ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 20ής Νοεμβρίου 2014 (1)
Υπόθεση C‑507/13
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
κατά
Ευρωπαϊκoύ Κοινοβουλίου
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων – Προσφυγή ακυρώσεως – Οδηγία 2013/36/ΕΕ – Άρθρο 94, παράγραφος, 1, στοιχείο ζ΄, και παράγραφος 2, και άρθρο 162, παράγραφοι 1 και 3 – Καθορισμός αναλογιών μεταξύ των σταθερών και των μεταβλητών συνιστωσών των αποδοχών των εργαζομένων σε πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, οι επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ιδρύματος – Κανονισμός 575/2013 – Άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχεία δ΄, θ΄ και ι΄, και άρθρο 521, παράγραφος 2 – Δημοσιοποίηση ορισμένων πληροφοριών περί αποδοχών – Επιλογή νομικής βάσεως – Αρχές της αναλογικότητας, της επικουρικότητας και της ασφάλειας δικαίου – Υπέρβαση εξουσίας – Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Eθιμικό διεθνές δίκαιο – Εξωεδαφικά αποτελέσματα του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2013/36/ΕΕ»
I – Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί την ακύρωση περιορισμένου αριθμού διατάξεων ορισμένων νομοθετημάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το άρθρο 263 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ). Η προσφυγή ακυρώσεως αφορά το «πακέτο CRD IV», το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιουλίου 2013. Το πακέτο αυτό αποτελείται από μια νέα οδηγία σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, δηλαδή την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Eυρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (2) (στο εξής: οδηγία CRD IV), και από ένα νέο κανονισμό σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, δηλαδή τον κανονισμό (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (3) (στο εξής: κανονισμός CR).
2. Το Ηνωμένο Βασίλειο βάλλει κατά των άρθρων 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, και παράγραφος 2, και 162, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας CRD IV και κατά των άρθρων 450, παράγραφος 1, στοιχεία δ΄, θ΄ και ι΄, και 521, παράγραφος 2, του κανονισμού CR.
3. Στην ουσία, το Ηνωμένο Βασίλειο εναντιώνεται στην οδηγία CRD IV στο μέτρο που αυτή περιλαμβάνει, στο άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, διατάξεις που συναρτούν τις μεταβλητές αποδοχές με τις σταθερές αποδοχές, όσον αφορά τα άτομα των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων και των εταιρειών επενδύσεων (4) (στο εξής: χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) που είναι οι εργοδότες των ατόμων αυτών. Για την επίλυση των επίμαχων νομικών ζητημάτων, η εν λόγω ρύθμιση πρέπει, κατά την άποψή μου, να περιγραφεί ως ορίζουσα μια «μέγιστη αναλογία μεταξύ των μεταβλητών και των σταθερών αποδοχών», και όχι ως ορίζουσα ένα «πλαφόν στα μπόνους των τραπεζιτών» (5). Όπως θα δείξω με την ανάλυση που ακολουθεί, τούτο είναι ουσιώδες για την αξιολόγηση της νομιμότητας της ποσοστιαίας αναλογίας που αποτελεί το επίκεντρο της προσφυγής του Ηνωμένου Βασιλείου.
4. Το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, σημείο i, της οδηγίας CRD IV ορίζει ότι η μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών δεν υπερβαίνει το 100 % της σταθερής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών για κάθε άτομο, και προσθέτει ορισμένους κανόνες, στους οποίους περιλαμβάνονται η δυνατότητα των κρατών μελών να επιτρέψουν στους μετόχους να αυξήσουν, υπό προϋποθέσεις, την αναλογία έως το 200 % και η άδεια προς τα κράτη μέλη να ορίσουν χαμηλότερο μέγιστο ποσοστό (άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, σημείο ii, της οδηγίας CRD IV).
5. Όσον αφορά τον κανονισμό CR, το Ηνωμένο Βασίλειο βάλλει κατά του άρθρου του 450, παράγραφος 1, στοιχεία δ΄ και θ΄, στο οποίο προβλέπεται, αντιστοίχως, η υποχρεωτική δημοσιοποίηση από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τόσο της αναλογίας των μεταβλητών αποδοχών που καθορίστηκε κατά το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV όσο και του αριθμού των ατόμων των οποίων οι αποδοχές υπερβαίνουν ορισμένο όριο. Περαιτέρω, το Ηνωμένο Βασίλειο βάλλει κατά του κύρους του άρθρου 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, το οποίο επιβάλλει τη δημοσιοποίηση από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κατόπιν αιτήματος του κράτους μέλους ή της αρμόδιας αρχής, πληροφοριών σχετικών με τη συνολική αμοιβή κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου ή ανώτερου διευθυντικού στελέχους.
6. Με την προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου διατυπώνονται έξι λόγοι ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται ότι η νομική βάση κάθε προσβαλλομένης διατάξεως, εκτός του άρθρου 162, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας CRD IV και του άρθρου 521, παράγραφος 2, του κανονισμού CR, είναι εσφαλμένη. Με τον δεύτερο λόγο αμφισβητείται το κύρος του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV και του άρθρου 450, παράγραφος 1, στοιχεία θ΄ και ι΄, του κανονισμού CR, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας και/ή της αρχής της επικουρικότητας, ενώ ο τρίτος λόγος στηρίζεται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και περιορίζεται στην προσβολή του άρθρου 162, παράγραφος 3, της οδηγίας CRD IV. Κατά τον τέταρτο λόγο, η κατά το άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (στο εξής: ΕΑΤ) έγινε καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Με τον πέμπτο λόγο, το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR προσβάλλει το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής και παραβιάζει τις νομικές αρχές που διέπουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά τον έκτο λόγο, το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV, στο μέτρο που πρέπει να εφαρμόζεται σε μισθωτούς χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων εκτός ΕΟΧ, συνιστά παραβίαση της αντιτιθεμένης στην εξωεδαφικότητα αρχής του εθιμικού δημοσίου διεθνούς δικαίου.
7. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, υπέρ των οποίων άσκησε παρέμβαση η Επιτροπή, αντιτάχθηκαν σθεναρώς σε όλους τους ανωτέρω λόγους ακυρώσεως.
8. Τα επιχειρήματα που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι ίσης αξίας, το δε πρώτο από αυτά συνιστά τον πιο πειστικό λόγο να διερωτηθεί κανείς ως προς το κύρος των προσβαλλομένων διατάξεων. Τούτων δοθέντων, θα εξετάσω πρώτα τους πέντε λιγότερο πειστικούς λόγους ακυρώσεως, με αντίστροφη σειρά από τον έκτο μέχρι τον δεύτερο, και θα εξετάσω τον πρώτο λόγο στο τέλος.
II – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
9. Το Ηνωμένο Βασίλειο, με δικόγραφο που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, άσκησε προσφυγή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, ζητώντας από το Δικαστήριο να ακυρώσει τα άρθρα 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, και παράγραφος 2, και 162, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας CRD IV, και τα άρθρα 450, παράγραφος 1, στοιχεία δ΄, θ΄ και ι΄, και 521, παράγραφος 2, του κανονισμού CR, καθώς και να καταδικάσει τα καθών στα δικαστικά έξοδα.
10. Με τα υπομνήματά τους αντικρούσεως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατείνονται ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη και να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα. Το Ηνωμένο Βασίλειο κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως και τα καθών θεσμικά όργανα κατέθεσαν με τη σειρά τους υπομνήματα ανταπαντήσεως στο υπόμνημα του Ηνωμένου Βασιλείου.
11. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε παρέμβαση υπέρ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Το Ηνωμένο Βασίλειο κατέθεσε παρατηρήσεις επί του υπομνήματος παρεμβάσεως της Επιτροπής.
12. Το Ηνωμένο Βασίλειο, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2014.
III – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Α – Το υπόβαθρο της οδηγίας CRD IV και του κανονισμού CR
13. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, η οποία συνδεόταν με την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, κατέστησε εναργείς τις αδυναμίες του νομικού καθεστώτος της Ένωσης όσον αφορά τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Προκειμένου να αποκαταστήσουν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της έλαβαν ένα άνευ προηγουμένου ευρύ φάσμα μέτρων για την αντιμετώπιση τόσο των βραχυπρόθεσμων αναγκών όσο και των μακροπρόθεσμων εξελίξεων. Τα μέτρα αυτά περιελάμβαναν, βραχυπρόθεσμα, την έγκριση άνω των 5 τρισεκατοµµυρίων ευρώ ως µέτρων ενισχύσεως προς χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 (6). Μακροπρόθεσμα, πραγματοποιήθηκε επίσης μεταρρύθμιση του ρυθμιστικού πλαισίου σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η μεταρρύθμιση αυτή είχε ως σκοπό την εφαρμογή ενός πλήρους και ευαίσθητου σε θέματα κινδύνων πλαισίου όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, και την προώθηση της πιο αποτελεσµατικής δικής τους διαχειρίσεως κινδύνων.
14. Προηγουμένως, το λεγόμενο «πακέτο CRD I» του 2006 συνίστατο στην αναδιατύπωση τόσο της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (7), όσο και της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (8). Τούτο έγινε με την έκδοση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση) (9), και της οδηγίας 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση) (10).
15. Πάντως, κατά τα πρώτα έτη της χρηματοοικονομικής κρίσεως πραγματοποιήθηκαν δύο σημαντικές αλλαγές στο πακέτο CRD I. Κατ’ αρχάς, το 2009 εκδόθηκε μια νέα οδηγία, που έγινε γνωστή ως «οδηγία CRD II» (11), η οποία σκοπό είχε τη βελτίωση της διαχειρίσεως των μεγάλων κεφαλαιακών εκθέσεων, της ποιότητας των τραπεζικών κεφαλαίων, της διαχειρίσεως των κινδύνων ρευστότητας, καθώς και της διαχειρίσεως των κινδύνων για τα τιτλοποιημένα προϊόντα. Αυτοί ήσαν οι τομείς που κατά τον νομοθέτη της Ένωσης συνδέονταν με τις αιτίες της κρίσεως. Επιπλέον, το 2010 η Ένωση εξέδωσε μια ακόμη οδηγία, τη λεγόμενη «οδηγία CRD III» (12), προκειμένου να ενισχυθούν οι κανόνες περί των τραπεζικών κεφαλαίων και των αποδοχών στον τραπεζικό τομέα. Αμφότερες οι πράξεις αυτές εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 53 ΣΛΕΕ.
16. Με την οδηγία CRD III τέθηκαν αρχές για τις αποδοχές στον τραπεζικό τομέα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κίνητρα θα είναι ευθυγραμμισμένα με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (13). Η ανάγκη για τη θέσπιση τέτοιων μέτρων εξηγήθηκε στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας CRD III, όπου εκτίθεται ότι «η υπερβολική και αλόγιστη ανάληψη κινδύνων μπορεί να υπονομεύσει την οικονομική ευρωστία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των επιχειρήσεων επενδύσεων και να αποσταθεροποιήσει το τραπεζικό σύστημα».
17. Η οδηγία CRD III επέβαλε ορισμένες αρχές σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών. Ειδικότερα, απαίτησε προσήκουσα εξισορρόπηση των σταθερών και των μεταβλητών συνιστωσών της συνολικής αμοιβής, με τη σταθερή συνιστώσα να αντιπροσωπεύει ένα επαρκώς υψηλό ποσοστό της συνολικής αμοιβής προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής μεταβλητών αποδοχών, περιλαμβανομένης της δυνατότητας μη καταβολής μεταβλητών αποδοχών. Πάντως, η συγκεκριμένη αναλογία μεταξύ της μεταβλητής και της σταθερής συνιστώσας των αποδοχών μπορούσε να επιλεγεί από τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εντός του πλαισίου των διατάξεων της οδηγίας CRD III που αφορούν τις αποδοχές.
18. Το 2011, η Επιτροπή πρότεινε τη θέσπιση περαιτέρω νομοθεσίας για την εφαρμογή των παγκόσμιων κανονιστικών προτύπων που κατήρτισε η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία. Τούτο κατέληξε στην έκδοση της οδηγίας CRD IV, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 53 ΣΛΕΕ, και του κανονισμού CR, ο οποίος έχει ως βάση το άρθρο 114 ΣΛΕΕ. Συλλήβδην, τα νομοθετήματα αυτά έγιναν γνωστά ως πακέτο CRD IV.
19. H αρχική πρόταση της Επιτροπής περιείχε σειρά διατάξεων για τις αποδοχές των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, και ειδικότερα για τη μεταβλητή συνιστώσα των εν λόγω αποδοχών. Kατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της προτάσεώς της, η Επιτροπή εξέδωσε μια πράσινη βίβλο για την εταιρική διακυβέρνηση στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τις πολιτικές αποδοχών (14), με την οποία κινήθηκε διεξοδική διαδικασία διαβουλεύσεως με τους ενδιαφερόμενους. Η διαβούλευση αυτή περιέλαβε το ζήτημα αν χρειάζονταν πρόσθετα μέτρα όσον αφορά τη διάρθρωση και τη διαχείριση της πολιτικής αποδοχών στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
20. Στο επόμενο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εισήγαγε σειρά τροπολογιών στην πρόταση της Επιτροπής. Με έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 30 Μαΐου 2012 (15), το Κοινοβούλιο πρότεινε τον περιορισμό της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών ώστε αυτή να ισούται με τη σταθερή συνιστώσα του συνόλου των αποδοχών. Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, οι συννομοθέτες συμφώνησαν να ανέρχεται το επιτρεπόμενο ποσό των μεταβλητών αποδοχών στο διπλάσιο της σταθερής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών, αν συγκεκριμένη απαρτία των μετόχων εγκρίνει την αύξηση αυτή (16).
21. Στην παρούσα υπόθεση, το Ηνωμένο Βασίλειο βάλλει κυρίως κατά της θεσπίσεως της εν λόγω μέγιστης σταθερής αναλογίας των μεταβλητών αποδοχών. Έτσι, η προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου στρέφεται κατά μιας τροπολογίας, η οποία αρχικά προτάθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, καθορίζει το επίπεδο των αποδοχών των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο της (17).
Β – Η σχέση μεταξύ των μεταβλητών αποδοχών και της διαχειρίσεως των κινδύνων των πιστωτικών ιδρυμάτων
22. Κατά το υπόμνημα παρεμβάσεως της Επιτροπής, τα συγκεκριμένα προβλήματα που συνδέονται με τις πολιτικές αποδοχών στον χρηματοοικονομικό τομέα κατέστησαν εναργή μόνο μετά τη χρηματοοικονομική κρίση. Ο σχεδιασμός των συστημάτων αμοιβής, τα οποία συχνά περιελάμβαναν υψηλότατα επιχορηγήματα σε σύγκριση με τις σταθερές συνιστώσες του μισθού, είναι κατά την Επιτροπή ένα από τα κύρια αίτια της κρίσεως. Φέρεται ότι μη προσήκοντα κίνητρα οδηγούσαν εργαζομένους να αυξάνουν κατακόρυφα τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους, επειδή οι εντεύθεν ωφελούμενοι μισθωτοί μετείχαν στα βραχυπρόθεσμα κέρδη της τράπεζας, αλλά όχι και στο κόστος της αποτυχίας της. Στη χειρότερη περίπτωση, οι ζημιές βάρυναν τελικά τους φορολογούμενους. Επομένως, η ασυμμετρία μεταξύ των δικαιούχων των ενδεχόμενων κερδών και των προσώπων που θα βαρύνονταν με τις ενδεχόμενες ζημιές μπορεί να δημιούργησε κίνητρα για την υπερβολική ανάληψη κινδύνων, εφόσον τα κέρδη οδηγούσαν στην καταβολή επιχορηγημάτων στα πρόσωπα που αναλάμβαναν κινδύνους. Περαιτέρω, στο υπόμνημα παρεμβάσεως της Επιτροπής εκτίθεται ότι, έτσι, η διάρθρωση των αποδοχών κατέστη ουσιώδες μέρος του ρυθμιστικού προγράμματος της Ένωσης μετά την κρίση (18).
23. Φαίνεται να μην υπάρχει διαφωνία μεταξύ, αφενός, του Ηνωμένου Βασιλείου και, αφετέρου, του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής ως προς την ανάγκη καταπολεμήσεως της υπερβολικής αναλήψεως κινδύνων που μπορεί να αποσταθεροποιήσει τις χρηματοοικονομικές αγορές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Εκείνο στο οποίο εναντιώνεται το Ηνωμένο Βασίλειο είναι το ότι καθορίστηκε ανώτατο ποσοστό για την αναλογία των μεταβλητών αποδοχών με τις σταθερές αποδοχές των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, και το ότι τούτο επιβάλλεται με νομικώς δεσμευτικά μέτρα της Ένωσης.
IV – Ανάλυση
24. Όπως προαναφέρθηκε, οι λόγοι ακυρώσεως θα εξεταστούν με αντίστροφη σειρά. Έτσι, θα εξετάσω πρώτα τον έκτο λόγο ακυρώσεως.
Α – Έκτος λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση του εθιμικού διεθνούς δικαίου
25. Το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV επιγράφεται «Μεταβλητά στοιχεία αποδοχών». Το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, σημείο i, ορίζει ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθορίζουν τη δέουσα αναλογία μεταξύ των σταθερών και των μεταβλητών συνιστωσών του συνόλου των αποδοχών, κατά την οποία η μεταβλητή συνιστώσα δεν υπερβαίνει το 100 % της σταθερής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών για κάθε άτομο, καθώς και ότι τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν χαμηλότερο μέγιστο ποσοστό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, σημείο ii, της οδηγίας CRD IV, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέψουν στους μετόχους ή στους ιδιοκτήτες ή στα μέλη του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος να εγκρίνουν υψηλότερη μέγιστη αναλογία μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό ύψος της μεταβλητής συνιστώσας δεν υπερβαίνει το 200 % της σταθερής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών για κάθε άτομο. Πάλι εδώ, τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν χαμηλότερο μέγιστο ποσοστό.
26. Το Ηνωμένο Βασίλειο διατύπωσε τον έκτο λόγο του ακυρώσεως ως εξής: «παραβίαση της αντιτιθεμένης στην εξωεδαφικότητα αρχής του εθιμικού διεθνούς δικαίου». Το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι, γενικώς, η κατά το εθιμικό διεθνές δίκαιο αρχή της εδαφικότητας υπαγορεύει ότι ένα κράτος δεν πρέπει να νομοθετεί όσον αφορά τη συμπεριφορά υπηκόων του εγκατεστημένων σε άλλο κράτος, όταν δεν υπάρχει επαρκής σύνδεσμος για να το πράξει. Στην παρούσα υπόθεση, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV παραβιάζει την εν λόγω αρχή όταν εφαρμόζεται σε «όμιλο, μητρική εταιρεία και θυγατρικές» εγκατεστημένες εξ ολοκλήρου εκτός Ένωσης, πράγμα που φέρεται ότι είναι το αποτέλεσμα του άρθρου 92, παράγραφος 1, της οδηγίας CRD IV, σε συνδυασμό με το άρθρο της 109, παράγραφος 2, έστω και αν ουδεμία από τις δύο αυτές διατάξεις προσβλήθηκε.
27. Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της οδηγίας CRD IV, η εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του άρθρου 94 της οδηγίας CRD IV διασφαλίζεται από αρμόδιες αρχές για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε επίπεδο ομίλου, μητρικής εταιρείας και θυγατρικών, περιλαμβανομένων όσων εδρεύουν σε υπεράκτια οικονομικά κέντρα. Το άρθρο 109, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι μητρικές και οι θυγατρικές εταιρείες που εμπίπτουν στην οδηγία αυτή εφαρμόζουν στις θυγατρικές τους που δεν εμπίπτουν στην οδηγία τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που προβλέπονται στο τμήμα II του κεφαλαίου II της οδηγίας. Οι εν λόγω ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμοί πρέπει επίσης να είναι συνεπείς και καλά ενσωματωμένοι, και οι εν λόγω θυγατρικές πρέπει επίσης να είναι σε θέση να παρουσιάζουν οποιοδήποτε δεδομένο και οποιαδήποτε πληροφορία αφορούν την εποπτεία.
28. Το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι αυτό το πλέγμα διατάξεων συνιστά παραβίαση εθιμικής αρχής του δημοσίου διεθνούς δικαίου αφορώσας την εδαφικότητα. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, «δεν αμφισβητείται ότι η αρχή της κυριαρχίας περιλαμβάνει την αποκλειστική αρμοδιότητα ενός κράτους να θεσπίζει νομοθεσία για την ρύθμιση συμπεριφοράς που τηρείται στο έδαφός του∙ όχι μόνο να επιβάλλει την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής» (η υπογράμμιση δική μου) (19).
29. Πριν εξετάσω τη βασιμότητα του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Air Transport Association of America κ.λπ., C-366/10, ότι «δεδομένου ότι οι αρχές του εθιμικού διεθνούς δικαίου δεν χαρακτηρίζονται από τον ίδιο βαθμό σαφήνειας με τις διατάξεις διεθνούς συμφωνίας, ο σχετικός δικαστικός έλεγχος πρέπει κατ’ ανάγκην να περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, εκδίδοντας την οικεία πράξη, υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των αρχών αυτών» (20) (η υπογράμμιση δική μου).
30. Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως τίθενται δύο χωριστά ζητήματα, τα οποία είναι εντελώς διαφορετικής φύσεως. Το πρώτο αφορά το ερώτημα αν το κύρος μιας διατάξεως μπορεί να θιγεί από το γεγονός ότι δυνητικά αυτή έχει εφαρμογή σε υποκείμενα δικαίου και/ή πράξεις εκτός της Ένωσης, λόγω των συνεπειών που έχουν άλλες διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, των οποίων η ακύρωση δεν ζητείται από τον προσφεύγοντα. Τα πράγματα έχουν έτσι επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου στρέφεται μόνο κατά του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV, χωρίς να ζητείται η ακύρωση του άρθρου 92, παράγραφος 1, ή του άρθρου 109, παράγραφος 2, της οδηγίας.
31. Το δεύτερο ζήτημα είναι αν η υποτιθέμενη αρχή του διεθνούς δικαίου η οποία αντιτίθεται στην εξωεδαφικότητα και έτυχε επικλήσεως από το Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει υπό τη μορφή που περιγράφτηκε από αυτό το κράτος μέλος, και αν η αρχή αυτή προδήλως παραβιάστηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης.
1. Οι συνέπειες από τη μη προσβολή των άρθρων 92, παράγραφος 1, και 109, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV
32. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, υπενθυμίζω ότι το Ηνωμένο Βασίλειο περιορίστηκε να προσβάλει με τον έκτο λόγο ακυρώσεως μόνο το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV. Κατά την άποψή μου, τούτο σημαίνει ότι ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Πράγματι, είναι δύσκολο ακόμη και να φανταστεί κανείς οποιαδήποτε στηριζόμενη στο διεθνές δίκαιο αιτίαση κατά της διατάξεως αυτής όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της εντός της Ένωσης. Έπεται ότι ο έκτος λόγος ακυρώσεως δεν δύναται να θίξει το κύρος του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV όσον αφορά το κύριο πεδίο εφαρμογής του.
33. Πράγματι, η φερόμενη έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV με γνώμονα το δημόσιο διεθνές δίκαιο απορρέει, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, από τα άρθρα 92, παράγραφος 1, και 109, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV. Επομένως, κατά την άποψή μου, το προσφεύγον έπρεπε να ζητήσει την ακύρωσή τους, κατά το μέρος που έδωσαν οποιοδήποτε παράνομο εξωεδαφικό αποτέλεσμα στο άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, και όχι την ακύρωση της τελευταίας διατάξεως.
34. Χάριν πληρότητας, σημειώνω ότι δεν είναι πειστικό το επιχείρημα που το Συμβούλιο αντλεί από το γεγονός ότι κατά το γράμμα του άρθρου 92, παράγραφος 1, της οδηγίας CRD IV η εφαρμογή των άρθρων 92, παράγραφος 2, 93 και 95 διασφαλίζεται από τις «αρμόδιες αρχές», όσον αφορά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε επίπεδο ομίλου, μητρικής εταιρείας και θυγατρικών, περιλαμβανομένων όσων εδρεύουν σε υπεράκτια οικονομικά κέντρα. Κατά το άρθρο 4, σημείο 40, του κανονισμού CR, ως «αρμόδια αρχή» νοείται «η δημόσια αρχή ή το όργανο που έχουν επίσημα αναγνωριστεί από το εθνικό δίκαιο και έχουν εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύουν ιδρύματα ως υπαγόμενα στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στο οικείο κράτος μέλος» (21). Το Συμβούλιο συνάγει εξ αυτού ότι δεν είναι καθόλου σαφές κατά ποιον τρόπο μια αρμόδια αρχή δύναται να παραβιάσει την επίμαχη «εθιμική αρχή του δημοσίου διεθνούς δικαίου» απλώς και μόνον ενεργώντας εντός της αρμοδιότητας που της έχει ήδη παρασχεθεί με τη συγκεκριμένη εθνική νομοθεσία περί προληπτικής εποπτείας.
35. Είναι αλήθεια ότι τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές τους για τους σκοπούς εφαρμογής της οδηγίας CRD IV και του κανονισμού CR. Πάντως, κατά το δίκαιο της Ένωσης, οι αρχές αυτές οφείλουν να ασκούν, σε ενοποιημένη βάση, προληπτική εποπτεία επί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ένωσης, η οποία περιλαμβάνει, για τους σκοπούς της πολιτικής αποδοχών, σύμφωνα με τα άρθρα 92 και 109, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV, τις εκτός της Ένωσης εταιρείες των ομίλων τους. Επομένως, τα κράτη μέλη έχουν κατά το δίκαιο της Ένωσης υποχρέωση να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τους επαρκείς εξουσίες προς τούτο.
2. Περιλαμβάνεται στο διεθνές δίκαιο αρχή που αντιτίθεται στην εξωεδαφικότητα, όπως η αρχή αυτή έτυχε επικλήσεως από το Ηνωμένο Βασίλειο, και παραβιάστηκε προδήλως η αρχή αυτή;
36. Όσο για το δεύτερο αυτό ζήτημα, κατά την άποψή μου, νομοθετικό μέτρο της Ένωσης δεν μπορεί να είναι ανίσχυρο απλώς και μόνον επειδή έχει συνέπειες για συμπεριφορά που τηρείται εκτός της Ένωσης. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν επικαλέστηκε καμία απόφαση του Δικαστηρίου προς στήριξη τέτοιου επιχειρήματος, ούτε προκύπτει ότι υπάρχει τέτοιο νομολογιακό προηγούμενο. Αντιθέτως, από μακρού αποτελεί πάγια νομολογία ότι συμπεριφορά που τηρείται εκτός της Ένωσης και έχει αποτελέσματα στο εσωτερικό της δύναται να ρυθμίζεται από το δίκαιο της Ένωσης (22).
37. Περαιτέρω, αυτή η πτυχή του έκτου λόγου ακυρώσεως αγνοεί την απόφαση του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης στην υπόθεση Lotus (23), όπου κρίθηκε ότι στο εθιμικό διεθνές δίκαιο δεν περιλαμβάνεται γενική απαγόρευση της επεκτάσεως της νομοθετικής εξουσίας ενός κράτους («της εξουσίας θεσπίσεως κανόνων δικαίου») πέρα του εδάφους του. Από την άποψη αυτή, οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στην υπόθεση «ξυλοπολτός» (24) παραμένουν επίκαιρες. Εκεί σημείωσε ότι, «έστω και αν, για άλλους λόγους, τέθηκε κάποτε το ερώτημα: “Lotus navigue-t-il toujours?”», η απόφαση αυτή μπορεί να τύχει επικλήσεως για να καθοριστεί η εξουσία ενός κράτους ή άλλου ανάλογου υποκειμένου διεθνούς δικαίου να θεσπίζει κανόνες δικαίου, δηλαδή να υπάγει πραγματικά περιστατικά και συμπεριφορές στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας του, σε αντιδιαστολή με τη δυνατότητα να επιβάλλει με οποιαδήποτε μορφή την εξουσία του στο έδαφος άλλου κράτους (25).
38. Κατά την άποψή μου, το Ηνωμένο Βασίλειο απλώς θα έσφαλλε αν προσπαθούσε να υποστηρίξει ότι το διεθνές δίκαιο επιτρέπει μόνο την ενδοχώρια νομοθετική εξουσία. Από την άλλη πλευρά, αν δέχεται, όπως φαίνεται να δέχεται, την αρχή της ιθαγένειας και ακόμη τη θεωρία των αποτελεσμάτων ως ειδικές βάσεις δικαιοδοσίας, δεν απέδειξε ότι το διεθνές δίκαιο απαιτεί κάτι πιο συγκεκριμένο ως προς τον «επαρκή σύνδεσμο» (26), και ότι η απαίτηση αυτή δεν τηρείται με την προσβαλλόμενη διάταξη της οδηγίας CRD IV.
39. Κατά τη άποψή μου, με την απόφαση Lotus τέθηκε ένα είδος κανόνα κατανομής του βάρους αποδείξεως, υπό την έννοια ότι ο σύνδεσμος που ένα κράτος επικαλείται για να δικαιολογήσει τη νομοθετική εξουσία του είναι επαρκής ελλείψει αντίθετου κανόνα του διεθνούς δικαίου. Πάντως, το διεθνές δίκαιο αναγκαστικά θέτει ορισμένα όρια στη δυνατότητα των κρατών να επικαλούνται τη νομοθετική εξουσία τους, οπότε οποιαδήποτε επίκληση οικουμενικής δικαιοδοσίας πρέπει να βασίζεται σε θετικό κανόνα του διεθνούς δικαίου (27). Άσκηση τέτοιας οικουμενικής δικαιοδοσίας δεν γίνεται με τις επίμαχες διατάξεις της οδηγίας CRD IV, οι οποίες απλώς προβλέπουν την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πλαίσιο της Ένωσης αλλοδαπών εταιρειών ομίλου ανήκοντος σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ένωσης.
40. Εν κατακλείδι, η διεθνούς δικαίου νομολογία την οποία επικαλείται το Ηνωμένο Βασίλειο δεν στηρίζει τα επιχειρήματά του. Η διαιτητική απόφαση στην υπόθεση «νήσος Palmas» (28) αφορούσε το ζήτημα αν το επίμαχο έδαφος ανήκε στις Κάτω Χώρες ή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το ζήτημα των ορίων της νομοθετικής εξουσίας, το οποίο φέρεται ότι τίθεται εν προκειμένω. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει για την από το Ηνωμένο Βασίλειο επίκληση της υποθέσεως «ψαρότοποι» (29), η οποία αφορούσε την οριοθέτηση μιας νορβηγικής αλιευτικής ζώνης. Δεν βοηθεί ούτε η υπόθεση Nottebohm (30), στην οποία το Διεθνές Δικαστήριο όρισε τα κριτήρια της ενεργού ιθαγένειας για σκοπούς διπλωματικής προστασίας. Η υπόθεση «ένταλμα συλλήψεως» (31) έχει ερμηνευθεί ως σιωπηρή επιβεβαίωση της αποφάσεως Lotus, μολονότι η απόφαση, σε αντίθεση με τις ατομικές γνώμες δικαστών, δεν εξέτασε τις διάφορες πιθανές βάσεις δικαιοδοσίας, αλλά επικεντρώθηκε στο ζήτημα της ασυλίας. Επίσης, όπως ο γενικός εισαγγελέας M. Darmon παρατήρησε στην υπόθεση «ξυλοπολτός» (32), η ατομική γνώμη του Sir Gerald Fizmaurice στην υπόθεση Barcelona Traction αποτελεί επανάληψη και επανακαθορισμό της αποφάσεως Lotus κατά τα προεκτεθέντα στο σημείο 39.
41. Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ ως λόγο για να κηρυχθεί ανίσχυρο το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV. Το άρθρο 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ αφορά την υποχρέωση της Ένωσης να συμβάλλει, μεταξύ άλλων, στην «αυστηρή τήρηση και ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου». Ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρξει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ, επειδή δεν υπάρχει αντιτιθέμενη στην εξωεδαφικότητα αρχή του διεθνούς δικαίου όπως η αρχή αυτή περιγράφεται στην προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου.
3. Συμπέρασμα ως προς τον έκτο λόγο ακυρώσεως
42. Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν αμφιβάλλω σχετικά με το συμπέρασμα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν απέδειξε ότι το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, θεσπίζοντας το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV, υπέπεσαν σε πρόδηλα σφάλματα περί την εκτίμηση όσον αφορά μια αρχή του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Β – Πέμπτος λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR είναι ασύμβατο με το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής και με το δίκαιο της Ένωσης περί προστασίας των δεδομένων
43. Το άρθρο 450 του κανονισμού CR επιγράφεται «Πολιτικές αποδοχών». Το άρθρο 450, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα «δημοσιοποιούν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική και πρακτική αποδοχών του ιδρύματος για τις κατηγορίες εκείνες των μελών του προσωπικού των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη επίπτωση στο προφίλ κινδύνου του». Συνεχίζει διευκρινίζοντας, στο στοιχείο δ΄, ότι περιλαμβάνεται η «αναλογία μεταξύ σταθερών και μεταβλητών αποδοχών που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄,» της οδηγίας CRD IV∙ στο στοιχείο θ΄, ότι περιλαμβάνεται ο «αριθμό[ς] των ατόμων που αμείβονται με τουλάχιστον 1 εκατομμύριο ευρώ ανά οικονομικό έτος, ανά μισθολογικά κλιμάκια 500 000 ευρώ για τις αμοιβές από 1 έως 5 εκατομμύρια ευρώ και ανά μισθολογικά κλιμάκια 1 εκατομμυρίου ευρώ για τις αμοιβές 5 εκατομμυρίων ευρώ και άνω»∙ και στο στοιχείο ι΄, ότι περιλαμβάνεται, «κατόπιν αιτήματος του κράτους μέλους ή της αρμόδιας αρχής, [η] συνολική αμοιβή για καθένα από τα μέλη του διοικητικού οργάνου ή τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη».
44. Το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR αντίκειται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (33). Το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR επιτρέπει στο κράτος μέλος ή στις αρμόδιες αρχές να ζητήσουν τη δημοσιοποίηση λεπτομερέστερων πληροφοριών σχετικά με τις αποδοχές απ’ ό,τι απαιτείται από το άρθρο 450, παράγραφος l, στοιχείο θ΄, του κανονισμού CR, υπό τη μορφή των συνολικών αποδοχών κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου ή ανώτερου διευθυντικού στελέχους. Δεν αμφισβητείται από το Συμβούλιο ή το Κοινοβούλιο ότι η σύμφωνα με την προσβαλλόμενη διάταξη δημοσιοποίηση πληροφοριών περί των αποδοχών ισοδυναμεί με επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την προστασία των δεδομένων.
45. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 450, παράγραφος l, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αιτιολογική του σκέψη 99, συνάδει με τις αρχές που το Δικαστήριο διατύπωσε στην απόφαση Volker und Markus Schecke και Eifert (34). Στην αιτιολογική σκέψη 99 του κανονισμού CR εκτίθεται ότι τόσο η οδηγία 95/46 όσο και ο κανονισμός (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (35), «θα πρέπει να ισχύουν πλήρως για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού».
46. Στην υπόθεση Volker und Markus Schecke και Eifert κρίθηκε ότι τα θεσμικά όργανα δεν στάθμισαν δεόντως τους σκοπούς της επίμαχης στην υπόθεση εκείνη διατάξεως με τα δικαιώματα που τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη αναγνωρίζουν στα φυσικά πρόσωπα, όσον αφορά την ιδιωτική ζωή και την προστασία των δεδομένων (36).
47. Στην παρούσα υπόθεση, σημασία έχει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν έχει εφαρμογή στο σύνολο των προσώπων που αποκαλούνται «οι αναλαμβάνοντες σημαντικούς κινδύνους», αλλά μόνο στα μέλη του διοικητικού οργάνου ή στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη, και ότι δεν οδηγεί στην αυτόματη δημοσιοποίηση προστατευόμενων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Πράγματι, το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR δεν επιβάλλει αυτόματη υποχρέωση να ζητείται η εν λόγω δημοσιοποίηση. Απλώς παρέχει στα κράτη μέλη ή στην αρμόδια αρχή τη διακριτική ευχέρεια να το πράξουν. Όπως προαναφέρθηκε, η αιτιολογική σκέψη 99 του κανονισμού δεσμεύει τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με τη νομοθεσία της Ένωσης περί προστασίας των δεδομένων, όταν εξετάζουν αν θα ζητήσουν τέτοιες πληροφορίες. Σε αυτό θα προσέθετα τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, δεδομένου ότι αίτημα παροχής περαιτέρω πληροφοριών κατά το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR, συνιστά χωρίς αμφιβολία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51 του Χάρτη (37). Επομένως, κατά την άποψή μου, και σε αντίθεση με τις έκδηλες ανησυχίες του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR δεν συνεπάγεται ότι ο στόχος διαφάνειας υπερισχύει αυτομάτως της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου.
48. Επιπλέον, κατά το άρθρο 450, παράγραφος 2, του κανονισμού CR, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, με την επιφύλαξη της οδηγίας 95/46. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι τα κράτη μέλη και οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να ζητήσουν οποιαδήποτε δημοσιοποίηση σε αντίθεση με το δίκαιο της Ένωσης περί της προστασίας των δεδομένων.
49. Είναι αλήθεια ότι, αφότου το κράτος μέλος ή η αρμόδια αρχή ζητήσουν τη δημοσιοποίηση, το αίτημα αυτό συνιστά, για το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εκ του νόμου υποχρέωση κατά την έννοια του άρθρου 7, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 95/46. Τούτο καθιστά νόμιμη τη συγκεκριμένη επεξεργασία δεδομένων. Πάντως, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί φυσικά να αμφισβητήσει ενώπιον αρμόδιας δικαστικής αρχής τη νομιμότητα οποιασδήποτε αποφάσεως επιβάλλει μια τέτοια υποχρέωση δημοσιοποιήσεως, όπως οποιασδήποτε άλλης εθνικής αποφάσεως που εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης και θίγει θεμελιώδη δικαιώματα ιδιωτών.
50. Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι επίσης ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ – Τέταρτος λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η με την οδηγία CRD IV ανάθεση αρμοδιοτήτων στην ΕΑΤ και στην Επιτροπή έγινε καθ’ υπέρβαση εξουσίας
51. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι κάπως διφορούμενος επειδή με αυτόν μια αιτίαση ως προς τις εξουσίες που με το άρθρο 94, παράγραφος 2, παρασχέθηκαν στην ΕΑΤ συγχέεται με μια αιτίαση ως προς τις εξουσίες που δύναται να ασκήσει η Επιτροπή. Δεδομένου ότι η δεύτερη αιτίαση περιορίζεται σε μια αντίρρηση ως προς το «εύρος» των εξουσιών που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή, χωρίς να γίνεται επίκληση του δόγματος Meroni (38) ούτε να προβάλλεται ότι δεν τηρήθηκαν οι παράμετροι που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης, δηλαδή από τα άρθρα 290 και 291 ΣΛΕΕ, κατά την άποψή μου μόνον η αιτίαση ως προς τις εξουσίες της ΕΑΤ αναπτύχθηκε αρκούντως λεπτομερώς ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη νομιμότητά τους.
52. Το άρθρο 94, παράγραφος 2 της οδηγίας CRD IV ορίζει ότι η ΕΑΤ «καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τον ορισμό των κατηγοριών των μέσων που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1, στοιχείο ιβ΄, σημείο ii, και αναφορικά με τα ποιοτικά και τα κατάλληλα ποσοτικά κριτήρια εντοπισμού κατηγοριών υπαλλήλων, οι επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ιδρύματος όπως αναφέρεται στο άρθρο 92, παράγραφος 2». Η διάταξη προσθέτει ότι η ΕΑΤ πρέπει να υποβάλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο στις 31 Μαρτίου 2014, καθώς και ότι η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα κατά το πρώτο εδάφιο ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της αποφάσεως 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της αποφάσεως 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (39) (στο εξής: κανονισμός ΕΑΤ).
53. Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι η παροχή των εξουσιών αυτών πρέπει, πέρα από τις γενικές αρχές που διέπουν την παροχή αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή, να συνάδει με το άρθρο 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ΕΑΤ. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΑΤ ορίζει ότι «[τ]α ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν επιβάλλουν στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές και το περιεχόμενό τους περιορίζεται από τις νομοθετικές πράξεις επί των οποίων βασίζονται».
54. Το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι το άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV πρέπει να ακυρωθεί επειδή, πρώτον, τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στην ΕΑΤ εξέρχονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων που παρασχέθηκαν με τον κανονισμό ΕΑΤ, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι τα καθήκοντα αυτά συνεπάγονται τη «λήψη στρατηγικών αποφάσεων ή την πραγματοποίηση πολιτικών επιλογών», κατά παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ΕΑΤ.
55. Δεύτερον, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι, εφόσον η ΕΑΤ συστάθηκε βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, δεν είναι νόμιμο να απαιτηθεί να ασχολείται με ζητήματα που εμπίπτουν στο άρθρο 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Η διάταξη αυτή εξαιρεί, μεταξύ άλλων, διατάξεις «για τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μισθωτών» από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Με άλλα λόγια, το άρθρο 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για μέτρα αυτού του είδους.
56. Θα αρχίσω σημειώνοντας ότι το άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV, σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΑΤ, παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία εκδόσεως μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, με την οποία εγκρίνεται ρυθμιστικό πρότυπο, πρέπει να βασίζεται σε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που έχει καταρτίσει η ΕΑΤ. Πάντως, το άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV δεν παρέχει στην ΕΑΤ εξουσία λήψεως δεσμευτικών αποφάσεων. Περαιτέρω, υπενθυμίζω ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης παρέχει, με νομοθετική πράξη, στην Επιτροπή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα, η Επιτροπή καλείται να θεσπίσει μέτρα που συμπληρώνουν ή τροποποιούν μη ουσιώδη στοιχεία της πράξεως αυτής (40).
57. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα σχετικά με τον κανονισμό ΕΑΤ, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό κατά ποιον τρόπο ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας θεσπίζοντας, με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, μια διάταξη, εν προκειμένω το άρθρο 10 του κανονισμού ΕΑΤ, και στη συνέχεια, με την ίδια διαδικασία, μια δεύτερη διάταξη, εν προκειμένω το άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV, ακόμη και αν το περιεχόμενο ή το πεδίο εφαρμογής της πρώτης διατάξεως είναι στενότερο από αυτό της δεύτερης. Εν προκειμένω, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην ανάθεση ορισμένου καθήκοντος σε οργανισμό της Ένωσης.
58. Κατά την άποψή μου, ο κανονισμός ΕΑΤ δεν δύναται να καταστήσει ανίσχυρη οποιαδήποτε διάταξη της οδηγίας CRD IV, επειδή η δεύτερη δύναται να αποκλίνει από την πρώτη. Τούτο θα ίσχυε ακόμη και αν η οδηγία CRD IV παρείχε στην ΕΑΤ αρμοδιότητα για τη λήψη δεσμευτικών στρατηγικών αποφάσεων ή για την πραγματοποίηση πολιτικών επιλογών. Στην τελευταία περίπτωση, η παροχή εξουσιών θα ήταν αναμφισβήτητα αντισυνταγματική κατά το δόγμα Meroni, αλλά όχι λόγω του άρθρου 10 του κανονισμού ΕΑΤ (41).
59. Γενικότερα, δυνητική σύγκρουση μεταξύ διατάξεων δύο νομοθετικών πράξεων που έχουν την ίδια τυπική ισχύ, όπως η φερόμενη σύγκρουση μεταξύ του άρθρου 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV και του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού ΕΑΤ, δεν αποδεικνύει ούτε συνεπάγεται έλλειψη αρμοδιότητας του νομοθέτη ή τη βασιμότητα οποιουδήποτε άλλου λόγου ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ακόμη και αν μπορεί να αποτελεί ένδειξη χαμηλής ποιοτικής στάθμης της νομοθετικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, σε μια τέτοια κατάσταση ουδεμία από τις συγκρουόμενες διατάξεις δύναται να ακυρωθεί για τον λόγο αυτόν. Πάντως, ο καθορισμός της διατάξεως που κατισχύει της άλλης εξαρτάται από την εφαρμογή αρχών όπως η lex posterior ή η lex specialis, εκτός αν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που αίρει τη δυνητική σύγκρουση. Με άλλα λόγια, ουδεμία από τις διατάξεις είναι lex superior έναντι της άλλης.
60. Τούτο ισχύει ακόμη και σε περιπτώσεις όπου ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε τη βούληση να αποκλίνει από την πρώτη διάταξη με τη θέσπιση της δεύτερης, πράγμα το οποίο, όπως εξήγησαν το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, συμβαίνει εν προκειμένω, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του γεγονότος ότι, κατά το άρθρο 94, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας CRD IV, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει το επίμαχο ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο σε συμφωνία με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού ΕΑΤ.
61. Έτσι, το άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας παρέχει στην Επιτροπή μόνο την εξουσία να συμπληρώσει τα μη ουσιώδη στοιχεία νομοθετικών πράξεων. Η οδηγία CRD IV παραθέτει τα ουσιώδη στοιχεία των επίμαχων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, ορίζοντας ότι έχει εφαρμογή σε ορισμένες κατηγορίες του προσωπικού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δηλαδή στα πρόσωπα που αποκαλούνται «οι αναλαμβάνοντες σημαντικούς κινδύνους» κατά την έννοια που ορίζεται λεπτομερώς στο άρθρο 92, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV.
62. Πράγματι, το άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να εγκρίνει, βάσει σχεδίου που έχει καταρτίσει η ΕΑΤ, ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα «αναφορικά με τα ποιοτικά και τα κατάλληλα ποσοτικά κριτήρια εντοπισμού κατηγοριών υπαλλήλων, οι επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ιδρύματος όπως αναφέρεται στο άρθρο 92, παράγραφος 2». Κατά συνέπεια, η οδηγία αποσκοπεί στη θέσπιση «κανόνων που εντάσσονται στο κανονιστικό πλαίσιο όπως αυτό ορίζεται από τη βασική νομοθετική πράξη» (42). Επομένως, οι στρατηγικές και πολιτικές επιλογές έγιναν με τη βασική νομοθετική πράξη και όχι με τα μέτρα που επεξεργάστηκε η ΕΑΤ και έλαβε η Επιτροπή.
63. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι οι εξουσίες που παρασχέθηκαν στην ΕΑΤ είναι παράνομες επειδή δύνανται να θίξουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα μισθωτών κατά την έννοια του άρθρου 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για οργανισμό που ιδρύθηκε βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κατά την άποψή μου επιτρέπεται τα καθήκοντα οργανισμού της Ένωσης να έχουν νομική βάση διαφορετική από εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η νομοθετική πράξη με την οποία ιδρύθηκε ο οργανισμός. Παραδείγματος χάριν, τα καθήκοντα οργανισμού της Ένωσης επιτρέπεται να βασίζονται εν μέρει στις διατάξεις περί των τεσσάρων ελευθεριών, ενώ αυτός ιδρύθηκε βάσει διατάξεων περί εναρμονίσεως της εσωτερικής αγοράς ή βάσει του άρθρου 352 ΣΛΕΕ (43). Η χρησιμοποίηση συγκεκριμένης νομικής βάσεως για την ίδρυση οργανισμού της Ένωσης δεν συνεπάγεται ότι απαγορεύεται στον νομοθέτη της Ένωσης να του αναθέσει άλλα καθήκοντα πάνω σε διαφορετική νομική βάση. Το αν η δεύτερη είναι η κατάλληλη νομική βάση εξαρτάται από το περιεχόμενο των νέων καθηκόντων και εξουσιών που ανατέθηκαν στον συγκεκριμένο οργανισμό, ενώ η νομική βάση δυνάμει της οποίας ιδρύθηκε ο οργανισμός δεν ασκεί επιρροή.
64. Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί ότι αυτό που η ΕΑΤ εξουσιοδοτήθηκε να πράξει είναι η κατάρτιση σχεδίων πράξεων, οι οποίες αποκτούν νομική ισχύ μόνον αν εγκριθούν από την Επιτροπή. Εξ ορισμού, σχέδια νομικών πράξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν μέτρα αφορώντα «τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μισθωτών» και έχοντα «ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» κατά την έννοια του άρθρου 114, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ. Τα εν λόγω σχέδια πράξεων δεν έχουν έννομα αποτελέσματα πέρα της εσωτερικής διαδικασίας εκδόσεως αποφάσεων της Επιτροπής, όπου η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει την έγκριση, την απόρριψη ή την τροποποίησή τους, αναλόγως της περιπτώσεως. Επομένως, τα σχέδια πράξεων που προτείνει η ΕΑΤ, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός της Ένωσης στον τομέα αυτόν, δεν δύνανται αυτά καθ’ εαυτά να εναρμονίσουν εθνικές διατάξεις ή να επηρεάσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ιδιωτών.
65. Για τους λόγους αυτούς, επίσης ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δ – Τρίτος λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου
66. Το άρθρο 162, παράγραφος 1, της οδηγίας CRD IV ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις για τη συμμόρφωση με την οδηγία έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013, και ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις από την ημερομηνία αυτή.
67. Το άρθρο 162, παράγραφος 3, της οδηγίας CRD IV ορίζει ότι οι «νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, καθιστούν απαραίτητη την εκ μέρους των ιδρυμάτων εφαρμογή των οριζόμενων αρχών στις αμοιβές που οφείλονται για παροχή υπηρεσιών ή επιδόσεις από την 1η Ιανουαρίου 2014, βάσει συμβολαίων που έχουν συναφθεί πριν ή έπειτα από 31 Δεκεμβρίου 2013».
68. Το άρθρο 521, παράγραφος 1, του κανονισμού CR ορίζει ότι ο κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το άρθρο 521, παράγραφος 2, ορίζει ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2014.
69. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, το άρθρο 162, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας CRD IV και το άρθρο 521, παράγραφος 2, του κανονισμού CR παραβιάζουν την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
70. Περαιτέρω, το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις απαιτούν τη ρύθμιση ζητημάτων όπως το πώς πρέπει να εφαρμοστούν οι νέοι κανόνες στην πράξη και ποιος είναι ο συντελεστής μειώσεως των μετατεθέντων στο μέλλον επιχορηγημάτων, τα δε κριτήρια για τον καθορισμό των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους δεν ήσαν διαθέσιμα εγκαίρως. Τούτο οφείλεται στο ότι η ΕΑΤ δεν ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 31 Μαρτίου 2014 (βλ. άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο πριν λάβει την πρόταση της ΕΑΤ. Πράγματι, η Επιτροπή ενέκρινε τα κατά την οδηγία CRD IV ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα μόλις στις 4 Μαρτίου 2014.
71. Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι η ορθή εφαρμογή του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV και του άρθρου 450, παράγραφος 1, στοιχεία δ΄, θ΄ και ι΄, του κανονισμού CR εξαρτάται από τον προηγούμενο προσδιορισμό των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους. Κατά συνέπεια, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί την ακύρωση του άρθρου 162, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας CRD IV και του άρθρου 521, παράγραφος 2, του κανονισμού CR επειδή τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έπρεπε να τάξουν διαφορετική προθεσμία για την εφαρμογή της σειράς μέτρων που περιλαμβάνεται στο πακέτο CRD IV, προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ασφάλειας δικαίου.
72. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως επιγράφεται «οι προσβαλλόμενες διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της ασφάλειας δικαίου» και προκύπτει ότι έχει τα ακόλουθα τρία σκέλη.
73. Πρώτον, το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι το άρθρο 162, παράγραφος 3, της οδηγίας CRD IV παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου επειδή έχει «αναδρομική ισχύ». Τούτο συμβαίνει, λέγει το Ηνωμένο Βασίλειο, επειδή το άρθρο 162, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν την οδηγία CRD IV από την 1η Ιανουαρίου 2014, και αυτό έχει συνέπειες για αποδοχές που πρόκειται να χορηγηθούν βάσει «συμβάσεων που συνήφθησαν πριν από την ημερομηνία αυτή».
74. Κατά την άποψή μου, τίποτα δεν επιτρέπει να λεχθεί ότι η οδηγία CRD IV έχει αναδρομική ισχύ. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αναδρομικό μέτρο είναι εκείνο που παράγει αποτελέσματα από χρονικό σημείο πριν από τη δημοσίευσή του (44). Περαιτέρω, το Δικαστήριο ρητώς έχει κρίνει ότι η εφαρμογή διατάξεως του δικαίου της Ένωσης «επί συμβάσεως εργασίας συναφθείσας πριν από την οικεία έναρξη ισχύος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως θίγουσα κατάσταση διαμορφωθείσα πριν από την έναρξη ισχύος» (45).
75. Επιπλέον, κατά το άρθρο 162, παράγραφος 3, της οδηγίας CRD IV, το άρθρο της 94, παράγραφος 1, σημείο ζ΄, έχει εφαρμογή μόνο για παροχή υπηρεσιών ή επιδόσεις από το έτος 2014 και εφεξής. Επομένως, η οδηγία CRD IV δεν θίγει τα ήδη σωρευθέντα δικαιώματα που συνδέονται με προγενέστερες υπηρεσίες ή επιδόσεις, ή με άλλα λόγια δεν θίγει σωρευθέντα δικαιώματα και επιδόσεις πριν από τη θέση της οδηγίας CRD IV σε ισχύ. Το πραγματικό δικαίωμα του εργαζομένου να λάβει αμοιβή γεννάται, το νωρίτερο, μόνον όταν παρέχει τις υπηρεσίες ή έχει τις επιδόσεις που αξίζουν επιχορήγημα, και όχι όταν υπήρξε συμφωνία περί αυτού.
76. Είναι αλήθεια ότι η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει ορισμένη προστασία για τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των οικονομικών μονάδων που έχουν ήδη συνάψει συμβάσεις οι οποίες εμπίπτουν σε έχουσες άμεσο αποτέλεσμα διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, αλλά στο πλαίσιο αυτό δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δύναται να υπάρξει μόνο σε περιορισμένη κατηγορία περιπτώσεων.
77. Μολονότι «η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι εκ των θεμελιωδών αρχών του δικαίου της Ένωσης, και όποιος οικονομικός φορέας επέδειξε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη λόγω συγκεκριμένων εγγυήσεων που δόθηκαν από θεσμικό όργανο δύναται να επικαλείται την εν λόγω αρχή» (46), το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη κρίνει ότι «οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να προβάλουν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη με σκοπό τη διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως που μπορεί να τροποποιηθεί στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως των κοινοτικών οργάνων» (47). Βάσει του ιστορικού της οδηγίας CRD IV, το οποίο προεκτέθηκε στην ενότητα υπό τον τίτλο «Προκαταρκτικές παρατηρήσεις», κάθε «κανονικώς ενημερωμένος και επιμελής επιχειρηματίας» (48) μπορούσε να προβλέψει ότι η Ένωση ενδέχεται να θεσπίσει νέους κανόνες σχετικά με την αναλογία μεταξύ των σταθερών και των μεταβλητών αποδοχών των εργαζομένων σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
78. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αν θεσμικό όργανο της Ένωσης είχε δημιουργήσει σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα «βάσιμη προσδοκία» ότι δεν θα θεσπιζόταν σταθερή αναλογία, θα μπορούσε να ευδοκιμήσει αιτίαση προβάλλουσα κατά αυτής της πτυχής της οδηγίας CRD IV παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (49). Πάντως, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
79. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως, δηλαδή στο αν έγινε σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συγκεκριμένων οικονομικών μονάδων, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την «αναδρομικότητα». Τούτου λεχθέντος, κατά την άποψή μου, παρέλκει η από το Δικαστήριο εξέταση του συγκεκριμένου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, δεδομένου ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Επομένως, θα προβώ στις ακόλουθες παρατηρήσεις μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά.
80. Με την προσφυγή του, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η σταθερή αναλογία που θεσπίστηκε με την οδηγία CRD IV παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου υπό την έννοια ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που απαιτούνταν για τη ρύθμιση ζητημάτων, όπως το πώς πρέπει να εφαρμοστούν οι νέοι κανόνες στην πράξη, ποιος είναι ο συντελεστής μειώσεως των μετατεθέντων στο μέλλον επιχορηγημάτων, ή τα κριτήρια για τον καθορισμό του αν ένας εργαζόμενος είναι πρόσωπο που αναλαμβάνει σημαντικούς κινδύνους, αναμενόταν να εκδοθούν μόνο μετά αρκετούς μήνες από τη σε εθνικό επίπεδο εφαρμογή του συγκεκριμένου «πλαφόν» των μεταβλητών αποδοχών. Όπως προαναφέρθηκε, τούτο επρόκειτο να συμβεί την 1η Ιανουαρίου 2014, αλλά κατά το άρθρο 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV η ΕΑΤ δεν ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων πριν από τις 31 Μαρτίου 2014. Αυτά εγκρίθηκαν από την Επιτροπή στις 4 Μαρτίου 2014. Η αντίρρηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκτείνεται επίσης στις διατάξεις περί ψήφου των μετόχων και περί της προαιρετικής αναλογίας του 200 % που περιέχονται στο άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, σημείο ii, της οδηγίας CRD IV. Έτσι, το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έπρεπε να έχουν θεσπίσει περαιτέρω διατάξεις για τη μετάθεση της ημερομηνίας εφαρμογής των προσβαλλομένων μέτρων έως ότου καθίστατο δυνατή η πλήρης εφαρμογή ολόκληρου του πλέγματος των διατάξεων του πακέτου CRD IV.
81. Για τη στήριξη υποχρεώσεως «να είναι οι εφαρμοστικές διατάξεις αρκούντως σαφείς και συγκεκριμένες», το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται το άρθρο 17 του Χάρτη, το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και τις αποφάσεις Hentrich κατά Γαλλίας (50), Špaček, s.r.o κατά Τσεχίας (51) και Teleos, C-409/04 (52).
82. Πρόσφατα, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι «η αρχή της ασφάλειας δικαίου, από την οποία απορρέει η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επιτάσσει να είναι σαφής και ακριβής η νομοθετική ρύθμιση που επιφέρει δυσμενείς συνέπειες έναντι των ιδιωτών, η δε εφαρμογή της να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες» (53).
83. Όσον αφορά την ανυπαρξία ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων μέχρι τις 4 Μαρτίου 2014, κατά την άποψή μου το άρθρο 92, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV ορίζει αυτοτελώς και διεξοδικώς ποιοι εργαζόμενοι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων εμπίπτουν στις διατάξεις περί αποδοχών (54).
84. Όπως το Συμβούλιο σημειώνει με το υπόμνημά του αντικρούσεως, η οδηγία CRD III είχε ήδη καθορίσει τα βασικά στοιχεία για τον ορισμό μιας αναλογίας μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών. Μεταξύ άλλων, στο παράρτημα I της οδηγίας CRD III ορίστηκε ότι το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της πολιτικής αποδοχών της Ένωσης καταλαμβάνει «ανώτερα διοικητικά στελέχη, πρόσωπα τα οποία αναλαμβάνουν κινδύνους και πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα ελέγχου, καθώς και κάθε εργαζόμενο οι συνολικές αποδοχές του οποίου τον εντάσσουν στο ίδιο επίπεδο αμοιβών με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ του κινδύνου τους». Η διάταξη αυτή τέθηκε σε ισχύ στις 15 Δεκεμβρίου 2010, και έπρεπε να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη έως το τέλος του 2011. Έτσι, από το 2011 τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα χρησιμοποιούν την κατά το δίκαιο της Ένωσης έννοια του προσώπου που αναλαμβάνει σημαντικούς κινδύνους.
85. Κατά συνέπεια, η οδηγία CRD IV χρησιμοποιεί τους ίδιους, κατά την άποψή μου αρκούντως συγκεκριμένους, κανόνες σχετικά με τις μεταβλητές αποδοχές, οι οποίοι βρίσκονται σε ισχύ εδώ και κάποια χρόνια. Περαιτέρω, σημειώνω ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα της οδηγίας CRD IV δημοσιεύθηκαν τον Ιούνιο του 2013, τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2013, και εφαρμόζονται από τις 31 Δεκεμβρίου 2013. Κατά συνέπεια, δύναται να γίνει δεκτό ότι οι νέοι κανόνες περί των μεταβλητών αποδοχών ελήφθησαν δεόντως υπόψη σε διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και του συγκεκριμένου προσωπικού τους για το έτος 2014.
86. Πιο σημαντικό όμως είναι το ότι, κατά το δίκαιο της Ένωσης, τα ποιοτικά ή ποσοτικά κριτήρια του άρθρου 92, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV δεν μπορούσαν να μεταβληθούν με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που τελικά εγκρίθηκαν από την Επιτροπή στις 4 Μαρτίου 2014. Έτσι, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
87. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μέτρο της Ένωσης δύνανται να έχει αναδρομική ισχύ όταν τούτο απαιτείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό και όταν έγινε δεόντως σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων προσώπων (55).
88. Ο σκοπός των προσβαλλομένων μέτρων είναι η δημιουργία ενός ομοιογενούς πλέγματος κανόνων έχοντος εφαρμογή στις μεταβλητές αποδοχές για τις υπηρεσίες τις οποίες τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους παρείχαν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους 2014. Έτσι, ο θεμιτός σκοπός του άρθρου 162, παράγραφος 3, της οδηγίας CRD IV είναι να διασφαλίσει ότι τα μέτρα που περιέχονται σε αυτήν εφαρμόζονται από την ίδια ημερομηνία σε ολόκληρη την Ένωση.
89. Επιπλέον, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ατόμων έγινε δεόντως σεβαστή. Με την Πράσινη Βίβλο (56) και την αρχική πρόταση σχετικά με το πακέτο CRD IV (57) οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν μια πρώτη προειδοποίηση ως προς το ότι σχεδιάζεται η θέσπιση περαιτέρω νομοθεσίας περί αποδοχών. Όταν, στις 30 Μαΐου 2012, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δημοσίευσε τις τροπολογίες του προτείνοντας σταθερή μέγιστη αναλογία ίση με το 100 % για τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών (58), μια πρωτοβουλία αυτού του είδους ήταν αδύνατον να διαψεύσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων. Το Δεκέμβριο του 2012, ο συμβιβασμός μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις αποδοχές των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, με τον οποίο σχεδιάστηκε να οριστεί η μέγιστη αναλογία στο 200 % των σταθερών αποδοχών, έλαβε ευρεία δημοσιότητα από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως. Περαιτέρω, με τη δημοσίευση της οδηγίας CRD IV στην Επίσημη Εφημερίδα στις 27 Ιουνίου 2013, αρκούντως σαφείς κανόνες σχετικά με τις μεταβλητές αποδοχές κατέστησαν προσβάσιμοι από τον κάθε ένα, οπότε υπήρχε επαρκής χρόνος προετοιμασίας μέχρι τη θέση τους σε ισχύ στις αρχές του 2014.
90. Για τους λόγους αυτούς, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Ε – Δεύτερος λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της επικουρικότητας και ο οποίος αφορά το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV και το άρθρο 450, στοιχεία θ΄ και ι΄, του κανονισμού CR
91. Ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως διατυπώθηκε και υποστηρίχθηκε με μάλλον περίπλοκο τρόπο, αλλά μπορεί να διαιρεθεί σε δύο κύρια ζητήματα: δηλαδή (i) παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας (59) και της επικουρικότητας (60), μέσω της προβλέψεως της ίσης με 100 % υποχρεωτικής ανώτατης σταθερής αναλογίας μεταξύ των σταθερών και των μεταβλητών αποδοχών, και (ii) αναλογικότητα των υποχρεώσεων δημοσιοποιήσεως. Θα εξετάσω χωριστά τα ζητήματα αυτά (61).
1. Ανώτατη σταθερή αναλογία για τις μεταβλητές αποδοχές
92. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, τα προσβαλλόμενα μέτρα αντίκεινται στην αρχή της αναλογικότητας, επειδή δεν είναι πρόσφορα για την επίτευξη του επιθυμητού σκοπού της δράσεως των δημοσίων αρχών. Δεν είναι ούτε αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που ρητώς έχει η επίμαχη νομοθεσία, καθώς οι λοιπές (μη προσβαλλόμενες) διατάξεις της οδηγίας CRD IV και του κανονισμού CR προβλέπουν επαρκή προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στον τομέα αυτόν, οπότε δεν υπάρχει πρόσθετη ανάγκη για την επιβολή του φερόμενου «πλαφόν των μπόνους». Περαιτέρω, προβάλλεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν εξέτασε την αναλογικότητα των μέτρων που έγιναν αντικείμενο τροπολογίας. Τούτο, κατά το προσφεύγον, αντίκειται στις υποδείξεις της Διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετείν (62). Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι ακόμη και αν γίνει δεκτή η εξουσία εκτιμήσεως της οποίας απολαύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης όταν νομοθετούν για τη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας, τα προσβαλλόμενα μέτρα είναι προδήλως δυσανάλογα, και επιπλέον παραβιάζουν την αρχή της επικουρικότητας επειδή εξακολουθεί να μην έχει αποδειχθεί η ανάγκη των μέτρων αυτών για την άρση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στο πεδίο της ελευθερίας εγκαταστάσεως (63).
93. Υπενθυμίζω ότι υπάρχει συνταγματική αρχή του δικαίου της Ένωσης κατά την οποία, στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας της Ένωσης, οι συννομοθέτες έχουν αρμοδιότητα να εισάγουν τροπολογίες σε οποιαδήποτε νομοθετική πρόταση, στο μέτρο που παραμένουν εντός του πεδίου εφαρμογής της πράξεως όπως αυτό ορίζεται από την αρχική πρόταση της Επιτροπής (64). Αυτό είναι εκείνο που συνέβη όσον αφορά την τροπολογία του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV, με την οποία εισήχθη κανόνας αυστηρότερος από τον περιεχόμενο στην πρόταση της Επιτροπής. Πάντως, το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας δεν απέστη από το πεδίο εφαρμογής και τους σκοπούς της, επειδή αντικείμενό του παρέμεινε η ρύθμιση των μεταβλητών συνιστωσών των αποδοχών με σκοπό την καταπολέμηση της υπερβολικής αναλήψεως κινδύνων από τη διοίκηση και τους εργαζομένους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Το ζήτημα αυτό είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο της οδηγίας CRD III.
94. Όπως σωστά υπενθυμίζει το Συμβούλιο, οι συννομοθέτες δύνανται να εισάγουν μέτρα που δεν προβλέφθηκαν σε αρχική νομοθετική πρόταση, χωρίς να πρέπει οπωσδήποτε να εκπονήσουν πρόσφατη και πλήρη μελέτη επιπτώσεων. Τούτο οφείλεται στο ότι οι μελέτες επιπτώσεων που εκπονεί η Επιτροπή δεν δεσμεύουν ούτε το Συμβούλιο ούτε το Κοινοβούλιο, τα οποία αμφότερα έχουν δικαίωμα να εισάγουν τροπολογίες σε πρόταση της Επιτροπής. (65)
95. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «η ευρεία διακριτική ευχέρεια του κοινοτικού νομοθέτη, η οποία συνεπάγεται περιορισμένο δικαστικό έλεγχο της ασκήσεώς της, δεν αφορά μόνον τη φύση και την εμβέλεια των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν, αλλά επίσης, ως ένα βαθμό, τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων» (66). Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, μολονότι ο δικαστικός έλεγχος είναι εν προκειμένω περιορισμένος, τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας που εξέδωσαν την επίμαχη πράξη πρέπει να «είναι σε θέση να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η πράξη εκδόθηκε κατόπιν πραγματικής ασκήσεως της διακριτικής τους ευχέρειας, η οποία προϋποθέτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και όλες οι σχετικές περιστάσεις της καταστάσεως στη ρύθμιση της οποίας σκοπεί η πράξη αυτή» (67). Οι πληροφορίες τις οποίες τα θεσμικά όργανα μπορούν να χρησιμοποιούν κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε δημοσιοποιηθείσες πληροφορίες, ημερίδες του Κοινοβουλίου και επιστημονικά έγγραφα που τα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν σε συνόδους του Συμβουλίου, χωρίς να είναι απαραίτητο να αποτελούν επίσημα έγγραφα του Συμβουλίου (68).
96. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν έχει παρασχεθεί ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με πολιτικοοικονομικές επιλογές, εκείνος που άσκησε προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να αποδείξει ότι το συγκεκριμένο μέτρο είναι προδήλως απρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τα αρμόδια όργανα σκοπού (69). Πάντως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των παραγόντων και περιστάσεων, περιλαμβανομένων των «βασικών στοιχείων» (70). Όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα, η ευχέρεια του νομοθέτη της Ένωσης δύναται να περιοριστεί περαιτέρω «από ορισμένα στοιχεία μεταξύ των οποίων είναι ο οικείος τομέας, η φύση του συγκεκριμένου δικαιώματος που κατοχυρώνει ο Χάρτης, η φύση και η σοβαρότητα της επεμβάσεως, καθώς και ο επιδιωκόμενος από αυτήν σκοπός» (71).
97. Κατά την άποψή μου, με τα υπομνήματα αντικρούσεως που κατέθεσαν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς και με το υπόμνημα παρεμβάσεως της Επιτροπής, αποδείχθηκε σαφώς ότι το ζήτημα της ρυθμίσεως της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους συζητήθηκε ευρύτατα από την αρχή της χρηματοοικονομικής κρίσεως, τόσο στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία όσο και από διάφορους φορείς χαράξεως πολιτικής. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που οδήγησε στη θέσπιση της οδηγίας CRD IV, και ειδικότερα του άρθρου της 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, ευρείες πληροφορίες δημοσιοποιήθηκαν, ημερίδες διοργανώθηκαν από το Κοινοβούλιο και έγγραφα συζητήθηκαν μεταξύ κρατών μελών σε συνόδους του Συμβουλίου. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν την αβεβαιότητα περί του πρακτέου σχετικά με τις αποδοχές των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους και αντανακλούν διαφορετικές πολιτικές και ενδεχόμενες ρυθμιστικές προσεγγίσεις.
98. Τούτων δοθέντων, τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους οι φορείς λήψεως αποφάσεων έδειχναν σαφώς ότι ο εκ των προτέρων περιορισμός των κινήτρων υπερβολικής αναλήψεως κινδύνων από τη διοίκηση και από το προσωπικό των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι πιθανό να μειώσει μια τέτοια ανάληψη κινδύνων και, επομένως, οποιονδήποτε εντεύθεν κίνδυνο για τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το ζήτημα αν και από ποιον πρέπει να τεθούν συγκεκριμένα όρια σε τέτοιες πρωτοβουλίες αφορούσε, κατά την άποψή μου, τον κατάλληλο βαθμό ρυθμίσεως. Τούτο σαφώς συνεπαγόταν πολιτικοοικονομικές επιλογές. Πάντως, τέτοιες επιλογές πρέπει να είναι προδήλως απρόσφορες για να μπορέσουν να ακυρωθούν τα συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα.
99. Υπό το πρίσμα όλων αυτών, δεν είμαι της γνώμης ότι θα βοηθούσε ή θα ήταν απαραίτητο να εξετάσει το Δικαστήριο το σύνολο των πολυάριθμων λεπτομερειών που εκτίθενται σχετικώς στα δικόγραφα του Ηνωμένου Βασιλείου. Πράγματι, οι λεπτομέρειες αυτές απλώς αποδεικνύουν τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα του ζητήματος, καθώς και ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεώρησε, νωρίτερα από τα άλλα θεσμικά όργανα, επιθυμητή τη θέσπιση αυστηρότερης ρυθμίσεως σχετικά με τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
100. Κατά την άποψή μου, μόνο δύο περαιτέρω ζητήματα χρειάζεται να εξεταστούν όσον αφορά τον συγκεκριμένο λόγο ακυρώσεως. Πρώτον, κατά το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, σημείο ii, τελευταία περίπτωση, της οδηγίας CRD IV, τα μέλη του προσωπικού, τα οποία κατά τη διάταξη αυτή μπορούν να λάβουν υψηλότερες μέγιστες μεταβλητές αποδοχές, δεν επιτρέπεται να ασκούν δικαιώματα ψήφου που τυχόν έχουν ως μέτοχοι, ιδιοκτήτες ή μέλη του ιδρύματος, όταν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αποφασίζει αν θα ασκήσει τη δυνατότητα αυτή, αυξάνοντας το επίπεδο της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών έως το 200 % της σταθερής συνιστώσας. Κατά την άποψή μου, πρόκειται για εύλογο και δικαιολογημένο περιορισμό της δυνατότητας λήψεως εταιρικών αποφάσεων, προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις συμφερόντων στο πλαίσιο της χρηστής διαχειρίσεως των κινδύνων του οικείου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.
101. Δεύτερον, όσον αφορά την αρχή της επικουρικότητας, υπενθυμίζω ότι η μέγιστη σταθερή αναλογία για τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών κατά το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CDR IV αποτελεί υποχρεωτικό μέτρο ελάχιστης εναρμονίσεως εντός της εσωτερικής αγοράς, το οποίο αφήνει στα κράτη μέλη περιθώριο θεσπίσεως αυστηρότερων εθνικών κανόνων. Τα κράτη μέλη επιτρέπεται να ορίζουν μέγιστο ποσοστό χαμηλότερο από το 100 % της σταθερής συνιστώσας.
102. Όπως σημειώνεται τόσο στο υπόμνημα αντικρούσεως όσο και στο υπόμνημα ανταπαντήσεως που κατατέθηκαν από το Συμβούλιο, υπήρξαν διχογνωμίες ως προς την εν λόγω αναλογία τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων∙ η ιδέα της προβλέψεως μέγιστης αναλογίας και/ή περιορισμού των μεταβλητών αποδοχών ήταν αντικείμενο δημόσιου διαλόγου επί σειρά ετών πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων. Πάντως, η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα αυτόν βασίζονται στην αρχή του ελέγχου από τη χώρα καταγωγής. Κατά τη γνώμη μου, τούτο σημαίνει ότι υπήρχε κίνδυνος ρυθμιστικού ανταγωνισμού προς τα κάτω, καθώς και κίνδυνος η αυτορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να μην επαρκέσει ώστε να δημιουργηθούν οι πολιτικές αποδοχών που είναι αναγκαίες για την αποτροπή της υπερβολικής αναλήψεως κινδύνων. Επιπλέον, είναι προφανές ότι ο στόχος δημιουργίας ενιαίου ρυθμιστικού πλαισίου για τη διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από τις σχετικές συνιστώσες της πολιτικής αποδοχών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα μέσω μέτρων ληφθέντων σε εθνικό επίπεδο.
103. Τέλος, υπενθυμίζω ότι οι τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναλύθηκαν και συζητήθηκαν διεξοδικώς εντός των προπαρασκευαστικών οργάνων του Συμβουλίου. Επιπλέον, το Συμβούλιο που συγκλήθηκε στις 5 Μαρτίου 2013 εξέτασε ειδικά τα ζητήματα ως προς τα όρια των μεταβλητών αποδοχών. Επομένως, συμφωνώ με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ότι ο νομοθέτης της Ένωσης τήρησε δεόντως όλες τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, όσον αφορά την αξιολόγηση του αν η τροπολογία συνάδει με τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας. Αρκεί να τηρεί τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την αξιολόγηση του ζητήματος αν μέτρο της Ένωσης συνάδει με τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας (72).
2. Η αναλογικότητα της δημοσιοποιήσεως κατά το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχεία θ΄ και ι΄, του κανονισμού CR
104. Πριν αξιολογηθεί η νομιμότητα των εν λόγω διατάξεων με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί τι όντως απαιτούν οι διατάξεις αυτές. Πράγματι, το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο θ΄, του κανονισμού CR απλώς απαιτεί την εξακρίβωση του αριθμού των ατόμων που λαμβάνουν αποδοχές υπερβαίνουσες συγκεκριμένα επίπεδα, και την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια. Η διάταξη αυτή δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην εξακρίβωση των αποδοχών συγκεκριμένων ατόμων.
105. Πράγματι, όπως σημειώνεται στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε το Κοινοβούλιο, ούτε το στοιχείο θ΄ ούτε το στοιχείο ι΄ του άρθρου 450, παράγραφος 1, του κανονισμού CR απαιτούν δημοσιοποίηση των δεδομένων σχετικά με όλα τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους. Το στοιχείο θ΄ απαιτεί μόνο τη δημοσιοποίηση του αριθμού των ατόμων που υπάγονται σε ορισμένα μισθολογικά κλιμάκια, ενώ στο στοιχείο ι΄ εμπίπτουν μόνο τα μέλη του διοικητικού οργάνου ή τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη. Επιπλέον, σημειώνω ότι αυτό πραγματοποιείται χωρίς να αποκαλύπτονται η ταυτότητα του συγκεκριμένου μισθωτού ή ο μισθός του. Τούτο σημαίνει επίσης ότι το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχεία θ΄ και ι΄, δεν θίγει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα μισθωτών κατά την έννοια του άρθρου 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι απευθύνεται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και όχι στον συγκεκριμένο μισθωτό (73).
106. Επομένως, κατά την άποψή μου, οι υποχρεώσεις δημοσιοποιήσεως που απορρέουν ευθέως από το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχεία δ΄ και θ΄, δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη δημοσιοποίηση επιμέρους μισθών, παρά μόνο συγκεντρωτικών αποτελεσμάτων. Τούτο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη της Ένωσης και δεν είναι προβληματικό από τη σκοπιά της προστασίας των δεδομένων. (74)
107. Επιπλέον, όπως σημειώνεται στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο, το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού CR απλώς επιτρέπει στα κράτη μέλη να ζητήσουν τη δημοσιοποίηση λεπτομερέστερων πληροφοριών σχετικά με τις αποδοχές, απ’ ό,τι απαιτείται από το άρθρο 450, παράγραφος l, στοιχείο θ΄, υπό τη μορφή των συνολικών αποδοχών κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου ή ανώτερου διευθυντικού στελέχους. Ουδόλως απαιτεί από τα κράτη μέλη να το πράξουν, και το άρθρο 450, παράγραφος 1, στοιχείο ι΄, δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση δημοσιοποιήσεως. Όπως εξήγησα στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, όταν αποφασίζουν αν θα ζητήσουν τη δημοσιοποίηση, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από τον Χάρτη και από το δίκαιο της Ένωσης περί της προστασίας των δεδομένων.
108. Εν κατακλείδι της αναλύσεώς μου επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, δεδομένου ότι το προσφεύγον δεν απέδειξε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ή της αρχής της επικουρικότητας, επίσης ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΣΤ – Πρώτος λόγος ακυρώσεως με τον οποίο αμφισβητούνται οι νομικές βάσεις των προσβαλλομένων μέτρων
109. Όσον αφορά την αιτίαση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά της επιλογής του άρθρου 53, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, και παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV, θα αρχίσω σημειώνοντας ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι μέτρα που αποβλέπουν στην προαγωγή της αρμονικής αναπτύξεως των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ολόκληρη την Ένωση με την κατάργηση οποιουδήποτε περιορισμού στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, με ταυτόχρονη ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και της προστασίας των αποταμιευτών, δύνανται να έχουν ως βάση το άρθρο 53, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (75).
110. Επειδή, αφενός, η μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους μπορεί να ενθαρρύνει την υπερβολική ανάληψη κινδύνων εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και, αφετέρου, τα τελευταία λειτουργούν εντός της εσωτερικής αγοράς βάσει ενιαίας άδειας λειτουργίας σύμφωνα με την αρχή του δικαίου της Ένωσης περί ελέγχου από τη χώρα καταγωγής (76), κατά την άποψή μου η Ένωση δύναται, βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να καθορίσει για κάθε κατηγορία προσώπων, υποχρεωτική αναλογία μεταξύ της σταθερής συνιστώσας και της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών τους. Δεδομένου ότι αυτή η συνιστώσα των αποδοχών επηρεάζει άμεσα το προφίλ κινδύνου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, μπορεί να ασκήσει επιρροή στη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και κατ’ επέκταση στη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών της Ένωσης. Με άλλα λόγια, τα προσβαλλόμενα από το Ηνωμένο Βασίλειο μέτρα που περιέχονται στην οδηγία CRD IV αφορούν τις προϋποθέσεις προσβάσεως και την άσκηση των δραστηριοτήτων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην εσωτερική αγορά.
111. Ωστόσο, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, οι εν λόγω διατάξεις έπρεπε να θεσπιστούν βάσει του άρθρου 153, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Το Ηνωμένο Βασίλειο προσθέτει ότι, εφόσον το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του μέτρα σχετικά με «αμοιβές», το άρθρο 153 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, και παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV.
112. Το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο υπό την έννοια ότι απόκειται στους κοινωνικούς εταίρους σε εθνικό επίπεδο ο καθορισμός του ύψους των αποδοχών, οπότε τα κράτη μέλη έχουν τη σχετική αρμοδιότητα (77). Τούτου δοθέντος, κατά την άποψή μου είναι ουσιώδες να καθοριστεί αν το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, διάταξη που πρέπει να ερμηνεύεται στενά (78), έχει εφαρμογή όταν με το προσβαλλόμενο μέτρο δεν επιδιώκεται σκοπός κοινωνικής πολιτικής, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Αυτό είναι σημαντικό επειδή το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ προβλέπει παρέκκλιση μόνον από τις «διατάξεις του παρόντος άρθρου», και το άρθρο 153 αφορά μόνο την κοινωνική πολιτική της Ένωσης, τομέα που ορίζεται στο άρθρο 151 ΣΛΕΕ, όπου γίνεται αναφορά στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του 1961 και στον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989.
113. Είναι προφανές ότι τα όρια στις αποδοχές των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους δεν αποσκοπούν στην παροχή οποιουδήποτε είδους κοινωνικής προστασίας στους εν λόγω εργαζομένους. Στις αιτιολογικές σκέψεις 62 και 65 της οδηγίας CRD IV εκτίθεται ότι σκοπός της οδηγίας είναι να αποτραπεί η ενθάρρυνση των εργαζομένων αυτών να αναλαμβάνουν υπερβολικούς κινδύνους, προκειμένου όχι μόνο να περιοριστεί η έκθεση κάθε χρηματοπιστωτικού ιδρύματος σε τέτοιους κινδύνους, αλλά και να διασφαλιστεί ο γενικός στόχος της σταθερότητας των χρηματοοικονομικών αγορών της Ένωσης. Στην αιτιολογική σκέψη 62 εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι οι πολιτικές αποδοχών «που ενθαρρύνουν την υπερβολική ανάληψη κινδύνων μπορούν να υπονομεύσουν την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων» από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στην αιτιολογική σκέψη 65 εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι, «προς αποφυγήν ανάληψης υπερβολικού κινδύνου, θα πρέπει να καθοριστεί μέγιστη αναλογία μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών».
114. Πάντως, κατά την άποψή μου, ακόμη και κατόπιν της αναλύσεως αυτής, η αιτίαση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς και μόνο λόγω του ότι με τα προσβαλλόμενα μέτρα δεν επιδιώκεται σκοπός κοινωνικής πολιτικής. Τούτο οφείλεται στο ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «ο καθορισμός του επιπέδου των διαφόρων συστατικών στοιχείων της αμοιβής εργαζομένου εκφεύγει της αρμοδιότητας του νομοθέτη της Ένωσης» και αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών (79). Έτσι, το άρθρο 53, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση της οδηγίας CRD IV για να παρακαμφθούν οι περιορισμοί που επιβάλλονται από το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ.
115. Έχω, επίσης, επίγνωση του γεγονότος ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι μεταβλητές συνιστώσες ενός μισθού αποτελούν μέρος των αποδοχών (80). Επομένως, τούτο πρέπει να ληφθεί υπόψη πριν από τη συναγωγή οριστικού συμπεράσματος σχετικά με τη σημασία του άρθρου 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ για τη λύση της παρούσας διαφοράς. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί αν, στην πραγματικότητα, ο νομοθέτης της Ένωσης καθόρισε κατά την έννοια του άρθρου 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ τις αμοιβές των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους.
116. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ θεσπίζει τον κανόνα ότι «ο καθορισμός του ύψους των διαφόρων συστατικών στοιχείων της αμοιβής ενός εργαζομένου [...] παραμένει αναμφιβόλως στην αρμοδιότητα των οικείων αρχών στα διάφορα κράτη μέλη» (81), καθώς και ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 153, παράγραφος 5, εξαίρεση «πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα τα μέτρα εκείνα τα οποία, όπως η εξομοίωση όλων ή ορισμένων από τα στοιχεία που συνιστούν τους μισθούς και/ή το επίπεδο τους στα κράτη μέλη ή ακόμα η καθιέρωση ελάχιστου κοινοτικού μισθού, θα συνιστούσαν άμεση επέμβαση του κοινοτικού δικαίου στον καθορισμό των μισθών εντός της Κοινότητας» (82).
117. Αναμφισβήτητα, η κατά το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ απαγόρευση έχει εφαρμογή μόνο για τον καθορισμό του «επιπέδου» των αμοιβών (83). Όπως σημειώνεται στην προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου, η γενική εισαγγελέας J. Kokott εξέφρασε, στην υπόθεση Impact, την άποψη ότι η Ένωση δεν έχει αρμοδιότητα, παραδείγματος χάριν, «να θεσπίζει ανώτατα όρια για τις ετήσιες αυξήσεις μισθών ή να ρυθμίζει το ύψος των αμοιβών για υπερωρίες, καθώς και των προσαυξήσεων για εργασία ανά βάρδιες, εργασία κατά τις αργίες και τη νυκτερινή εργασία» (84). Επιπλέον, το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ έχει ως σκοπό την αποτροπή της από τον νομοθέτη της Ένωσης ενοποιήσεως σε επίπεδο Ένωσης των ισχυόντων σε κάθε κράτος μέλος επιπέδων μισθών, επειδή μια τέτοια απάλειψη των μισθολογικών διαφορών θα συνιστούσε έντονη επέμβαση στον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά (85). Ουδείς από τους τομείς αυτούς επηρεάζεται από το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, και παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV.
118. Πάντως, όπως σημειώνεται στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο, οι κανόνες που τίθενται με τα άρθρα 92 έως 94 της οδηγίας CRD IV μπορούν, το πολύ, να θεωρηθούν ως έχοντες μια σχέση με τις αμοιβές, ενώ το Συμβούλιο προσθέτει ότι το ποσό της σταθερής συνιστώσας καθορίζεται με διαπραγματεύσεις ως προς τις αποδοχές μεταξύ του προσωπικού και του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Όπως σημειώνεται στα υπομνήματα αντικρούσεως που κατέθεσαν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι το πακέτο CRD IV είναι πιθανό να οδηγήσει σε αύξηση του ποσού των σταθερών αποδοχών, προκειμένου να διατηρηθεί αμετάβλητο το συνολικό ύψος των αποδοχών. Όπως το Συμβούλιο διατείνεται με το υπόμνημά του αντικρούσεως, η προσαρμογή αυτή δεν θα ήταν δυνατή αν η Ένωση είχε νομοθετήσει σχετικά με ένα συστατικό στοιχείο της αμοιβής και, όπως το Κοινοβούλιο σημείωσε στο υπόμνημά του ανταπαντήσεως, από μόνη της μια αναλογία μεταξύ των συνιστωσών απλούστατα δεν είναι αρκετή.
119. Όπως έχω ήδη σημειώσει, και σε αντίθεση με τα επιχειρήματα που προβάλλονται στην προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, δεν επιβάλλει «πλαφόν» στις μεταβλητές αποδοχές. Τούτο είναι προφανές από το ότι ουδέν όριο επιβάλλεται στο ποσό των σταθερών αποδοχών που μπορούν να λαμβάνουν τα φυσικά πρόσωπα, οπότε η αναλογία του 100 % που εισήχθη στο άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, σημείο i, της οδηγίας CRD IV ισχύει για οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα είναι διατεθειμένο να καταβάλει ως σταθερή αμοιβή. Το γεγονός ότι η αναλογία για τις μεταβλητές αποδοχές δεν συνεπάγεται κάποιο «πλαφόν» υπογραμμίζεται επίσης από το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, σημείο ii, της οδηγίας CRD IV, το οποίο εν πάση περιπτώσει προβλέπει μηχανισμό για την αύξηση της αναλογίας έως το 200 % και συγχρόνως επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίσουν τη μέγιστη αναλογία σε χαμηλότερο ανώτατο ποσοστό.
120. Επομένως, κατά την άποψή μου, το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV, και το όριο των μεταβλητών αποδοχών που προβλέπει, δεν ασκούν άμεση επιρροή στο ύψος των αποδοχών των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Η προαναφερθείσα διάταξη προβλέπει απλώς μια αναλογία μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας, χωρίς να επηρεάζει αυτό καθ’ εαυτό το επίπεδο των αποδοχών. Το επίπεδο αυτό αποτελεί συνάρτηση της σταθερής συνιστώσας των αποδοχών, η οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, όταν προστέθηκε με τη μεταβλητή συνιστώσα. Εφόσον δεν υπάρχει εκ του νόμου όριο της σταθερής συνιστώσας, κατ’ αποτέλεσμα δεν υπάρχει τέτοιο όριο ούτε για το συνολικό ύψος των αποδοχών (86).
121. Εν κατακλείδι, σημειώνω ότι το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας CRD IV δεν επιβάλλει κανένα όριο στο επίπεδο των αποδοχών. Καθορίζει μόνο μια διάρθρωση των αποδοχών υπό τη μορφή αναλογίας μεταξύ των σταθερών αποδοχών και των μεταβλητών αποδοχών, προκειμένου να αποτραπεί η υπερβολική ανάληψη κινδύνων. Τούτο συνιστά τον θεμιτό σκοπό να διασφαλιστεί ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και η ελεύθερη παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών βάσει ενιαίας άδειας λειτουργίας και βάσει του ελέγχου από τη χώρα καταγωγής μπορούν να ασκηθούν με ασφάλεια εντός της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης (87). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μέτρα που έχουν μόνον έμμεση σχέση με το επίπεδο των αποδοχών είναι συμβατά με τη Συνθήκη (88).
122. Όσον αφορά το άρθρο 114 ΣΛΕΕ ως νομική βάση του άρθρου 450, παράγραφος 1, στοιχεία δ΄, θ΄, και ι΄, του κανονισμού CR, το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι η χρησιμοποίηση του άρθρου 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αποκλείεται λόγω της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
123. Υπό το πρίσμα της αναλύσεώς μου του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, δυσκολεύομαι να δω κατά ποιον τρόπο οι υποχρεώσεις δημοσιοποιήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 450, παράγραφος 1, του κανονισμού CR θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως απορρέουσες από διατάξεις σχετικές με «τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μισθωτών» κατά την έννοια του άρθρου 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεσμεύει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και όχι τους εργαζομένους σε αυτά, οι οποίοι παραμένουν υπό την προστασία του Χάρτη και του δικαίου της Ένωσης περί της προστασίας των δεδομένων. Επιπλέον, η ερμηνεία που προτείνει το Ηνωμένο Βασίλειο θα καθιστούσε αδύνατη την εκ μέρους της Ένωσης λήψη οποιουδήποτε μέτρου παράγει αποτελέσματα στον τομέα της εργασίας, δυνάμει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ. Τούτο θα ήταν αντίθετο προς το άρθρο 114, παράγραφοι 4 και 5, ΣΛΕΕ, το οποίο επιτρέπει τη ρύθμιση ζητημάτων σχετικά με το περιβάλλον εργασίας δυνάμει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ.
124. Για τους λόγους αυτούς, επίσης ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
125. Εφόσον, κατά τη λύση που προτείνω, το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε, και το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπέβαλαν αίτημα σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Αντιθέτως, η Επιτροπή, ως παρεμβαίνουσα, φέρει τα δικαστικά της έξοδα, κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
VI – Πρόταση
126. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή, να ορίσει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα και να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 176, σ. 338.
3 – ΕΕ L 176, σ. 1.
4 – Στη συνέχεια, ο όρος «πρόσωπα που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους» θα χρησιμοποιείται για την περιγραφή των εν λόγω εργαζομένων. Πάντως, σημειώνω ότι δεν υπάρχει απόλυτη ομοιομορφία στη νομοθεσία, όσον αφορά τους όρους που έχουν επιλεγεί για τον προσδιορισμό αυτής της κατηγορίας εργαζομένων. Εν προκειμένω, αναφέρομαι στα άρθρα 92, παράγραφος 2, και 94, παράγραφος 2, της οδηγίας CRD IV, καθώς και στο άρθρο 450, παράγραφος 1, του κανονισμού CR.
5 – Πρόκεται για τον όρο που χρησιμοποιήθηκε από τα αγγλόφωνα μέσα μαζικής ενημερώσεως για την περιγραφή της εν λόγω ρυθμίσεως. Σημειώνω ότι με την οδηγία CRD IV δεν ήταν η πρώτη φορά που ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να ρυθμίσει τα επιχορηγήματα (μπόνους) ή τις µισθολογικές αυξήσεις. Βλ., π.χ., άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 3821/85 και (ΕΚ) 2135/98 του Συμβουλίου καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου (ΕΕ L 102, σ. 1).
6 – Βλ. COM(2012) 778 τελικό, σημείο 3.1. Μεταξύ του 2008 και του 2011, το συνολικό ποσό των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν υπό τη μορφή εγγυήσεων, μέτρων ανακεφαλαιοποιήσεως, μέτρων ενισχύσεως απομειωμένων στοιχείων ενεργητικού και μέτρων ρευστότητας ανήλθε σε 1,6 τρισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν στο 12,8 % του ΑΕΠ της Ένωσης.
7 – ΕΕ L 126, σ. 1.
8 – ΕΕ L 141, σ. 1.
9 – ΕΕ L 177, σ. 1.
10 – ΕΕ L 177, σ. 201.
11 – Οδηγία 2009/111/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ, 2006/49/ΕΚ και 2007/64/ΕΚ όσον αφορά τράπεζες συνδεδεμένες με κεντρικούς οργανισμούς, ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις εποπτικές ρυθμίσεις και τη διαχείριση κρίσεων (ΕΕ L 302, σ. 97).
12 – Οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και για τις πράξεις επανατιτλοποιήσεως, καθώς και τον εποπτικό έλεγχο των πολιτικών αποδοχών (ΕΕ L 329, σ. 3).
13 – Κατά την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας CRD III, «[προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι δυνητικά επιζήμιες συνέπειες των ελλιπώς καθορισμένων πολιτικών αποδοχών στην ορθή διαχείριση των κινδύνων και στον έλεγχο της συμπεριφοράς ανάληψης κινδύνων από φυσικά πρόσωπα, οι απαιτήσεις της οδηγίας 2006/48/ΕΚ θα πρέπει να συμπληρωθούν με τη ρητή υποχρέωση για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καθιερώσουν και να εφαρμόζουν, για τις κατηγορίες υπαλλήλων οι επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου τους, πολιτικές και πρακτικές αποδοχών οι οποίες συνάδουν με την αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων. Αυτές οι κατηγορίες προσωπικού θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον ανώτερα διοικητικά στελέχη, πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα ελέγχου και κάθε εργαζόμενο οι συνολικές αποδοχές του οποίου, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, τον εντάσσουν στο ίδιο επίπεδο αμοιβών με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους».
14 – COM(2010) 284 τελικό, και ειδικότερα σημείο 5.7 το οποίο επιγράφεται «Οι αμοιβές».
15 – Βλ. άρθρο 90, παράγραφος 1, στοιχείο στ, στην έκθεση επί της προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (A 7-0170/2012), της 30ής Μαΐου 2012.
16 – Βλ. προσωρινή ημερήσια διάταξη της 3227ης συνόδου του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 2012, διάταξη η οποία καταρτίστηκε την 1η Μαρτίου 2013 (doc/6864/13), και πρακτικά των συζητήσεων τα οποία δημοσιεύθηκαν αργότερα.
17 – Όσον αφορά την οδηγία CRD IV, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν βάλλει κατά άλλης διατάξεως περί αποδοχών πλην του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ, και παράγραφος 2. Το άρθρο 94, παράγραφος 1, στοιχείο ζ, σημείο iii, μολονότι γίνεται μνεία του στα αιτήματα της προσφυγής, δεν εξετάζεται λεπτομερώς στο δικόγραφο της προσφυγής.
18 – Βλ. έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου σχετικά με τη διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα της Ένωσης, επίσης αποκαλούμενη «έκθεση Dilyana», της 2ας Οκτωβρίου 2012, σημείο 4.2.5.
19 – Το Ηνωμένο Βασίλειο παραπέμπει εν προκειμένω στο: Jennings, R., και Watts, A. (επί.) Oppenheim’sInternationalLaw, 9η έκδοση, Longman, Harlow, τόμος 1 «Peace», σ. 456, αλλά, κατά την άποψή μου, η παραπομπή αυτή δεν παρέχει στήριγμα στο επιχείρημα ότι η νομοθετική εξουσία των κρατών περιορίζεται σε συμπεριφορές που τηρούνται στην ημεδαπή. Αντιθέτως, στην υποσημείωση 2 στη σελίδα αυτή, οι συγγραφείς επικαλούνται την απόφαση Lotus του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης, όπου κρίθηκε ότι το διεθνές δίκαιο, γενικώς, παρέχει στα κράτη «ευρεία διακριτική ευχέρεια» όσον αφορά την εφαρμογή των νόμων τους, ευχέρεια η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις περιορίζεται από απαγορευτικούς κανόνες.
20 – Απόφαση Air Transport Association of America κ.λ. (C-366/10, EU:C:2011:864, σκέψη 110).
21 – Βλ., επίσης, άρθρο 3, σημείο 36, της οδηγίας CRD IV, κατά το οποίο ως «αρμόδια αρχή» νοείται η «αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 40, του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013».
22 – Βλ. αποφάσεις Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής (48/69, EU:C:1972:70) και Ahlstromöm Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-89/85, C‑104/85, C-114/85, C-116/85, C-117/85 και C-125/85 έως C-129/85, EU:C:1988:447).
23 – Απόφαση του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης της 7ης Σεπτεμβρίου 1927 στην υπόθεση Ana (Γαλλία κατά Τουρκίας), C.P.J.I Recueil 1927, σειρά A 10, σ. 25).
24 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στις εκδικασθείσες υποθέσεις Ahlstromöm Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (89/85, 104/85, 114/85, 116/85, 117/85 και 125/85 έως 129/85, EU:C:1988:258, σημεία 27 έως 30).
25 – Κατά τη θεωρία, εξακολουθεί να ισχύει το βασικό αυτό δίδαγμα που το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης έδωσε με την απόφασή του στην υπόθεση Ana. Βλ., π.χ., ένταλμα συλλήψεως της 11ης Απριλίου 2000 (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό κατά Βελγίου), απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2002, Recueil C.I.J. 2002, σ. 3, ατομική γνώμη του Προέδρου Guillaume, σημεία 13 έως 16∙ Νομιμότητα της χρήσεως πυρηνικών όπλων από κράτος σε ένοπλη σύρραξη (συμβουλευτική γνωμοδότηση), Recueil C.I.J. 1996, σ. 66, στη σ. 226 δήλωση του Προέδρου Bedajaoui, σημεία 13 έως 15. Για σχόλια, βλ. Juilliard, P., «L’application extraterritorial de la loi écomonique» στο L’applicationextraterritorialdudroitécomonique, Bazex, M., κ.λπ. (επιμ.), (1986)· Koziel, T., Extraterritorial Application of EU Environmental Law-Implications of the ECJ’s Judgment in Air Transport Association of America, The Columbia Journal of European Law 19 (2012) F1∙ Pazartis, P., «Judicial Activism and Judicial Self-Restraint: the PCIJ’s Lotus Case», στο Tams, C.J., και Fitzmaurice, M., LegaciesofthePermanentCourtofInternationalJustice, Martinus Nijhoff, Leiden, 2013, σ. 319.
26 – Πολλοί συγγραφείς φαίνεται να συμφωνούν ότι το σύγχρονο διεθνές δίκαιο έχει απομακρυνθεί από το τεκμήριο που δημιούργησε η απόφαση Lotus, δηλαδή ότι τα κράτη είναι ελεύθερα να αποφασίζουν ως προς την έκταση εφαρμογής της νομοθεσίας τους εντός των ορίων που χαράσσουν οι αναγκαστικοί κανόνες του διεθνούς δικαίου, και απαιτεί την ύπαρξη «επαρκούς» συνδέσμου ή σχέσεως μεταξύ της εξωχώριας συμπεριφοράς μη υπηκόων και κράτους πριν το τελευταίο μπορέσει να ασκήσει τη νομοθετική εξουσία του. Ως άρθρο από έγκριτη πηγή, βλ. Mann, F. A., The Doctrine of Jurisdiction in International Law, Recueil des Cours 1964:1, τόμος 111.
27 – Όσον αφορά την οικουμενική δικαιοδοσία, βλ. O’Keefe, R., «Universal Jurisdiction Clarifying the Basic Concept», Journal of International Criminal Justice 2 (2004), σ. 735.
28 – Υπόθεση Νήσος Palmas (ή Miangas) (Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά Κάτω Χωρών), απόφαση της 4ης Απριλίου 1928, Recueil des sentences de la CPA τόμος II, σ. 829.
29 – Υπόθεση «ψαρότοποι» (Ηνωμένο Βασίλειο κατά Νορβηγίας), απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1951, Recueil C.I.J. 1951, σ. 116.
30 – Υπόθεση Nottebohm (Λιχτενστάιν κατά Γουατεμάλας), Recueil C.I.J. 1955, σ. 4.
31 – Υπόθεση σχετικά με ένταλμα συλλήψεως της 11ης Απριλίου 2000 (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό κατά Βελγίου), απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2002, Recueil C.I.J. 2002, σ. 1.
32 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στις εκδικασθείσες υποθέσεις Ahlstromöm Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (EU:C:1988:258, σημείο 24).
33 – ΕΕ L 281, σ. 31.
34 – C-92/09 και C-93/09, EU:C:2010:662.
35 – ΕΕ L 8, σ. 1.
36 – Απόφαση Volker und Markus Schecke και Eifert (EU:C:2010:662, σκέψη 86).
37 – Απόφαση NS (C-411/10 και C-493/10, EU:C:2011:865).
38 – Απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής (10/56, EU:C:1958:8).
39 – ΕΕ L 331, σ. 12.
40 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-427/12, EU:C:2014:170, σκέψη 38).
41 – Απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής (EU:C:1958:8, σ. 171 και 172).
42 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-427/12, EU:C:2014:170, σκέψη 38).
43 – Βλ. συζήτηση επί του θέματος αυτού στις προτάσεις μου στην υπόθεση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου και Κοινοβουλίου (C-270/12, EU:C:2013:562).
44 – Αποφάσεις Racke (98/78, EU:C:1979:14, σκέψη 20) και Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου (C-110/97, EU:C:2001:620, σκέψη 51).
45 – Απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer (C-162/00, EU:C:2002:57, σκέψη 52). Βλ., επίσης, αποφάσεις Saldanha και MTS (C-122/96, EU:C:1997:458, σκέψη 14) και Elektrownia Pątnów II (C-441/08, EU:C:2009:698, σκέψη 32). Βλ., επίσης, απόφαση Gemeinde Altrip κ.λπ. (C-72/12, EU:C:2013:712), στη σκέψη 22 της οποίας κρίθηκε ότι, «κατ’ αρχήν, ένας νέος κανόνας δικαίου έχει εφαρμογή από της ενάρξεως ισχύος της πράξεως με την οποία θεσπίζεται. Μολονότι δεν ισχύει επί των εννόμων καταστάσεων οι οποίες γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν οριστικώς υπό το κράτος του προγενέστερου νόμου, εφαρμόζεται πάντως στα μελλοντικά τους αποτελέσματα, καθώς και στις νέες έννομες καταστάσεις […]. Το αντίθετο ισχύει, υπό την επιφύλαξη της αρχής της μη αναδρομικότητας των νομικών πράξεων, μόνο σε περίπτωση που ο νέος αυτός κανόνας συνοδεύεται από ειδικές διατάξεις οι οποίες καθορίζουν συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις διαχρονικής του εφαρμογής», με παραπομπή στις αποφάσεις Monsanto Technology (C-428/08, EU:C:2010:402, σκέψη 66) και Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (C‑266/09, EU:C:2010:779, σκέψη 32).
46 – Βλ. απόφαση Kone κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-510/11 P, EU:C:2013:696, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47 – Απόφαση Accrington Beef κ.λπ. (C-241/95, EU:C:1996:496, σκέψη 33).
48 – Αυτόθι, σκέψη 36.
49 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής (C-86/03, EU:C:2005:769, σκέψη 71). Τούτο συμβαίνει στερεότυπα στις περιπτώσεις που η Ένωση δεν έλαβε μέτρα για τα υπό διαμετακόμιση εμπορεύματα που επηρεάστηκαν από άμεσες μεταβολές της τελωνειακής νομοθεσίας της Ένωσης. Βλ. απόφαση Sofrimport κατά Επιτροπής (C-152/88, EU:C:1990:259).
50 – ΕΔΔΑ, απόφαση Hentrich κατά Γαλλίας της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 (σειρά A αριθ. 40, § 42).
51 – ΕΔΔΑ, απόφαση Špaček, s.r.o κατά Τσεχίας της 9ης Νοεμβρίου 1999 (Recueil des arrêts et décisions 2000-30, σ. 1010, § 54).
52 – Απόφαση Teleos κ.λπ. (C-409/04, EU:C:2007:548).
53 – Απόφαση Test Claimants in the Franked Investment Income Group Litigation (C‑362/12, EU:C:2013:834, σκέψη 44).
54 – Η διάταξη αναφέρεται, π.χ., σε ανώτατα διευθυντικά στελέχη, σε πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, σε πρόσωπα που ασκούν ελεγκτικά καθήκοντα, καθώς και σε κάθε μισθωτό του οποίου οι συνολικές αποδοχές τον εντάσσουν στο ίδιο επίπεδο αμοιβών με τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη και με τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου. Βλ., επίσης, παράρτημα I της οδηγίας CRD III, το οποίο εξετάζεται στο σημείο 84 κατωτέρω.
55 – Αποφάσεις Racke (EU:C:1979:14, σκέψη 20) και Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου (EU:C:2001:620, σκέψη 151).
56 – Βλ. COM(2010) 284 τελικό, σημείο 5.7 το οποίο επιγράφεται «Οι αµοιβές».
57 – Βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογική σκέψη 71 του κανονισμού που προτάθηκε με το COM(2011) 452 τελικό, καθώς και αιτιολογική σκέψη 49 και άρθρα 74 και 88 έως 91 της οδηγίας που προτάθηκε με το COM(2011) 453 τελικό.
58 – Βλ. έκθεση στο A7-0170/2012.
59 – Άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 4, ΣΕΕ.
60 – Άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, ΣΕΕ.
61 – Στα δικόγραφα του Ηνωμένου Βασιλείου γίνεται σύντομη αναφορά στη συμβατότητα των υποχρεώσεων δημοσιοποιήσεως με την αρχή της επικουρικότητας. Ωστόσο, δεδομένου ότι στα δικόγραφα δεν αναπτύσσεται περαιτέρω αυτό το σκέλος του λόγου ακυρώσεως, η ανάλυσή μου επί των υποχρεώσεων δημοσιοποιήσεως θα περιοριστεί στη συμβατότητά τους με την αρχή της αναλογικότητας.
62 – ΕΕ 2003, C 321, σ. 1.
63 – Το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται συναφώς την απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-176/09, EU:C:2011:290).
64 – Αποφάσεις Eurotunnel κ.λπ. (C-408/95, EU:C:1997:532, σκέψεις 37 έως 39) και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (355/87, EU:C:1989:220 σκέψεις 42 έως 44).
65 – Απόφαση Afton Chemical (C-343/09, EU:C:2010:419, σκέψεις 30 και 57).
66 – Αυτόθι, σκέψη 33.
67 – Αυτόθι, σκέψη 34.
68 – Στο ίδιο πνεύμα, αυτόθι, σκέψεις 35 έως 41.
69 – Αποφάσεις Vodafone κ.λπ. (C-58/08, EU:C:2010:321, σκέψη 52) και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-117/10, EU:C:2013:786, σκέψη 113).
70 – Απόφαση Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-310/04, EU:C:2006:521, σκέψεις 121 έως 123).
71 – Βλ. απόφαση Digital Rights Ireland (C-293/12 και C-594/12, EU:C:2014:238, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
72 – Βλ. αποφάσεις Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (C-84/94, EU:C:1996:431, σκέψη 58) και British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 123).
73 – Θα επιστρέψω στην αιτίαση του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με το άρθρο 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κατά την ανάλυση του πρώτου λόγου ακυρώσεως.
74 – Αυτή η συγκέντρωση πληροφοριών δεν είναι ανάλογη με τη συλλογή αναλυτικών πληροφοριών για τις αποδοχές συγκεκριμένων ατόμων, και η συμβατότητά της με το δίκαιο της Ένωσης περί της προστασίας των δεδομένων εξετάστηκε από το Δικαστήριο στις αποφάσεις Österreichischer Rundfunk κ.λπ. (C-465/00, C-138/01 και C-139/01, EU:C:2003:294) και Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia (C‑73/07, EU:C:2008:727).
75 – Απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-233/94, EU:C:1997:231, σκέψεις 13 και 15).
76– Κατά τα άρθρα 33 και 34 της οδηγίας CRD IV, αδειοδοτηθέντα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δύνανται να ασκήσουν τις δραστηριότητές τους στο έδαφος άλλων κρατών μελών βάσει της άδειας λειτουργίας που τους χορηγήθηκε στο κράτος μέλος καταγωγής.
77 – Αποφάσεις Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψεις 40 και 46), Impact (C-268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 23) και Bruno και Pettini (C-395/08 και C-396/08, EU:C:2010:28, σκέψη 36).
78 – Αποφάσεις Del Cerro Alonso (EU:C:2007:3, σκέψη 39) και Impact (EU:C:2008:2, σκέψη 122).
79 – Αποφάσεις Bruno και Pettini (EU:C:2010:329, σκέψη 39). Βλ., επίσης, απόφαση Impact (EU:C:2008:223, σκέψη 129).
80 – Απόφαση Lock (C-539/12, EU:C:2014:351, σκέψεις 29 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
81 – Απόφαση Del Cerro Alonso (EU:C:2007:509, σκέψη 46).
82 – Απόφαση Impact (EU:C:2008:223, σκέψη 124).
83 – Αποφάσεις Bruno και Pettini (EU:C:2010:28, σκέψεις 36 και 37), Del Cerro Alonso (EU:C:2007:509, σκέψεις 40, 44 έως 46) και Impact (EU:C:2008:223, σκέψεις 123 έως 124 και 130), καθώς και προτάσεις τις γενικής εισαγγελέως J. Kokott στην υπόθεση Impact (EU:C:2008:2, σημείο 173).
84 – Προτάσεις της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στην υπόθεση Impact (EU:C:2008:2, σημείο 174).
85 – Αυτόθι, σημείο 173.
86 – Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από τις συνέπειες που ο καθορισμός σταθερής αναλογίας φέρεται ότι θα έχει στην πράξη για τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, οι οποίες συνέπειες συνίστανται είτε στην αύξηση της σταθερής συνιστώσας των αποδοχών είτε στη μείωση των συνολικών αποδοχών των προσώπων αυτών.
87– Βλ. υποσημείωση 76 ανωτέρω.
88 – Παραδείγματα τέτοιων μέτρων της Ένωσης είναι αυτά που αφορούν την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, την απόσπαση εργαζομένων και τον χρόνο εργασίας. Όσον αφορά τη νομολογία του Δικαστηρίου, βλ., π.χ., αποφάσεις Del Cerro Alonso (EU:C:2007:509), όπου το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 41, ότι «η εφαρμογή της εν λόγω εξαίρεσης δεν μπορεί να καταλάβει κάθε ζήτημα που συνδέεται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο με τις αμοιβές, χωρίς κίνδυνο να καταστούν κενοί περιεχομένου ορισμένοι τομείς του άρθρου 137, παράγραφος 1, ΕΚ», καθώς και Impact (EU:C:2008:223), όπου το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 125, ότι, «[ε]ντούτοις, δεν μπορεί να επεκταθεί κατά τρόπον ώστε να περιλαμβάνει κάθε ζήτημα που σχετίζεται με την αμοιβή, διότι άλλως θα καθίσταντο κατά μέγα μέρος κενοί περιεχομένου τομείς στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 137, παράγραφος 1, ΕΚ», παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Del Cerro Alonso (EU:C:2007:509, σκέψη 41).
Full & Egal Universal Law Academy