ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 4ης Σεπτεμβρίου 2014 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑464/13 και C‑465/13
Europäische Schule München
κατά
Silvana Oberto (C‑464/13),
Barbara O’Leary (C‑465/13)
[αιτήσεις του Bundesarbeitsgericht (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Καθεστώς των ευρωπαϊκών σχολείων — Αρμοδιότητα του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων ή των δικαστηρίων της έδρας των σχολείων να αποφανθούν επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσας μεταξύ του ευρωπαϊκού σχολείου και εκπαιδευτικού ο οποίος δεν είναι τοποθετημένος ή αποσπασμένος από ένα κράτος μέλος»
I – Εισαγωγή
1.
Οι διαφορές οι σχετικές με την ορισμένου χρόνου διάρκεια των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο, επί σειρά ετών, μεταξύ του διευθυντή ενός ευρωπαϊκού σχολείου και των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων υπόκεινται στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων της χώρας της έδρας του εν λόγω σχολείου ή στην αρμοδιότητα του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων, δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 2, της Συμβάσεως σχετικά με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων που συνήφθη στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1994 ( 2 ) μεταξύ των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών κοινοτήτων (στο εξής: σύμβαση του 1994);
2.
Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών, Γερμανία) στο πλαίσιο δύο διαδικασιών μεταξύ του Europäische Schule München (Ευρωπαϊκού Σχολείου του Μονάχου) και δύο εκ των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, της S. Oberto και της B. O’Leary, οι οποίες άσκησαν τη δραστηριότητα αυτή αντίστοιχα από το 1998 και το 2003 με βάση συμβάσεις ορισμένου χρόνου ενός έτους, οι οποίες ανανεώνονταν περιοδικά από τον διευθυντή του εν λόγω σχολείου, κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1994 και 31 Αυγούστου 2011 προσληφθέντων προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, ο οποίος εγκρίθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο ευρωπαϊκών σχολείων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων) ( 3 ).
3.
Με δύο αγωγές που κατατέθηκαν ενώπιον του Arbeitsgericht München (δικαστηρίου εργατικών διαφορών του Μονάχου), οι S. Oberto και B. O’Leary προσέβαλαν τον σε ένα χρόνο περιορισμό της διάρκειας των συμβάσεων εργασίας τους, εκ των οποίων οι τελευταίες έληξαν τον Αύγουστο του 2011. Ενώπιον του Arbeitsgericht München υποστήριξαν ότι αρμόδια να αποφανθούν για την εγκυρότητα της τακτής διάρκειας της σχέσεως εργασίας που τις συνέδεε με το Europäische Schule München είναι τα γερμανικά δικαστήρια. Αντίθετα, το τελευταίο υποστήριξε ότι δεν υπάγεται στη γερμανική έννομη τάξη, καθόσον η διαφορά της κυρίας δίκης υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων.
4.
Με παρεμπίπτουσα απόφαση το Arbeitsgericht München κήρυξε την αγωγή παραδεκτή, κρίση που επικυρώθηκε από το εφετείο. Κατόπιν αιτήσεως «Revision» που άσκησε το Europäische Schule München, το Bundesarbeitsgericht προβληματίζεται για την ερμηνεία του άρθρου 27, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, της Συμβάσεως του 1994.
5.
Υπό τις συνθήκες αυτές το Bundesarbeitsgericht αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτη [περίοδος], της Συμβάσεως [του 1994] την έννοια ότι προσλαμβανόμενα από Ευρωπαϊκό Σχολείο πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, που δεν είναι αποσπασμένα από τα κράτη μέλη, περιλαμβάνονται στα πρόσωπα τα οποία αφορά η Σύμβαση και δεν εξαιρούνται —όπως το διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό— από την εφαρμογή της ρυθμίσεως;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Έχει το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτη [περίοδος], της Συμβάσεως [του 1994] την έννοια ότι η ρύθμιση περιλαμβάνει επίσης τη νομιμότητα πράξεων, βασιζομένων στη Σύμβαση ή σε κανόνες θεσπιζόμενους δυνάμει αυτής, που προέρχονται από τον διευθυντή ενός σχολείου στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί βάσει [αυτής] της Συμβάσεως, οι οποίες είναι δυσμενείς για τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Έχει το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτη [περίοδος], της Συμβάσεως [του 1994] την έννοια ότι η σύναψη, στο πλαίσιο συνάψεως συμβάσεως, συμφωνίας μεταξύ του διευθυντή ενός Ευρωπαϊκού Σχολείου και προσώπου στο οποίο έχει ανατεθεί η διδασκαλία περί καθορισμού ως ορισμένου χρόνου της σχέσεως εργασίας του προσώπου στο οποίο έχει ανατεθεί η διδασκαλία συνιστά επίσης πράξη του διευθυντή που είναι δυσμενής για αυτό;
4)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ή στο τρίτο ερώτημα:
Έχει το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτη [περίοδος], της Συμβάσεως [του 1994] την έννοια ότι το μνημονευόμενο σ’ αυτή τη διάταξη Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών έχει αποκλειστική αρμοδιότητα σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, εφόσον εξαντληθούν οι δυνατότητες της διοικητικής οδού, επί των διαφορών που έχουν σχέση με τον καθορισμό τακτής διάρκειας μιας συμβάσεως εργασίας, την οποία συνάπτει ο διευθυντής ενός σχολείου με πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η διδασκαλία, όταν η σύμβαση αυτή στηρίζεται ουσιωδώς στον βασικό κανόνα του Ανωτάτου Συμβουλίου στο σημείο 1.3. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων […], ο οποίος προβλέπει “ετήσιες συμβάσεις εργασίας”;»
6.
Στα ερωτήματα αυτά απάντησαν με γραπτές παρατηρήσεις οι διάδικοι της κύριας δίκης καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ανέπτυξαν επίσης προφορικά τους ισχυρισμούς τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Μαΐου 2014.
II – Ανάλυση
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα
7.
Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα αμφισβητήθηκε με τις γραπτές παρατηρήσεις του Europäische Schule München λόγω της διεθνούς φύσεως της Συμβάσεως του 1994. Μολονότι ορθώς το Europäische Schule München παραιτήθηκε από την εν λόγω ένσταση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ερώτημα αυτό, το οποίο άλλωστε είναι δημοσίας τάξεως, αξίζει ιδιαίτερης αναπτύξεως.
8.
Είναι αλήθεια ότι, κατά την ίδρυσή τους, τα ευρωπαϊκά σχολεία, που αποσκοπούν στο να εξασφαλίσουν την κοινή εκπαίδευση των παιδιών του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το νηπιαγωγείο έως την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ( 4 ), διέπονταν από το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 12 Απριλίου 1957 ( 5 ), και το Πρωτόκολλο για την ίδρυση ευρωπαϊκών σχολείων, που υπογράφηκε βάσει του εν λόγω καταστατικού στις 13 Απριλίου 1962 ( 6 ), πράξεις οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ των έξι κρατών μελών που ίδρυσαν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ενώ οι τελευταίες δεν προσχώρησαν στις πράξεις αυτές.
9.
Από τον διακυβερνητικό χαρακτήρα του καταστατικού του 1957 το Δικαστήριο συνήγαγε ότι είναι αναρμόδιο να ερμηνεύσει τις διατάξεις του καταστατικού αυτού, τόσο στο πλαίσιο αιτήματος προδικαστικής αποφάσεως όσο και στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλεπόταν από το άρθρο 226 ΕΚ που αφορούσε τη διαπίστωση παραλείψεως συμμορφώσεως κράτους μέλους προς τις υποχρεώσεις που υπείχε δυνάμει τις Συνθήκης ΕΚ ( 7 ). Πράγματι, δεδομένου ότι η συμφωνία αυτή συνήφθη αποκλειστικά μεταξύ κρατών μελών δεν αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού δικαίου ( 8 ).
10.
Το καταστατικό του 1957 και το Πρωτόκολλο για την ίδρυση ευρωπαϊκών σχολείων ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τη Σύμβαση του 1994, σύμφωνα με το άρθρο 34 της τελευταίας.
11.
Ωστόσο, η Σύμβαση του 1994 συνήφθη όχι μόνον από τα κράτη μέλη αλλά και από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η συμμετοχή των οποίων αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως 94/557/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1994, με την οποία παρέχεται εξουσία στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας να υπογράψουν και να συνάψουν τη σύμβαση σχετικά με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων ( 9 ).
12.
Συνεπώς, η Σύμβαση αυτή αποτελεί συμφωνία που συνήφθη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπάγεται ότι, όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξεώς της από την έναρξη ισχύος της, ήτοι από την 1η Οκτωβρίου 2002. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων της Συμβάσεως του 1994 ( 10 ).
13.
Η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από την απόφαση Miles κ.λπ. ( 11 ) η οποία αφορούσε όχι τη φύση της Συμβάσεως του 1994 σε σχέση με την έννομη τάξη της Ένωσης αλλά τον χαρακτηρισμό του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων ως «δικαστηρίου κράτους μέλους», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
14.
Προσθέτω ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί, επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, στα ερωτήματα που έχουν τεθεί από το αιτούν δικαστήριο ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συμβάσεως του 1994 εκτείνεται επίσης, κατά την άποψή μου, στις πράξεις που ελήφθησαν με βάση τις διατάξεις αυτές και στις οποίες παραπέμπουν οι τελευταίες, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό του εύρους αυτών. Πράγματι, οι πράξεις αυτές καθιστούν δυνατή την ερμηνεία ως προς το ακριβές εύρος των εν λόγω διατάξεων. Αποτελούν αναγκαστικά ενιαίο σώμα με τις τελευταίες και ως εκ τούτου δεν μπορούν να μη ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
15.
Όπως θα αποδειχθεί κατωτέρω από την ανάπτυξη του συλλογισμού σχετικά με την απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα, μεταξύ των πράξεων αυτών περιλαμβάνεται, εν προκειμένω, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, πράξη γενικής ισχύος που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο ευρωπαϊκών σχολείων, το οποίο αποτελεί το κύριο κοινό εκτελεστικό όργανο των σχολείων αυτών και του οποίου η σύνθεση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους εκπροσώπους των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ( 12 ). Εξάλλου, το ίδιο το αιτούν δικαστήριο έχει πλήρη συνείδηση της αναγκαιότητας μιας τέτοιας προσεγγίσεως αφού κάνει ρητή μνεία του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία στο τέταρτο προδικαστικό του ερώτημα για την ερμηνεία του άρθρου 27, παράγραφος 2, της Συμβάσεως του 1994.
16.
Καθώς δεν καταλείπεται αμφιβολία ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο, θα πρέπει να εξεταστούν τα εν λόγω ερωτήματα, τα οποία αφορούν κατ’ ουσίαν στο σύνολό τους το αν το άρθρο 27, παράγραφος 2, της Συμβάσεως του 1994 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο, ως δικαστήριο του κράτους της έδρας του Europäische Schule München, δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τις αγωγές που άσκησαν ενώπιόν του οι S. Oberto και B. O’Leary, λόγω του ότι οι αγωγές αυτές έπρεπε να ασκηθούν ενώπιον του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου αυτού.
Επί του άρθρου 27, παράγραφος 2, της Συμβάσεως του 1994 και του εύρους της αρμοδιότητας του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων
17.
Ενώ το καταστατικό του 1957 δεν προέβλεπε κανέναν ειδικό μηχανισμό επιλύσεως των διαφορών μεταξύ των προσώπων τα οποία αφορούσε και των ευρωπαϊκών σχολείων, η Σύμβαση του 1994 θέσπισε ένα Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών με «αυστηρά καθορισμένες αρμοδιότητες» προκειμένου «να εξασφαλισθεί επαρκής νομική προστασία έναντι πράξεων του Ανωτάτου Συμβουλίου ή των διοικητικών συμβουλίων [των εν λόγω σχολείων]» υπέρ του «διδακτικού προσωπικού και των λοιπών προσώπων τα οποία αφορά» το καταστατικό των σχολείων αυτών ( 13 ).
18.
Η διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος αναφέρεται σε δύο κατηγορίες προσωπικού που απασχολείται στα ευρωπαϊκά σχολεία, ήτοι, αφενός στο διδακτικό προσωπικό και αφετέρου στο διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό.
19.
Όσον αφορά την αρμοδιότητα του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων, από το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως του 1994 συνάγεται ότι αυτή εκτείνεται, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό και αφού εξαντληθούν οι δυνατότητες της διοικητικής οδού, επί «οποιασδήποτε διαφοράς σχετικής με την εφαρμογή της [παρούσας] Συμβάσεως στα πρόσωπα τα οποία αυτή αφορά, εκτός του διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού, σχετικά με τη νομιμότητα πράξεως βασιζόμενης στη σύμβαση [του 1994] ή σε κανόνες θεσπιζόμενους δυνάμει αυτής, η οποία στρέφεται εναντίον τους και προέρχεται από το Ανώτατο Συμβούλιο ή το διοικητικό συμβούλιο ενός σχολείου στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί».
20.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της αρμοδιότητας ratione personae του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων περιλαμβάνει τις διαφορές στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα τα οποία αφορά η Σύμβαση του 1994, πλην των σχετικών με το διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό διαφορών.
21.
Συνάγεται ότι οι διαφορές [που ανακύπτουν] μεταξύ του διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού και των ευρωπαϊκών σχολείων υπάγονται στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους της έδρας των εν λόγω σχολείων.
22.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, πρώτον, από το άρθρο 27, παράγραφος 7, της Συμβάσεως του 1994, κατά το οποίο «οι άλλες διαφορές στις οποίες εμπλέκονται τα [ευρωπαϊκά] σχολεία», ήτοι αυτές που δεν υπάγονται στην αποκλειστική και αυστηρώς καθορισμένη δικαιοδοσία του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων, «υπάγονται στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων».
23.
Εν συνεχεία, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το άρθρο 36 του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού των ευρωπαϊκών σχολείων, ο οποίος εγκρίθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο στη Λισσαβώνα στις 17 και 18 Απριλίου 2007 και κατά τον οποίο τα δικαστήρια αυτά είναι τα μόνα αρμόδια να αποφανθούν διά της δικαστικής οδού επί διαφορών μεταξύ μελών του διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού ενός ευρωπαϊκού σχολείου και του σχολείου αυτού, διαφορών που αφορούν τη νομιμότητα δυσμενούς πράξεως εκδοθείσας κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού ( 14 ).
24.
Αντίθετα, κατά το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως του 1994, το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ του διδακτικού προσωπικού και των ευρωπαϊκών σχολείων.
25.
Ωστόσο, μια τέτοια διαπίστωση δεν αρκεί για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ως προς τις διαφορές μεταξύ ενός ευρωπαϊκού σχολείου και των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων.
26.
Πρώτον, από τις διατάξεις της Συμβάσεως του 1994 προκύπτει ότι η κατηγορία του «διδακτικού προσωπικού» ή του «διδακτικού σώματος» στην οποία αναφέρεται η εν λόγω σύμβαση δεν περιλαμβάνει, stricto sensu, τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων.
27.
Πράγματι, από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Συμβάσεως του 1994 συνάγεται ότι η διδασκαλία γίνεται από εκπαιδευτικούς αποσπασμένους ή τοποθετημένους από τα κράτη μέλη, ήτοι από εκπαιδευτικούς οι οποίοι εξακολουθούν να ανήκουν στο εκπαιδευτικό σύστημα των αντιστοίχων χωρών τους και διατηρούν ανεπιφύλακτα, κατά την απόσπασή τους ή την τοποθέτησή τους στα ευρωπαϊκά σχολεία, τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως που κατοχυρώνονται από το εθνικό καθεστώς τους, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της ίδιας Συμβάσεως ( 15 ).
28.
Επίσης, το άρθρο 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του 1994 προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των «κανόν[ων] υπηρεσιακής κατάστασης του διδακτικού προσωπικού», που εξέδωσε το Ανώτατο Συμβούλιο ( 16 ) σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμβάσεως, και «του καθεστώτος που εφαρμόζεται στα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων».
29.
Επομένως, τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων δεν υπάγονται ούτε στην κατηγορία του «διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού» των σχολείων ούτε σε αυτή του «διδακτικού προσωπικού» κατά την έννοια των διατάξεων της Συμβάσεως του 1994.
30.
Υπάγονται, ορθότερα κατά τη γνώμη μου, στην κατηγορία των άλλων «προσώπ[ων] που αφορά» η Σύμβαση αυτή, οι διαφορές των οποίων με τα ευρωπαϊκά σχολεία πρέπει, κατ’ αρχήν, να άγονται ενώπιον του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως του 1994.
31.
Δεύτερον, πρέπει ωστόσο να υπομνησθεί ότι το άρθρο 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του 1994 αναθέτει συγκεκριμένα στο «καθεστώς που εφαρμόζεται στα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων» τον καθορισμό «των όρων και των λεπτομερών κανόνων σχετικά» με τις διαδικασίες ενώπιον του εν λόγω Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών.
32.
Το καθεστώς που εφαρμόζεται στα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων περιγράφεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο και διέπει επίσης τις σχέσεις εργασίας μεταξύ του Europäische Schule München και των B. O’Leary και S. Oberto στις διαφορές της κύριας δίκης.
33.
Από τον κανονισμό αυτόν προκύπτει ότι τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων προσλαμβάνονται για να αντιμετωπιστούν ορισμένες καταστάσεις προς εκπλήρωση προσωρινών αναγκών και ότι οι συμβάσεις εργασίας τους είναι ενός έτους ( 17 ).
34.
Εξάλλου, ενώ το άρθρο 3.2 του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία προβλέπει ότι πολλές διατάξεις του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού των ευρωπαϊκών σχολείων, μεταξύ των οποίων το άρθρο 80 του Κανονισμού αυτού που αφορά τη διαδικασία ενώπιον του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων, «έχουν εφαρμογή στους διοριζόμενους από τον διευθυντή εκπαιδευτικούς», το άρθρο 3.4. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, με τον τίτλο «νομοθεσία της χώρας της έδρας του Σχολείου», ορίζει ότι «οι όροι προσλήψεως και απολύσεως ως προς τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία […] διέπονται από τη νομοθεσία της χώρας της έδρας του Σχολείου, όσον αφορά τις εργασιακές ρυθμίσεις και τις σχέσεις εργασίας, την κοινωνική ασφάλιση και το φορολογικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω διατάξεων. Αρμόδια για την επίλυση ενδεχόμενων διαφορών είναι τα δικαστήρια της χώρας της έδρας του Σχολείου».
35.
Επομένως, σύμφωνα με την παραπομπή του άρθρου 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του 1994 στους όρους και τους λεπτομερείς κανόνες που θεσπίζονται από το καθεστώς που εφαρμόζεται στα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, το άρθρο 3.4. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία περιορίζει σε ορισμένο βαθμό που απομένει να καθοριστεί την έκταση της αρμοδιότητας του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων και της διαδικασίας που εφαρμόζεται ενώπιόν του στις διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ αυτών και των ευρωπαϊκών σχολείων.
36.
Αναφερόμενο με τις γραπτές παρατηρήσεις του στην απόφαση του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών της 21ης Αυγούστου 2012 στην υπόθεση 12/12 (στο εξής: απόφαση στην υπόθεση 12/12), το Europäische Schule München υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η αρμοδιότητα του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων εκτείνεται σε όλες τις εργασιακές διαφορές μεταξύ προσώπου που του έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων και ευρωπαϊκού σχολείου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3.2 του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία.
37.
Μολονότι είναι προφανές ότι οι κρίσεις του εν λόγω Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, εντούτοις, φρονώ ότι επιβάλλονται ορισμένες διευκρινίσεις οι οποίες σχετικοποιούν σαφώς, για δύο λόγους, το συμπέρασμα που συνάγει το Europäische Schule München από την απόφαση στην υπόθεση 12/12.
38.
Αφενός, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στην υπόθεση αυτή το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων κλήθηκε να αποφανθεί επί της νομιμότητας αποφάσεως του διευθυντή του Europäische Schule München που αφορούσε την άρνηση αμοιβής, σε ένα από τα πρόσωπα στα οποία είχε ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, υπηρεσιών επιτηρήσεως ως υπερωριών. Το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη με κύρια αιτιολογία ότι δεν είχε προηγηθεί της ένδικης προσφυγής η προβλεπόμενη από τον κανονισμό διοικητική προσφυγή ( 18 ). Ωστόσο, όπως προκύπτει από το αντικείμενο της διαφοράς και την επικουρική αιτιολογία επί της ουσίας της αποφάσεως του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών, η προσφυγή αφορούσε τους όρους αμοιβής των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων και όχι τους «όρους προσλήψεως και απολύσεως», κατά την έννοια του άρθρου 3.4. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία.
39.
Αφετέρου, είναι μεν αληθές ότι, πριν να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή, το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων ανέφερε ότι ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί τέτοιας προσφυγής λόγω της παραπομπής που γίνεται προς το άρθρο 80 του Κανονισμού του αποσπασμένου προσωπικού από το άρθρο 3.2. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, το οποίο «υπερισχύει του [άρθρου] 3.4. του Κανονισμού [υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία], διάταξη που προβλέπει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου της χώρας της έδρας, εν προκειμένω του Arbeitsgericht München, αλλά “υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω διατάξεων” και επομένως, επικουρικά» ( 19 ). Ωστόσο, παρά την αντίθετη άποψη του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών, από το γράμμα του άρθρου 3.4. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, το οποίο αναπαράγεται στο σημείο 34 των παρουσών προτάσεων, προκύπτει ότι η έκφραση «υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω διατάξεων», που απαντά στο τέλος της πρώτης φράσεως του άρθρου αυτού, ουδόλως αναφέρεται στη δεύτερη φράση του ίδιου άρθρου, η οποία αφορά την αρμοδιότητα των δικαστηρίων της έδρας «για επίλυση των ενδεχόμενων διαφορών».
40.
Πράγματι, η έκφραση «υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω διατάξεων», του άρθρου 3.4., πρώτη περίοδος, του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία αφορά αποκλειστικά τους «όρους προσλήψεως και απολύσεως των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων» και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στους ουσιαστικούς και όχι στους δικονομικούς όρους που προβλέπονται στις άλλες διατάξεις του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία.
41.
Φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τον σκοπό της Συμβάσεως του 1994 ο οποίος έχει ήδη τονιστεί και συνίσταται στην αυστηρή οριοθέτηση της αρμοδιότητας του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων, χωρίς να θίγεται υπέρμετρα η υπολειπόμενη αρμοδιότητα των δικαστηρίων της χώρας της έδρας των σχολείων, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφος 7, της Συμβάσεως αυτής.
42.
Συναφώς, και για να αρθεί κάθε αμφισημία, είναι προφανές, κατόπιν των ανωτέρω, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα, γενικής φύσεως, που προέβαλε το Europäische Schule München και αφορά τη δικαιοδοτική ασυλία της οποίας απολαύουν τα ευρωπαϊκά σχολεία ως διεθνής οργανισμός έναντι των εθνικών δικαστηρίων ( 20 ).
43.
Πράγματι, η Σύμβαση του 1994 και οι πράξεις που εκδόθηκαν σε εφαρμογή της αποδεικνύουν επαρκώς τη βούληση των αντισυμβαλλομένων να διασφαλίσουν εξισορροπημένη κατανομή της αρμοδιότητας του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων και αυτής των δικαστηρίων της χώρας της έδρας των ευρωπαϊκών σχολείων και να μην επιτρέψουν στα τελευταία να χαίρουν πλήρους ασυλίας έναντι των εθνικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένων των εργασιακών διαφορών, τούτο δε τόσο για το προσωπικό που συμμετέχει στην κύρια αποστολή των ευρωπαϊκών σχολείων, δηλαδή τη διδασκαλία, όσο και για όσους συμμετέχουν απλώς βοηθητικά ή έμμεσα.
44.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατ’ εμέ, ότι η αρμοδιότητα του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων εκτείνεται στις διαφορές μεταξύ προσώπου στο οποίο έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων και ενός ευρωπαϊκού σχολείου, εξαιρουμένων αφενός των διαφορών που αφορούν τους όρους προσλήψεως και απολύσεως του προσωπικού αυτού, σύμφωνα με τον συνδυασμό του άρθρου 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του 1994 και του άρθρου 3.4. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, και αφετέρου άλλων διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι τα σχολεία, και ειδικότερα αυτών που αφορούν την αστική και ποινική ευθύνη, κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 7, της Συμβάσεως του 1994.
45.
Εν προκειμένω, στον βαθμό που οι διαφορές της κύριας δίκης αφορούν τη χρήση διαδοχικών ετησίων συμβάσεων ( 21 ) και, άρα, βασικό όρο της προσλήψεως των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, τα πρόσωπα αυτά υπάγονται, κατά συνέπεια, στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων της έδρας του Europäische Schule München, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3.4. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία.
46.
Φρονώ ότι η αναγνώριση της αρμοδιότητας αυτής υπέρ των δικαστηρίων της έδρας των ευρωπαϊκών σχολείων είναι ακόμη πιο ορθή και δικαιολογημένη αφού εξασφαλίζει την κατάλληλη προστασία, από απόψεως ουσιαστικού δικαίου, των δικαιωμάτων των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων όσον αφορά του όρους προσλήψεως και απολύσεως, προστασία που αναμφισβήτητα δεν εξασφαλίζεται, παρά την ιδιότητά τους ως εργαζομένων, με το σύστημα ένδικης προσφυγής που θεσπίστηκε με τη Σύμβαση του 1994.
47.
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο πολίτης κράτους μέλους που έχει αναλάβει θέση, εντός άλλου κράτους μέλους, σε διεθνή οργανισμό δεν χάνει την ιδιότητα του εργαζομένου, κατά την έννοια του άρθρου 45 ΣΛΕΕ ( 22 ). Η αναγνώριση και η διατήρηση της ιδιότητας αυτής είναι ακόμη πιο σημαντικές όταν τα εν λόγω πρόσωπα εμπίπτουν, όπως τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων που προσλαμβάνονται από τα ευρωπαϊκά σχολεία, σε μεγάλο βαθμό, τόσο όσον αφορά την απασχόληση και την εργατική νομοθεσία όσο και την κοινωνική ασφάλιση και τη φορολογία των εισοδημάτων από την εργασία, στις διατάξεις της νομοθεσίας της χώρας της έδρας του εν λόγω διεθνούς οργανισμού.
48.
Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι, με τις αγωγές τους που άσκησαν ενώπιον των δικαστηρίων της έδρας του Europäische Schule München, οι S. Oberto και B. O’Leary επιδιώκουν, κατ’ ουσίαν, να τύχουν της προστασίας της γερμανικής νομοθεσίας η οποία ενσωμάτωσε την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP ( 23 ), και ιδίως της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία‑πλαίσιο) και εμφαίνεται στο παράρτημα της εν λόγω οδηγίας.
49.
Η ρήτρα αυτή αποσκοπεί στο να θέσει σε εφαρμογή έναν από τους σκοπούς της συμφωνίας‑πλαισίου, δηλαδή τη δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται ως δυνητική πηγή καταχρήσεων εις βάρος των εργαζομένων, μέσω της θεσπίσεως ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας ( 24 ).
50.
Έτσι, η οδηγία 1999/70 επιβάλλει στα κράτη μέλη, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, να θεσπίσουν κατά τρόπο πραγματικό και δεσμευτικό τουλάχιστον ένα εκ των τριών μέτρων που απαριθμούνται στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της συμβάσεως‑πλαισίου και τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, καθώς και τον αριθμό των ανανεώσεών τους ( 25 ).
51.
Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/70 απαιτεί, ιδίως για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη να είναι «ανά πάσα στιγμή» σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία.
52.
Εξάλλου, ο δικαστής της Ένωσης αναγνώρισε επίσης ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου, την οποία θέτει σε εφαρμογή η οδηγία 1999/70, αποτελεί την ειδική έκφραση της αρχής της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος, η οποία είναι γενική αρχή του δικαίου και έτσι, στις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων και του προσωπικού τους που προσλαμβάνεται για ορισμένο χρόνο, επιβάλλεται οι διατάξεις που εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό να ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο με τους σκοπούς και τους ελάχιστους κανόνες της συμφωνίας πλαισίου, και τελικά, σύμφωνα με την αρχή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος ( 26 ).
53.
Συνεπώς, μισθωτοί οι οποίοι έχουν προσληφθεί με σύμβαση ορισμένου χρόνου, τόσο από εργοδότη του κράτους μέλους όσο και από θεσμικά όργανα της Ένωσης, πρέπει να αναμένουν ότι θα απολαμβάνουν του κοινού υπόβαθρου των διατάξεων ελάχιστης προστασίας που προσφέρει η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου, την οποία θέτει σε εφαρμογή η οδηγία 1999/70 ή η αρχή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος που βρίσκει την ειδική της έκφραση στην εν λόγω ρήτρα.
54.
Τα κράτη μέλη και η Ένωση, οι οποίοι, πρέπει να υπομνησθεί, είναι τα μόνα συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση του 1994, δεν μπορεί να είχαν ως πρόθεση να μη διασφαλίζεται σε εργαζομένους της Ένωσης το προνόμιο αυτού του κοινού υπόβαθρου με τη σύναψη της Συμβάσεως του 1994, ενώ, επιπλέον, το καθεστώς των εργαζομένων αυτών υπόκειται, όπως στην περίπτωση των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, σε μεγάλο μέρος στη νομοθεσία του κράτους μέλους της έδρας των σχολείων αυτών.
55.
Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε ότι η ελάχιστη προστασία των διατάξεων της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 1999/70 δεν μπορεί να τυγχάνει εφαρμογής στις σχέσεις εργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών σχολείων και των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, αλλά περιορίστηκε να υποστηρίξει, κατ’ ουσία, ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία, που υιοθετήθηκε κατ’ εφαρμογή της Συμβάσεως του 1994, δεν προσαρμόστηκε στην εξέλιξη του δικαίου, όπως αυτή προκύπτει από τη ρήτρα 5, στοιχείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου ως ειδικής εκφράσεως της αρχής απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος.
56.
Ως πράξη της Ένωσης, η Σύμβαση του 1994 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της γενικής αρχής απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος, που βρίσκει ειδική έκφραση όσον αφορά τις σχέσεις εργασίας στο πλαίσιο της Ένωσης στη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 1999/70, η οποία απαιτεί την υιοθέτηση ορισμένων ελάχιστων μέτρων για την αποφυγή καταχρήσεων από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
57.
Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως του 1994 δεν διασφαλίζουν ότι είναι δυνατή, πέραν πάσης αμφιβολίας, η αποτελεσματική επίκληση ενός τέτοιου κοινού υπόβαθρου ελάχιστων μέτρων, το οποίο απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης, ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου που η Σύμβαση αυτή ίδρυσε, παρά, ιδίως, την ιδιότητα του εργαζομένου, κατά την έννοια του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, για τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων.
58.
Πράγματι, με αιτιολογία που αντλείται από τον «sui generis» χαρακτήρα του συστήματος συνεργασίας που θεσπίστηκε με τη Σύμβαση του 1994 και από την ιδιότητά του ως οργάνου διεθνούς οργανισμού ( 27 ), το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων έχει ήδη κρίνει ότι τα διεθνή συμβατικά κείμενα, και ως τέτοιο το δίκαιο της Ένωσης, στα οποία τα ίδια ευρωπαϊκά σχολεία δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να τα δεσμεύουν από νομικής απόψεως ( 28 ).
59.
Είναι βεβαίως αληθές ότι το εν λόγω Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών διατείνεται ότι είναι έτοιμο να αναγνωρίσει ότι οι θεμελιώδεις αρχές, και μάλιστα οι γενικές αρχές στις οποίες αναφέρονται τα διεθνή αυτά κείμενα και οι οποίες είναι κοινώς παραδεδεγμένες τόσο στην έννομη τάξη της Ένωσης όσο και στις έννομες τάξεις των κρατών μελών «δύνανται» να χρησιμεύσουν ως σημείο αναφοράς για τη δράση των οργάνων των ευρωπαϊκών σχολείων, επιπλέον των κανόνων δικαίου που διέπουν τη λειτουργία τους ( 29 ).
60.
Εντούτοις, το περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο αναγνωρίζει στον εαυτό του κατά τον τρόπο αυτό το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων ως προς τον καθορισμό των κανόνων και των αρχών που απορρέουν ειδικά από το δίκαιο της Ένωσης, οι οποίοι δύνανται απλώς να χρησιμεύσουν ως σημείο αναφοράς για την εξέταση της νομιμότητας της δράσεως και των πράξεων των ευρωπαϊκών σχολείων, δεν διασφαλίζει, ως προς τους εργαζομένους των οποίων το καθεστώς υπόκειται σε μεγάλο βαθμό, όπως στην περίπτωση των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, στη νομοθεσία περί απασχολήσεως, κοινωνικής ασφαλίσεως και στη φορολογική νομοθεσία του κράτους μέλους της έδρας των ευρωπαϊκών σχολείων, την τήρηση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος που βρίσκει την ειδική έκφρασή της, σε θέματα εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο της Ένωσης, στο κοινό υπόβαθρο που θεσπίστηκε με τις διατάξεις ελάχιστης προστασίας της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 1999/70 και την οποία το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίζει «ανά πάσα στιγμή».
61.
Ένα τέτοιο περιθώριο εκτιμήσεως φαίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό επειδή το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό και δεν έχει το δικαίωμα να απευθύνει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, μετά την απόφαση Miles κ.λπ. ( 30 ).
62.
Είναι προφανές ότι μολονότι η ίδρυση, με τη Σύμβαση του 1994, ενός Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων συνέβαλε στη διασφάλιση ενός ορισμένου επιπέδου δικαστικής προστασίας των προσώπων που αφορά η εν λόγω Σύμβαση, εντούτοις η ίδρυση του οργάνου αυτού δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι, από απόψεως ουσιαστικού δικαίου, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να επικαλούνται, κατά τρόπο πραγματικό, πέραν πάσης αμφιβολίας, τις διατάξεις ελάχιστης προστασίας που προβλέπονται από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 1999/70, ως ειδικές εκφράσεις της γενικής αρχής του δικαίου η οποία δεσμεύει το σύνολο των συμβαλλομένων στη σύμβαση του 1994 μερών και η οποία, κατ’ εμέ, δεν μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη από τα όργανα που ιδρύθηκαν με τη σύμβαση αυτή.
63.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι δεν αρκεί το ότι διανοίχθηκε μία τέτοια δικονομική οδός ( 31 ). Θα πρέπει επίσης η οδός αυτή να μπορεί να διασφαλίζει ότι είναι δυνατόν να γίνει πραγματική επίκληση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα πρόσωπα τα οποία αφορά η Σύμβαση του 1994, εν προκειμένω των δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την πρόληψη καταχρήσεων δικαιώματος που μπορεί να προκύψουν από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου που θεσπίστηκε με τη σύμβαση αυτή ( 32 ).
64.
Δεδομένου ότι, όπως αποδείχτηκε, δεν διασφαλίζεται πέραν πάσης αμφιβολίας η δυνατότητα επικλήσεως των εν λόγω δικαιωμάτων ενώπιον του οργάνου αυτού, φρονώ ότι, έως ότου τροποποιηθεί το δικαστικό σύστημα που έχει προβλεφθεί από τη σύμβαση του 1994, ιδίως ώστε το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων να έχει το δικαίωμα να υποβάλλει ερωτήματα για την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης στο Δικαστήριο ( 33 ), δικαιολογείται, στην υπό κρίση υπόθεση, ο έλεγχος της τηρήσεως των δικαιωμάτων των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, όσον αφορά τους όρους προσλήψεως και απολύσεως από τα ευρωπαϊκά σχολεία, να ασκείται από τα δικαστήρια του κράτους μέλους της έδρας των σχολείων αυτών.
65.
Η αντίθετη λύση θα είχε ως συνέπεια να εκφεύγουν της αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων διαφορές οι οποίες αφορούν, αντικειμενικά, συνολικά ή τουλάχιστον εν μέρει, την εφαρμογή και ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, ενώ το δικαστικό όργανο που έχει ιδρυθεί με τη σύμβαση του 1994 δεν ανήκει, αυτή τη στιγμή, στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης. Ωστόσο, κατ’ αναλογία προς την αιτιολογία που αναπτύχθηκε στη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου σχετικά με το σχέδιο συμφωνίας περί ιδρύσεως ενιαίου συστήματος επιλύσεως των διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ( 34 ), φρονώ ότι μια τέτοια λύση δεν είναι σύμφωνη με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.
66.
Γι’ αυτό φρονώ ότι τόσο το γράμμα του άρθρου 27 της Συμβάσεως του 1994, θεωρούμενο υπό το πρίσμα του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, όσο και το πλαίσιο και το πνεύμα υπό το οποίο τα συμβατικά αυτά κείμενα αυτά πρέπει να ερμηνευθούν συνηγορούν ώστε οι όροι προσλήψεως και απολύσεως των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων να υπάγονται στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους της έδρας των ευρωπαϊκών σχολείων.
67.
Αντιθέτως προς όσα υποστήριξε το Europäische Schule München κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η αναγνώριση μιας τέτοιας αρμοδιότητας υπέρ των δικαστηρίων της χώρας της έδρας των ευρωπαϊκών σχολείων ουδόλως συνεπάγεται την υπαγωγή των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων σε ανόμοια καθεστώτα. Πράγματι, εκτός του ότι, όπως παραδέχτηκαν τόσο το εν λόγω σχολείο όσο και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ορισμένα ευρωπαϊκά σχολεία δεν περιορίζονται πλέον στο να προσφέρουν συμβάσεις διάρκειας ενός έτους στα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων και, ως εκ τούτου, το προσωπικό αυτό δεν υπόκειται σε κανόνες προσλήψεως απολύτως ενιαίους, οι διατάξεις ελάχιστης προστασίας που προβλέπονται από τη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 1999/70, ειδικές εκφράσεις της αρχής απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος, και τις οποίες καλούνται να διασφαλίσουν τα εθνικά δικαστήρια, αποτελούν ένα κοινό υπόβαθρο για το σύνολο των κρατών μελών και ιδίως για όσα φιλοξενούν στην επικράτειά τους ευρωπαϊκά σχολεία δυνάμει της Συμβάσεως του 1994.
68.
Τέλος, επαναλαμβάνω ότι η ερμηνεία την οποία καλώ το Δικαστήριο να υιοθετήσει στις παρούσες υποθέσεις δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αμφισβήτηση της δικαιοδοτικής ασυλίας που απολαύουν λόγω των ιδρυτικών τους συμφωνιών οι διεθνείς οργανισμοί.
69.
Αντιθέτως, στηρίζεται τόσο στις ιδιαιτέρως στενές και λειτουργικές σχέσεις που έχουν υπομνησθεί επανειλημμένως και που διατηρούν τα ευρωπαϊκά σχολεία με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στην αρχική οικονομία των διατάξεων της Συμβάσεως του 1994 και των πράξεων που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή αυτής, οι οποίες αναγνωρίζουν ιδίως την υπολειπόμενη αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση διαφορών μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση και των ευρωπαϊκών σχολείων, πέραν αυτών που είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων.
III – Συμπέρασμα
70.
Με βάση το σύνολο των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesarbeitsgericht:
«Το άρθρο 27, παράγραφοι 2 και 7, της Συμβάσεως σχετικά με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων, που συνήφθη στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1994 μεταξύ των κρατών μελών και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει την έννοια ότι απονέμει αρμοδιότητα στα δικαστήρια της χώρας της έδρας των ευρωπαϊκών σχολείων για την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ των εν λόγω σχολείων και των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων όσον αφορά τους όρους προσλήψεως και απολύσεως, κατά την έννοια του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1994 και 31 Αυγούστου 2011 προσληφθέντων προσώπων, εγκριθέντος από το Ανώτατο Συμβούλιο των σχολείων αυτών.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 212, σ. 3. Η εν λόγω Σύμβαση άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 2002.
( 3 ) Έγγραφο αριθ.: 2011-06-D‑24-fr-1.
( 4 ) Βλ. άρθρα 1 και 3 της Συμβάσεως του 1994. Τα ευρωπαϊκά σχολεία στα οποία εφαρμόζεται το καταστατικό ανέρχονται σήμερα σε δεκατέσσερα, έχουν περίπου 23000 μαθητές και απονέμουν το ευρωπαϊκό απολυτήριο. Πέντε από τα σχολεία αυτά είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο, τρία στη Γερμανία (μεταξύ των οποίων και το Europäische Schule München), δύο στο Λουξεμβούργο, ένα στην Ισπανία, ένα στην Ιταλία, ένα στην Ολλανδία και ένα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Από το 2005 και προκειμένου να αντιμετωπιστεί ιδίως η παρουσία οργανισμών της Ένωσης ή άλλων παρομοίων οργανισμών σε άλλα κράτη μέλη, το Ανώτατο Συμβούλιο ευρωπαϊκών σχολείων αποφάσισε να ιδρύσει ορισμένο αριθμό εγκεκριμένων ευρωπαϊκών σχολείων, τα αποκαλούμενα τύπου ΙΙ, τα οποία χορηγούν αντίστοιχη εκπαίδευση σε δεκατέσσερα ευρωπαϊκά σχολεία και τα οποία είναι επίσης εξουσιοδοτημένα να απονέμουν το ευρωπαϊκό απολυτήριο. Ωστόσο, τα εγκεκριμένα αυτά ευρωπαϊκά σχολεία, που ο αριθμός τους σήμερα ανέρχεται σε 9 (δύο στη Γαλλία, ένα στη Γερμανία, ένα στη Φινλανδία, ένα στην Ελλάδα, ένα στην Ιρλανδία, ένα στην Ιταλία, ένα στην Ολλανδία και ένα στο Ηνωμένο Βασίλειου), δεν παρατίθενται στο παράρτημα Ι της Συμβάσεως του 1994.
( 5 ) Recueil des traités des Nations unies, τόμος 443, σ. 129 (στο εξής: καταστατικό του 1957).
( 6 ) Recueil des traités des Nations unies, τόμος 752, σ. 267.
( 7 ) Βλ., αντίστοιχα, αποφάσεις Hurd (44/84, EU:C:1986:2, σκέψεις 20 έως 22) και Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑132/09, EU:C:2010:562, σκέψη 45).
( 8 ) Βλ., ιδίως, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (EU:C:2010:562, σκέψη 44). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι ευρωπαϊκές κοινότητες δεν είχαν σε καμία περίπτωση αναλάβει τις υποχρεώσεις των κρατών στο πλαίσιο των οργάνων που ιδρύθηκαν με το καταστατικό του 1957 και ότι το τελευταίο δεν προέβλεπε καμία δικαιοδοτική ρήτρα για το Δικαστήριο.
( 9 ) ΕΕ L 212, σ. 1.
( 10 ) Βλ., ιδίως, κατ’ αναλογία, απόφαση Bogiatzi (C‑301/08, EU:C:2009:649, σκέψη 23) και απόφαση Air Transport Association of America κ.λπ. (C‑366/10, EU:C:2011:864, σκέψη 73). Βλ., όσον αφορά τη Σύμβαση του 1994, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑132/09, EU:C:2010:342, σημείωση 46).
( 11 ) Απόφαση Miles κ.λπ. (C‑196/09, EU:C:2011:388).
( 12 ) Βλ. άρθρα 8 και 10 της Συμβάσεως του 1994.
( 13 ) Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της Συμβάσεως του 1994.
( 14 ) Έγγραφο αριθ.: 2007-D‑153-fr-6, σ. 18.
( 15 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑545/09, EU:C:2012:52, σκέψεις 41 και 48). Προηγουμένως το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων είχε χαρακτηρίσει τις διαδοχικές ετήσιες συμβάσεις που είχαν συναφθεί με πρόσωπο στο οποίο είχε ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων και το ευρωπαϊκό σχολείο Βρυξελλών ΙΙ ως σχέσεις εργασίας «υπό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου απολύτως διακριτό από το καθεστώς του αποσπασμένου στα ευρωπαϊκά σχολεία προσωπικού», γεγονός που προϋποθέτει ότι στο προσωπικό αυτό, αντίθετα απ’ ό,τι ισχύει για τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, έχει ανατεθεί μια αποστολή από τις εθνικές αρχές (βλ. απόφαση του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών της 22ας Ιουνίου 2001, προσφυγή 01/001, σ. 7). Η απόφαση αυτή, όπως όλες οι αποφάσεις του εν λόγω Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών, είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του τελευταίου
( 16 ) Βλ. Κανονισμό Υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού των ευρωπαϊκών σχολείων, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από το Ανώτατο Συμβούλιο στις 5 Δεκεμβρίου 2013, έγγραφο αριθ. 2011-04-D‑14-fr-3.
( 17 ) Βλ. αντίστοιχα άρθρα 1.2., 2, στοιχείο αʹ, και 1.3. του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία. Στις γραπτές παρατηρήσεις του το Europäische Schule München διευκρίνισε, εντούτοις, ότι τα «πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων» αντιπροσωπεύουν περίπου το 40 % του συνόλου του προσωπικού του σχολείου αυτού. Επίσης, σύμφωνα με έγγραφο του γενικού γραμματέα των ευρωπαϊκών σχολείων για τη μεταρρύθμιση του συστήματος των σχολείων αυτών το οποίο εγκρίθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο στις 23 Απριλίου 2009 (Έγγραφο αριθ.: 2009-D‑353-fr-4, σ. 5), ένας «μη δυνάμενος να συμπιεστεί» αριθμός προσώπων στα οποία ανατίθεται η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, που αντιστοιχεί περίπου στο 25 % του σχολικού δυναμικού των εκπαιδευτικών, είναι απαραίτητος.
( 18 ) Σκέψη 9, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως στην υπόθεση 12/12. Επικουρικά, το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων έκρινε ότι η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη με κύρια αιτιολογία ότι ο χρόνος επιτηρήσεως έπρεπε να θεωρηθεί ως «άλλη δραστηριότητα» συμπληρωματική της διδασκαλίας που δεν συνεπάγεται πρόσθετη αμοιβή.
( 19 ) Σκέψη 9, στοιχείο αʹ, της προπαρατεθείσας αποφάσεως.
( 20 ) Βλ., πρόσφατα για τα θέμα αυτό, ιδίως, Orzan, M. F., «Le immunità ed i privilegi delle organizzazioni internazionali», σε Del Vecchio A. (επιμέλεια), Diritto delle Organizzazioni Internazionali, Edizioni Scientifiche Italiane, 2012, σ. 243.
( 21 ) Υπενθυμίζω, για κάθε ενδεχόμενο, ότι το άρθρο 1.3 του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί η διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων προβλέπει ότι οι «συμβάσεις εργασίας είναι ετήσιες».
( 22 ) Βλ. ιδίως, απόφαση Gardella (C‑233/12, EU:C:2013:449, σκέψεις 25 και 26), σχετικά με υπάλληλο του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.
( 23 ) ΕΕ L 175, σ. 3.
( 24 ) Βλ., ιδίως, απόφαση Márquez Samohano (C‑190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Márquez Samohano (EU:C:2014:146, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Βλ., ιδίως, απόφαση Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑325/09 P, EU:T:2011:506, σκέψεις 57 και 62) καθώς και διάταξη Christoph κ.λπ. κατά Επιτροπής (F‑63/08, EU:F:2013:36, σκέψη 75). Πρέπει να σημειωθεί ότι στην απόφαση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 38) το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητά ότι η απαγόρευση της καταχρήσεως δικαιώματος αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης.
( 27 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Miles κ.λπ. (EU:C:2011:388, σκέψεις 39 και 42).
( 28 ) Βλ., ιδίως, απόφαση του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών της 30ής Ιουλίου 2007, προσφυγή 07/14, σκέψη 18, και απόφαση του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών της 15ης Οκτωβρίου 2009, προσφυγή 09/35, σκέψη 12.
( 29 ) Βλ. απόφαση του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών της 28ης Αυγούστου 2012, προσφυγή 12/35, σημείο 11.
( 30 ) Απόφαση Miles κ.λπ. (EU:C:2011:388, σκέψη 46). Συναφώς πρέπει να σημειωθεί ότι στην Έκθεση πεπραγμένων για το έτος 2013 (Έγγραφο αριθ.: 2014-02-D‑16-fr-2, της 11ης και 12ης Μαρτίου, σ. 11), ο πρόεδρος του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων, υπενθυμίζοντας και υιοθετώντας την «πρόταση» του Δικαστηρίου στην απόφαση Miles κ.λπ. (EU:C:2011:388, σκέψη 45) σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στα συμβαλλόμενα μέρη να αναμορφώσουν το σύστημα δικαστικής προστασίας που έχει θεσπιστεί με τη σύμβαση του 1994, θεωρεί ότι μια τέτοια αναμόρφωση θα επιτρέπει «τη διασφάλιση της πραγματικής τηρήσεως των δικαιωμάτων των προσώπων που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση» εν όψει «της διασφαλίσεως μιας δικαστικής προστασίας υπέρ των υποκειμένων σε αυτή προσώπων παρόμοιας με αυτή που απολαμβάνει κάθε πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
( 31 ) Πράγμα που μπορεί ενδεχομένως να αρκεί για τα αστικά και δικονομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) όσον αφορά γενικά τα ειδικά ένδικα βοηθήματα ενώπιον διεθνών οργανισμών που δεν διατηρούν τις ίδιες στενές σχέσεις με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που διατηρούν τα ευρωπαϊκά σχολεία (βλ., συναφώς, ιδίως, ΕΔΔΑ, απόφαση Waite και Kennedy κατά Γερμανίας της 19ης Φεβρουαρίου 1999, αριθ. προσφυγής 26083/94, CEDH 1999-I, § 67 και 73· απόφαση Chapman κατά Βελγίου της 5ης Μαρτίου 2013, αριθ. προσφυγής 39619/06, § 48 και 54.
( 32 ) Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και ως προς το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ορισμένα εθνικά δικαστήρια ελέγχουν κατά πόσο είναι πραγματικά αποτελεσματικός ο θεσπισθείς από τους διεθνείς οργανισμούς μηχανισμός επιλύσεως διαφορών σε θέματα εργασιακών διαφορών και, ελλείψει αποτελεσματικού χαρακτήρα του μηχανισμού αυτού, τα εν λόγω εθνικά δικαστήρια κρίνουν ότι είναι τα ίδια αρμόδια να αποφανθούν για τις διαφορές που τους έχουν υποβληθεί παρουσία συνδετικού στοιχείου. Βλ. συναφώς τα παραδείγματα που παραθέτει ο F. Orzan, όπ.π., υποσημείωση 20 ανωτέρω, σ. 260 και 265.
( 33 ) Στην προαναφερθείσα στην ανωτέρω υποσημείωση 30 Έκθεση πεπραγμένων για το έτος 2013, ο πρόεδρος του Οργάνου Εκδίκασης Προσφυγών των ευρωπαϊκών σχολείων αναφέρει ότι διευθύνει ομάδα εργασίας που έχει αναλάβει να υποβάλει στον γενικό γραμματέα του Ανωτάτου Συμβουλίου ευρωπαϊκών σχολείων πρόταση για τον «τρόπο ενισχύσεως της δικαστικής προστασίας στο σύστημα των ευρωπαϊκών σχολείων». Γενικά το Δικαστήριο δέχεται ότι μια διεθνής συμφωνία που θα συναφθεί με τρίτα κράτη μπορεί εγκύρως να του αναθέτει νέες δικαιοδοτικές αρμοδιότητες, υπό τον όρο η ανάθεση αυτή να μην αλλοιώνει την αποστολή του Δικαστηρίου όπως αυτή ορίζεται βάσει των Συνθηκών ΕΕ και ΛΕΕ (βλ., ιδίως, γνωμοδότηση 1/09, EU:C:2011:123, σκέψη 75). Μια τέτοια δυνατότητα πρέπει να γίνει δεκτή κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση διεθνούς συμφωνίας συναφθείσας αποκλειστικά μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης.
( 34 ) Γνωμοδότηση 1/09 (EU:C:2011:123, σκέψεις 80 έως 82).
Full & Egal Universal Law Academy