ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 4ης Σεπτεμβρίου 2014 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑401/13 και C‑432/13
Βασιλική Μπάλαζς
κατά
Casa Judeţeană de Pensii Cluj (C‑401/13)
και
Casa Judeţeană de Pensii Cluj
κατά
Attila Μπάλαζς (C‑432/13)
[αιτήσεις του Curtea de Apel Cluj (Ρουμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων — Παροχές γήρατος — Δυνατότητα εφαρμογής συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ κρατών μελών — Άρνηση των αρχών κράτους μέλους να χορηγήσουν παροχή γήρατος για τις περιόδους απασχολήσεως που έχουν πραγματοποιηθεί στο έδαφός του σε επαναπατριζόμενο καταγωγής από άλλο κράτος μέλος βάσει των ρυθμιστικών κανόνων της Ένωσης»
1.
Οι αιτήσεις του Curtea de Apel Cluj (Ρουμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1), ως έχει μετά την τροποποίησή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 ( 2 ) (στο εξής: κανονισμός 1408/71).
2.
Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Βασιλικής Μπάλαζς και του Casa Judeţeană de Pensii Cluj (περιφερειακού συνταξιοδοτικού φορέα του Cluj στη Ρουμανία, στο εξής: Casa Judeţeană de Pensii) και, αφετέρου, του Casa Judeţeană de Pensii και του Αttila Μπάλαζς, σχετικά με τη χορήγηση συντάξεων γήρατος στους Α. και Β. Μπάλαζς (στο εξής, από κοινού: σύζυγοι Μπάλαζς).
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
3.
Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71:
«[…] οι κανόνες συντονισμού πρέπει να εξασφαλίζουν στους εργαζομένους, οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, καθώς και στους εξ αυτών δικαιούχους τα κεκτημένα και κτώμενα δικαιώματα και πλεονεκτήματα».
4.
Το άρθρο 6 του ανωτέρω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Στο πλαίσιο του προσωπικού και του καθ’ ύλη πεδίου εφαρμογής του ο παρών κανονισμός αντικαθιστά, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και του άρθρου 46, παράγραφος 4, οποιαδήποτε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως που συνδέει:
α)
[…] αποκλειστικά δύο ή περισσότερα κράτη μέλη·
[…]».
5.
Κατά παρέκκλιση αυτού του άρθρου 6, το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1408/71 ορίζει:
«Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 6, εξακολουθούν να ισχύουν:
[…]
γ)
ορισμένες διατάξεις συμβάσεων κοινωνικής ασφάλειας που έχουν συνάψει τα κράτη μέλη πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, με την προϋπόθεση ότι είναι ευνοϊκότερες για τους δικαιούχους ή απορρέουν από ειδικές ιστορικές περιστάσεις και ότι το αποτέλεσμά τους είναι χρονικά περιορισμένο, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις είναι καταχωρισμένες στο παράρτημα ΙΙΙ.»
6.
Το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 ρυθμίζει τη συνεκτίμηση των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας για τις συντάξεις (γήρατος και θανάτου). Κατά την παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, «[ε]άν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση, ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, δυνάμει συστήματος που δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος, που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς. Προς το σκοπό αυτό, ο εν λόγω φορέας λαμβάνει υπόψη τις ως άνω περιόδους, σαν να πρόκειται για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει».
7.
Ο τρόπος δε με τον οποίο πρέπει να εκκαθαρίζονται οι παροχές εξηγείται στο άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού:
«1. Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους όσον αφορά το δικαίωμα παροχών πληρούνται, χωρίς να είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί το άρθρο 45 ούτε το άρθρο 40, παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α)
ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής το οποίο οφείλεται:
i)
αφενός δυνάμει μόνο των διατάξεων της νομοθεσίας που εφαρμόζει·
ii)
αφετέρου, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2·
β)
ο αρμόδιος φορέας μπορεί εντούτοις να μην πραγματοποιήσει τον υπολογισμό ο οποίος προβλέπεται σύμφωνα με το στοιχείο αʹ, σημείο ii, εάν το αποτέλεσμά του είναι ταυτόσημο ή κατώτερο από το αποτέλεσμα του υπολογισμού που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχείου αʹ, σημείο i, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που οφείλονται στη χρησιμοποίηση στρογγυλευμένων αριθμών, στο βαθμό που ο φορέας αυτός δεν εφαρμόζει νομοθεσία, η οποία περιλαμβάνει ρήτρες σώρευσης, όπως αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 46β και 46γ, ή αν η νομοθεσία περιλαμβάνει τέτοιες ρήτρες στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 46γ, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπει ότι οι παροχές διαφορετικής φύσεως λαμβάνονται υπόψη μόνο σε συνάρτηση με τη σχέση μεταξύ της διάρκειας των περιόδων ασφάλισης ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά υπό τη δική της νομοθεσία και της διάρκειας των περιόδων ασφάλισης και κατοικίας που απαιτούνται από τη νομοθεσία αυτή για το δικαίωμα πλήρους παροχής.
Στο παράρτημα IV μέρος Γ, αναφέρονται, για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δύο υπολογισμοί καταλήγουν σε τέτοιο αποτέλεσμα.
2. Όταν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την απόκτηση δικαιώματος παροχών πληρούνται μόνο μετά την εφαρμογή του άρθρου 45 ή/και του άρθρου 40 παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α)
o αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν στοιχείο·
β)
ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ’ αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος.
3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της εφαρμογής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οφείλεται η παροχή αυτή.
Στην περίπτωση αυτή, η σύγκριση που πραγματοποιείται αφορά τα ποσά που καθορίζονται μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών.
[...]»
8.
Το άρθρο 94, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71 ορίζει, τέλος, τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα παροχών για περίοδο προγενέστερη της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή της ημερομηνίας εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους.
2. Κάθε περίοδος ασφαλίσεως, καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε περίοδος απασχολήσεως ή κατοικίας, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους προ της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή προ της ημερομηνίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.»
9.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972 ( 3 ), στη μορφή του ιδίως υπό τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 ( 4 ) (στο εξής: κανονισμός 574/72), καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
Β— Η διμερής Συμφωνία
10.
Η διμερής Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής και της Ρουμανικής Κυβερνήσεως, συναφθείσα την 23η Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με την τελική ρύθμιση της αποζημιώσεως εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως των επαναπατριζομένων Ελλήνων πολιτικών προσφύγων από τη Ρουμανία (στο εξής: διμερής Συμφωνία) δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71.
11.
Οι έννοιες «επαναπατριζόμενος» και «χρόνος ασφαλίσεως» ορίζονται, για τους σκοπούς της διμερούς Συμφωνίας, στο άρθρο 1, στοιχεία αʹ και εʹ, της εν λόγω Συμφωνίας, ως ακολούθως:
«α)
“επαναπατριζόμενος” είναι το πρόσωπο ελληνικής καταγωγής, που εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία μετά την 1.1.1945 με την ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα, και τα μέλη της οικογένειάς του, που επέστρεψαν ή πρόκειται να επιστρέψουν οριστικά για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα εντός έξι (6) ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας Συμφωνίας.
[…]
ε)
“χρόνος ασφάλισης” είναι η περίοδος για την οποία καταβλήθηκαν εισφορές κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με τη ρουμανική νομοθεσία.»
12.
Κατά το άρθρο 2 της διμερούς Συμφωνίας:
«1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ρυθμίζουν την αποζημίωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης των επαναπατριζόμενων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 2 και 3 αυτού του Άρθρου και με το Άρθρο 3 της παρούσας Συμφωνίας.
2. Η ρουμανική πλευρά αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στην ελληνική πλευρά ένα εφάπαξ ποσό ως αποζημίωση για τη χορήγηση συντάξεων και για την κάλυψη χρόνου ασφάλισης των επαναπατριζόμενων από την ελληνική πλευρά.
3. Η ελληνική πλευρά αναλαμβάνει την υποχρέωση να χορηγήσει συντάξεις στους επαναπατριζόμενους συνταξιούχους και να αναγνωρίσει χρόνο ασφάλισης που πραγματοποίησαν στη Ρουμανία οι επαναπατριζόμενοι ασφαλισμένοι σύμφωνα με την ελληνική κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία.»
13.
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της διμερούς Συμφωνίας αποζημίωση ανέρχεται, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Συμφωνίας αυτής, σε 15 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (USD).
14.
Δυνάμει του άρθρου 5 της Συμφωνίας αυτής, «[μ]ετά την αποπληρωμή του ποσού των 15 εκατομμυρίων δολαρίων Η.Π.Α. παύει οποιαδήποτε υποχρέωση της ρουμανικής πλευράς για τα ασφαλιστικά δικαιώματα των Ελλήνων επαναπατριζόμενων πολιτικών προσφύγων».
II – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης
15.
Οι σύζυγοι Μπάλαζς είναι Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι Θεσσαλονίκης (Ελλάδα), οι οποίοι έχουν την ιδιότητα των «Ελλήνων επαναπατρισθέντων πολιτικών προσφύγων».
16.
Το 1948, ο Α. και η Β. Μπάλαζς, σε ηλικία 7 και 9 ετών αντίστοιχα, αναγνωρίστηκαν στη Ρουμανία ως πολιτικοί πρόσφυγες. Ασφαλίστηκαν στο δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως της Ρουμανίας και κατέβαλλαν εισφορές για 34 έτη, 7 μήνες και 6 ημέρες και για 28 έτη αντίστοιχα. Επέστρεψαν στην Ελλάδα στις 18 Αυγούστου 1990.
17.
Το 1998, κατόπιν αιτήσεων των συζύγων Μπάλαζς για την αναγνώριση των περιόδων εργασίας τους στη Ρουμανία, οι ελληνικές αρχές θεώρησαν ότι ο Α. και η Β. Μπάλαζς είχαν πραγματοποιήσει, στη Ρουμανία, περιόδους εργασίας 9382 και 8 351 ημερών αντίστοιχα. Επί των περιόδων αυτών, οι εν λόγω αρχές, αναγνώρισαν, σύμφωνα με την εφαρμοστέα ελληνική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, 4500 ημέρες.
18.
Στη συνέχεια, χορηγήθηκαν από τις ελληνικές αρχές συντάξεις γήρατος στους συζύγους Μπάλαζς.
19.
Συγκεκριμένα, για την Β. Μπάλαζς ελήφθη υπόψη συνολική ασφαλιστική περίοδος 6993 εργάσιμων ημερών, εκ των οποίων οι 4500 ημέρες αναγνωρίστηκαν για την περίοδο που εργάστηκε στη Ρουμανία και 2 493 ημέρες για την απασχόλησή της στην Ελλάδα. Στη βάση αυτή, της χορηγήθηκε, από 1ης Απριλίου 1999, μηνιαία σύνταξη ύψους 136910 ελληνικών δραχμών (GRD) (περίπου 390 ευρώ).
20.
Όσον αφορά τον Α. Μπάλαζς, η συνολική ασφαλιστική περίοδος η οποία ελήφθη υπόψη συνίστατο σε 7733 ημέρες, εκ των οποίων οι 4500 αναγνωρίστηκαν για την περίοδο εργασίας του στη Ρουμανία και 3 233 ημέρες για την απασχόλησή του στην Ελλάδα. Στη βάση αυτή, μετά τη χορήγηση, σε πρώτη φάση, συντάξεως αναπηρίας, στον Α. Μπάλαζς αναγνωρίστηκε από τις ελληνικές αρχές, από το έτος 2009, σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμης ηλικίας ποσού μηνιαίως 596,99 ευρώ.
21.
Στις 11 Οκτωβρίου και 27 Νοεμβρίου 2007, οι Β. και Α. Μπάλαζς προσέφυγαν αμφότεροι στο Casa Judeţeană de Pensii ζητώντας τη χορήγηση συντάξεως γήρατος βάσει των διατάξεων των κανονισμών 1408/71 και 574/72.
22.
Οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν με αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2011 με την αιτιολογία ότι, καθόσον οι σύζυγοι Μπάλαζς είχαν θεωρηθεί ως επαναπατρισθέντες πολιτικοί πρόσφυγες από τις ελληνικές αρχές, οι ρουμανικές αρχές δεν είχαν, βάσει του άρθρου 5 της διμερούς Συμφωνίας, καμία υποχρέωση να τους χορηγήσουν συντάξεις γήρατος.
23.
Με αποφάσεις επί αστικών υποθέσεων της 26ης Σεπτεμβρίου 2012, το Tribunalul Cluj ακύρωσε τις αποφάσεις του Casa Judeţeană de Pensii, το οποίο υποχρεώθηκε επίσης να εκδώσει νέες αποφάσεις για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος στους συζύγους Μπάλαζς σύμφωνα με τους κανονισμούς 1408/71 και 574/72 λαμβάνοντας υπόψη τις συνολικές περιόδους καταβολής εισφορών που είχαν συμπληρώσει οι εν λόγω σύζυγοι στη Ρουμανία. Συναφώς, το δικαστήριο αυτό διευκρίνισε ότι οι εν λόγω κανονισμοί τυγχάνουν εφαρμογής στις αιτήσεις των συζύγων Μπάλαζς δεδομένου ότι η διμερής Συμφωνία δεν εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1408/71, καθόσον η εφαρμογή της δεν περιορίζεται χρονικά, δεν μνημονεύεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού αυτού και οι διατάξεις της δεν μπορούν προδήλως να θεωρηθούν ευνοϊκότερες για τους δικαιούχους.
24.
Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, το Casa Judeţeană de Pensii έλαβε, στις 20 και 27 Φεβρουαρίου 2013, δύο νέες αποφάσεις με τις οποίες, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1408/71, επιδίκασε στους Α. και Β. Μπάλαζς συντάξεις γήρατος 405 και 500 ρουμανικών λέι (RON) αντίστοιχα, μηνιαίως. Στις εν λόγω αποφάσεις, διευκρινίζεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 574/72, 4500 ημέρες αφαιρούνται από τις συνολικές περιόδους των 7733 και 6 993 ημερών που υπολόγισαν οι ελληνικές αρχές, καθόσον οι ημέρες αυτές συμπίπτουν με τις περιόδους υποχρεωτικής ασφαλίσεως που συμπλήρωσαν οι σύζυγοι Μπάλαζς στη Ρουμανία, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Ιουνίου 1975 και 31ης Μαΐου 1990.
25.
Σε αμφότερες τις υποθέσεις, κατά των αποφάσεων επί αστικών υποθέσεων του Tribunalul Cluj άσκησαν έφεση ενώπιον του Curtea de Apel Cluj οι Α. και Β. Μπάλαζς αλλά και το Casa Judeţeană de Pensii. Το Casa Judeţeană de Pensii υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι οι διατάξεις των κανονισμών 1408/71 και 574/72 δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω λόγω της υπάρξεως της διμερούς Συμφωνίας. Σύμφωνα με αυτήν, όμως, κάθε υποχρέωση της Ρουμανίας σχετικά με τους επαναπατριζόμενους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες παύει να υφίσταται, καθώς η Ρουμανία έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή της καταβολής 15 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (USD) στην Ελλάδα. Αντιθέτως, οι σύζυγοι Μπάλαζς ζήτησαν, βάσει των διατάξεων των ίδιων αυτών κανονισμών, να τους αναγνωρισθεί δικαίωμα συντάξεως γήρατος για το σύνολο των περιόδων καταβολής εισφορών που είχαν συμπληρώσει στη Ρουμανία. Υποστήριξαν, κατ’ ουσίαν, ότι λόγω της προσχωρήσεως της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το κράτος μέλος αυτό δεσμευόταν να εφαρμόσει τους κανονισμούς 1408/71 και 574/72. Συγκεκριμένα, η διμερής Συμφωνία, η οποία είναι λιγότερο ευνοϊκή και δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού.
26.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Curtea de Apel Cluj αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία για αμφότερες τις υποθέσεις των κύριων δικών και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.
III – Οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
27.
Με αποφάσεις της 27ης Ιουνίου και της 2ας Ιουλίου 2013, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 31 και 16 Ιουλίου 2013, αντίστοιχα, το Curtea de Apel Cluj ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους διμερής Συμφωνία μεταξύ δύο κρατών μελών, η οποία συνήφθη πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού και με την οποία αυτά τα κράτη μέλη συνομολόγησαν ότι η υποχρέωση που αφορά παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως του ενός κράτους έναντι των πολιτών του άλλου κράτους, οι οποίοι είχαν την ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα στο έδαφος του πρώτου κράτους και επαναπατρίσθηκαν στο έδαφος του δεύτερου κράτους, παύει να υφίσταται με αντάλλαγμα την πληρωμή από το πρώτο κράτος ενός εφάπαξ ποσού για την καταβολή των συντάξεων και την κάλυψη της περιόδου κατά την οποία είχαν αυτοί καταβάλει εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στο πρώτο κράτος;»
28.
Με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2013, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων.
29.
Οι σύζυγοι Μπάλαζς, η Ελληνική και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις.
30.
Στις 4 Ιουνίου 2014 έλαβε χώρα επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία οι σύζυγοι Μπάλαζς, η Ελληνική και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους.
IV – Ανάλυση
Α— Το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος
31.
Το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά το πρόβλημα της σχέσεως μεταξύ, αφενός, μιας διμερούς Συμφωνίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως η οποία συνήφθη σε χρόνο κατά τον οποίο το ένα εκ των δύο συμβαλλομένων κρατών δεν ήταν ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, του κανονισμού 1408/71.
32.
Το πρόβλημα της ratione temporis εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 έχει επιλυθεί με πάγια νομολογία σύμφωνα με την οποία ο κανονισμός αρχίζει να ισχύει ως προς ένα νέο κράτος μέλος από την προσχώρησή του στην Ένωση ( 5 ). Άλλωστε, μολονότι ο κανονισμός 1408/71 παράγει καταρχήν αποτελέσματα μόνο για το μέλλον, εντούτοις μπορεί να έχει εφαρμογή επί των μελλοντικών συνεπειών καταστάσεως που ανέκυψε υπό το κράτος της προϊσχύσασας νομοθεσίας ( 6 ).
33.
Το γεγονός ότι το άρθρο 5 της διμερούς Συμφωνίας διευκρινίζει ότι η αποπληρωμή, από τη Ρουμανία, του ποσού των 15 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (USD) παύει «οποιαδήποτε υποχρέωση [αυτής] για τα ασφαλιστικά δικαιώματα των Ελλήνων επαναπατριζόμενων πολιτικών προσφύγων» δεν φαίνεται ικανό να αλλάξει την προσέγγιση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ο κανονισμός 1408/71 τέθηκε σε ισχύ ως προς τη Ρουμανία από την προσχώρησή της στην Ένωση και έχει εφαρμογή, ως εκ τούτου, επί των μελλοντικών συνεπειών καταστάσεων του παρελθόντος.
34.
Πράγματι, από τα άρθρα 6 και 7 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι η αρχή της υποκαταστάσεως των μεταξύ κρατών μελών συμβάσεων είναι αδιαμφισβήτητη. Για την παρέκκλιση από την αρχή αυτή, το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, επιβάλλει δύο σωρευτικές προϋποθέσεις ( 7 ). Πρώτον, η διεθνής σύμβαση πρέπει να είναι ευνοϊκότερη για τους δικαιούχους ή να απορρέει από ειδικές ιστορικές περιστάσεις και, στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμά της να είναι χρονικά περιορισμένο. Δεύτερον, πρέπει να είναι καταχωρισμένη στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διμερής Συμφωνία δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού αυτού ( 8 ), η εξαίρεση δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής.
35.
Ωστόσο, από την απόφαση Rönfeldt (C‑227/89, EU:C:1991:52) προκύπτει ότι η αρχή της υποκαταστάσεως πρέπει να μένει ανεφάρμοστη και αντ’ αυτής να εφαρμόζεται η διεθνής σύμβαση, εάν αυτή προσφέρει ευνοϊκότερη μεταχείριση στους δυνητικούς δικαιούχους, τούτο δε ανεξαρτήτως του εάν περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα εφαρμογής της νομολογίας αυτής στην παρούσα υπόθεση.
Β — Η υποκατάσταση των μεταξύ κρατών μελών συμβάσεων με τον κανονισμό 1408/71 υπό το πρίσμα της νομολογίας Rönfeldt και της εξελίξεώς της
36.
Το ζήτημα της σχέσεως του κανονισμού 1408/71 με προγενέστερες διεθνείς συμβάσεις ρυθμίζεται ρητώς από τα άρθρα 6 και 7 του εν λόγω κανονισμού.
37.
Ο κανόνας είναι η υποκατάσταση των συμβάσεων αυτών με τον κανονισμό 1408/71. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο του 6, ο κανονισμός «αντικαθιστά, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και του άρθρου 46 παράγραφος 4, οποιαδήποτε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως που συνδέει […] δύο ή περισσότερα κράτη μέλη».
38.
Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτόν του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, προβλέπει ότι «ορισμένες διατάξεις συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν συνάψει τα κράτη μέλη πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού [εξακολουθούν να ισχύουν], με την προϋπόθεση ότι είναι ευνοϊκότερες για τους δικαιούχους ή απορρέουν από ειδικές ιστορικές περιστάσεις και ότι το αποτέλεσμά τους είναι χρονικά περιορισμένο, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις είναι καταχωρισμένες στο παράρτημα ΙΙΙ».
39.
Μέχρι την απόφαση Rönfeldt (EU:C:1991:52), η αρχή και η εξαίρεση εφαρμόζονταν αυστηρά: ο κανονισμός αντικαθιστά τις συμβάσεις κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν συναφθεί μεταξύ κρατών μελών και δεν μνημονεύονται στο παράρτημα ΙΙΙ, τούτο δε «ακόμη και αν η εφαρμογή αυτών των συμφωνιών συνεπάγεται για τους δικαιούχους των παροχών περισσότερα ευεργετήματα από όσα απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό» ( 9 ).
40.
Η αυστηρότητα αυτή εξηγούνταν, κατά το Δικαστήριο, από τον επιτακτικό χαρακτήρα της αρχής της υποκαταστάσεως των διεθνών συμφωνιών με τον κανονισμό 1408/71, η οποία «δεν επιδέχεται εξαιρέσεις, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά από τον κανονισμό» ( 10 ).
41.
Στην απόφαση Rönfeldt (EU:C:1991:52), υπενθυμίζοντας τον επιτακτικό χαρακτήρα της αρχής της υποκαταστάσεως και τη μη δυνατότητα αποδοχής εξαιρέσεων που δεν προβλέπονται από τον ίδιο τον κανονισμό ( 11 ), το Δικαστήριο κρίνει εντούτοις ότι τα άρθρα 45 ΣΛΕΕ και 48 ΣΛΕΕ «δεν επιτρέπουν την απώλεια κοινωνικοασφαλιστικών πλεονεκτημάτων την οποία θα προκαλούσε […] η μη δυνατότητα εφαρμογής, κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, των συμβάσεων που ίσχυαν μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών και είχαν ενσωματωθεί στην εθνική τους νομοθεσία» ( 12 ).
42.
Ωστόσο, στην απόφαση Thévenon ( 13 ), το Δικαστήριο, αναφερόμενο σε «συγκεκριμένες περιστάσεις οι οποίες, στην υπόθεση Rönfeldt, οδήγησαν το Δικαστήριο να δεχθεί την εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 6 του κανονισμού 1408/71» ( 14 ), διευκρίνισε ότι η νομολογία Rönfeldt δεν έχει εφαρμογή σε εργαζόμενους οι οποίοι έχουν ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας μόνο μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού.
43.
Εν κατακλείδι, όπως εξήγησε το Δικαστήριο στη σκέψη 27 της αποφάσεως Kaske (C‑277/99, EU:C:2002:74), «[ο]ι αρχές που συνάγονται από την προαναφερθείσα απόφαση Rönfeldt έχουν ως μοναδικό σκοπό τη διατήρηση ενός κοινωνικοασφαλιστικού κεκτημένου δικαιώματος το οποίο δεν ρυθμιζόταν από το κοινοτικό δίκαιο κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο επικαλούμενος το δικαίωμα αυτό πολίτης κράτους μέλους ήταν σε θέση να αντλεί οφέλη από αυτό. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ο κανονισμός 1408/71 άρχισε να ισχύει στο κράτος μέλος καταγωγής ενός πολίτη κατά την ημερομηνία προσχωρήσεως αυτού του κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν έχει επιπτώσεις στο κεκτημένο δικαίωμά του να αντλεί οφέλη από μια διμερή ρύθμιση που ήταν η μόνη εφαρμοστέα κατά τον χρόνο της ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας. [Η] λύση αυτή στηρίζεται στο ότι ο ενδιαφερόμενος είχε θεμιτώς δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι μπορούσε να αντλεί οφέλη από την εφαρμογή των διατάξεων της διμερούς συμβάσεως» (η υπογράμμιση δική μου).
Γ— Η μη δυνατότητα εφαρμογής της νομολογίας Rönfeldt στη συγκεκριμένη περίπτωση
44.
Μολονότι προκύπτει από τη νομολογία Rönfeldt ότι η αρχή της υποκαταστάσεως των διεθνών συμφωνιών με τον κανονισμό 1408/71 πρέπει να μην εφαρμόζεται και αντ’ αυτής να εφαρμόζεται διεθνής συμφωνία η οποία προσφέρει ευνοϊκότερη μεταχείριση στους δυνητικούς δικαιούχους, πρέπει επιπλέον η νομολογία αυτή να έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως των συζύγων Μπάλαζς.
45.
Φρονώ πως δεν έχει.
1. Το αποφασιστικό κριτήριο είναι η ημερομηνία κατά την οποία ασκείται το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας
46.
Εκτιμώ πως η επέκταση των προϋποθέσεων εξαιρέσεως από την αρχή της υποκαταστάσεως με τον κανονισμό 1408/71, που προκύπτει από τη νομολογία Rönfeldt, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά.
47.
Μια τέτοια ερμηνεία είναι, κατά τη γνώμη μου, σύμφωνη με την ίδια την απόφαση Rönfeldt (EU:C:1991:52) και με τις μεταγενέστερες σχετικές αποφάσεις. Στις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τον επιτακτικό χαρακτήρα της αρχής της υποκαταστάσεως με τον κανονισμό των συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν συναφθεί μεταξύ κρατών μελών ( 15 ).
48.
Στο ίδιο πνεύμα συσταλτικής ερμηνείας, το Δικαστήριο έχει αρνηθεί την επέκταση της παρεκκλίσεως για τους εργαζόμενους που έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας μόνο μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71 ( 16 ).
49.
Η συσταλτική ερμηνεία μπορεί επίσης, εκ φύσεως, να απαντήσει σε μέρος των επικρίσεων που έχουν διατυπωθεί από τη νομική θεωρία η οποία διείδε στην απόφαση Rönfeldt (EU:C:1991:52) ένα πλήγμα στη συνοχή του συντονισμού των νομικών καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως και μία παραβίαση της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έναντι του εθνικού δικαίου, ακόμη και εάν πρόκειται για συμβατικό δίκαιο ( 17 ).
50.
Συναφώς, κατάσταση όπως αυτή των συζύγων Μπάλαζς παρουσιάζει μία θεμελιώδη διαφορά ως προς τα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις περιπτώσεις εφαρμογής της νομολογίας Rönfeldt. Στις υποθέσεις αυτές, ο αντλών δικαιώματα από τη διεθνή σύμβαση όχι μόνον είχε ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71 (προϋπόθεση που επισημαίνεται στην απόφαση Thévenon ( 18 )), αλλά επιπλέον μετά την υπογραφή της εν λόγω διεθνούς συμβάσεως ( 19 ).
51.
Αντιθέτως, στις περιπτώσεις των συζύγων Μπάλαζς, η διμερής Συμφωνία υπογράφηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1996, ήτοι μετά την άσκηση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας. Συγκεκριμένα, οι σύζυγοι Μπάλαζς, Έλληνες υπήκοοι, εγκαταστάθηκαν στη Ρουμανία το 1948 και επέστρεψαν στην Ελλάδα στις 18 Αυγούστου 1990, δηλαδή πλέον των έξι ετών προ της υπογραφής της διμερούς Συμφωνίας.
52.
Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, συνεπώς, ότι οι σύζυγοι Μπάλαζς δεν είχαν, παραφράζοντας τη σκέψη 27 της αποφάσεως Kaske (EU:C:2002:74), που παρατίθεται στο σημείο 43 των παρουσών προτάσεων, κανένα κεκτημένο δικαίωμα να αντλήσουν οφέλη από τη διμερή Συμφωνία, καθόσον αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα κατά τον χρόνο που άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας. Δεν μπορούσε να υπάρχει, δηλαδή, από τους συζύγους Μπάλαζς, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι θα μπορούσαν να αντλήσουν οφέλη από την εφαρμογή των διατάξεων διμερούς συμβάσεως, καθόσον δεν υπήρχε η σύμβαση αυτή κατά τον χρόνο της ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας.
53.
Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι η επέκταση της παρεκκλίσεως από την αρχή της υποκαταστάσεως με τον κανονισμό 1408/71 που προκύπτει από την απόφαση Rönfeldt (EU:C:1991:52) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε μια κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης.
54.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ότι δεν χωρεί παρέκκλιση από την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 του κανονισμού 1408/71, όταν οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής διεθνούς συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας πριν από την έναρξη ισχύος αυτής.
2. Οι συνέπειες της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
55.
Στο πλαίσιο των υποθέσεων των κύριων δικών, η υποκατάσταση με τον κανονισμό της διμερούς Συμφωνίας σημαίνει ουσιαστικά ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2007 (ημερομηνία προσχωρήσεως της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση), οι ελληνικές και οι ρουμανικές αρχές πρέπει να εφαρμόζουν στους συζύγους Μπάλαζς τους κανόνες υπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως και εκκαθαρίσεως παροχών όπως θεσπίζονται από τον κανονισμό 1408/71.
56.
Με άλλα λόγια, οι συντάξεις που οφείλονται στους συζύγους Μπάλαζς από 1ης Ιανουαρίου 2007, από την Ελλάδα αφενός, και από τη Ρουμανία αφετέρου, πρέπει να προσδιοριστούν σύμφωνα με τα άρθρα 45, 46 και 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
57.
Τόσο η Ελλάδα όσο και η Ρουμανία πρέπει συνεπώς να λαμβάνουν υπόψη, για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων επί παροχών, κάθε περίοδο ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας, η οποία συμπληρώθηκε από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού στο έδαφος της Ρουμανίας.
58.
Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος «δεν δικαιούται να αρνηθεί να λάβει υπόψη περιόδους ασφαλίσεως που διανύθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, προς θεμελίωση συντάξεως γήρατος, αποκλειστικά και μόνον επειδή διανύθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού στη δική του περίπτωση» ( 20 ).
59.
Ως εκ τούτου, το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού υπό την έννοια «ότι εγγυώνται τον υπολογισμό όλων των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους πριν από τη θέση σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του, υπό την προϋπόθεση ο διακινούμενος εργαζόμενος να υπήρξε υπήκοος κράτους μέλους κατά το χρόνο συμπληρώσεως αυτών των περιόδων» ( 21 ) (όπως συμβαίνει στην περίπτωση των συζύγων Μπάλαζς).
60.
Σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, το πραγματικό ποσό της οφειλόμενης από έκαστο των επίμαχων κρατών μελών παροχής θα προσδιοριστεί κατ’ αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν από τους συζύγους Μπάλαζς στο αντίστοιχο έδαφος εκάστου των εν λόγω κρατών μελών, πριν από την επέλευση του κινδύνου, τούτο δε βάσει των εθνικών τους νομοθεσιών.
61.
Συγκεκριμένα, όπως επιβεβαιώνεται από το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, δεδομένου ότι «πρόκειται περί παροχών […] γήρατος […] που πρέπει να εκκαθαριστούν από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, καθένας από τους φορείς αυτούς προβαίνει χωριστά στο συνυπολογισμό αυτό, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποίησε ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες υπήχθη […]».
62.
Τέλος, κατά το άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, οι σύζυγοι Μπάλαζς «[δικαιούνται], από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό» μεταξύ του πραγματικού ποσού όπως περιγράφηκε ανωτέρω και του ποσού που υπολογίζεται βάσει της εθνικής αποκλειστικά νομοθεσίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
3. Συμπληρωματικές παρατηρήσεις επί των συνεπειών της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
63.
Θα ήθελα να συμπληρώσω την ανάλυσή μου με δύο επιπλέον παρατηρήσεις σχετικά με τις συγκεκριμένες συνέπειες, για την Ελλάδα και τη Ρουμανία, αφενός, και για τους συζύγους Μπάλαζς, αφετέρου, της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
64.
Κατ’ αρχάς, έχω επίγνωση του γεγονότος ότι η μη εφαρμογή της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης διμερούς Συμφωνίας μπορεί να ασκήσει επιρροή στο περιεχόμενο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που αποδέχθηκαν τα συμβαλλόμενα σε αυτή κράτη μέλη, δεδομένου ότι, για την περίοδο μετά την 1η Ιανουαρίου 2007, η καταβαλλόμενη από την Ελλάδα παροχή γήρατος στους συζύγους Μπάλαζς θα προσδιοριστεί κατ’ αναλογία μόνο των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στην Ελλάδα.
65.
Ωστόσο, οι συνέπειες της αμφισβητήσεως της διμερούς Συμφωνίας από κάποιο από τα συμβαλλόμενα σε αυτήν κράτη μέλη δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
66.
Δεύτερον, θα ήθελα να επανέλθω στην υποστηριχθείσα από την Επιτροπή θέση σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις που έλαβε στις 20 και 27 Φεβρουαρίου 2013 το Casa Judeţeană de Pensii, σε εκτέλεση των αποφάσεων της 26ης Σεπτεμβρίου 2012 του Tribunalul Cluj, συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης καθόσον εφαρμόζουν τον κανονισμό 1408/71.
67.
Το Δικαστήριο ζήτησε ρητώς από την Επιτροπή να διευκρινίσει αν, με την ανάλυση αυτή, υποστήριζε μία τρίτη οδό η οποία συνίσταται στην από κοινού εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 (από τις ρουμανικές αρχές με τις αποφάσεις της 20ής και 27ης Φεβρουαρίου 2013) και της διμερούς Συμφωνίας (από τις ελληνικές αρχές). Η Επιτροπή απάντησε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Ιουνίου 2014, ότι η ανάλυσή της παρέχει τη δυνατότητα συγκερασμού των αρχών που απορρέουν από τις αποφάσεις Walder (EU:C:1973:62) και Rönfeldt (EU:C:1991:52), δηλαδή, αφενός, την υποκατάσταση με τον κανονισμό 1408/71 της διμερούς Συμφωνίας και, αφετέρου, τη διατήρηση των πιο ευνοϊκών στοιχείων που περιέχονται σε αυτήν.
68.
Φρονώ, εντούτοις, ότι η λύση αυτή, ανεξαρτήτως της πρακτικής της πλευράς για τους συζύγους Μπάλαζς, δεν είναι νομικά συμβατή με τον κανονισμό 1408/71.
69.
Αντιθέτως, όπως υπέμνησε ο εκπρόσωπος της Ρουμανικής Κυβερνήσεως κατά την ίδια αυτή επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 7 του κανονισμού 1408/71 δεν επιτρέπει την από κοινού εφαρμογή του κανονισμού αυτού και μιας διεθνούς συμβάσεως. Ωστόσο, παρά τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, σε αυτό καταλήγει η λύση την οποία προτείνει.
Δ— Επικουρικώς, επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να προσδιορίσει τον ευνοϊκότερο κανόνα
70.
Εάν το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την ερμηνεία μου και αποφασίσει να εφαρμόσει τη νομολογία Rönfeldt στην περίπτωση των συζύγων Μπάλαζς, τίθεται πλέον μόνο το ζήτημα του κριτηρίου του ευνοϊκότερου κανόνα.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
71.
Η Ελλάδα, η Επιτροπή και οι σύζυγοι Μπάλαζς εκτιμούν, με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, ότι η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 έχει ως αποτέλεσμα μία ευνοϊκότερη κατάσταση για τους δικαιούχους καθόσον τους δίνει τη δυνατότητα να λάβουν σύνταξη γήρατος για το σύνολο της περιόδου εργασίας και καταβολής εισφορών που διανύθηκε στη Ρουμανία.
72.
Μόνον η Ρουμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει το αντίθετο επικαλούμενη ουσιαστικά δύο επιχειρήματα:
—
πρώτον, εκτιμά ότι από τα άρθρα 1, στοιχείο εʹ, 2, παράγραφος 2, και 5 της διμερούς Συμφωνίας, καθώς και από τον σκοπό της που συνίσταται στην οριστική ρύθμιση της αποζημιώσεως εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως επαναπατριζόμενων Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, προκύπτει ότι η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να αναγνωρίσει το σύνολο της περιόδου ασφαλίσεως στη Ρουμανία και να καταβάλει τις συντάξεις για ολόκληρη την περίοδο αυτή. Περιορίζοντας, δηλαδή, την αξιοποίηση την περιόδου αυτής σε δεκαπέντε χρόνια, η Ελλάδα τροποποιεί μονομερώς τις υποχρεώσεις που πρέπει να αναλαμβάνει βάσει της διμερούς Συμφωνίας, και
—
δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον τα δικαιώματα που αντλούνται από τη διμερή Συμφωνία είναι ευνοϊκότερα για τους δικαιούχους από εκείνα που απορρέουν από τον κανονισμό 1408/71, η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η διμερής Συμφωνία αρκείται στον καθορισμό της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας για τη χορήγηση συντάξεως. Πρέπει, ως εκ τούτου, να καθορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων κάθε περιπτώσεως, το ευνοϊκότερο νομικό καθεστώς για τους δικαιούχους. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το ποσό της καταβαλλόμενης από τις ελληνικές αρχές συντάξεως στους συζύγους Μπάλαζς είναι υψηλότερο από αυτό που τους καταβάλλουν οι ρουμανικές αρχές, η εφαρμογή της διμερούς Συμφωνίας είναι ευνοϊκότερη γι’ αυτούς, ακόμη και εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ελληνικές αρχές μπορούν να καθορίζουν μονομερώς την περίοδο ασφαλίσεως που λαμβάνεται υπόψη.
2. Εκτίμηση
73.
Εκτιμώ ότι ο προσδιορισμός της ευεργετικότερης ρυθμίσεως μεταξύ του κανονισμού 1408/71 και της διμερούς Συμφωνίας για τους συζύγους Μπάλαζς προϋποθέτει, κατ’ ανάγκην, την ερμηνεία της εν λόγω Συμφωνίας και, ενδεχομένως, της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας δυνάμει της Συμφωνίας αυτής.
α) Η ερμηνεία διεθνούς συμβάσεως
74.
Καίτοι συμμερίζομαι την προβαλλόμενη από τη Ρουμανική Κυβέρνηση ερμηνεία της διμερούς Συμφωνίας, φρονώ εντούτοις ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί του περιεχομένου των υποχρεώσεων της Ελλάδας δυνάμει της διμερούς Συμφωνίας ( 22 ).
75.
Συναφώς, πρέπει εντούτοις να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 37 της αποφάσεώς του Wencel (EU:C:2013:303), ότι «όταν μία διάταξη του δικαίου της Ένωσης, όπως το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού [1408/71] προσδίδει υπέρτερη ισχύ στην εφαρμογή μιας διμερούς συμβάσεως, δεν μπορεί να έχει περιεχόμενο αντίθετο προς τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η νομοθεσία της οποίας η διάταξη αυτή αποτελεί μέρος».
76.
Βάσει του σκεπτικού αυτού, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι οι διατάξεις συμβάσεως που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 —και οι οποίες ως εκ τούτου εφαρμόζονται στη θέση του εν λόγω κανονισμού— πρέπει να θεωρούνται ασυμβίβαστες με τα άρθρα 45 ΣΛΕΕ και 51 ΣΛΕΕ ( 23 ).
77.
Μολονότι το Δικαστήριο συνήγαγε τις αρχές αυτές στο πλαίσιο της εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, εφαρμόζονται a fortiori στο πλαίσιο της νομολογιακώς διαμορφωθείσας εξαιρέσεως που προκύπτει από την απόφαση Rönfeldt (EU:C:1991:52).
78.
Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι εύλογος ο συλλογισμός ότι, προκειμένου να είναι συμβατή με τις αρχές στις οποίες στηρίζεται ο κανονισμός 1408/71 και τα άρθρα 45 ΣΛΕΕ και 51 ΣΛΕΕ μια διεθνής σύμβαση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών πρέπει να ερμηνεύεται ως επιβάλλουσα στην Ελληνική Δημοκρατία, η οποία έχει δεσμευτεί, με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της διμερούς Συμφωνίας, «να χορηγήσει συντάξεις στους επαναπατριζόμενους συνταξιούχους και να αναγνωρίσει χρόνο ασφάλισης που πραγματοποίησαν στη Ρουμανία οι επαναπατριζόμενοι ασφαλισμένοι», να εκκαθαρίζει σύνταξη που αντιστοιχεί σε όλη αυτήν την περίοδο.
79.
Με άλλα λόγια, η αναφορά του άρθρου 2, παράγραφος 3, της διμερούς Συμφωνίας στην ελληνική νομοθεσία δεν απαλλάσσει τις ελληνικές αρχές από την υποχρέωσή τους να ερμηνεύουν τη Συμφωνία αυτή σύμφωνα με τη Συνθήκη.
β) Ο προσδιορισμός του ευνοϊκότερου κανόνα
80.
Όσον αφορά τον συγκεκριμένο προσδιορισμό του ευνοϊκότερου κανόνα, φρονώ, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι «στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν η εφαρμογή της συμβάσεως αυτής αποδεικνύεται όντως περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκή για τους ενδιαφερομένους εργαζομένους απ’ ό,τι η εφαρμογή του κανονισμού. Στην πρώτη περίπτωση, θα πρέπει να εφαρμοστούν, κατά παρέκκλιση και σύμφωνα με τη διακηρυχθείσα αρχή στην προπαρατεθείσα απόφαση Rönfeldt, οι κανόνες που προβλέπονται στη [διμερή Συμφωνία]. Στην αντίθετη περίπτωση, οι κανόνες που θέτει ο κανονισμός, όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο, πρέπει να τύχουν εφαρμογής» ( 24 ).
81.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, δηλαδή, «να εκτιμήσει αν ο ενδιαφερόμενος αντλεί όντως από σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως[, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τις αρχές στις οποίες στηρίζεται ο κανονισμός 1408/71,] ένα κεκτημένο δικαίωμα για τη λήψη ευνοϊκότερης παροχής» ( 25 ).
82.
Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να συγκρίνει την κατάσταση των συζύγων Μπάλαζς ανάλογα με το εάν η σύνταξή τους υπολογίζεται και εκκαθαρίζεται κατ’ εφαρμογή της διμερούς Συμφωνίας, ερμηνευομένης κατά τρόπο συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης ή με τον κανονισμό 1408/71.
83.
Για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων των συζύγων Μπάλαζς δυνάμει του κανονισμού, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει οπωσδήποτε να λάβει υπόψη τα άρθρα 45, 46, και 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ( 26 ).
84.
Στο πλαίσιο αυτής της επικουρικής υποθέσεως, πρόκειται συνεπώς επίσης, in fine, για την εφαρμογή ενός μόνον εκ των δύο νομοθετικών κειμένων στους συζύγους Μπάλαζς: του κανονισμού 1408/71 ή της διμερούς Συμφωνίας.
Ε— Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της εκδοθησομένης αποφάσεως
85.
Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ρουμανική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο, στην υποθετική περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι εναπόκειται στις ρουμανικές αρχές να παράσχουν στους συζύγους Μπάλαζς συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του.
86.
Το εν λόγω αίτημα έχει νόημα μόνον εφόσον το Δικαστήριο υιοθετήσει την κύρια άποψη που ανέπτυξα ή, σε αντίθετη περίπτωση, εάν το αιτούν δικαστήριο αποφασίσει ότι ο κανονισμός 1408/71 είναι ευεργετικότερος από τη διμερή Συμφωνία για τους ενδιαφερόμενους.
87.
Όπως αναγνωρίζει και η ίδια η Ρουμανική Κυβέρνηση, ένας τέτοιος περιορισμός είναι δυνατός μόνον εφόσον πληρούνται δύο κριτήρια, ήτοι η καλή πίστη των μερών και ο κίνδυνος σοβαρών διαταράξεων.
1. Επιχειρήματα της Ρουμανικής Κυβερνήσεως
88.
Σχετικά με την καλή πίστη, η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η στάση της βασίζεται στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την απώλεια κοινωνικών πλεονεκτημάτων των εργαζομένων λόγω της υποκαταστάσεως διεθνούς συμβάσεως με τον κανονισμό 1408/71.
89.
Εξάλλου, η κατάσταση της Ρουμανίας διαφέρει από εκείνη άλλων κρατών μελών που έχουν συνάψει συμφωνίες με την Ελλάδα και έχουν αποφασίσει να εφαρμόσουν τον κανονισμό 1408/71.
90.
Όσον αφορά τον κίνδυνο σοβαρών διαταράξεων, η Ρουμανική Κυβέρνηση επικαλείται το γεγονός ότι οι εισφορές των προσώπων που προβλέπονται από τη διμερή Συμφωνία διατέθηκαν για την καταβολή του κατ’ αποκοπήν ποσού των 15 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (USD) προς την Ελληνική Κυβέρνηση και θα πρέπει, ως εκ τούτου, σε περίπτωση εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 να βρεθούν άλλες πηγές χρηματοδοτήσεως.
91.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Casa Natională de Pensii Publice της Ρουμανίας, το πρόσθετο ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί ανέρχεται σε 38560683 RON (περίπου 8680537 ευρώ). Η Ρουμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι έχουν υποβληθεί περίπου 800 ανάλογες αιτήσεις με αυτές των συζύγων Μπάλαζς.
2. Εκτίμηση
92.
Όπως ανέφερα προηγουμένως, συμμερίζομαι την ερμηνεία που δίνει η Ρουμανική Κυβέρνηση στη διμερή Συμφωνία και στο περιεχόμενο των υποχρεώσεων εκάστου των συμβαλλομένων σε αυτή μερών.
93.
Εντούτοις, στο πλαίσιο της εξετάσεως του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου, η προϋπόθεση της καλής πίστεως δεν αφορά την εμπιστοσύνη ενός κράτους κατά την ερμηνεία του εθνικού του δικαίου (συμπεριλαμβανομένων των διεθνών συμφωνιών των οποίων αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος), αλλά κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ( 27 ).
94.
Εν προκειμένω, όμως, καίτοι το περιεχόμενο της αποφάσεως Rönfeldt μπορεί ενδεχομένως να αμφισβητηθεί και επιδέχεται ερμηνεία, εντούτοις, η Ρουμανία έπρεπε να αναμένει ότι από 1ης Ιανουαρίου 2007 θα έπρεπε να εφαρμόζει τον κανονισμό 1408/71.
95.
Συγκεκριμένα, ενώ επιθυμούσε την εγγραφή της διμερούς Συμφωνίας στο παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού, το αίτημά της αυτό απορρίφθηκε από την Ελλάδα. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υπερισχύσει η εμπιστοσύνη στην εφαρμογή της βασικής αρχής —δηλαδή της υποκαταστάσεως της διμερούς Συμφωνίας με τον κανονισμό 1408/71, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού.
96.
Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι δεν απαιτείται να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της επικείμενης αποφάσεως, καθόσον, όταν το κριτήριο της καλής πίστεως δεν πληρούται, «δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί εάν συντρέχει το δεύτερο κριτήριο […] περί του κινδύνου σοβαρών διαταράξεων» ( 28 ).
97.
Εν πάση περιπτώσει, εκτιμώ πως ούτε ο κίνδυνος σοβαρών διαταράξεων έχει αποδειχθεί.
98.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εκτίμηση του εθνικού ταμείου δημοσίων συντάξεων της Ρουμανίας, το πρόσθετο ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί σε περίπτωση που εφαρμοζόταν ο κανονισμός 1408/71, πλέον των 15 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (USD) που καταβλήθηκαν δυνάμει της διμερούς Συμφωνίας, θα ανερχόταν σε 38560683 RON (περίπου 8680537 ευρώ).
99.
Κατ’ αρχάς, ελλείψει ακριβέστερων αριθμητικών στοιχείων, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το αναφερόμενο από τη Ρουμανική Κυβέρνηση ποσό να καλύπτει επίσης τις 800 ανάλογες με εκείνες των συζύγων Μπάλαζς ήδη υποβληθείσες αιτήσεις. Ωστόσο, ένας πιθανός περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως δεν θα ασκούσε καμία επιρροή στις αιτήσεις αυτές ( 29 ).
100.
Επιπλέον, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι οι οικονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει επί κράτους μέλους απόφαση εκδοθείσα επί προδικαστικής παραπομπής δεν δικαιολογούν καθαυτές τον κατά χρόνο περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής ( 30 ). Ο κίνδυνος σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων πρέπει επίσης να εκτιμάται σε συνάρτηση προς τον αριθμό εννόμων σχέσεων που είχαν συσταθεί καλοπίστως βάσει ρυθμίσεως η οποία εθεωρείτο εγκύρως θεσπισθείσα ( 31 ).
101.
Εκτός από τον περιορισμένο χαρακτήρα του αναφερόμενου ποσού, όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ρουμανική Κυβέρνηση δεν μας πληροφορεί σχετικά με τον αριθμό των καταστάσεων που ενδεχομένως αφορά.
102.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη σοβαρών διαταράξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη.
V – Πρόταση
103.
Σε καταστάσεις όπως αυτή των υποθέσεων των κύριων δικών, οι δικαιούχοι των παροχών έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας πριν από την υπογραφή της σχετικής διεθνούς συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Ενόψει αυτής της ιδιαιτερότητας, φρονώ ότι ο εισάγων παρέκκλιση κανόνας που διατυπώθηκε στην απόφαση Rönfeldt (EU:C:1991:52) δεν τυγχάνει εφαρμογής.
104.
Ως εκ τούτου, και λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις που προηγούνται, καλώ το Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το Curtea de Appel Cluj ως εξής:
«1)
Δεν χωρεί παρέκκλιση από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, όταν οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής διεθνούς συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας πριν από την έναρξη ισχύος της συμβάσεως αυτής.
2)
Επικουρικώς, εάν το Δικαστήριο αποφασίσει να εφαρμόσει στις υποθέσεις των κύριων δικών τη νομολογία Rönfeldt (C‑227/89, EU:C:1991:52), εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι σύζυγοι Μπάλαζς αντλούν από τη διμερή Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής και της Ρουμανικής Κυβερνήσεως, συναφθείσα την 23η Φεβρουαρίου 1996, για την τελική ρύθμιση της αποζημιώσεως εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως των επαναπατριζόμενων Ελλήνων πολιτικών προσφύγων από τη Ρουμανία, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τις αρχές στις οποίες στηρίζεται ο κανονισμός 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1992/2006, κεκτημένο δικαίωμα σε παροχή ευνοϊκότερη από εκείνη που προκύπτει από την εφαρμογή των άρθρων 45, 46 και 94, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού στα δύο κράτη.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 392, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138.
( 4 ) ΕΕ L 363, σ. 1.
( 5 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Wencel (C‑589/10, EU:C:2013:303, σκέψη 30). Βλ., επίσης, απόφαση Duchon (C‑290/00, EU:C:2002:234, σκέψεις 21 και 22).
( 6 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Wencel (EU:C:2013:303, σκέψη 33).
( 7 ) Όπ.π. (σκέψη 36).
( 8 ) Η Ελληνική και η Ρουμανική Κυβέρνηση συμφωνούν ως προς το ότι η διμερής Συμφωνία δεν περιελήφθη στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 κατόπιν ενός μνημονίου που υποβλήθηκε από τις ελληνικές αρχές στη διοικητική επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων, η οποία το ενέκρινε κατά την 303η συνεδρίασή της που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2006 (παρά το περί αντιθέτου αίτημα της Ρουμανίας).
( 9 ) Απόφαση Walder (82/72, EU:C:1973:62, σκέψη 8).
( 10 ) Όπ.π. (σκέψη 6).
( 11 ) Σκέψη 22.
( 12 ) Σκέψη 29.
( 13 ) C‑475/93, EU:C:1995:371, σκέψεις 26 έως 28. Βλ. επίσης, υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Thelen (C‑75/99, EU:C:2000:608, σκέψη 16), καθώς και Habelt κ.λπ. (C‑396/05, EU:C:2007:810, σκέψη 119).
( 14 ) Απόφαση Thévenon (EU:C:1995:371, σκέψη 27).
( 15 ) Σκέψη 22. Βλ. επίσης, κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις Thelen (EU:C:2000:608, σκέψη 14) και Habelt κ.λπ. (EU:C:2007:810, σκέψη 118), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo στην υπόθεση Kaske (EU:C:2001:549, σημείο 10).
( 16 ) Αποφάσεις Thévenon (EU:C:1995:371, σκέψεις 26 έως 28)· Thelen (EU:C:2000:608, σκέψη 16), καθώς και Habelt κ.λπ. (EU:C:2007:810, σκέψη 119).
( 17 ) Βλ., ιδίως, Kessler, F., «La prise en compte des droits à pension acquis en vertu d’une convention bilatérale conclue avant l’entrée en vigueur du Règlement CEE 1408/71», Revue de droit sanitaire et social, 1991, σ. 368 έως 370 και Van Raepenbusch, S., «Les rapports entre le règlement (CEE) no 1408/71 et les conventions internationales dans le domaine de la sécurité sociale des travailleurs circulant à l’intérieur de la Communauté», Cahiers de droit européen, 1991, σ. 449 έως 466, ειδικά το σημείο 10. Τασσόμενος σαφώς υπέρ μίας συσταλτικής ερμηνείας, González-Sancho López, E., «Relaciones entre legislación comunitaria y convenios bilaterales en materia de seguridad social de migrantes: de la sentencia Rönfeldt al caso Peschiutta», Revista de trabajo y Seguridad Social, αριθ. 5, Ιανουάριος-Μάρτιος 1992, σ. 81 έως 92.
( 18 ) EU:C:1995:371, σκέψεις 26 έως 28.
( 19 ) Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Rönfeldt (EU:C:1991:52), η επίμαχη διεθνής σύμβαση είχε συναφθεί μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου της Δανίας. Είχε ημερομηνία τη 14η Αυγούστου 1953, ο δικαιούχος ήταν Γερμανός υπήκοος ο οποίος είχε ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας το 1957 και είχε επιστρέψει στη Γερμανία το 1971. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Thelen (EU:C:2000:608), η επίμαχη διεθνής σύμβαση είχε συναφθεί μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Είχε ημερομηνία τη 19η Ιουλίου 1978, ο δικαιούχος ήταν Γερμανός υπήκοος που είχε ζήσει στην Αυστρία από το 1986 έως το 1996 και είχε ασκήσει εκεί επαγγελματική δραστηριότητα από το 1991 έως το 1993. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Kaske (EU:C:2002:74), η επίμαχη διεθνής σύμβαση είχε συναφθεί εκ νέου μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1979, ο δικαιούχος είχε και γερμανική και αυστριακή ιθαγένεια. Είχε ασκήσει μισθωτή απασχόληση στην Αυστρία από το 1972 έως το 1982, στη Γερμανία από το 1983 μέχρι τον Μάιο του 1996 (κατά διακεκομμένα διαστήματα) και είχε επιστρέψει στην Αυστρία τον Ιούνιο του 1996. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Naranjo Arjona κ.λπ. (C‑31/96 έως C‑33/96, EU:C:1997:475), η κατάσταση ήταν ελαφρώς διαφορετική δεδομένου ότι η επίμαχη διεθνής σύμβαση, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου της Ισπανίας, τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1977, κατά τη διάρκεια διαμονής του δικαιούχου. Ο δικαιούχος αυτός ήταν Ισπανός υπήκοος ο οποίος είχε ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας το 1966 και είχε επιστρέψει στην Ισπανία το 1991. Ωστόσο, στην υπόθεση αυτή επίσης, ο δικαιούχος μπορούσε να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην εφαρμογή της επίμαχης συμβάσεως καθόσον έμεινε στη χώρα υποδοχής 14 ακόμη χρόνια και επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του σε χρόνο κατά τον οποίο η σύμβαση ήταν ακόμη εφαρμοστέα.
( 20 ) Απόφαση Duchon (EU:C:2002:234, σκέψη 23). Βλ., επίσης, υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Rönfeldt (EU:C:1991:52, σκέψη 16)· Rundgren (C‑389/99, EU:C:2001:264, σκέψη 29), καθώς και Kauer (C‑28/00, EU:C:2002:82, σκέψη 22).
( 21 ) Απόφαση Belbouab (10/78, EU:C:1978:181, σκέψη 8), η υπογράμμιση δική μου.
( 22 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση ΤΝΤ Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψεις 58 έως 63) και διάταξη Hartmann (C‑162/98, EU:C:1998:539) όπου το Δικαστήριο υπέμνησε την αναρμοδιότητά του για την ερμηνεία διεθνούς συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ περισσοτέρων κρατών μελών.
( 23 ) Βλ. απόφαση Habelt κ.λπ. (EU:C:2007:810, σκέψεις 124 και 125).
( 24 ) Απόφαση Naranjo Arjona κ.λπ. (EU:C:1997:475, σκέψη 29).
( 25 ) Απόφαση Martínez Domínguez κ.λπ. (C‑471/99, EU:C:2002:523, σκέψη 31).
( 26 ) Βλ. ανωτέρω αναλύσεις σχετικά με τις συνέπειες της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
( 27 ) «Η πρώτη προϋπόθεση για να αποφασιστεί διαχρονικός περιορισμός προδικαστικής αποφάσεως είναι τα άτομα που επηρεάζονται και οι εθνικές αρχές να έχουν ωθηθεί στην υιοθέτηση πρακτικών που δεν είναι συμβατές με το δίκαιο της Ένωσης λόγω αντικειμενικής και σημαντικής αβεβαιότητας ως προς τις επιπτώσεις των επίμαχων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, δεν αρκεί οι εμπλεκόμενοι να έχουν ενεργήσει καλόπιστα όσον αφορά το κύρος των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου που τελούν σε σύγκρουση με το δίκαιο της Ένωσης» [Fenger, N., και Broberg, M., Le renvoi préjudiciel à la Cour de justice de l’Union européenne, Larcier, Συλλογή Europe(s), 2013, σ. 581].
( 28 ) Απόφαση Transportes Jordi Besora (C‑82/12, EU:C:2014:108, σκέψη 47).
( 29 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Bosman (C‑415/93, EU:C:1995:463, σκέψη 144).
( 30 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Nisipeanu (C‑263/10, EU:C:2011:466, σκέψη 34).
( 31 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Roders κ.λπ. (C‑367/93 έως C‑377/93, EU:C:1995:261, σκέψη 43).
Full & Egal Universal Law Academy