουσίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι το εξής: συνιστούν οι πωλήσεις των οποίων η τιμή περιλαμβάνει προσαύξηση για την κάλυψη του κινδύνου εκπρόθεσμης πληρωμής ή μη πληρωμής εκ μέρους του αγοραστή, λόγω της οικονομικής καταστάσεώς του, πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, ώστε να πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, η οποία πρέπει να συγκριθεί με την τιμή εξαγωγής προκειμένου να καθοριστεί εάν υφίσταται ντάμπινγκ; Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, απαντώντας αρνητικά στο ως άνω ερώτημα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας «συνήθεις εμπορικές πράξεις». Ως εκ τούτου, ζητεί από το Δικαστήριο την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως.
I – Νομικό πλαίσιο
4.
Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 4 και 6, του βασικού κανονισμού ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Η κανονική αξία βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής.
Ωστόσο, στην περίπτωση που ο εξαγωγέας στη χώρα εξαγωγής δεν παράγει ή δεν πωλεί το ομοειδές προϊόν, η κανονική αξία είναι δυνατό να καθορίζεται με βάση τις τιμές που εφαρμόζουν άλλοι πωλητές ή παραγωγοί.
Οι τιμές που εφαρμόζονται μεταξύ μερών που φαίνεται ότι συνδέονται μεταξύ τους ή ότι έχουν συνάψει μεταξύ τους συμψηφιστικό διακανονισμό είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αντιστοιχούν σε συνήθεις εμπορικές πράξεις και να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν επηρεάζονται από τη μεταξύ των μερών σχέση.
[…]
2. Οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος που προορίζονται για εγχώρια κατανάλωση, χρησιμοποιούνται κατ’ αρχήν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο όγκος των εν λόγω πωλήσεων αντιπροσωπεύει ποσοστό 5 % τουλάχιστον του όγκου πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς την Κοινότητα. Εντούτοις, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί και μικρότερος όγκος πωλήσεων, όταν, επί παραδείγματι, οι εφαρμοζόμενες τιμές θεωρούνται αντιπροσωπευτικές της οικείας αγοράς.
3. Όταν δεν υπάρχουν πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων ή όταν αυτές δεν είναι επαρκείς ή όταν οι πωλήσεις αυτές δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή ορθής σύγκρισης εξαιτίας των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, η κανονική αξία του ομοειδούς προϊόντος υπολογίζεται με βάση το κόστος παραγωγής στη χώρα καταγωγής συν ένα εύλογο ποσό για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα και τα κέρδη ή με βάση τις τιμές εξαγωγής, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, προς μια κατάλληλη τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι οι τιμές αυτές είναι αντιπροσωπευτικές.
[…]
4. Οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά της χώρας εξαγωγής ή οι εξαγωγικές πωλήσεις προς μια τρίτη χώρα, σε τιμές χαμηλότερες από το (πάγιο και μεταβλητό) κόστος παραγωγής ανά μονάδα, προσαυξημένο κατά τα έξοδα πώλησης και τα γενικά και διοικητικά έξοδα, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι δεν πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων εξαιτίας της τιμής τους και ενδέχεται να μη ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι οι πωλήσεις αυτές έχουν πραγματοποιηθεί επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα και σε σημαντικές ποσότητες και ότι οι τιμές τους δεν επιτρέπουν την ολοσχερή κάλυψη του κόστους μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
[…]
6. Τα ποσά που αντιστοιχούν στα έξοδα πώλησης, στα γενικά και διοικητικά έξοδα και στα κέρδη υπολογίζονται με βάση πραγματικά στοιχεία για την παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, του ομοειδούς προϊόντος, που έχει πραγματοποιήσει ο εξαγωγέας ή ο παραγωγός τον οποίο αφορά η έρευνα. Όταν τα παραπάνω ποσά δεν είναι δυνατό να υπολογισθούν με αυτή τη βάση, επιτρέπεται ο υπολογισμός τους με βάση:
α)
τον σταθμισμένο μέσο όρο των πραγματικών ποσών που έχουν καθορισθεί για άλλους εξαγωγείς ή παραγωγούς ως προς τους οποίους γίνεται η έρευνα όσον αφορά την παραγωγή και τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής·
β)
τα πραγματικά ποσά που εφαρμόζονται από τον εκάστοτε εξαγωγέα ή παραγωγό στην παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, της ίδιας γενικής κατηγορίας προϊόντων στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής·
γ)
οποιαδήποτε άλλη εύλογη μέθοδο, υπό την προϋπόθεση ότι το προκύπτον βάσει αυτής ποσό κέρδους δεν υπερβαίνει το κέρδος που πραγματοποιούν υπό κανονικές συνθήκες άλλοι εξαγωγείς ή παραγωγοί σε σχέση με τις πωλήσεις προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής.»
II – Το ιστορικό της διαφοράς
5.
Κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές σκόνης ζεόλιθου‑Α, καταγωγής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης ( 5 ), προϊόντος χρησιμοποιούμενου ως παρασκευαστικού υλικού στην παραγωγή ξηρών απορρυπαντικών και αποσκληρυντικών νερού.
6.
Στις 15 Νοεμβρίου 2010, η Επιτροπή ενέκρινε τον κανονισμό (ΕΕ) 1036/2010 για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σκόνης ζεόλιθου‑Α καταγωγής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ( 6 ) (στο εξής: προσωρινός κανονισμός), με τον οποίο επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ με συντελεστή 28,1 % στις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος, καταγωγής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης.
7.
Όπως προκύπτει από τον κανονισμό αυτό, αφενός, το ερευνώμενο διάστημα κάλυπτε την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου 2009 και, αφετέρου, ο όμιλος Birac, στον οποίο ανήκει η Alumina, ήταν ο μόνος παραγωγός εξαγωγέας του συγκεκριμένου προϊόντος στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη ( 7 ).
8.
Όπως προκύπτει επίσης από τον προσωρινό κανονισμό, η Επιτροπή χρησιμοποίησε, στο πλαίσιο του υπολογισμού της κανονικής αξίας, τη μέθοδο που περιγράφεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, εφόσον οι πωλήσεις της Alumina στην εσωτερική αγορά δεν ήταν αντιπροσωπευτικές, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού. Για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με την εν λόγω μεθοδολογία, η Επιτροπή χρησιμοποίησε, μεταξύ άλλων, το μέσο σταθμισμένο κέρδος που επιτεύχθηκε στις εσωτερικές πωλήσεις ομοειδούς προϊόντος που πραγματοποίησε, κατά την περίοδο της έρευνας, ο όμιλος Birac στον οποίο ανήκει η Alumina κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις ( 8 ).
9.
Με έγγραφα της 1ης Δεκεμβρίου 2010 και της 19ης Μαρτίου 2011, η Alumina προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή προέβη σε υπολογισμό της κανονικής αξίας κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 6, του βασικού κανονισμού, καθόσον χρησιμοποίησε, για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, το περιθώριο κέρδους που εφαρμόστηκε στις πωλήσεις προς τον μοναδικό εγχώριο πελάτη του ομίλου Birac, οι οποίες όμως παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο μη πληρωμής ή εκπρόθεσμης πληρωμής και περιελάμβαναν, ως εκ τούτου, προσαύξηση της τιμής κατά 25 %, εν είδει προσαυξήσεως κινδύνου. Ως εκ τούτου, κατά την Alumina, οι πράξεις αυτές δεν συνιστούσαν συνήθεις εμπορικές πράξεις κατά τα οριζόμενα στον βασικό κανονισμό και δεν μπορούσαν, επομένως, να συνεκτιμηθούν για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.
10.
Δυνάμει του προσβαλλομένου κανονισμού, το Συμβούλιο επέβαλε επί της σκόνης ζεόλιθου‑Α, καταγωγής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, συντελεστή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ 28,1 % επί της καθαρής τιμής «ελεύθερο στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», πριν από την επιβολή δασμού.
11.
Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, το Συμβούλιο απέρριψε το προβαλλόμενο από την Alumina επιχείρημα ότι οι εγχώριες πωλήσεις δεν έπρεπε να θεωρηθούν ως πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, επισημαίνοντας ότι «από την έρευνα [προέκυψε] ότι τα δεδομένα και τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο όμιλος Birac αποτέλεσαν αξιόπιστη βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας» ( 9 ).
III – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
12.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιουνίου 2011, η Alumina άσκησε προσφυγή για την ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού, προς στήριξη της οποίας προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους, αντιστοίχως, από παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 6, και του άρθρου 2, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού.
13.
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να εξετάσει κατ’ αρχάς τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας «πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις». Το Γενικό Δικαστήριο κατ’ αρχάς απέρριψε, κατ’ ουσίαν, το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο η Alumina υποστήριξε ότι οι μη αντιπροσωπευτικές πωλήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πωλήσεις κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο ανέλυσε το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως. Με το σκέλος αυτό, η Alumina υποστήριξε ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη θεωρώντας ως πραγματοποιηθείσες κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις τις πωλήσεις του συγκεκριμένου προϊόντος στον μοναδικό εγχώριο πελάτη της, ενώ οι τιμές τους ήταν υψηλότερες κατά 25 % διότι είχε προστεθεί σε αυτές προσαύξηση λόγω του κινδύνου καθυστερημένης πληρωμής ή μη πληρωμής.
14.
Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε κατ’ αρχάς, στις σκέψεις 26 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η κατασκευή της κανονικής αξίας, βάσει του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 6, του βασικού κανονισμού, αποσκοπεί στον καθορισμό μιας κανονικής αξίας κατά το δυνατό εγγύτερης προς την τιμή του προϊόντος, όπως η τιμή αυτή θα είχε διαμορφωθεί εάν το εν λόγω προϊόν επωλείτο εντός της χώρας καταγωγής ή εξαγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία κατά την οποία η έννοια των συνήθων εμπορικών πράξεων, η οποία, κατά το Γενικό Δικαστήριο, έχει αντικειμενικό περιεχόμενο, αποσκοπεί στο να αποκλείσει από τη διαδικασία του υπολογισμού της κανονικής αξίας τις περιπτώσεις στις οποίες οι πωλήσεις στην εγχώρια αγορά δεν πραγματοποιούνται υπό συνήθεις συνθήκες. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, την έννοια αυτή μπορούν να επικαλεσθούν τόσο τα θεσμικά όργανα όσο και οι υπό έρευνα επιχειρηματίες εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες περιστάσεις που επηρεάζουν τον συνήθη χαρακτήρα των εν λόγω πράξεων.
15.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά την επίμαχη προσαύξηση κινδύνου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 36 έως 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι μια τέτοια προσαύξηση δεν αποτελεί μέρος της αξίας του πωληθέντος προϊόντος ούτε συνδέεται με τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προϊόντος, αλλά, αντιθέτως, συνιστά ένα αντιστάθμισμα για τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο προμηθευτής πωλώντας προϊόντα σε έναν πελάτη, ενώ η ύπαρξη και το ύψος της συνδέονται με την ταυτότητα του πελάτη. Επομένως, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η συνεκτίμηση της προσαυξήσεως αυτής στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας έχει ως αποτέλεσμα να προστίθεται στον υπολογισμό ένας παράγοντας που δεν συμμετέχει στον καθορισμό της τιμής στην οποία πωλείται το προϊόν στη χώρα καταγωγής, αλλά αφορά αποκλειστικά την οικονομική δυνατότητα του συγκεκριμένου εγχώριου αγοραστή. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η συνεκτίμηση μιας τέτοιας προσαυξήσεως κινδύνου επιτείνει τεχνητά το αποτέλεσμα του υπολογισμού της κανονικής αξίας, θίγοντας το κύρος του υπολογισμού της κανονικής αξίας και, συνακόλουθα, το κύρος της εκτιμήσεως της υπάρξεως ντάμπινγκ.
16.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό, στον βαθμό που αφορά την Alumina.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
17.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιουλίου 2013, το Συμβούλιο άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
18.
Με την αίτησή του αναιρέσεως, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
—
να απορρίψει την προσφυγή, και
—
να καταδικάσει την Alumina στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας, καθώς και στα έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
19.
Η Alumina ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του Συμβουλίου·
—
επικουρικώς, να αποφανθεί επί της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής και να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό, και
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
V – Ανάλυση
20.
Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, η οποία βάλλει αποκλειστικά κατά των σκέψεων 36 έως 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο αναιρέσεως που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας των «πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις». Το Συμβούλιο υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της έννοιας αυτής, καθόσον εκτίμησε ότι οι πωλήσεις δεν πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις και δεν πρέπει, ως εκ τούτου, να συνεκτιμηθούν για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, εφόσον η τιμή τους περιλαμβάνει προσαύξηση, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, προοριζόμενη να καλύψει τον κίνδυνο μη πληρωμής ή εκπρόθεσμης πληρωμής εκ μέρους του αγοραστή. Το Συμβούλιο υποστηρίζει, δεύτερον, ότι το Γενικό Δικαστήριο, αποδεχόμενο την ερμηνεία αυτή, παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Τρίτον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.
21.
Πριν από την επί της ουσίας ανάλυση των επιχειρημάτων που προέβαλε το Συμβούλιο με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, επιβάλλεται η εξέταση της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Alumina κατά της αιτήσεως αναιρέσεως.
Α — Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
22.
Η Alumina υποστηρίζει ότι ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που προέβαλε το Συμβούλιο προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως αφορά πραγματικό ζήτημα και όχι παράβαση κανόνα δικαίου. Ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η αίτηση αναιρέσεως να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της. Το ίδιο το Συμβούλιο με τα κατατεθέντα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου γραπτά του υπομνήματα χαρακτήρισε ως πραγματικό ζήτημα τη διαπίστωση του κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από την Alumina προς τον μοναδικό εγχώριο πελάτη της είχαν πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Το Συμβούλιο αμφισβητεί την ένσταση περί απαραδέκτου και φρονεί ότι η αίτηση αναιρέσεώς του είναι παραδεκτή.
23.
Επ’ αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τα άρθρα 256 ΣΛΕΕ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ανακριβής διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί ή σε περίπτωση παραμορφώσεως του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν σε σχέση με τα πραγματικά αυτά περιστατικά πρέπει να θεωρείται ότι η ως άνω διαπίστωση και η εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων συνιστούν νομικά ζητήματα υποκείμενα στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, βάσει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, να ελέγχει τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, καθώς και τις έννομες συνέπειες που αυτό συνήγαγε συναφώς ( 10 ).
24.
Εν προκειμένω, μολονότι το ζήτημα του συγκεκριμένου καθορισμού του κατά πόσον ορισμένες πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν ή όχι κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις συνιστά όντως πραγματικό ζήτημα, το οποίο εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου, πρέπει, εντούτοις, να διαπιστωθεί ότι με τον μοναδικό προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως το Συμβούλιο προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της έννοιας των «πωλήσεων που πραγματοποιούνται κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις», όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του βασικού κανονισμού, καθόσον εκτίμησε ότι οι συνήθεις εμπορικές πράξεις μπορούν να πραγματοποιούνται ακόμη και αν η τιμή των πωλήσεων αυτών περιλαμβάνει προσαύξηση για την κάλυψη του κινδύνου μη πληρωμής ή εκπρόθεσμης πληρωμής.
25.
Ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που προέβαλε το Συμβούλιο δεν αφορά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων αλλά την ερμηνεία της νομικής έννοιας και τις έννομες συνέπειες της εφαρμογής της επί των πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά διαπιστώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο.
26.
Επομένως, φρονώ ότι ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται από το Συμβούλιο πρέπει να κριθεί παραδεκτός.
Β — Επί της ουσίας
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
27.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, εκκινώντας από τη βασική διαπίστωση ότι οι πωλήσεις δεν έχουν πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, όταν η τιμή περιλαμβάνει ένα στοιχείο, όπως εν προκειμένω την προσαύξηση κινδύνου μη πληρωμής, το οποίο δεν συνδέεται με την αξία του προϊόντος. Η εν λόγω ερμηνεία της έννοιας «πωλήσεις κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις» δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στον βασικό κανονισμό ούτε στη συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 ( 11 ) (στο εξής: συμφωνία αντιντάμπινγκ). Η ερμηνεία αυτή δεν βρίσκει επίσης έρεισμα στη νομολογία του Δικαστηρίου.
28.
Το κριτήριο της «τιμής που αντιστοιχεί στην αξία του προϊόντος» που επέλεξε να εφαρμόσει το Γενικό Δικαστήριο ήταν, κατά το Συμβούλιο, απρόσφορο για τον καθορισμό του εάν μια πώληση έχει πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Πράγματι, η χρήση ενός τέτοιου κριτηρίου θα ανάγκαζε τα θεσμικά όργανα να «εικάζουν» επί συστηματικής βάσεως τις αιτίες πληρωμής (και εφαρμογής) των δηλωθεισών τιμών και να καθορίζουν την πραγματική αξία του προϊόντος. Μια τέτοια πρακτική θα ήταν όχι μόνο ανέφικτη και αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, αλλά δεν θα είχε καμία σχέση με την έννοια των συνήθων εμπορικών πράξεων, η οποία προϋποθέτει την επαλήθευση του εάν οι εκάστοτε πωλήσεις έχουν πραγματοποιηθεί υπό συνθήκες και σύμφωνα με πρακτικές που μπορούν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, να θεωρηθούν συνήθεις για τις οικείες εγχώριες πωλήσεις.
29.
Η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου συνεπάγεται επίσης σημαντικό κίνδυνο καταχρήσεως. Πράγματι, προκειμένου να μη συνεκτιμώνται οι εγχώριες πωλήσεις που πραγματοποιούνται σε υψηλές τιμές για τον υπολογισμό του ντάμπινγκ, αρκεί για τους εξαγωγείς να συμπεριλαμβάνουν στις συμβάσεις τους περί εγχώριων πωλήσεων ρήτρα που να προβλέπει ότι η τιμή περιλαμβάνει προσαύξηση που συνδέεται με οποιοδήποτε τεχνητό στοιχείο, το οποίο προβάλλεται ως μη έχον καμία σχέση με την αξία του προϊόντος, και, βάσει αυτής, να υποστηρίζουν ότι οι πωλήσεις αυτές δεν έλαβαν χώρα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις και πρέπει, για τον λόγο αυτό, να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.
30.
Επιπροσθέτως, η αναφορά του Γενικού Δικαστηρίου στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιαʹ, του βασικού κανονισμού, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στερείται νοήματος, καθόσον οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό προσαρμογές αποσκοπούν στην εξάλειψη ορισμένων διαφορών μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν μόνο μετά τον καθορισμό της αξίας αυτής και όχι για τον καθορισμό της.
31.
Τέλος, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς τα συμπεράσματά του και ότι, ως εκ τούτου, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.
32.
Αντιθέτως, η Alumina υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία της έννοιας των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, αλλά εφάρμοσε ορθώς τα κριτήρια που έχει αναπτύξει το Δικαστήριο στη νομολογία του. Επομένως, ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι οι εγχώριες πωλήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί με προσαύξηση κινδύνου δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματοποιηθείσες κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, εφόσον δεν αποτελούν απόρροια της συνήθους συμπεριφοράς των αγοραστών ή της κανονικής διαμορφώσεως των τιμών.
33.
Το επιχείρημα που αντλείται από τον κίνδυνο καταχρήσεως είναι παραπλανητικό. Πράγματι, η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από την Alumina προς τον μοναδικό εγχώριο πελάτη της είχαν προσαύξηση κινδύνου 25 % που αποσκοπούσε ειδικώς στην κάλυψη του κινδύνου μη πληρωμής, με αποτέλεσμα το Συμβούλιο να μη δύναται να υποστηρίξει ότι η προσαύξηση αυτή είναι τεχνητή. Επιπλέον, δεν υφίσταται κίνδυνος καταχρήσεως, στον βαθμό που το Γενικό Δικαστήριο εξήρτησε ρητώς την ερμηνεία της έννοιας των πωλήσεων που πραγματοποιούνται κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις από την ύπαρξη προσαυξήσεως κινδύνου, όπως η επίμαχη εν προκειμένω.
34.
Τέλος, η Alumina υποστηρίζει, αφενός, ότι η αποδιδόμενη από το Γενικό Δικαστήριο ερμηνεία της έννοιας των πωλήσεων που πραγματοποιούνται κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις είναι σύμφωνη με τη νομολογία και, επομένως, δεν παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου και, αφετέρου, ότι το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο τα συμπεράσματά του.
2. Εκτίμηση
35.
Η αίτηση αναιρέσεως του Συμβουλίου βάλλει, κατ’ ουσίαν, κατά της ερμηνείας της έννοιας των πωλήσεων κατά τις «συνήθεις εμπορικές πράξεις» («ordinary course of trade»), την οποία υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία πάσχει, κατά τη γνώμη του, πλάνη περί το δίκαιο.
36.
Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, για να προσδιοριστεί εάν ένα προϊόν αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, η τιμή εξαγωγής πρέπει να συγκριθεί με τη συνήθη τιμή ομοειδούς προϊόντος στη χώρα εξαγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.
37.
Η έννοια της συνήθους εμπορικής πράξεως είναι σύμφυτη με την έννοια του ντάμπινγκ. Πιο συγκεκριμένα, συνδέεται άρρηκτα με τον καθορισμό της κανονικής αξίας του ομοειδούς προϊόντος, η οποία πρέπει να συγκριθεί με την τιμή εξαγωγής για να προσδιοριστεί η ύπαρξη ντάμπινγκ. Η έννοια της συνήθους εμπορικής πράξεως απαντά σε όλο το τμήμα Α του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού, το οποίο περιέχει τις διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της κανονικής αξίας ( 12 ). Οι πωλήσεις που δεν πραγματοποιούνται κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις πρέπει να εξαιρούνται από τον υπολογισμό της κανονικής αξίας ( 13 ).
38.
Μολονότι συνιστά θεμελιώδη έννοια για τον προσδιορισμό του ντάμπινγκ, ούτε η συμφωνία αντιντάμπινγκ ούτε ο βασικός κανονισμός περιέχουν ορισμό της έννοιας της συνήθους εμπορικής πράξεως. Ο βασικός κανονισμός παραθέτει, εντούτοις, ορισμένα συναφή ενδεικτικά στοιχεία, καθόσον προβλέπει ρητώς δύο τύπους πωλήσεων, οι οποίες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούν να μη συνιστούν συνήθεις εμπορικές πράξεις και των οποίων η τιμή μπορεί επομένως να αποκλειστεί από τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.
39.
Πρόκειται, πρώτον, για πωλήσεις που πραγματοποιούνται μεταξύ συνδεομένων με ορισμένη σχέση μερών ή μεταξύ μερών που έχουν συνάψει κάποιο αντισταθμιστικό διακανονισμό. Κατ’ άρθρο 2, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του βασικού κανονισμού, οι τιμές των πωλήσεων αυτών μπορούν να θεωρηθούν τιμές κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις μόνον εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν επηρεάζονται από την υφιστάμενη μεταξύ των μερών σχέση ( 14 ). Επομένως, η τιμή των πωλήσεων αυτών μπορεί να συνεκτιμηθεί για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μόνον εάν αποδειχθεί ότι η σχέση ή σύμβαση μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή δεν έχει επηρεάσει τη διαμόρφωση της τιμής.
40.
Δεύτερον, πρόκειται για πράξεις κατά τις οποίες ένα προϊόν πωλείται σε τιμή κάτω του κόστους παραγωγής. Κατ’ άρθρο 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού ( 15 ), είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι πωλήσεις αυτές δεν πραγματοποιούνται κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, εφόσον έχουν πραγματοποιηθεί επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα και σε σημαντικές ποσότητες και σε τιμές που δεν επιτρέπουν την ολοσχερή κάλυψη του κόστους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
41.
Προφανώς, οι δύο αυτοί τύποι πωλήσεων δεν είναι οι μόνες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πωλήσεις δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Στην πράξη, τα θεσμικά όργανα έχουν πράγματι κρίνει σε διάφορες άλλες περιπτώσεις ότι οι πωλήσεις δεν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις ( 16 ).
42.
Η έννοια της συνήθους εμπορικής πράξεως έχει ήδη απασχολήσει το Δικαστήριο. Στις αποφάσεις Goldstar κατά Συμβουλίου ( 17 ) και Ajinomoto και NutraSweet κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( 18 ), το Δικαστήριο επισήμανε ότι η έννοια της συνήθους εμπορικής πράξεως αφορά τον χαρακτήρα των πωλήσεων αυτών καθαυτές και ότι σκοπός της είναι να αποκλείσει από τη διαδικασία του καθορισμού της κανονικής αξίας τις περιπτώσεις όπου οι πωλήσεις στην εγχώρια αγορά δεν πραγματοποιούνται κατά τους συνήθεις εμπορικούς όρους, ιδίως όταν ένα προϊόν πωλείται σε τιμή κάτω του κόστους παραγωγής ή όταν πραγματοποιούνται συναλλαγές μεταξύ συνδεομένων με ορισμένη σχέση μερών ή μεταξύ μερών που έχουν συνάψει κάποιο αντισταθμιστικό διακανονισμό.
43.
Η νομολογία αυτή —όπως προκύπτει, εξάλλου, από τις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, οι οποίες παρατίθενται ρητώς στον βασικό κανονισμό— στηρίζεται στον σκοπό της έννοιας της συνήθους εμπορικής πράξεως που συνίσταται στο να εξασφαλίζει ότι η κανονική αξία είναι κατά το δυνατόν εγγύτερη προς την κανονική τιμή του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά του εξαγωγέα. Επομένως, εάν μια πώληση πραγματοποιείται υπό όρους και προϋποθέσεις που δεν ανταποκρίνονται στην εμπορική πρακτική που τηρείται για τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εν λόγω αγορά κατά τον κρίσιμο για τον προσδιορισμό του ντάμπινγκ χρόνο, δεν αποτελεί την πρόσφορη βάση για τον προσδιορισμό της κανονικής τιμής του ομοειδούς προϊόντος στην αγορά αυτή και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ( 19 ).
44.
Όπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθέντων, η εκτίμηση του κατά πόσον πωλήσεις έχουν πραγματοποιηθεί ή όχι κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις πρέπει να διενεργείται από τα θεσμικά όργανα, για την εκάστοτε περίπτωση, και λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της έννοιας της συνήθους εμπορικής πράξεως, όπως αναφέρεται στο ως άνω σημείο. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, τα θεσμικά όργανα πρέπει να συνεκτιμούν όλους τους σχετικούς παράγοντες και όλες τις ειδικές περιστάσεις που σχετίζονται με τις υπό εξέταση πωλήσεις ( 20 ).
45.
Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι η τιμή δεν είναι παρά ένα μόνο στοιχείο, καίτοι ουσιώδες, από τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας πωλήσεως. Επομένως, για να διαπιστωθεί εάν η πώληση αντιστοιχεί σε συνήθη εμπορική πράξη, η τιμή της πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των λοιπών όρων και προϋποθέσεων της πράξεως ( 21 ). Επομένως, η τιμή πωλήσεως μπορεί να συνεκτιμηθεί για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας του ομοειδούς προϊόντος μόνον κατόπιν αναλύσεως όλων των σχετικών παραγόντων, ιδίως των όρων και προϋποθέσεων της οικείας πωλήσεως.
46.
Εν προκειμένω, σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, κατά την εκτίμηση του συνήθους χαρακτήρα των πωλήσεων, τα θεσμικά όργανα πρέπει να παρέχουν επαρκή αιτιολογία η οποία δεν μπορεί απλώς να συνίσταται σε κατηγορηματικές δηλώσεις που ισοδυναμούν με απλή παραπομπή σε κανονιστικά έγγραφα ( 22 ).
47.
Όσον αφορά την έννοια των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, θα πρέπει επίσης να προστεθεί ότι, όπως τόνισε —ορθώς κατά τη γνώμη μου— το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η έννοια αυτή έχει αντικειμενικό περιεχόμενο.
48.
Τούτο σημαίνει, πρώτον, ότι την έννοια των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις μπορούν να επικαλεσθούν όχι μόνο τα θεσμικά όργανα για να εξουδετερώσουν πρακτικές που ενδέχεται να συγκαλύπτουν το ντάμπινγκ ή την έκτασή του, αλλά και οι υπό έρευνα επιχειρηματίες εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες περιστάσεις που επηρεάζουν τον συνήθη χαρακτήρα των εν λόγω πράξεων ( 23 ).
49.
Αφετέρου, όπως προκύπτει από το αντικειμενικό περιεχόμενο της έννοιας αυτής, ο καθορισμός του συνήθους χαρακτήρα εμπορικής πράξεως πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία που αφορούν την πράξη αυτή. Ο συνήθης χαρακτήρας μιας πράξεως μπορεί, αντιθέτως, να αμφισβητηθεί εφόσον συντρέχουν παράγοντες υποκειμενικής φύσεως οι οποίοι, παρότι μπορούν να επηρεάσουν τον προσδιορισμό των όρων και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε μια δεδομένη εμπορική πράξη, αφορούν εντούτοις αποκλειστικά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των μερών της πράξεως ή ενός εξ αυτών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συνεκτίμηση των υποκειμενικών αυτών παραγόντων για τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων της εμπορικής πράξεως είναι δυνατό να μην αντικατοπτρίζει τη συνήθη εμπορική πρακτική στην οικεία χώρα. Η συνεκτίμηση των ειδικών αυτών υποκειμενικών χαρακτηριστικών κατά τον καθορισμό των όρων πωλήσεως είναι ικανή, κατά τη γνώμη μου, να αποκλείσει, υπό την επιφύλαξη μιας κατά περίπτωση αναλύσεως, τον χαρακτηρισμό μιας τέτοιας πωλήσεως ως «συνήθους εμπορικής πράξεως».
50.
Τέλος, κρίνω επίσης σημαντικό να υπομνησθεί ότι, κατά τη διενέργεια κατά περίπτωση εκτιμήσεως προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν ή όχι κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, τα θεσμικά όργανα πρέπει να διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τόσο το ερώτημα ποιοι παράγοντες έχουν σημασία στην εκάστοτε περίπτωση όσο και τη συγκεκριμένη εκτίμηση των παραγόντων αυτών, σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε περιπτώσεως.
51.
Η ύπαρξη του περιθωρίου αυτού εκτιμήσεως εκ μέρους των θεσμικών οργάνων επιρρωννύεται, κατά τη γνώμη μου, από την ορολογία που χρησιμοποιείται στον ίδιο τον βασικό κανονισμό σε σχέση με τους δύο αυτούς τύπους πράξεων που αναφέρονται στα σημεία 39 και 40 ανωτέρω, οι οποίοι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να μη συνιστούν συνήθεις εμπορικές πράξεις, ήτοι οι πωλήσεις μεταξύ συνδεομένων με ορισμένη σχέση μερών ή μεταξύ μερών που έχουν συνάψει κάποιο αντισταθμιστικό διακανονισμό και οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε τιμές κάτω του κόστους. Πράγματι, η χρησιμοποίηση του ρήματος «μπορεί» στις σχετικές διατάξεις του βασικού κανονισμού συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως ενός περιθωρίου εκτιμήσεως εκ μέρους των θεσμικών οργάνων όσον αφορά τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό των εν λόγω τύπων πωλήσεων ως συνήθων εμπορικών πράξεων ( 24 ). Εντούτοις, φρονώ ότι, μολονότι τα θεσμικά όργανα διαθέτουν τέτοιο περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την αξιολόγηση του συνήθους χαρακτήρα των πράξεων που εμπίπτουν στους ρητώς οριζόμενους στον βασικό κανονισμό τύπους εμπορικών πράξεων, θα πρέπει κατά μείζονα λόγο να το χρησιμοποιούν για την εκτίμηση του συνήθους χαρακτήρα πράξεων που δεν ορίζονται ρητώς στον βασικό κανονισμό.
52.
Υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων, επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, η ανάλυση των επιχειρημάτων που προέβαλε το Συμβούλιο κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
53.
Όσον αφορά την αιτίαση του Συμβουλίου ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκκινώντας από τη βασική διαπίστωση ότι οι πωλήσεις έχουν πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις μόνον εφόσον η τιμή αντιστοιχεί στην αξία του προϊόντος, η αιτίαση αυτή στηρίζεται, κατά τη γνώμη μου, σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
54.
Πράγματι, στις σκέψεις 36 έως 39 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο στις σκέψεις 27 έως 30 της ίδιας αποφάσεως, έκρινε απλώς ότι η συνεκτίμηση προσαυξήσεως, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας είχε ως αποτέλεσμα να προστεθεί στον υπολογισμό της τιμής αυτής ένας παράγοντας που δεν συμμετέχει στον καθορισμό της τιμής στην οποία πωλείται το προϊόν στη χώρα καταγωγής υπό συνήθεις συνθήκες, αλλά αφορά αποκλειστικά την οικονομική δυνατότητα του συγκεκριμένου εγχώριου αγοραστή. Η συνεκτίμηση του στοιχείου αυτού στον υπολογισμό της κανονικής αξίας συνιστούσε, κατά το Γενικό Δικαστήριο, τεχνητή προσαύξηση του αποτελέσματος του υπολογισμού αυτού, ώστε το αποτέλεσμα αυτό να μην αντικατοπτρίζει όσο το δυνατόν πιστότερα την τιμή πωλήσεως ενός προϊόντος, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί εάν το εν λόγω προϊόν είχε πωληθεί στη χώρα καταγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.
55.
Το σκεπτικό αυτό δεν πάσχει, κατά τη γνώμη μου, πλάνη περί το δίκαιο. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη προσαύξηση δεν αφορούσε αντικειμενικό στοιχείο που επηρεάζει τη διαμόρφωση των τιμών, αλλά συνδεόταν μάλλον με ένα υποκειμενικό στοιχείο το οποίο αφορούσε, κατά τη διατύπωση του Γενικού Δικαστηρίου, «αποκλειστικά την οικονομική δυνατότητα του συγκεκριμένου εγχώριου αγοραστή» ( 25 ).
56.
Πλην όμως, μολονότι η οικονομική δυνατότητα του αγοραστή των εν λόγω προϊόντων μπορεί σαφώς να αποτελεί παράγοντα δυνάμενο να επηρεάσει τη διαμόρφωση της τιμής μιας συγκεκριμένης πωλήσεως (ή άλλους όρους της πράξεως), αφορά εντούτοις μόνον ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της υπό κρίση εμπορικής πράξεως. Εντούτοις, όπως έχω ήδη διαλάβει στο σημείο 49 ανωτέρω, η παρουσία, στο πλαίσιο πωλήσεως, υποκειμενικών παραγόντων αυτού του είδους δεν επιτρέπει τον χαρακτηρισμό της πωλήσεως αυτής ως «συνήθους», υπό την επιφύλαξη μιας κατά περίπτωση αναλύσεως του συνόλου των σχετικών παραγόντων, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της έννοιας της συνήθους εμπορικής πράξεως, όπως αναφέρεται στο σημείο 43 ανωτέρω.
57.
Σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει το Συμβούλιο, φρονώ ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι πωλήσεις πραγματοποιούνται κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις μόνον όταν η τιμή πωλήσεως αντικατοπτρίζει την αξία του προϊόντος.
58.
Βεβαίως, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό κρίση προσαύξηση δεν αποτελούσε «μέρος της αξίας του πωληθέντος προϊόντος ούτε [συνδεόταν] με τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προϊόντος», την οποία χαρακτήρισε στη σκέψη 38 της ίδιας αποφάσεως ως «στοιχείο το οποίο δεν αντιστοιχεί σε μέρος της αξίας του πωλούμενου προϊόντος». Εντούτοις, είναι, κατά τη γνώμη μου, εσφαλμένη η ερμηνεία των εν λόγω σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υπό την έννοια ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε διακήρυξη αρχής, αποφαινόμενο ότι ο συνήθης χαρακτήρας των πωλήσεων εξαρτάται κατ’ ανάγκην από την αντιστοιχία της τιμής τους με την αξία του προϊόντος.
59.
Βάσει των εκτιμήσεων που διατύπωσα στα σημεία 36 έως 51 ανωτέρω, πιστεύω ότι οι διαπιστώσεις αυτού του είδους είναι εσφαλμένες, δοθέντος ότι η έννοια της συνήθους εμπορικής πράξεως αφορά τον χαρακτήρα των πωλήσεων αυτών καθαυτές και προϋποθέτει μια κατά περίπτωση ανάλυση διαφόρων παραγόντων, εκ των οποίων η τιμή δεν είναι παρά μόνο ένας εξ αυτών.
60.
Οι διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 36 και 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απέχουσες παρασάγγας από το να χαρακτηριστούν ως διακήρυξη αρχής, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να νοηθούν ως αφορώσες το γεγονός ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η επίμαχη προσαύξηση δεν αντιστοιχούσε σε αντικειμενικό στοιχείο που επηρεάζει τη διαμόρφωση της τιμής —όπως η αξία του προϊόντος ή τα χαρακτηριστικά του— αλλά σχετιζόταν μάλλον με ένα υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι την οικονομική δυνατότητα του συγκεκριμένου εγχώριου αγοραστή.
61.
Όσον αφορά όλως ειδικότερα το επιχείρημα του Συμβουλίου που αντλείται από τον κίνδυνο καταχρήσεως, θα πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι, όπως τόνισα στα σημεία 50 και 51 ανωτέρω, τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τόσο το ερώτημα ποιοι είναι οι σχετικοί παράγοντες αντικειμενικού χαρακτήρα που πρέπει να συνεκτιμηθούν όσο και τη συγκεκριμένη εκτίμησή τους. Επιπλέον, τυχόν επιχείρημα που θα προέβαλαν οι υπό έρευνα επιχειρηματίες με το οποίο θα αμφισβητούσαν την κανονικότητα μίας ή πλειόνων εμπορικών πράξεων θα έπρεπε να συνοδευόταν από πληροφορίες ή έγγραφα που να αποδεικνύουν τις προβαλλόμενες περιστάσεις. Πλην όμως, εναπόκειται στα ίδια τα θεσμικά όργανα να εκτιμούν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι, κατ’ άρθρο 18, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, επιτρέπεται να μη λαμβάνουν υπόψη ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, ο ίδιος ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιβεβαιώνει την αξιοπιστία των παρεχόμενων πληροφοριών ( 26 ).
62.
Όσον αφορά το επιχείρημα του Συμβουλίου σχετικά με τον φερόμενο εσφαλμένο χαρακτήρα της παραπομπής του Γενικού Δικαστηρίου στο άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο ιαʹ, του βασικού κανονισμού, φρονώ ότι προβάλλεται αλυσιτελώς. Πράγματι, ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι η παραπομπή αυτή ήταν εσφαλμένη, τούτο δεν θα επηρέαζε την ακρίβεια της ερμηνείας της έννοιας των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν θα ήταν ικανή, αφ’ εαυτής, να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
63.
Όπως προκύπτει από το σύνολο των εκτιμήσεων αυτών, η αιτίαση του Συμβουλίου που αντλείται από την πλάνη περί το δίκαιο ως προς την ερμηνεία της έννοιας των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις πρέπει να απορριφθεί, στον βαθμό που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, ούτως νοούμενη, η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου δεν είναι ικανή να δημιουργήσει ανασφάλεια δικαίου, οπότε η αιτίαση του Συμβουλίου αντλούμενη από την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου πρέπει επίσης να απορριφθεί.
64.
Από την προπαρατεθείσα ανάλυση συνάγεται επίσης ότι από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της αποφάσεώς του και να μπορεί το Δικαστήριο να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο ( 27 ). Εξ αυτού συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, η οποία δεν υποστηρίζεται εξάλλου από κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
65.
Βάσει των ανωτέρω, προτείνω την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως που προέβαλε το Συμβούλιο και, ως εκ τούτου, της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
66.
Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε όσον αφορά τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως που προέβαλε και ότι η Alumina ζήτησε την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα, το εν λόγω αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό.
VII – Συμπέρασμα
67.
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται.
2)
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά του έξοδα, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Alumina d.o.o.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) T‑304/11, EU:T:2013:224.
( 3 ) ΕΕ L 125, σ. 1.
( 4 ) ΕΕ L 343, σ. 51.
( 5 ) ΕΕ C 40, σ. 5.
( 6 ) ΕΕ L 298, σ. 27.
( 7 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3, 10 και 11 του προσωρινού κανονισμού.
( 8 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 21 έως 26 του προσωρινού κανονισμού.
( 9 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 20 του προσβαλλομένου κανονισμού.
( 10 ) Βλ. απόφαση Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group (C‑37/09 P, EU:C:2012:471, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 11 ) ΕΕ L 336, σ. 103. Συμφωνία που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1A της συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπεγράφη στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) (ΕΕ L 336, σ. 1).
( 12 ) Ειδικότερα, η έννοια αυτή απαντά τόσο στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι η κανονική αξία βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής, όσο και στις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 2 του ίδιου κανονισμού που προβλέπουν την κατασκευή της κανονικής αξίας, η οποία πρέπει να βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία για την παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, του ομοειδούς προϊόντος, που έχει πραγματοποιήσει ο εξαγωγέας ή ο παραγωγός τον οποίο αφορά η έρευνα.
( 13 ) Βλ. συναφώς, το σημείο 139 της εκθέσεως του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου του ΠΟΕ της 24ης Ιουλίου 2001, στην υπόθεση DS 184 «ΗΠΑ — Μέτρα αντιντάμπινγκ όσον αφορά ορισμένα προϊόντα χάλυβα θερμής έλασης, καταγωγής Ιαπωνίας».
( 14 ) Όσον αφορά τις τιμές μεταξύ των μερών που έχουν συνάψει συμφωνίες συμψηφισμού, βλέπε απόφαση Petrotub και Republica (C‑76/00 P, EU:C:2003:4, ειδικότερα τη σκέψη 85).
( 15 ) Η διάταξη αυτή αντιστοιχεί στη διάταξη του άρθρου 2.2.1 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ.
( 16 ) Βλ., επί παραδείγματι, αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2818/91 της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 1991, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νημάτων από βαμβάκι, καταγωγής Βραζιλίας, Αιγύπτου και Τουρκίας και την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τα νήματα από βαμβάκι, καταγωγής Ινδίας και Ταϊλάνδης (ΕΕ L 271, σ. 17) ή αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού (ΕΚ) 837/2000 της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 2000, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων καθοδικών σωλήνων για δέκτες έγχρωμης τηλεόρασης καταγωγής Ινδίας, Μαλαισίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Δημοκρατίας της Κορέας (ΕΕ L 102, σ. 15).
( 17 ) C‑105/90, EU:C:1992:69, σκέψη 13.
( 18 ) C‑76/98 P και C‑77/98 P, EU:C:2001:234, σκέψη 39.
( 19 ) Βλ., συναφώς, σημείο 140 της εκθέσεως του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου του ΠΟΕ της 24ης Ιουλίου 2001, που παρατίθεται στην υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων.
( 20 ) Η προσέγγιση αυτή, σύμφωνα με την οποία κάθε περίπτωση αναλύεται χωριστά, υιοθετείται επίσης από το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των Ηνωμένων Πολιτειών. Βλ., συναφώς, CEMEX SA v. United States, 19 cit 587 (1995), NTN Bearing Corp of America v. United States, 23 cit 486 (1999) και Bergerac NC v. United States, 102 F. supp. 2e 497 (2000).
( 21 ) Βλ., συναφώς, το σημείο 142 της εκθέσεως του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου του ΠΟΕ της 24ης Ιουλίου 2001, που παρατίθεται στην υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων.
( 22 ) Βλ. απόφαση Petrotub και Republica (EU:C:2003:4, σκέψη 87).
( 23 ) Βλ. σκέψεις 29 και 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 24 ) Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το ρήμα «μπορεί» («may» στην αγγλική απόδοση) χρησιμοποιείται επίσης στο άρθρο 2.2.1 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ, το οποίο, όπως υπέμνησα στην υποσημείωση 15 των παρουσών προτάσεων, αντιστοιχεί στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.
( 25 ) Σκέψη 36, τελευταία περίοδος, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εν προκειμένω, επισημαίνω ότι, ακόμη κι αν η εκτίμηση αυτή αμφισβητείτο, θα επρόκειτο εν πάση περιπτώσει για εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
( 26 ) Βλ. σημείο 20 του προσβαλλομένου κανονισμού και σημείο 11 ανωτέρω.
( 27 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑247/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy