ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 24ης Φεβρουαρίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑506/13 Ρ
Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο AE
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Προσφυγή ακυρώσεως — Πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή — Διευρωπαϊκά δίκτυα — Σύμβαση χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης υπέρ του προγράμματος “Ward in Hand”, συναφθείσα στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος έρευνας στον τομέα της ιατρικής συνεργασίας — Μη τήρηση από τον δικαιούχο της συνδρομής των συμβατικών του υποχρεώσεων — Υποχρέωση επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών — Χρεωστικό σημείωμα — Πράξη μη υποκείμενη σε προσφυγή — Πράξη αναπόσπαστα συνδεδεμένη με το συμβατικό της πλαίσιο — Απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως — Ανταγωγή της Επιτροπής — Καταδίκη του δικαιούχου στην επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών — Τόκοι υπερημερίας»
1.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο επελήφθη αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής ( 2 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως της Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο ( 3 ) κατά χρεωστικού σημειώματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο της επέβαλε να επιστρέψει τα ποσά που η Επιτροπή έκρινε ότι είχε καταβάλει αχρεωστήτως στην εταιρία αυτή στο πλαίσιο συμβάσεως έρευνας, και, αφετέρου, έκανε δεκτή στο σύνολό της την ανταγωγή με την οποία η Επιτροπή, απαντώντας στην προσφυγή, ζήτησε την ανάκτηση των επίδικων ποσών πλέον τόκων υπερημερίας.
2.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στην περίπτωση αυτή, ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε και ότι δεν αποτελούσε πράξη υποκείμενη σε προσφυγή, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
3.
Το Δικαστήριο καλείται, επομένως, να τοποθετηθεί, κατ’ αρχάς, επί μιας σχετικώς σταθερής νομολογιακής γραμμής του Γενικού Δικαστηρίου, την οποία δεν είχε ποτέ μέχρι σήμερα την ευκαιρία να εξετάσει και σύμφωνα με την οποίαν οι μονομερείς πράξεις, όπως το επίδικο χρεωστικό σημείωμα, που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα στο πλαίσιο της εκτελέσεως συμβάσεων που έχουν συνάψει με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφόσον είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με το συμβατικό τους πλαίσιο, έστω και αν εμφανίζονται ως εκτελεστές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, δεν μπορούν να προσβληθούν με την προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, αλλά μόνον με την προσφυγή του άρθρου 272 ΣΛΕΕ που αφορά τις συμβάσεις. Το Δικαστήριο καλείται, επομένως, να κρίνει —όπως ζητεί η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως— αν η εν λόγω νομολογιακή γραμμή πρέπει να επικυρωθεί ή να ανατραπεί ή αν επιδέχεται εξαιρέσεις.
4.
Τίθεται, με άλλα λόγια, το ερώτημα αν, κατά το δίκαιο της Ένωσης, η ένδικη προστασία των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία συνάπτουν συμβάσεις με τα θεσμικά όργανα, τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι μονομερών πράξεων που εκδίδουν τα όργανα αυτά στο πλαίσιο της εκτελέσεως των εν λόγω συμβάσεων εμπίπτει στη δικαιοδοσία του ακυρωτικού δικαστηρίου —και, αν ναι, υπό ποιους όρους— ή αν, αντιθέτως, στο πλαίσιο του συστήματος ένδικων βοηθημάτων που προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ, πρέπει να καθιερωθεί η σαφής διάκριση του τομέα των συμβατικών διαφορών από εκείνον των ακυρωτικών διαφορών και, ως εκ τούτου, να καθιερωθεί αυτό που σε ορισμένες έννομες τάξεις αποκαλείται «ένσταση παράλληλης προσφυγής» ( 4 ).
5.
Μετά την απάντηση που θα δώσει στο κύριο αυτό ζήτημα, το Δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει επιπλέον τους εννέα λοιπούς λόγους αναιρέσεως που προβάλλει με το δικόγραφό της η αναιρεσείουσα και να κρίνει αν, στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς ως βάσιμο το αίτημα ανακτήσεως των φερόμενων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών πλέον τόκων υπερημερίας.
I – Το ιστορικό της διαφοράς
6.
Από τις σκέψεις 1 έως 8 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και από τις γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων προκύπτει ότι η Λητώ Μαιευτικό είναι μαιευτήριο και μέλος συμπράξεως η οποία, στο πλαίσιο του προγράμματος e-TEN που εντάσσεται στην πολιτική των διευρωπαϊκών δικτύων, συνήψε στις 12 Μαΐου 2004 με την Επιτροπή τη σύμβαση C510743 με αντικείμενο το πρόγραμμα «Ward In Hand» (WIH) ( 5 ), ένα ειδικό πρόγραμμα έρευνας στον τομέα της ιατρικής συνεργασίας.
7.
Το άρθρο 19 των γενικών όρων που περιέχονται στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω συμβάσεως ( 6 ) διευκρίνιζε τα εξής:
«1. Αν οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί αχρεωστήτως σε συμμετέχοντα ή αν δικαιολογείται ανάκτηση σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως, ο δικαιούχος δεσμεύεται να επιστρέψει στην Επιτροπή το εν λόγω ποσό με τους όρους και κατά τον χρόνο που αυτή θα ορίσει.
2. Αν ο δικαιούχος δεν επιστρέψει το ποσό κατά την ορισθείσα από την Επιτροπή ημερομηνία, το ποσό οφείλεται εντόκως με το επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο [3, παράγραφος 6, των γενικών όρων]. Οι τόκοι υπερημερίας καλύπτουν την περίοδο από την επομένη της δήλης ημέρας για την καταβολή μέχρι το βράδυ της ημέρας κατά την οποία η Επιτροπή θα έχει εισπράξει το σύνολο του οφειλόμενου ποσού.
Κάθε δόση εξυπηρετεί κατ’ αρχάς την κάλυψη των δαπανών και των τόκων υπερημερίας και στη συνέχεια την αποπληρωμή της κύριας οφειλής.»
8.
Στο πλαίσιο της εκτελέσεως του εν λόγω προγράμματος, το οποίο άρχισε την 1η Μαΐου 2004 και ολοκληρώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2006, η Λητώ Μαιευτικό έλαβε από την Ένωση χρηματοδοτική συνδρομή συνολικού ύψους 99349,50 ευρώ.
9.
Με έγγραφο της 29ης Απριλίου 2009, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Λητώ Μαιευτικό ότι επρόκειτο να υποβληθεί σε οικονομικό έλεγχο σχετικά με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα WIH και ότι έπρεπε να προσκομίσει τα φύλλα χρόνου εργασίας του προσωπικού που είχε απασχολήσει στο πλαίσιο αυτό, με καταγεγραμμένες τις διατεθείσες ώρες εργασίας για τις οποίες ζητούσε απόδοση των δαπανών. Κατά τον έλεγχο αυτόν, ο οποίος διενεργήθηκε από τις 4 έως τις 6 Αυγούστου 2009, η Λητώ Μαιευτικό δεν προσκόμισε τα εν λόγω φύλλα.
10.
Με έγγραφο της 20ής Οκτωβρίου 2009, η Επιτροπή κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα το σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου, από το οποίο προέκυπτε ότι η τελευταία δεν είχε υποβάλει τα εν λόγω φύλλα χρόνου εργασίας, και την κάλεσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
11.
Με ηλεκτρονικά μηνύματα της 13ης και της 16ης Νοεμβρίου 2009, η αναιρεσείουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του σχεδίου εκθέσεως του οικονομικού ελέγχου, καθώς και τα φύλλα χρόνου εργασίας που αφορούσαν τις εργασίες του προγράμματος.
12.
Με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 2009, στο οποίο επισυνάφθηκε η τελική έκθεση οικονομικού ελέγχου, η Επιτροπή ενέμεινε στα πορίσματα που είχαν διατυπωθεί στο σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου.
13.
Στις 25 Οκτωβρίου 2010, η Επιτροπή απηύθυνε στην αναιρεσείουσα έγγραφο με το οποίο την ενημέρωσε για την πρόθεσή της να κινήσει τη διαδικασία ανακτήσεως και την κάλεσε να της επιστρέψει το ποσό των 93778,90 ευρώ.
14.
Αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας, η Επιτροπή, με έγγραφο της 24ης Μαΐου 2011, μείωσε το προς ανάκτηση ποσό σε 83001,09 ευρώ. Η αναιρεσείουσα υπέβαλε συναφώς τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 2011.
15.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, η Επιτροπή κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα χρεωστικό σημείωμα με ημερομηνία εκδόσεως 9 Σεπτεμβρίου 2011 ( 7 ), με το οποίο την κάλεσε να επιστρέψει το ποσό των 83001,09 ευρώ μέχρι τις 24 Οκτωβρίου 2011.
16.
Στο τμήμα υπό τον τίτλο «Όροι πληρωμής», το χρεωστικό σημείωμα ανέφερε τα εξής:
«Όροι πληρωμής:
1.
Τα τραπεζικά έξοδα βαρύνουν εξ ολοκλήρου εσάς, εκτός εάν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή σας η οδηγία 2007/64/ΕΚ για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά.
2.
Η Επιτροπή επιφυλάσσεται του δικαιώματός της να προβεί, μετά από προηγούμενη ενημέρωση, σε συμψηφισμό στην περίπτωση αμοιβαίων οφειλών, οι οποίες είναι βέβαιες, ορισμένες και απαιτητές.
3.
Αν ο λογαριασμός της Επιτροπής δεν έχει πιστωθεί κατά τη δήλη ημέρα, η βεβαιωμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση οφειλή παράγει τόκους με το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, όπως αυτό δημοσιεύεται στην [Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης], σειρά C, το οποίο εφαρμόζεται από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα της δήλης ημέρας [Οκτώβριος 2011 + 3,5 %].
4.
Αν ο λογαριασμός της Επιτροπής δεν έχει πιστωθεί κατά τη δήλη ημέρα, η Επιτροπή δύναται:
—
να προβεί στην κατάπτωση κάθε χρηματοοικονομικής εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση,
—
να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει του άρθρου [299 ΣΛΕΕ],
—
να ενημερώσει για τη μη πληρωμή τη βάση δεδομένων στην οποίαν έχουν πρόσβαση οι διαχειριστές του κοινοτικού προϋπολογισμού και να τη διατηρήσει εκεί μέχρι την είσπραξη ολόκληρου του ποσού,
—
να δημοσιεύσει το όνομα του οφειλέτη που καταδικάστηκε στην πληρωμή με δικαστική απόφαση.»
17.
Με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 2011, η Επιτροπή υπενθύμισε στην αναιρεσείουσα την απαίτησή της, υπογραμμίζοντας ότι οφείλονται επ’ αυτής τόκοι έως 5 % κατ’ έτος, δηλαδή 11,37 ευρώ ανά ημέρα υπερημερίας, με αποτέλεσμα, στις 18 Νοεμβρίου 2011, οι απαιτητοί τόκοι να ανέρχονται στο ποσό των 284,25 ευρώ.
II – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
18.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Οκτωβρίου 2011, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως του επίδικου χρεωστικού σημειώματος.
19.
Με χωριστό δικόγραφο με την ίδια ημερομηνία, η Λητώ Μαιευτικό ζήτησε επίσης την αναστολή εκτελέσεως του επίδικου χρεωστικού σημειώματος, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε με τη διάταξη Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής ( 8 ).
20.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, κατ’ αρχάς, την προσφυγή ακυρώσεως της Λητώ Μαιευτικό ως απαράδεκτη (σκέψεις 19 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), καθώς έκρινε κατ’ ουσίαν, ευθυγραμμιζόμενο, μεταξύ άλλων, και με τη διάταξη που είχε εκδοθεί επί της προηγούμενης υποθέσεως Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής ( 9 ), ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα, το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο της συμβάσεως που συνδέει την αναιρεσείουσα με την Επιτροπή, δεν περιλαμβάνεται στις πράξεις των οποίων η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από τα δικαστήρια της Ένωσης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
21.
Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε στη συνέχεια την ανταγωγή που άσκησε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, με αίτημα να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 83944,80 ευρώ, δηλαδή τα 83001,09 ευρώ της κύριας οφειλής και τα 943,71 ευρώ στα οποία ανέρχονταν οι τόκοι υπερημερίας στις 15 Ιανουαρίου 2012.
22.
Το Γενικό Δικαστήριο, αφού εξέτασε το παραδεκτό της ανταγωγής και τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί αυτής (σκέψεις 35 έως 41), δέχθηκε την ανταγωγή (σκέψεις 42 έως 81). Ως εκ τούτου, υποχρέωσε τη Λητώ Μαιευτικό να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 83001,09 ευρώ ως κύρια οφειλή και το ποσό των 11,37 ευρώ ημερησίως ως τόκους υπερημερίας, οφειλόμενους για το διάστημα από τις 25 Οκτωβρίου 2011 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση της κύριας οφειλής. Καταδίκασε, επίσης, τη Λητώ Μαιευτικό στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
23.
Το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως θα παρατεθεί, κατά το μέρος που είναι αναγκαίο, κατά την εξέταση των διαφόρων λόγων αναιρέσεως.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
24.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2013, η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
25.
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, η αναιρεσείουσα υπέβαλε, βάσει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26.
Με τη διάταξη Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής ( 10 ), η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε.
27.
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
—
να κρίνει την υπόθεση κατ’ ουσίαν ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής,
—
να απορρίψει την ανταγωγή της Επιτροπής καθ’ όλα τα κεφάλαιά της,
—
να ακυρώσει το επίδικο χρεωστικό σημείωμα, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
—
να δεχθεί την ανταγωγή της Επιτροπής καθ’ όλα τα αιτήματά της,
—
να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως του επίδικου χρεωστικού σημειώματος, και
—
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων αυτής της δίκης, καθώς και της διαδικασίας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
IV – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
29.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παρουσιάζει ένα στοιχείο περιπλοκότητας, καθώς, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε με μία μόνον απόφαση, αφενός, επί προσφυγής ακυρώσεως που είχε ασκηθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ενεργώντας ως ακυρωτικό δικαστήριο και απορρίπτοντάς την ως απαράδεκτη, και, αφετέρου, επί ανταγωγής, την οποίαν άσκησε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ με αίτημα την ανάκτηση από την αναιρεσείουσα των, κατά την άποψή της, αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, ενεργώντας ως δικαστήριο της συμβάσεως, δεχόμενο την ανταγωγή αυτή τόσο ως προς το παραδεκτό όσο και ως προς την ουσία της.
30.
Επιβάλλεται, μάλιστα, η επισήμανση ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, χωρίς να αποφανθεί ρητώς επ’ αυτού και αποκλίνοντας από την ίδια του τη νομολογία ( 11 ), αίτημα που διατύπωσε η αναιρεσείουσα στο υπόμνημα απαντήσεως που υπέβαλε κατά την πρωτοβάθμια δίκη ( 12 ), προκειμένου να επαναχαρακτηριστεί η προσφυγή ακυρώσεως ως προσφυγή λόγω διαφοράς εκ συμβάσεως.
31.
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν αρμόδιο να επιληφθεί της ανταγωγής της Επιτροπής ( 13 ), στηριζόμενο, κατ’ ουσίαν, στην εξυπηρέτηση της οικονομίας της δίκης και στην προτεραιότητα που αναγνωρίζεται στο δικαστήριο που επελήφθη το πρώτον της υποθέσεως ( 14 ), παραπέμποντας δε συναφώς στη διάταξη Επιτροπή κατά IAMA Consulting ( 15 ).
32.
Ωστόσο, η μάλλον ασυνήθης αυτή ενέργεια ( 16 ), στην οποίαν η αναιρεσείουσα επιχείρησε εις μάτην να αντιταχθεί με το υπόμνημά της απαντήσεως κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν αμφισβητείται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
33.
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως και τα επιχειρήματα που προβάλλει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της αιτήσεώς της αναιρέσεως βάλλουν τόσο κατά του κεφαλαίου της αποφάσεως που απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως όσο και κατά του κεφαλαίου της που δέχεται την ανταγωγή ως βάσιμη. Ωστόσο, ενώ ο πρώτος της λόγος αναιρέσεως βάλλει σαφώς και αποκλειστικά κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου κατά το μέρος που απορρίπτει την προσφυγή ακυρώσεως ως απαράδεκτη, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως είναι πολύ πιο ασαφείς. Μολονότι επιδιώκουν κατ’ ουσίαν να ακυρωθεί η επί της ουσίας κρίση του Γενικού Δικαστηρίου επί της ανταγωγής της Επιτροπής, με ορισμένους από αυτούς καταγγέλλεται στην πραγματικότητα η απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως ως απαράδεκτης και οι συνέπειές της, γεγονός που περιπλέκει την εξέταση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
34.
Τα στοιχεία αυτά μου υπαγορεύουν να εξετάσω όλους τους λόγους αναιρέσεως, καίτοι θεωρώ ότι, αν το Δικαστήριο δεχθεί, όπως προτείνω, τον πρώτο λόγο αναιρέσεως της αναιρεσείουσας και αναιρεθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, αυτή θα αναιρεθεί στο σύνολό της, οπότε θα παρέλκει, πλέον, λογικά η κρίση επί των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
V – Επί της κρίσεως περί του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως
Α — Επί του χαρακτηρισμού του επίδικου χρεωστικού σημειώματος (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
1. Σύνοψη της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου
35.
Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, κατ’ αρχάς, ότι είχε καλέσει την αναιρεσείουσα να δηλώσει αν υπήρχαν ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν διαφορετική εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής της από εκείνη βάσει της οποίας είχε απορρίψει ως απαράδεκτη προηγούμενη προσφυγή ακυρώσεως σε υπόθεση με παρόμοιο αντικείμενο, με τη διάταξή του της 12ης Οκτωβρίου 2011, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής ( 17 ).
36.
Παραπέμποντας στην ίδια αυτή διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη συνέχεια, τη νομολογία του κατά την οποίαν, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης ελέγχουν τη νομιμότητα των πράξεων που έχουν εκδοθεί από τα θεσμικά όργανα και προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, μεταβάλλοντας σημαντικά τη νομική τους κατάσταση ( 18 ). Διευκρίνισε, αφενός, ότι η αρμοδιότητα αυτή αφορά μόνον τις πράξεις που καλύπτονται από το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, δηλαδή τις πράξεις που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα υπό τις προβλεπόμενες στη Συνθήκη ΛΕΕ προϋποθέσεις, κάνοντας χρήση των προνομίων δημόσιας εξουσίας τις οποίες έχουν ( 19 ). Πρόσθεσε, αφετέρου, ότι οι εκδιδόμενες από τα θεσμικά όργανα πράξεις που εντάσσονται σε αμιγώς συμβατικό πλαίσιο με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες δεν περιλαμβάνονται, λόγω ακριβώς της φύσεώς τους, στις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 288 ΣΛΕΕ, των οποίων η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ ( 20 ).
37.
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι μπορούσε να επιληφθεί παραδεκτώς προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μόνον εφόσον το χρεωστικό σημείωμα αποσκοπούσε στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων τα οποία υπερέβαιναν τα αποτελέσματα εκ της συμβάσεως και προϋπέθεταν την άσκηση των προνομίων δημόσιας εξουσίας που έχουν απονεμηθεί στην Επιτροπή ως διοικητική αρχή ( 21 ).
38.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, εν προκειμένω, ότι το χρεωστικό σημείωμα εντασσόταν στο πλαίσιο της συμβάσεως που συνέδεε την Επιτροπή με την αναιρεσείουσα, καθόσον είχε ως αντικείμενο την είσπραξη οφειλής στηριζόμενης στις ρήτρες της συμβάσεως ( 22 ).
39.
Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, σε αντίθεση με όσα υποστήριζε η αναιρεσείουσα, το επίδικο χρεωστικό σημείωμα ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το συμβατικό πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν και ότι από κανένα στοιχείο δεν μπορούσε να συναχθεί ότι η Επιτροπή είχε ενεργήσει κάνοντας χρήση των προνομίων της δημόσιας εξουσίας ( 23 ).
40.
Έκρινε, τέλος, ότι οι αναφορές που περιλαμβάνονται στο χρεωστικό σημείωμα υπό την επικεφαλίδα «Όροι πληρωμής», παρά τον διφορούμενο χαρακτήρα τους, δεν επαρκούσαν ώστε να χαρακτηριστεί το επίδικο χρεωστικό σημείωμα ως «οριστική πράξη» ( 24 ).
2. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
41.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 28 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν είχε εκτελεστό χαρακτήρα και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Ισχυρίζεται ότι το εν λόγω χρεωστικό σημείωμα αντιστοιχεί ακριβώς στην εκτελεστή απόφαση για την έκδοση της οποίας επιφυλάχθηκε η Επιτροπή στο άρθρο 19, παράγραφος 5, των γενικών όρων.
42.
Ο εκτελεστός χαρακτήρας του εν λόγω χρεωστικού σημειώματος επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, αφενός, τάσσει μονομερώς δήλη ημέρα για την πληρωμή του προς επιστροφή ποσού, μετά την οποίαν άρχισαν να τρέχουν οι τόκοι υπερημερίας, και, αφετέρου, περιέχει ρητή αναφορά στη δυνατότητα της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 299 ΣΛΕΕ.
43.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι αυτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, στο μέτρο που επιδιώκει την επανεξέταση της πρωτόδικης αποφάσεως. Ισχυρίζεται ότι ο λόγος αυτός είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος, καθώς το Γενικό Δικαστήριο, εφαρμόζοντας πάγια νομολογία ( 25 ), έκρινε ορθώς και σύμφωνα με την αρχή του δεδικασμένου ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν αποτελούσε εκτελεστή πράξη, αλλά προπαρασκευαστική πράξη αμιγώς ενημερωτικού χαρακτήρα, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο αμιγώς συμβατικής διαφοράς. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν αποτελεί την έκφραση προνομίου δημόσιας εξουσίας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποσπαστεί από το συμβατικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ( 26 ).
44.
Η Επιτροπή επισημαίνει, εξάλλου, ότι το γεγονός ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα όριζε προϋποθέσεις πληρωμής και τόκους υπερημερίας δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του ως «μη εκτελεστής πράξεως».
3. Εκτίμηση
α) Επί του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως
45.
Επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η επισήμανση ότι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι η αναιρεσείουσα επιδιώκει στην πραγματικότητα την επανεξέταση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου. Η αναιρεσείουσα, όμως, ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν περιλαμβάνεται στις πράξεις των οποίων η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από τα δικαστήρια της Ένωσης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Η εκτίμηση αυτή αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, ο οποίος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου ( 27 ).
β) Επί του βασίμου του λόγου αναιρέσεως
46.
Υπενθυμίζω ότι, στο πρώτο μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν περιλαμβανόταν στις πράξεις των οποίων η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από τα δικαστήρια της Ένωσης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ ( 28 ).
47.
Τονίζω εκ προοιμίου ότι, κατά την άποψή μου, το συμπέρασμα αυτό ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.
48.
Είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ακολουθεί την από πολλών ετών νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου ( 29 ), η οποία έχει μέχρι σήμερα εφαρμοστεί τακτικά ( 30 ), έστω και με διαφορετική αιτιολογία ( 31 ), στις προσφυγές ακυρώσεως οι οποίες βάλλουν κατά των πράξεων που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα, οι υπηρεσίες ή οι οργανισμοί της Ένωσης στο πλαίσιο συμβάσεων όπως η επίδικη, ιδίως δε κατά των χρεωστικών σημειωμάτων που εκδίδει η Επιτροπή με σκοπό την ανάκτηση ποσών αχρεωστήτως καταβληθέντων σε αντισυμβαλλομένους στο πλαίσιο προγραμμάτων ενισχύσεως ή χρηματοδοτήσεως ( 32 ). Σε όλες αυτές τις αποφάσεις ( 33 ), το Γενικό Δικαστήριο θεωρεί κατά κανόνα ότι τα εν λόγω χρεωστικά σημειώματα δεν μπορούν να αποσπαστούν από το συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκαν, με αποτέλεσμα να μην υπόκεινται σε προσφυγή ακυρώσεως.
49.
Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα την ευκαιρία να εξετάσει τη νομολογία αυτή και τις βασικές της θέσεις και, για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να την εξετάσει λεπτομερώς και να αποφανθεί, ειδικότερα, επί του σκεπτικού και των κριτηρίων βάσει των οποίων το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπόκεινται σε προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ οι πράξεις που παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά και το περιεχόμενο του επίδικου χρεωστικού σημειώματος.
50.
Με το επίδικο χρεωστικό σημείωμα, η Επιτροπή απαίτησε από την αναιρεσείουσα να της επιστρέψει τα ποσά που θεώρησε ότι είχε καταβάλει αχρεωστήτως στο πλαίσιο του προγράμματος WIH και έταξε προθεσμία μετά την οποία θα άρχιζε η τοκοφορία των εν λόγω ποσών. Το σημείωμα αυτό, εξάλλου, εμφανιζόταν ως εκτελεστό, καθόσον απειλούσε την αναιρεσείουσα με αναγκαστική εκτέλεση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 299 ΣΛΕΕ ( 34 ). Αυτά ακριβώς τα στοιχεία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προκειμένου να αποδείξει ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα αποτελούσε πράξη υποκείμενη σε προσφυγή.
51.
Επιβάλλεται, συναφώς, η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να επιτρέπεται έναντι όλων των αποφάσεων των θεσμικών οργάνων, ανεξαρτήτως της φύσεως ή του τύπου τους, οι οποίες έχουν ως σκοπό την παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων ( 35 ) και, ειδικότερα, δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων, ικανών να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος μεταβάλλοντας σημαντικά τη νομική του κατάσταση ( 36 ).
52.
Κατά συνέπεια, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια πράξη εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, αυτό που πρέπει κατά βάση να ληφθεί υπόψη είναι η ουσία της, ήτοι, τρόπον τινά, την εντελέχειά της. Αντιθέτως, η φύση και ο τύπος της πράξεως, η νομική της βάση, καθώς και η διαδικασία και το πλαίσιο εκδόσεώς της, είναι, κατ’ αρχήν, αδιάφορα για τον χαρακτηρισμό της ως πράξεως υποκείμενης σε προσφυγή ( 37 ).
53.
Πρέπει να τονιστεί, συναφώς, ότι η πάγια αυτή προσέγγιση του Δικαστηρίου υπαγορεύεται από την ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των αιτούντων αυτήν έναντι των πράξεων των θεσμικών οργάνων ( 38 ), καθώς ο δικαστικός έλεγχος των πράξεων αυτών συνιστά το ίδιο το θεμέλιο της ιδέας της Ένωσης δικαίου ( 39 ).
54.
Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν αποτελούσε πράξη υποκείμενη σε προσφυγή, λαμβάνοντας υπόψη όχι την ουσία της, δηλαδή τα επιδιωκόμενα με αυτήν αποτελέσματα, αλλά μόνον το αντικείμενό της ( 40 ), το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε και το περιεχόμενο του συμβατικού όρου κατ’ εφαρμογήν ή βάσει του οποίου εκδόθηκε ( 41 ).
55.
Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε κατ’ αρχάς ( 42 ), αφενός, ότι η δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Ένωσης να ελέγχουν τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων, υπηρεσιών και οργανισμών της Ένωσης αφορά «μόνο τις πράξεις που καλύπτονται από το άρθρο 288 ΣΛΕΕ» —διευκρίνιση που έρχεται σε σαφή αντίθεση προς τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 43 )—, εφόσον αυτές εκδόθηκαν «υπό τις προβλεπόμενες στη ΣΛΕΕ προϋποθέσεις» και με «χρήση των προνομίων δημόσιας εξουσίας» —διευκρινίσεις που δεν απαντούν στη νομολογία του Δικαστηρίου.
56.
Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ( 44 ) ότι οι εκδιδόμενες από τα θεσμικά όργανα πράξεις που εντάσσονται σε αμιγώς συμβατικό πλαίσιο με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες «δεν περιλαμβάνονται, λόγω ακριβώς της φύσεώς τους, μεταξύ των πράξεων που προβλέπει το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, των οποίων η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ».
57.
Η κρίση αυτή έρχεται επίσης σε αντίθεση με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 45 ), το οποίο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι σημασία δεν έχει η φύση της προσβαλλομένης πράξεως, αλλά η ουσία της και τα αποτελέσματα που επιδιώκει έναντι τρίτων.
58.
Επιβάλλεται, πρωτίστως, η παρατήρηση ότι η παραδοχή αυτή, στην οποία στηρίζει το σκεπτικό του το Γενικό Δικαστήριο, αποτελεί συγχρόνως και το συμπέρασμά του, χωρίς να διευκρινίζεται ούτε για ποιο λόγο το επίδικο χρεωστικό σημείωμα είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το συμβατικό του πλαίσιο ούτε, πολλώ μάλλον, ποια κριτήρια χρησιμοποιήθηκαν για τη συναγωγή του συμπεράσματος αυτού.
59.
Ο συνδυασμός των δύο αυτών στοιχείων οδηγεί τελικώς το Γενικό Δικαστήριο σε μια «επαναδιατύπωση του ορισμού» της έννοιας της «υποκείμενης σε προσφυγή πράξεως», στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
60.
Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει ότι η προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως όπως το επίδικο χρεωστικό σημείωμα είναι παραδεκτή μόνο στο μέτρο που η πράξη αυτή αποσκοπεί στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων που υπερβαίνουν τα αποτελέσματα της συμβάσεως και προϋποθέτει την άσκηση των προνομίων δημόσιας εξουσίας που έχουν απονεμηθεί στην Επιτροπή ως διοικητική αρχή.
61.
Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά εν προκειμένω ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν συντρέχουν για τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι ότι τα επίδικα ποσά καταβλήθηκαν δυνάμει της συμβάσεως. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το αίτημα επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στηρίζεται σε δικαίωμα προβλεπόμενο από το άρθρο 19, παράγραφος 1, των γενικών όρων. Τέλος, ο τρίτος λόγος είναι ότι, σύμφωνα με τη διατύπωσή του, το επίδικο χρεωστικό σημείωμα απαιτούσε την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών «σύμφωνα με το άρθρο 19 των γενικών όρων». Το Γενικό Δικαστήριο συνάγει εξ αυτού το συμπέρασμα ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα είχε ως αντικείμενο την προβολή των αξιώσεων που στήριζε η Επιτροπή στις ρήτρες της συμβάσεως και δεν αποσκοπούσε στην παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων οφειλόμενων στην άσκηση των προνομίων δημόσιας εξουσίας που διαθέτει το όργανο αυτό δυνάμει του δικαίου της Ένωσης.
62.
Μόνον εμμέσως, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο στο γεγονός ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα εμφανιζόταν ως εκτελεστός τίτλος, καθόσον έκανε μνεία του άρθρου 299 ΣΛΕΕ. Περιορίζεται να επισημάνει, συναφώς, ότι οι αναφορές που περιέχονται στο χρεωστικό σημείωμα υπό την επικεφαλίδα «Όροι πληρωμής», παρά τον διφορούμενο χαρακτήρα τους, δεν αρκούν ώστε να θεωρηθεί το επίδικο χρεωστικό σημείωμα ως «οριστική πράξη».
63.
Επισημαίνεται ότι η διευκρίνιση αυτή, η οποία παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στη νομολογία IBM ( 46 ), σύμφωνα με την οποίαν οι προπαρασκευαστικές πράξεις δεν υπόκεινται σε προσφυγή, δύσκολα γίνεται κατανοητή, στον βαθμό που δεν συνδέεται με την προηγηθείσα ανάλυση.
64.
Το πιο σημαντικό στοιχείο, ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε, στην πραγματικότητα, να εξετάσει αν το επίδικο χρεωστικό σημείωμα, ως εκ της ίδιας της ουσίας του, υπό την προαναφερθείσα έννοια, και, ειδικότερα, λόγω της απειλής αναγκαστικής εκτελέσεως, μπορούσε να θεωρηθεί ικανό να παραγάγει χωριστά έννομα αποτελέσματα και, με την ιδιότητα αυτή και μόνον, να αποσυνδεθεί από το συμβατικό του πλαίσιο και να θεωρηθεί, επομένως, υποκείμενο σε προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
65.
Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν μπορούσε να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως, διότι ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το συμβατικό του περιεχόμενο, ενώ, λαμβανομένης υπόψη της ουσίας του και, ιδίως, του ότι έφερε τα χαρακτηριστικά εκτελεστής πράξεως, έπρεπε να κριθεί ότι μπορούσε να αποσυνδεθεί από το συμβατικό του πλαίσιο και, επομένως, να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως.
66.
Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, απευθύνοντας στην αναιρεσείουσα χρεωστικό σημείωμα το οποίο παρουσίασε ως εκτελεστό, δεν συμπεριφέρθηκε ως αντισυμβαλλομένη, αλλά ως διοικητική αρχή η οποία έκανε χρήση των προνομίων της δημόσιας εξουσίας προκειμένου να επιτύχει την καταβολή των ποσών των οποίων ζητούσε την επιστροφή.
67.
Το γεγονός ότι η έκδοση μιας τέτοιας εκτελεστής αποφάσεως προβλεπόταν ακριβώς στο άρθρο 19, παράγραφος 5, των γενικών όρων δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη υποκείμενη σε προσφυγή. Πράγματι, η ένδικη προστασία του αντισυμβαλλομένου επιβάλλει δικαίωμα προσφυγής ακυρώσεως σε αντιστοιχία προς το «προνόμιο» που έχει αναγνωριστεί στην Επιτροπή· σε διαφορετική περίπτωση, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή μπορεί να αποτελέσει συγχρόνως κριτή και συμβαλλόμενο μέρος στο πλαίσιο της εκτελέσεως της επίδικης συμβάσεως.
68.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι, με το να κρίνει ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα, το Γενικό Δικαστήριο παρεξέκλινε από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα είναι, επομένως, βάσιμος και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει, για τον λόγο αυτόν, να αναιρεθεί.
Β — Επί των συνεπειών της αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου
69.
Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να την κρίνει εκείνο.
70.
Το Γενικό Δικαστήριο, στο μέτρο που έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή της αναιρεσείουσας για την ακύρωση του επίδικου χρεωστικού σημειώματος, δεν εξέτασε ούτε τους λόγους ακυρώσεως ούτε τα ουσιαστικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της προσφυγής αυτής· ως εκ τούτου, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί σε εκείνο προκειμένου να αποφανθεί συναφώς.
71.
Όπως επισήμανα ανωτέρω ( 47 ), το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω συνεπάγεται την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο, ως δικαστήριο της συμβάσεως, δέχθηκε το παραδεκτό και το βάσιμο της ανταγωγής της Επιτροπής.
72.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, παρέλκει η κρίση επί των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι αμφισβητούν γενικά, στο σύνολό τους, την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά το βάσιμο της ανταγωγής της Επιτροπής.
73.
Θεωρώ, ωστόσο, σκόπιμο, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως και για την περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να μην ακολουθήσει τη κύρια πρότασή μου, να παράσχω σε αυτό πλήρη ενημέρωση σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση και, επομένως, να εξετάσω και τους λοιπούς εννέα λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα ( 48 ).
VI – Επί της εκτιμήσεως του βασίμου της ανταγωγής
74.
Με τον δεύτερο, τον πέμπτο και τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί κατ’ ουσίαν την εκτίμηση από το Γενικό Δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η ίδια προς στήριξη του αιτήματός της περί απορρίψεως της ανταγωγής της Επιτροπής ως αβάσιμης. Ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση της έννοιας του «αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού» (δεύτερος λόγος αναιρέσεως). Υπέπεσε δε εξάλλου σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της νομικής φύσεως των φύλλων χρόνου εργασίας (πέμπτος λόγος αναιρέσεως) και των μεθόδων εκτιμήσεως των δαπανών («cost models») (έβδομος λόγος αναιρέσεως).
75.
Με τον τρίτο και τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα καταγγέλλει, κατ’ ουσίαν, παράβαση των επιταγών του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς το τελευταίο δεν έλαβε υπόψη ορισμένα από τα επιχειρήματά της και αγνόησε τις αρχές του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και της ισότητας των όπλων.
76.
Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την κατάχρηση εξουσίας που προσάπτεται στην Επιτροπή ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.
77.
Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα καταγγέλλει την απόρριψη από το Γενικό Δικαστήριο του λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η ίδια σε σχέση με έλλειψη αιτιολογίας του επίδικου χρεωστικού σημειώματος.
78.
Τέλος, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως αφορά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την εκτίμηση του λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα σχετικά με παραβίαση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
79.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως ως απαράδεκτοι, καθώς η αναιρεσείουσα επιδιώκει την εν γένει επανεξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας και περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένα τους κανόνες δικαίου που παρέβη το Γενικό Δικαστήριο ή τα συγκεκριμένα σημεία του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που επικρίνει. Εξετάζει, ωστόσο, τους διάφορους λόγους αναιρέσεως επί της ουσίας ( 49 ) και ζητεί, σε κάθε περίπτωση, την απόρριψή τους ως αβάσιμων.
Α — Επί της πεπλανημένης εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία περί του αβασίμου της ανταγωγής (δεύτερος, πέμπτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως)
1. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την παραμόρφωση του περιεχομένου της νομικής έννοιας του «αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού»
80.
Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της νομικής έννοιας του, κατά το άρθρο 1376 του βελγικού αστικού κώδικα, «αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού», καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 26 και 47 έως 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή της είχε καταβάλει αχρεωστήτως το ποσό των 83001,09 ευρώ. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αφενός, ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο αχρεώστητος χαρακτήρας του εν λόγω ποσού έπρεπε να κριθεί κατά τον χρόνο εισπράξεώς του. Αφετέρου, ισχυρίζεται ότι, για να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να έχει μεσολαβήσει, είτε εκ προθέσεως είτε εκ παραδρομής, αχρεώστητη καταβολή.
81.
Ωστόσο, κατά την αναιρεσείουσα, δεν αποδείχθηκε ότι τα φύλλα χρόνου εργασίας δεν συντάχθηκαν κατά την περίοδο εκτελέσεως του προγράμματος, η οποία είναι και η μόνη κατάλληλη περίοδος για την εκτίμηση του αχρεώστητου χαρακτήρα της επίδικης καταβολής.
82.
Τα σχετικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
83.
Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε κατ’ αρχάς ότι η αναιρεσείουσα απέτυχε να ανατρέψει τις διαπιστώσεις που διατυπώθηκαν στην τελική έκθεση οικονομικού ελέγχου, βάσει της οποίας η Επιτροπή θεώρησε ότι οι σχετικές με το προσωπικό χρεωθείσες δαπάνες για το πρόγραμμα WIH δεν ήταν επιλέξιμες προς χρηματοδότηση, κατά την έννοια των άρθρων 13, παράγραφος 1, και 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, των γενικών όρων ( 50 ). Η εν λόγω έκθεση διαπίστωσε εν προκειμένω ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπείχε, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, των γενικών όρων, όσον αφορά την καταγραφή και την πιστοποίηση, τουλάχιστον μία φορά μηνιαίως, του συνολικού χρόνου εργασίας που είχε διατεθεί για τους σκοπούς της συμβάσεως.
84.
Κατά συνέπεια, οι σχετικές δαπάνες κρίθηκαν μη επιλέξιμες προς χρηματοδότηση και απορρίφθηκαν από την Επιτροπή.
85.
Εξάλλου, από τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, πάντως, τα φύλλα χρόνου εργασίας που προσκόμισε η αναιρεσείουσα μετά τον οικονομικό έλεγχο, στις 13 Νοεμβρίου 2009, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο των ωρών εργασίας που είχαν διατεθεί για το πρόγραμμα WIH, καθώς δεν έφεραν ημερομηνία ούτε ήταν επικυρωμένα από κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, των γενικών όρων.
86.
Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε επικαλεστεί η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η Επιτροπή εσφαλμένως είχε κρίνει μη επιλέξιμα προς χρηματοδότηση τα ποσά των οποίων ζητούσε την επιστροφή.
87.
Η δε αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε κανένα άλλο στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
88.
Συνεπώς, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, καθώς και κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 51 ), ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
2. Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, περί εσφαλμένης εκτιμήσεως της φύσεως των φύλλων χρόνου εργασίας
89.
Με τον πέμπτο της λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της φύσεως των φύλλων χρόνου εργασίας και της εκτάσεως των υποχρεώσεών της όσον αφορά τη σύνταξη περιοδικών εκθέσεων. Επισημαίνει ότι οι εν λόγω περιοδικές εκθέσεις, στις οποίες πρέπει να αποτυπώνεται το σύνολο των χρονικών μονάδων εργασίας που διαθέτει κάθε εργαζόμενος για το χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα, επιτρέπουν, αφενός, να καταγράφεται η παρεχόμενη εργασία και, αφετέρου, να υπάρχει μια βάση αντικειμενικής εκτιμήσεως, η οποία να επιτρέπει τη δικαιολόγηση των λειτουργικών εξόδων. Θεωρεί, έτσι, κατ’ ουσίαν, ότι η πλημμελής σύνταξη των περιοδικών εκθέσεων, δεδομένου του σκοπού των τελευταίων, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την απουσία οποιασδήποτε παρασχεθείσας εργασίας, καθώς κάτι τέτοιο θα παραβίαζε προδήλως την αρχή της αναλογικότητας. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι η έννοια της περιοδικής εκθέσεως δεν ορίζεται ούτε από νομοθετικό κείμενο ούτε από τη νομολογία και ότι, επομένως, το συγκεκριμένο της περιεχόμενο θα έπρεπε να προσδιοριστεί in concreto, υπό το πρίσμα των περιστάσεων της κρινομένης υποθέσεως.
90.
Πρέπει, κατ’ αρχάς, να επισημανθεί ότι η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως προκύπτει ιδίως από τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
91.
Εν πάση περιπτώσει, είναι σκόπιμη η επισήμανση ότι, στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι περιοδικές εκθέσεις περιείχαν μόνο μια συνολική τριμηνιαία κατάσταση των ωρών που είχαν διατεθεί από την αναιρεσείουσα σε κάθε τμήμα του προγράμματος και όχι μηνιαία κατανομή ανά εργαζόμενο των ωρών που είχαν διατεθεί για το πρόγραμμα. Έκρινε, επομένως, ότι οι εκθέσεις αυτές δεν ανταποκρίνονταν στις τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τρίτο εδάφιο, των γενικών όρων και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσαν να υποκαταστήσουν από ουσιαστική άποψη τα φύλλα χρόνου εργασίας.
92.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ότι η Επιτροπή είχε εσφαλμένως κρίνει μη επιλέξιμα προς χρηματοδότηση τα ποσά των οποίων ζητείται η επιστροφή.
93.
Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε παραμορφώσει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
3. Επί του έβδομου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την εσφαλμένη εκτίμηση της νομικής φύσεως των μεθόδων υπολογισμού των δαπανών
94.
Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της νομικής φύσεως των μεθόδων υπολογισμού των δαπανών («cost models»).
95.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
96.
Πράγματι, αφενός, η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει το ακριβές σημείο του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά του οποίου βάλλει εν προκειμένω. Αφετέρου, η αναιρεσείουσα δεν εξηγεί τον λόγο για τον οποίον το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε συναφώς σε πλάνη περί το δίκαιο.
97.
Ωστόσο, τα κενά αυτά εξηγούνται από το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού στην κρίση του επί της ανταγωγής της Επιτροπής.
98.
Πράγματι, από τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η ανταγωγή της Επιτροπής στηριζόταν, αφενός, στη μη τήρηση από την αναιρεσείουσα της υποχρεώσεώς της «κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, […] τηρήσεως των φύλλων απασχολήσεως και καταγραφής του χρόνου εργασίας του προσωπικού της για τους σκοπούς του προγράμματος» και, αφετέρου, στο γεγονός ότι «εσφαλμένως στηρίχθηκε στη “μέθοδο συνολικών δαπανών” για τον υπολογισμό των εμμέσων δαπανών για το πρόγραμμα WIH».
99.
Ωστόσο, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 47 έως 64) προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο βάσιμο της ανταγωγής, αφού προηγουμένως είχε διαπιστώσει ότι η Επιτροπή ορθώς είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι δαπάνες προσωπικού που χρέωσε η αναιρεσείουσα στο πρόγραμμα δεν αποτελούσαν επιλέξιμες δαπάνες κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, των γενικών όρων. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε τον δεύτερο λόγο που επικαλέστηκε η Επιτροπή.
100.
Ως εκ τούτου, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να απορριφθεί ως, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής.
Β — Επί της πεπλανημένης εκτιμήσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου κατά την εξέταση της καταχρήσεως εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής (όγδοος λόγος αναιρέσεως)
101.
Στο πλαίσιο του όγδοου λόγου της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής είναι καταχρηστική, καθόσον απαίτησε την επιστροφή των επίδικων ποσών αποκλειστικά και μόνον επειδή η αναιρεσείουσα δεν είχε προσκομίσει εμπροθέσμως τα ζητηθέντα φύλλα χρόνου εργασίας, παρόλο που οι εργαζόμενοί της είχαν συμμετάσχει στο πρόγραμμα WIH. Η προσκόμιση των εν λόγω φύλλων δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ουσιαστική συμβατική υποχρέωση, καθώς αντικείμενο της υποχρεώσεως είναι η απόδοση λογαριασμού σε σχέση με το πρόγραμμα, η οποία όντως πραγματοποιήθηκε και μαρτυρεί την πραγματική απασχόληση του προσωπικού της αναιρεσείουσας στο πρόγραμμα. Η Επιτροπή εξομοίωσε, έτσι, καταχρηστικά τη μη υποβολή των εν λόγω φύλλων με τη μη απόδοση λογαριασμού. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας το επιχείρημα της αναιρεσείουσας περί καταχρήσεως εξουσίας, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
102.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση συμβάσεων για προγράμματα που λαμβάνουν χρηματοδοτική συνδρομή, ο λήπτης της ενισχύσεως υπέχει τη νομική υποχρέωση να καταγράφει και να δηλώνει τις δαπάνες του. Η υποχρέωση του λήπτη να δικαιολογεί κατ’ αυτόν τον τρόπο την κάλυψη των δαπανών του από τη χρηματοδοτική συνδρομή είναι εντελώς ανεξάρτητη από την υποχρέωσή του να εκτελέσει ή να διεκπεραιώσει το πρόγραμμα.
103.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι ουδέποτε αμφισβήτησε την καλή εκτέλεση του προγράμματος WIH, απλώς ενήργησε συνεπεία των παραβάσεων της συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατόρθωσε να αποδείξει ικανοποιητικά τον χρόνο εργασίας που όντως είχε διαθέσει το προσωπικό της στο πρόγραμμα WIH.
104.
Εκτιμώ ότι ο όγδοος αυτός λόγος αναιρέσεως, έστω και αν θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να γίνει δεκτός στο πλαίσιο μιας διαφοράς εκ συμβάσεως ( 52 ), πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος. Πράγματι, η αναιρεσείουσα περιορίζεται να προβάλει κατάχρηση εξουσίας, χωρίς να διευκρινίζει σε τι συνίσταται η κατάχρηση αυτή και χωρίς να προσκομίζει έστω και το ελάχιστο στοιχείο περί του ότι η Επιτροπή ενήργησε αποκλειστικά, ή έστω κυρίως, με σκοπό να επιτύχει σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς που επικαλείται ή να καταστρατηγήσει μια διαδικασία ειδικά προβλεπόμενη από τη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως ( 53 ).
Γ — Επί της προσβολής από το Γενικό Δικαστήριο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (τρίτος και έκτος λόγος αναιρέσεως)
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
105.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, κρίνοντας, στις σκέψεις 73 έως 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε δικαίωμα να της ζητήσει την επιστροφή του ποσού των 83001,09 ευρώ με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους με επιτόκιο 5 % από τις 25 Οκτωβρίου 2011, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα επιχειρήματά της, προσβάλλοντας, έτσι, το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό διασφαλίζεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), και παραβιάζοντας τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.
106.
Συγκεκριμένα, απαντώντας στις ερωτήσεις που της απηύθυνε το Γενικό Δικαστήριο ενόψει της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι, εφόσον το επίδικο χρεωστικό σημείωμα είχε παρουσιαστεί και θεωρηθεί ως προπαρασκευαστική πράξη, δηλαδή ως ενημερωτικό έγγραφο που εκδόθηκε στο πλαίσιο συμβάσεως και που δεν μπορεί να μεταβάλει τη νομική της κατάσταση, το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζουν να τρέχουν οι τόκοι υπερημερίας που της ζητούνται δεν μπορούσε να ταχθεί εγκύρως μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το εν λόγω χρεωστικό σημείωμα ημερομηνίας, εν προκειμένω της 25ης Οκτωβρίου 2011. Το επιχείρημα αυτό, όμως, δεν εξετάστηκε από το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο και δεν εκτίμησε το νόμιμο της μεταβολής που επέφερε η απλή κοινοποίηση του χρεωστικού σημειώματος στη νομική κατάσταση της αναιρεσείουσας.
107.
Στο πλαίσιο του έκτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη και, ειδικότερα, τα δικαιώματά της άμυνας, ενώ παραβίασε την αρχή της ισότητας των όπλων, κρίνοντας, αφενός, στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα φύλλα χρόνου εργασίας που είχε προσκομίσει δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της συμβάσεως και δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά ως αποδείξεις του χρόνου εργασίας που αφιερώθηκε στο πρόγραμμα WIH, και, αφετέρου, στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αλληλογραφία που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα δεν αποδείκνυε τον χρόνο εργασίας που είχε πράγματι διατεθεί στο εν λόγω πρόγραμμα από τους υπαλλήλους της. Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο της είχε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στερήσει κάθε αποδεικτικό μέσο, κατά πρόδηλη παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων.
108.
Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι η σύμβαση που είχε συνάψει με την Επιτροπή ήταν καταχρηστική, στο μέτρο που περιορίζει δυσανάλογα τα μέσα αποδείξεως της πραγματικής συμμετοχής του προσωπικού της στο πρόγραμμα WIH.
109.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, εξάλλου, ότι, σε περιπτώσεις όπως η επίδικη, στην οποία η Επιτροπή διαπιστώνει μονομερώς μέσω οικονομικού ελέγχου τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων και, στη συνέχεια, ασκεί ανταγωγή για την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, καταλαμβάνει η ίδια τη θέση τόσο του κριτή όσο και του κρινόμενου συμβαλλόμενου μέρους, αποκτώντας, έτσι, πλεονέκτημα το οποίο συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων.
110.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εντελώς αβάσιμος. Κατά την ίδια, αφενός, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους συγκεκριμένη ερώτηση, σχετική με το ζητούμενο στο πλαίσιο της ανταγωγής επιτόκιο, με την οποία δόθηκε στην αναιρεσείουσα η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του ζητήματος αυτού. Αφετέρου, η καθυστέρηση πληρωμής και ο υπολογισμός των τόκων υπερημερίας δεν συνδέονται απαραιτήτως με τον εκτελεστό χαρακτήρα του επίδικου χρεωστικού σημειώματος.
111.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επισημαίνει συναφώς ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε εξ αρχής όλους τους όρους της συμβάσεως, και ιδίως εκείνους που αφορούσαν τις προϋποθέσεις χρηματοοικονομικής συνδρομής. Η εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράβαση πολλών από τους συμβατικούς όρους δεν καθιστά τους όρους αυτούς καταχρηστικούς και δυσανάλογα επαχθείς.
2. Εκτίμηση
α) Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
112.
Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, στην επίδικη υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε δικαίωμα στην καταβολή τόκων υπερημερίας από τις 25 Οκτωβρίου 2011 ( 54 ), αφού διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 2, των γενικών όρων, σε περίπτωση μη επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών κατά την ταχθείσα από την Επιτροπή ημερομηνία, το οφειλόμενο ποσό θα προσαυξανόταν κατά το επιτόκιο που προέβλεπε το άρθρο 3, παράγραφος 6, των όρων αυτών ( 55 ).
113.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο απλώς εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 6, των γενικών όρων, συνεπεία της διαπιστώσεώς του ότι, αφενός, η διαφορά μεταξύ των διαδίκων ήταν συμβατικής φύσεως και, αφετέρου, η ανταγωγή της Επιτροπής ήταν βάσιμη.
114.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το γεγονός ότι δεν τοποθετήθηκε ρητώς επί των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσβολή του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη.
115.
Πράγματι, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη του το επιχείρημά της ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν μπορούσε να τάσσει χρονικό σημείο αφετηρίας για τον υπολογισμό των τόκων υπερημερίας, μεταβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη νομική της κατάσταση, και, συγχρόνως, να παρουσιάζεται από την Επιτροπή ως απλή προπαρασκευαστική πράξη. Η αναιρεσείουσα διαμαρτύρεται, επομένως, διότι δεν ελήφθη υπόψη ο σύνδεσμος που η ίδια θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ του υποκείμενου σε προσφυγή χαρακτήρα του χρεωστικού σημειώματος και του προσδιορισμού των τόκων υπερημερίας. Εντούτοις, σε κανένα χρονικό σημείο, ούτε με το εισαγωγικό της δικόγραφο ούτε με το υπόμνημα αντικρούσεως ούτε με την απάντησή της στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε το κύρος των εφαρμοζόμενων στην κρινόμενη υπόθεση συμβατικών όρων.
116.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
β) Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
117.
Ο έκτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει επίσης να απορριφθεί εν προκειμένω ως προδήλως αβάσιμος.
118.
Ειδικότερα, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε όχι μόνον τα φύλλα χρόνου εργασίας που προσκόμισε η αναιρεσείουσα στις 13 Νοεμβρίου 2009 ( 56 ) και τις περιοδικές εκθέσεις που απέστειλε στην Επιτροπή ( 57 ), αλλά και τις 3656 σελίδες ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που προσκόμισε προκειμένου να αποδείξει τον πραγματικό χαρακτήρα ενός μέρους του χρόνου που διέθεσαν στο πρόγραμμα οι εργαζόμενοί της ( 58 ). Συνήγαγε δε εξ αυτών το συμπέρασμα ότι τα διάφορα αυτά στοιχεία δεν μπορούσαν να ανατρέψουν τις διαπιστώσεις που διατυπώθηκαν στην τελική έκθεση οικονομικού ελέγχου.
119.
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο όχι μόνο δεν στέρησε από την αναιρεσείουσα κάθε αποδεικτικό μέσο, αλλά, αντιθέτως, εξέτασε επιμελώς τα επιχειρήματά της και τα προσκομισθέντα σχετικά στοιχεία.
120.
Είναι σκόπιμο να προστεθεί ότι, στην πραγματικότητα, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την εκτίμηση αυτών των αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο. Όπως, όμως, ήδη υπενθυμίστηκε, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεώς τους, δεν συνιστά νομικό ζήτημα υποκείμενο αυτό καθεαυτό στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
121.
Τέλος, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να αιτιάται το Γενικό Δικαστήριο ότι δεν διαπίστωσε, κατά την κρίση της ανταγωγής, τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβάσεως της οποίας άλλωστε ούτε η ίδια έχει αμφισβητήσει το κύρος.
Δ — Επί της πλάνης κατά την εκτίμηση της ελλείψεως αιτιολογίας του χρεωστικού σημειώματος (ένατος λόγος αναιρέσεως)
122.
Στο πλαίσιο του ένατου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας το επιχείρημα που είχε προβάλει πρωτοδίκως η ίδια περί ελλείψεως αιτιολογίας του επίδικου χρεωστικού σημειώματος. Διευκρινίζει συναφώς ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν περιέχει αιτιολογία που να επιτρέπει την επαλήθευση των πραγματοποιηθέντων υπολογισμών και ότι η παραπομπή της Επιτροπής στις επιστολές της της 24ης Μαΐου 2011 και της 17ης Αυγούστου 2011 δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής αιτιολογία.
123.
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως του επίδικου χρεωστικού σημειώματος, η οποία κινήθηκε με επιστολή της της 20ής Οκτωβρίου 2009, και ειδικότερα στις επιστολές της της 24ης Μαΐου 2011 και της 17ης Αυγούστου 2011, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και στην έκθεση οικονομικού ελέγχου, εξήγησε τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους που δικαιολογούσαν την απόφασή της. Επισημαίνει δε ότι, εν πάση περιπτώσει, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το επίδικο χρεωστικό σημείωμα δεν συνιστούσε οριστική πράξη και παραπέμπει, κατά συνέπεια, στα επιχειρήματα που προέβαλε με την απάντησή της στον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
124.
Επιβάλλεται, συναφώς, η παρατήρηση ότι, με τον ένατο αυτό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που είχε προβάλει η ίδια πρωτοδίκως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της προσφυγής για την ακύρωση του επίδικου χρεωστικού σημειώματος.
125.
Δεδομένου ότι η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά του επίδικου χρεωστικού σημειώματος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επιβάλλεται, πράγματι, η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε αυτόν τον λόγο ακυρώσεως και ότι δεν αποφάνθηκε ρητώς όσον αφορά την αιτιολόγηση του επίδικου χρεωστικού σημειώματος ούτε κατά την εξέταση του βασίμου της ανταγωγής.
126.
Εντούτοις, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( 59 ) προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, βάσει των στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή και τα οποία διευκρινίζεται ότι δεν αμφισβητήθηκαν, τον υπολογισμό του ποσού των 83000,09 ευρώ που ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα να επιστρέψει.
127.
Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( 60 ) προκύπτει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το αν η Επιτροπή είχε ορίσει «τις προϋποθέσεις επιστροφής και την ημερομηνία πληρωμής» των ποσών που ζητούνται από την αναιρεσείουσα. Έκρινε δε ότι αυτό ίσχυε εν προκειμένω, παραπέμποντας συναφώς, αφενός, στην επιστολή της 24ης Μαΐου 2011 και, αφετέρου, στα στοιχεία που προσκομίστηκαν με το επίδικο χρεωστικό σημείωμα υπό τον τίτλο «Όροι πληρωμής».
128.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο ένατος λόγος αναιρέσεως της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Ε — Επί της παραβιάσεως της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (δέκατος λόγος αναιρέσεως)
129.
Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ενώ έχουν συμπληρωθεί πέντε έτη από την ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν της έχει ακόμη καταβληθεί το ποσό που αντιστοιχεί στο τελευταίο τμήμα του, ενώ δεν αμφισβητείται ότι το τμήμα αυτό πραγματοποιήθηκε και ότι οι τριμηνιαίες εκθέσεις της έγιναν δεκτές. Η Επιτροπή παραβίασε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να αναιρεθεί και για τον λόγο αυτόν.
130.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα καταγγέλλει με τον λόγο αυτόν παραβίαση από την Επιτροπή της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει τον τρόπο με τον οποίον παραβίασε την αρχή αυτή το Γενικό Δικαστήριο. Επομένως, από την άποψη αυτή και για τον λόγο αυτόν, ο δέκατος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
131.
Παρατηρείται, πάντως, ότι με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως επαναλαμβάνεται ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως τον οποίον προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της προσφυγής της ακυρώσεως και επί του οποίου το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε. Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι το αίτημα που περιλαμβάνεται σε αυτόν τον λόγο, καίτοι σχετίζεται με την εκτέλεση της επίδικης συμβάσεως, δεν έχει καμιά σχέση με το αντικείμενο του επίδικου χρεωστικού σημειώματος και, επομένως, με την επίδικη διαφορά.
132.
Κατά συνέπεια, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
133.
Κατόπιν των ανωτέρω, και για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την αρχική μου πρόταση, φρονώ ότι η αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί.
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
134.
Στο μέτρο που, με την κύρια πρόταση, προτείνεται στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προτείνεται επίσης, κυρίως, στο Δικαστήριο να επιφυλαχθεί επί των δικαστικών εξόδων της κατ’ αναίρεση δίκης.
135.
Ωστόσο, και σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την κύρια πρότασή μου και αποφασίσει να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 184, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
VIII – Πρόταση
136.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, προτείνω, κυρίως, στο Δικαστήριο να κρίνει ως εξής:
1)
Να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (T‑552/11, EU:T:2013:349), κατά το μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως της αναιρεσείουσας κατά του χρεωστικού σημειώματος που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 9 Σεπτεμβρίου 2011, με το οποίο ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα η επιστροφή του ποσού των 83001,09 ευρώ μέχρι τις 24 Οκτωβρίου 2011.
2)
Να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να αποφανθεί εκείνο επί του βασίμου της προσφυγής ακυρώσεως.
3)
Να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
137.
Επικουρικώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Να καταδικάσει τη Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο ΑΕ στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) T‑552/11, EU:T:2013:349 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 3 ) Στο εξής: Λητώ Μαιευτικό.
( 4 ) Βλ., ιδίως, όσον αφορά το γαλλικό διοικητικό δίκαιο, Wachsmann, P., La recevabilité du recours pour excès de pouvoir à l’encontre des contrats — Pour le centenaire de l’arrêt Martin, Revue française de droit administratif, RFDA, τεύχος 1 (2006), σ. 24.
( 5 ) Στο εξής: πρόγραμμα WIH.
( 6 ) Στο εξής: γενικοί όροι.
( 7 ) Στο εξής: επίδικο χρεωστικό σημείωμα.
( 8 ) T‑552/11 R, EU:T:2011:749.
( 9 ) T‑353/10, EU:T:2011:589.
( 10 ) C‑506/13 P‑R, EU:C:2013:882.
( 11 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Lecureur κατά Επιτροπής (T‑26/00, EU:T:2001:222, σκέψη 38), διατάξεις Musée Grévin κατά Επιτροπής (T‑314/03 και T‑378/03, EU:T:2004:139, σκέψη 88) και Helm Düngemittel κατά Επιτροπής (T‑265/03, EU:T:2005:213, σκέψεις 54 έως 57), απόφαση CEVA κατά Επιτροπής (T‑428/07 και T‑455/07, EU:T:2010:240, σκέψεις 57 έως 64), διατάξεις Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (EU:T:2011:589, σκέψεις 34 και 35), Technion και Technion Research & Development Foundation κατά Επιτροπής (EU:T:2012:303, σκέψεις 58 και 59) και Technion και Technion Research & Development Foundation κατά Επιτροπής (T‑657/11, EU:T:2012:411, σκέψεις 54 έως 60), αποφάσεις GRP Security κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (T‑87/11, EU:T:2013:161, σκέψεις 31 έως 38) και Technische Universität Dresden κατά Επιτροπής (T‑29/11, EU:T:2014:912, σκέψεις 42 έως 44). Όσον αφορά την απόρριψη, λόγω παρελεύσεως της σχετικής προθεσμίας, του αιτήματος επαναχαρακτηρισμού ως προσφυγής ακυρώσεως μιας προσφυγής με αντικείμενο διαφορά εκ συμβάσεως, βλ. απόφαση Helkon Media κατά Επιτροπής (T‑122/06, EU:T:2008:418, σκέψη 54).
( 12 ) Βλ. σημείο 84 του εν λόγω υπομνήματος απαντήσεως.
( 13 ) Σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 14 ) Βλ. σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 15 ) C‑517/03, EU:C:2004:326, σκέψη 17.
( 16 ) Πάντως, η ανταγωγή που ασκείται στο πλαίσιο συμβάσεως δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς το Δικαστήριο την έχει δεχθεί ρητώς· βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Zoubek (426/85, EU:C:1986:501, σκέψη 12) και IDE κατά Επιτροπής (C‑114/94, EU:C:1997:68, σκέψεις 82 και 83). Αντιθέτως, δεν εντόπισα κανένα προηγούμενο για συνδυασμό όπως αυτός της κρινομένης υποθέσεως, στην οποία μια ανταγωγή ασκούμενη στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως εξετάζεται και γίνεται δεκτή, ενώ η προσφυγή ακυρώσεως επί της οποίας στηρίχθηκε απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
( 17 ) EU:T:2011:589.
( 18 ) Σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 19 ) Σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 20 ) Σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 21 ) Σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 22 ) Σκέψεις 25 και 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 23 ) Σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 24 ) Σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 25 ) Η Επιτροπή παραπέμπει στην προμνησθείσα διάταξη Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (EU:T:2011:589).
( 26 ) Απόφαση Geotronics κατά Επιτροπής (C‑395/95 P, EU:C:1997:210).
( 27 ) Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη An Taisce και WWF UK κατά Επιτροπής (C‑325/94 P, EU:C:1996:293, σκέψη 30) καθώς και απόφαση Κοινοβούλιο κατά Ripa di Meana κ.λπ. (C‑470/00 P, EU:C:2004:241, σκέψη 41).
( 28 ) Σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 29 ) Διάταξη Musée Grévin κατά Επιτροπής (T‑314/03 και T‑378/03, EU:T:2004:139, σκέψεις 61 έως 89).
( 30 ) Για αποφάσεις που απέρριψαν ως απαράδεκτες προσφυγές ακυρώσεως κατά χρεωστικών σημειωμάτων με την ίδια ή παρόμοια αιτιολογία, βλ. απόφαση Austrian Relief Program κατά Επιτροπής (T‑235/06, EU:T:2008:411, σκέψεις 34 έως 38), αποφάσεις ArchiMEDES κατά Επιτροπής (T‑396/05 και T‑397/05, EU:T:2009:184, σκέψεις 53 έως 58) και CEVA κατά Επιτροπής (T‑428/07 και T‑455/07, EU:T:2010:240, σκέψεις 51 έως 55), διατάξεις Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (EU:T:2011:589, σκέψεις 22 έως 32), Groupement Adriano, Jaime Ribeiro, Conduril κατά Επιτροπής (T‑335/09, EU:T:2011:614, σκέψεις 22 έως 36), Technion και Technion Research & Development Foundation κατά Επιτροπής (T‑546/11, EU:T:2012:303, σκέψεις 30 έως 55).
( 31 ) Για αποφάσεις που απέρριψαν ως απαράδεκτες προσφυγές ακυρώσεως κατά χρεωστικών σημειωμάτων, αποκλίνοντας, ωστόσο, από την αρχική αιτιολογία, βλ. διάταξη Imelios κατά Επιτροπής (T‑97/07, EU:T:2008:105, σκέψεις 23 έως 30), απόφαση Cestas κατά Επιτροπής (T‑260/04, EU:T:2008:115, σκέψεις 67 έως 77), διατάξεις CPEM κατά Επιτροπής (T‑106/08, EU:T:2009:228, σκέψεις 25 έως 37), Alisei κατά Επιτροπής (T‑481/08, EU:T:2010:32, σκέψη 72), καθώς και IEM κατά Επιτροπής (T‑435/10, EU:T:2011:410, σκέψεις 26, 30 και 31), αποφάσεις CEVA κατά Επιτροπής (T‑285/09, EU:T:2011:479, σκέψεις 45 έως 48) καθώς και EMA κατά Επιτροπής (T‑116/11, EU:T:2013:634, σκέψεις 72 έως 75), και διάταξη Ουγγαρία κατά Επιτροπής (T‑37/11, EU:T:2012:310, σκέψεις 35 έως 43).
( 32 ) Για περιπτώσεις εφαρμογής της νομολογίας αυτής μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βλ. διάταξη Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (T‑554/11, EU:T:2013:548, σκέψεις 30 και 41), καθώς και αποφάσεις EMA κατά Επιτροπής (T‑116/11, EU:T:2013:634, σκέψεις 71 έως 75) και Technische Universität Dresden κατά Επιτροπής (T‑29/11, EU:T:2014:912, σκέψεις 29 έως 35).
( 33 ) Για αντίθετη απόφαση, βλ. απόφαση Applied Microengineering κατά Επιτροπής (T‑387/09, EU:T:2012:501, σκέψεις 36 έως 52). Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο έχει απορρίψει την προσφυγή επί της ουσίας, χωρίς να εξετάσει το παραδεκτό της, κατ’ εφαρμογήν της λεγόμενης «νομολογίας Boehringer» (απόφαση Συμβούλιο κατά Boehringer, C‑23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψεις 51 και 52)· βλ. απόφαση Berliner Institut für Vergleichende Sozialforschung κατά Επιτροπής (T‑73/08, EU:T:2013:433, σκέψεις 47 και 48).
( 34 ) Βλ. σημεία 14 και 15 των παρουσών προτάσεων.
( 35 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (22/70, EU:C:1971:32, σκέψη 42).
( 36 ) Βλ., μεταξύ άλλων, IBM κατά Επιτροπής (60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9), Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (C‑362/08 P, EU:C:2010:40, σκέψη 29), και διάταξη Mauerhofer κατά Επιτροπής (C‑433/10 P, EU:C:2011:204, σκέψη 57).
( 37 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση IBM κατά Επιτροπής (EU:C:1981:264, σκέψη 9) και διάταξη Mauerhofer κατά Επιτροπής (EU:C:2011:204, σκέψη 58).
( 38 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166, σκέψεις 24 έως 27).
( 39 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Weber κατά Κοινοβουλίου (C‑314/91, EU:C:1993:109, σκέψεις 8 έως 12), καθώς και Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (C‑50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 38).
( 40 ) Σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 41 ) Σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 42 ) Σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 43 ) Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου (22/70, EU:C:1971:32, σκέψη 41) και IBM κατά Επιτροπής (EU:C:1981:264, σκέψη 9).
( 44 ) Σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 45 ) Απόφαση IBM κατά Επιτροπής (EU:C:1981:264, σκέψη 9).
( 46 ) EU:C:1981:264, σκέψη 9.
( 47 ) Βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.
( 48 ) Μπορεί, πάντως, να παρατηρηθεί συναφώς ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε, βεβαίως, να επικυρώσει την ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το επίδικο χρεωστικό σημείωμα ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το συμβατικό του πλαίσιο, αλλά θα μπορούσε, επίσης, να αποστεί από την ανάλυση αυτή και να κρίνει, παραβλέποντας τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως, ότι οι διαφορές μεταξύ αντισυμβαλλομένων που αφορούν την εκτέλεση συμβάσεως εμπίπτουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου της συμβάσεως, καθιερώνοντας, έτσι, στο δίκαιο της Ένωσης την ύπαρξη μιας πραγματικής ενστάσεως παράλληλης προσφυγής.
( 49 ) Η Επιτροπή προτείνει συναφώς να εξεταστούν από κοινού ο δεύτερος, ο τέταρτος έως έκτος και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως.
( 50 ) Βλ. ιδίως σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 51 ) Βλ. μεταξύ άλλων, κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις Hilti κατά Επιτροπής (C‑53/92 P, EU:C:1994:77, σκέψη 10) και Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (C‑315/99 P, EU:C:2001:391, σκέψη 19), καθώς και διάταξη OCVV κατά Schräder (C‑38/09 P‑DEP, EU:C:2013:679, σκέψεις 69 έως 75).
( 52 ) Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η έννοια της καταχρήσεως εξουσίας έχει συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής, το οποίο αναφέρεται στην εκ μέρους της διοικητικής αρχής χρήση των εξουσιών της προς επίτευξη σκοπού διαφορετικού από εκείνον για τον οποίον της έχουν απονεμηθεί. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση O’Hannrachain κατά Κοινοβουλίου (C‑121/01 P, EU:C:2003:323, σκέψη 46).
( 53 ) Για να επαναλάβω τη διατύπωση του ορισμού που έχει δώσει το Δικαστήριο στην κατάχρηση εξουσίας. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου (C‑110/97, EU:C:2001:620), O’Hannrachain κατά Κοινοβουλίου (EU:C:2003:323, σκέψη 46), Windpark Groothusenκατά Επιτροπής (C‑48/96 P, EU:C:1998:223, σκέψη 52) και Ramondín κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑186/02 P και C‑188/02 P, EU:C:2004:702, σκέψη 44).
( 54 ) Βλ. σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 55 ) Βλ. σκέψεις 75 και 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 56 ) Σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 57 ) Σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 58 ) Σκέψεις 60 και 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 59 ) Βλ. σκέψεις 65 έως 69.
( 60 ) Βλ. σκέψεις 46 και 70 έως 72.
Full & Egal Universal Law Academy