ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 9ης Οκτωβρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑527/13
Lourdes Cachaldora Fernández
κατά
Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS),
Tesorería General de la Seguridad Social (TGSS)
[αίτηση του Tribunal Superior de Justicia de Galicia (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως — Οδηγία 79/7/ΕΟΚ — ʹΙση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως — Υπολογισμός της οφειλόμενης συντάξεως μόνιμης αναπηρίας — Κάλυψη των περιόδων κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος δεν κατέβαλλε εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως — Διάταξη που αφορά ειδικώς τους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως — Έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών — Αντικειμενικοί δικαιολογητικοί λόγοι»
1.
Αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης είναι η δυσμενής διάκριση την οποία ενδεχομένως εισάγει ο τρόπος υπολογισμού συντάξεως μόνιμης αναπηρίας για τους εργαζομένους οι οποίοι, κατά την περίοδο αμέσως πριν από μια διακοπή της καταβολής των εισφορών τους στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, εργάζονταν υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως και ιδίως για τις γυναίκες.
2.
Το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (Ανώτατο Δικαστήριο της Γαλικίας, Ισπανία) ζητεί κατά συνέπεια από το Δικαστήριο να εκτιμήσει κατά πόσον ο τρόπος αυτός υπολογισμού είναι συμβατός με τους κανόνες, αφενός, του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 2 ) και, αφετέρου, της ρήτρας 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES ( 3 ).
3.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της L. Cachaldora Fernández, αφενός, και των Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS) (Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφαλίσεως) και Tesorería General de la Seguridad Social (TGSS) (Γενικού Ταμείου Κοινωνικής Ασφαλίσεως), αφετέρου, όσον αφορά το ζήτημα του καθορισμού της βάσεως υπολογισμού της συντάξεως που καταβάλλεται λόγω μόνιμης ολικής αναπηρίας.
4.
Για τους σκοπούς του υπολογισμού της ως άνω συντάξεως, οι αρμόδιες εθνικές αρχές κάλυψαν τις περιόδους κατά τις οποίες η ενδιαφερόμενη δεν κατέβαλλε εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως με μειωμένες βάσεις εισφοράς, δεδομένου ότι η ενδιαφερόμενη είχε εργασθεί υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως κατά την περίοδο αμέσως πριν τη διακοπή καταβολής των ως άνω εισφορών. Στην υπό κρίση υπόθεση, η ενδιαφερόμενη αμφισβητεί την ως άνω μεθοδολογία, καθόσον καταλήγει σε μείωση του ύψους της αναπηρικής της συντάξεως, παρά το γεγονός ότι η ενδιαφερόμενη εργαζόταν υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως για ένα πολύ μεγάλο μέρος της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας και κατέβαλλε αντίστοιχες εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
5.
Στις ανά χείρας προτάσεις, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους η ως άνω νομοθεσία, κατά τη γνώμη μου, εισάγει μια αντιβαίνουσα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έμμεση διάκριση λόγω φύλου. Θα διευκρινίσω επίσης γιατί ο λόγος τον οποίο επικαλούνται οι ισπανικές αρχές και ο οποίος αντλείται από τον ανταποδοτικό χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και από την ανάγκη τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να δικαιολογήσει μια τέτοια δυσμενή διάκριση.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 79/7
6.
Η οδηγία 79/7 εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 2 αυτής, επί του ενεργού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότητα έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και επί των προσώπων που αναζητούν εργασία, καθώς και επί των συνταξιούχων και των αναπήρων εργαζομένων.
7.
Δυνάμει του άρθρου της 3, παράγραφος 1, η οδηγία 79/7 εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά της αναπηρίας.
8.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ορίζει τα εξής:
«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»
2. Η οδηγία 97/81
9.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 97/81 διευκρινίζει ότι αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα, ήτοι την Ένωση Συνομοσπονδιών Βιομηχανίας και Εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE), το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων (CEEP) και την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES), και η οποία περιέχεται στο παράρτημα της ως άνω οδηγίας (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο).
10.
Οι κρίσιμες για την υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου είναι οι ακόλουθες:
«Προοίμιο
[...]
Η παρούσα συμφωνία αφορά τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων με μερική απασχόληση, αναγνωρίζοντας ότι θέματα που αφορούν την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Στα πλαίσια της αρχής της μη διάκρισης, τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας υπέγραψαν την ευρωπαϊκή δήλωση για την απασχόληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που συνήλθε το Δεκέμβριο του 1996 στο Δουβλίνο, στην οποία το Συμβούλιο, μεταξύ άλλων, επισημαίνει την ανάγκη να καταστούν τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης πιο φιλικά προς την απασχόληση, “με την ανάπτυξη συστημάτων προστασίας που θα μπορούν να προσαρμοστούν σε νέα πρότυπα εργασίας και να παρέχουν την κατάλληλη προστασία στα άτομα που απασχολούνται με αυτές τις μορφές εργασίας”. Τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας θεωρούν ότι η δήλωση αυτή πρέπει να εφαρμοστεί στην πράξη.
[...]
Ρήτρα 1: Στόχος
Στόχος της παρούσας συμφωνίας-πλαισίου είναι:
α)
η εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας με μερική απασχόληση·
[...]
Ρήτρα 2: Πεδίο εφαρμογής
1.
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται για όλους τους εργαζόμενους με μερική απασχόληση, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιοριζόμενη από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος.
[...]
Ρήτρα 4: Αρχή της μη διάκρισης
1.
Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για το λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
[...]
Ρήτρα 5: Ευκαιρίες για εργασία μερικής απασχόλησης
1.
Στα πλαίσια της ρήτρας 1 της παρούσας συμφωνίας και της αρχής της μη διάκρισης μεταξύ εργαζομένων με μερική απασχόληση και εργαζομένων με πλήρη απασχόληση:
α)
τα κράτη μέλη μπορούν, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, να εντοπίζουν, να αντιμετωπίζουν και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφουν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσης που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχόλησης·
[...]»
Β — Η ισπανική νομοθεσία
11.
Το άρθρο 140, παράγραφος 1, στοιχείο a), του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως (ley general de la seguridad social) ( 4 ) διευκρινίζει ότι η βάση υπολογισμού των συντάξεων λόγω μόνιμης αναπηρίας οφειλόμενης σε μη επαγγελματική νόσο προκύπτει διαιρώντας διά του 112 τις εισφορές που κατεβλήθησαν από τον ενδιαφερόμενο κατά τους τελευταίους 96 μήνες αμέσως πριν τον μήνα της επελεύσεως του κινδύνου.
12.
Το άρθρο 140, παράγραφος 4, του ως άνω νόμου αποσαφηνίζει τον τρόπο εφαρμογής του διορθωτικού μηχανισμού για τη συνεκτίμηση, κατά τον υπολογισμό της αναπηρικής συντάξεως, των περιόδων κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος δεν ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η ως άνω διάταξη έχει ως εξής:
«Αν, στην περίοδο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του βασικού ποσού της συντάξεως, περιλαμβάνονται μήνες κατά τους οποίους δεν υφίστατο υποχρέωση καταβολής εισφορών, οι σαρανταοκτώ πρώτες μηνιαίες εισφορές συνυπολογίζονται με βάση τη χαμηλότερη από τις εκάστοτε ισχύουσες βάσεις εισφοράς και οι υπόλοιπες μηνιαίες εισφορές συνυπολογίζονται στο 50 % αυτής της ελάχιστης βάσεως [...]»
13.
Η έβδομη πρόσθετη διάταξη του LGSS αποσαφηνίζει τους κανόνες που ισχύουν για τους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως.
14.
Στον τρίτο κανόνα της ως άνω διατάξεως διευκρινίζεται ο τρόπος εφαρμογής του διορθωτικού μηχανισμού για την κάλυψη, κατά τον υπολογισμό του βασικού ποσού της αναπηρικής συντάξεως, των περιόδων κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος δεν κατέβαλε εισφορές. Η εν λόγω διάταξη ορίζει τα ακόλουθα:
«b)
Για τους σκοπούς του υπολογισμού των συντάξεων γήρατος και μόνιμης αναπηρίας οφειλόμενης σε μη επαγγελματική νόσο, οι περίοδοι κατά τις οποίες δεν υπήρχε υποχρέωση καταβολής εισφορών καλύπτονται λαμβανομένης υπόψη της χαμηλότερης βάσεως εισφοράς μεταξύ των βάσεων που ίσχυσαν για κάθε περίοδο, αντιστοιχούσας στον τελευταίο αριθμό ωρών εργασίας.»
15.
Η διάταξη αυτή τέθηκε σε εφαρμογή με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 1131/2002, της 31ης Οκτωβρίου 2002, που διέπει την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως, καθώς και τη μερική συνταξιοδότηση ( 5 ). Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς του υπολογισμού των συντάξεων λόγω γήρατος και μόνιμης αναπηρίας μη οφειλόμενης σε επαγγελματική νόσο ή εργατικό ατύχημα, οι περίοδοι κατά τις οποίες δεν υφίστατο υποχρέωση καταβολής εισφορών καλύπτονται λαμβανομένης υπόψη της χαμηλότερης βάσεως εισφοράς μεταξύ των βάσεων που ίσχυσαν για κάθε περίοδο, αντιστοιχούσας στον αριθμό ωρών παρεχόμενης εργασίας βάσει της συμβάσεως κατά την ημερομηνία κατά την οποία διεκόπη ή έληξε η ως άνω υποχρέωση καταβολής εισφορών.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16.
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η L. Cachaldora Fernández κατέβαλε εισφορές στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως από τις 15 Σεπτεμβρίου 1971 έως τις 25 Απριλίου 2010, ήτοι συνολικά 5523 ημέρες, κατά τις οποίες εργαζόταν με πλήρες ωράριο, πλην της περιόδου μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1998 και 23ης Ιανουαρίου 2002, κατά την οποία απασχολούνταν με μειωμένο ωράριο. Η L. Cachaldora Fernández δεν άσκησε όμως επαγγελματική δραστηριότητα μεταξύ 23ης Ιανουαρίου 2002 και 30ής Νοεμβρίου 2005 και κατά συνέπεια δεν κατέβαλε εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
17.
Στις 21 Απριλίου 2010 η L. Cachaldora Fernández ζήτησε από το INSS να της χορηγηθεί αναπηρική σύνταξη.
18.
Με απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, η ως άνω σύνταξη της χορηγήθηκε λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας για την άσκηση του συνήθους επαγγέλματός της. Η ενδιαφερόμενη έλαβε έτσι σύνταξη μόνιμης αναπηρίας ίση με το 55 % του μηνιαίου βασικού ποσού το οποίο ανερχόταν σε 347,03 ευρώ.
19.
Βάσει της επίδικης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας, το ύψος της ως άνω συντάξεως υπολογίσθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις εισφορές τις οποίες κατέβαλε η ενδιαφερόμενη κατά τα οκτώ έτη που προηγήθηκαν της ημερομηνίας επελεύσεως του κινδύνου, ήτοι από τον Μάρτιο του 2002 έως τον Φεβρουάριο του 2010. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, για την περίοδο μεταξύ Μαρτίου 2002 και Νοεμβρίου 2005, οι αρμόδιες αρχές έλαβαν συνεπώς υπόψη τις πλέον χαμηλές από τις εισφορές που είχαν καταβληθεί κατά την περίοδο αμέσως πριν τη διακοπή της καταβολής των εν λόγω εισφορών και εφάρμοσαν σε αυτές τον συντελεστή της εργασίας μερικής απασχολήσεως.
20.
Η L. Cachaldora Fernández άσκησε διοικητική ένσταση κατά της ως άνω αποφάσεως υποστηρίζοντας ότι, για τους σκοπούς του υπολογισμού της συντάξεώς της, έπρεπε να ληφθεί υπόψη, για την περίοδο από τον Μάρτιο του 2002 έως τον Νοέμβριο του 2005, ολόκληρο το ποσό των χαμηλότερων βάσεων εισφοράς κάθε έτους και όχι το μειωμένο ποσό των ως άνω βάσεων εισφοράς που προέκυπτε από την εφαρμογή του συντελεστή της εργασίας μερικής απασχολήσεως. Σύμφωνα με την ως άνω μέθοδο υπολογισμού, το βασικό ποσό της συντάξεώς της —πράγμα που δεν αμφισβητείται από το INSS— θα ανερχόταν στα 763,76 ευρώ.
21.
Το INSS απέρριψε την ως άνω διοικητική ένσταση για τον λόγο ότι η προτεινόμενη μέθοδος υπολογισμού δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 1131/2002. Η L. Cachaldora Fernández άσκησε ως εκ τούτου προσφυγή κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Juzgado de lo Social no 2 de Ourense. Με απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2010, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της και επικύρωσε την εκδοθείσα από το INSS διοικητική πράξη, στηριζόμενο στο κείμενο της έβδομης πρόσθετης διατάξεως του LGSS και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 1131/2002.
22.
Η L. Cachaldora Fernández άσκησε συνεπώς έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Galicia. Το τελευταίο, έχοντας αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της επίδικης νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Αντιβαίνει στο άρθρο 4 της οδηγίας [79/7] εσωτερική διάταξη όπως είναι η έβδομη πρόσθετη διάταξη [παράγραφος 1, τρίτος κανόνας, στοιχείο b, του LGSS], η οποία αφορά κατά πλειοψηφία γυναίκες και κατά την οποία η κάλυψη των κενών της καταβολής εισφορών που υφίστανται εντός της περιόδου αναφοράς για τον υπολογισμό του βασικού ποσού μιας ανταποδοτικής αναπηρικής συντάξεως και τα οποία έπονται μιας πραγματοποιηθείσας εργασίας μερικής απασχολήσεως γίνεται λαμβανομένων υπόψη των μικρότερων βάσεων εισφοράς που ίσχυαν σε κάθε περίοδο, μειωμένων βάσει του συντελεστή μερικής απασχολήσεως της ως άνω εργασίας η οποία προηγήθηκε του κενού της καταβολής εισφορών, ενώ, σε περίπτωση εργασίας πλήρους απασχολήσεως, δεν υπάρχει μείωση;
2)
Αντιβαίνει στη ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [97/81], εσωτερική διάταξη όπως είναι η έβδομη πρόσθετη διάταξη [παράγραφος 1, τρίτος κανόνας, στοιχείο b, του LGSS], η οποία αφορά κατά πλειοψηφία γυναίκες και κατά την οποία η κάλυψη των κενών της καταβολής εισφορών που υφίστανται εντός της περιόδου αναφοράς για τον υπολογισμό του βασικού ποσού μιας ανταποδοτικής αναπηρικής συντάξεως και τα οποία έπονται μιας πραγματοποιηθείσας εργασίας μερικής απασχολήσεως γίνεται λαμβανομένων υπόψη των μικρότερων βάσεων εισφοράς που ίσχυαν σε κάθε περίοδο, μειωμένων βάσει του συντελεστή μερικής απασχολήσεως της ως άνω εργασίας η οποία προηγήθηκε του κενού της καταβολής εισφορών, ενώ, σε περίπτωση εργασίας πλήρους απασχολήσεως, δεν υπάρχει μείωση;
23.
Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν παρατηρήσεις.
III – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
24.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εκτιμήσει τη συμβατότητα της έβδομης πρόσθετης διατάξεως, παράγραφος 1, τρίτος κανόνας, στοιχείο b, του LGSS, αφενός, με το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7, στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, και, αφετέρου, με τη ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 97/81, στο πλαίσιο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
25.
Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει μόνο στο πρώτο από τα δύο αυτά ερωτήματα.
26.
Ειδικότερα, όπως και οι διάδικοι οι οποίοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση, εκτιμώ ότι μια περίπτωση όπως η επίδικη δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 97/81.
27.
Κατά το γράμμα της ρήτρας 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου που επισυνάπτεται ως παράρτημα στην ως άνω οδηγία, η συμφωνία-πλαίσιο στοχεύει ιδίως στην «εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και [στη] βελτίωση της ποιότητας της εργασίας με μερική απασχόληση». Η ρήτρα 4, παράγραφος 1, αυτής αποσκοπεί έτσι στην εξασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων σε ό,τι αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως, πράγμα που συνιστά το πλαίσιο της ως άνω συμφωνίας ( 6 ).
28.
Με τη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου, τα κράτη μέλη καλούνται να εντοπίζουν, να αντιμετωπίζουν και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφουν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσεως που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχολήσεως. Όπως διευκρινίζει ρητώς ο νομοθέτης της Ένωσης, η ως άνω ρήτρα εντάσσεται «[σ]τα πλαίσια της ρήτρας 1 [της συμφωνίας-πλαισίου] και της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων με μερική απασχόληση και εργαζομένων με πλήρη απασχόληση» την οποία προβλέπει η ρήτρα 4, σημείο 1, της ως άνω συμφωνίας. Όπως τόνισα, η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου αφορά ειδικώς τις «συνθήκες απασχολήσεως».
29.
Βάσει όμως της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, διάταξη όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία θεσπίζει τον διορθωτικό μηχανισμό ο οποίος εφαρμόζεται στον υπολογισμό του ύψους της συντάξεως μόνιμης αναπηρίας, δεν συγκαταλέγεται στις «συνθήκες απασχολήσεως» κατά την έννοια της ως άνω ρήτρας.
30.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Bruno κ.λπ. (C‑395/08 και C‑396/08, EU:C:2010:329), ότι «εμπίπτουν στην έννοια των “συνθηκών απασχολήσεως”, όπως αυτή χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, οι συντάξεις που καταβάλλονται βάσει της σχέσεως εργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, αποκλειομένων των συντάξεων που προβλέπει υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίες δεν καταβάλλονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας σχέσεως αλλά προς εξυπηρέτηση επιδιώξεων κοινωνικής πολιτικής» ( 7 ). Όμως, η επίδικη στην κύρια δίκη σύνταξη, η οποία προορίζεται να καλύψει ένα καθορισμένο κίνδυνο, δηλαδή την αναπηρία, εμπίπτει στο ισπανικό σύστημα υποχρεωτικής προστασίας.
31.
Εξάλλου, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι, κατά το τρίτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν δέσμευση σύμφωνα με την οποία «θέματα που αφορούν την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών». Επομένως, τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν την πρόθεση να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου ζητήματα όπως το επίδικο ζήτημα του υπολογισμού του ύψους της οφειλόμενης συντάξεως μόνιμης αναπηρίας.
32.
Βάσει των στοιχείων αυτών, εκτιμώ, κατά συνέπεια, ότι η επίδικη διάταξη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 97/81 και ότι συνακόλουθα δεν πρέπει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
33.
Αντιθέτως, μια τέτοια σύνταξη εμπίπτει στην οδηγία 79/7, στο μέτρο που εντάσσεται στο πλαίσιο συστήματος υποχρεωτικής προστασίας έναντι ενός από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, ήτοι της αναπηρίας, και στο μέτρο που έχει άμεση και πραγματική σχέση με την προστασία έναντι του κινδύνου αυτού ( 8 ). Επιβάλλεται, κατά συνέπεια, η εκτίμηση της συμβατότητας της έβδομης πρόσθετης διατάξεως, παράγραφος 1, τρίτος κανόνας, στοιχείο b, του LGSS με την εν λόγω οδηγία.
IV – Επί του πρώτου ερωτήματος
34.
Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, στο μέτρο που αυτή η νομοθεσία καταλήγει να μειώνει το ύψος της οφειλόμενης συντάξεως μόνιμης αναπηρίας όσον αφορά τους εργαζομένους που εργάσθηκαν υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως κατά την περίοδο αμέσως πριν από μια διακοπή της καταβολής των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών τους.
35.
Το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι η ως άνω νομοθεσία καταλήγει να εισάγει μια αδικαιολόγητη διαφοροποίηση, όσον αφορά το ύψος της οφειλόμενης συντάξεως, μεταξύ της κατηγορίας των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως, την οποία συνθέτουν κατά πλειοψηφία γυναίκες, και της κατηγορίας των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως.
36.
Πρέπει, πρώτον, να εξετασθεί αν η μεθοδολογία που καθορίζεται στην επίδικη διάταξη είναι όντως ικανή, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, να περιαγάγει σε μειονεκτική θέση την κατηγορία των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως.
Α — Επί της υπάρξεως μειονεκτήματος για τους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως
37.
Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 4, του LGSS, το οποίο θεσπίζει κανόνα έχοντα εφαρμογή σε μια γενική κατηγορία εργαζομένων, το ύψος της συντάξεως μόνιμης αναπηρίας υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις εισφορές ( 9 ) οι οποίες καταβλήθηκαν κατά τα οκτώ έτη που προηγήθηκαν της επελεύσεως του κινδύνου (στο εξής: περίοδος αναφοράς).
38.
Για την περίπτωση που, κατά τη διάρκεια της ως άνω περιόδου αναφοράς, υπάρχουν μήνες κατά τους οποίους ο ενδιαφερόμενος δεν κατέβαλε εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ο νομοθέτης προέβλεψε, στο άρθρο 140, παράγραφος 4, του LGSS, διορθωτικό μηχανισμό προκειμένου να καταστεί δυνατόν να συμπεριληφθούν οι περίοδοι αυτές στη βάση υπολογισμού της αναπηρικής συντάξεως. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν έτσι υπόψη τις καλούμενες «πλασματικές» βάσεις εισφοράς. Ως προς την κατηγορία των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως, οι βάσεις αυτές αντιστοιχούν στη χαμηλότερη από όσες βάσεις εισφοράς ίσχυσαν για τα τέσσερα πρώτα έτη και, για τα τέσσερα τελευταία έτη, στο 50 % αυτής της ελάχιστης βάσεως.
39.
Η ως άνω διάταξη δεν έχει όμως εφαρμογή στους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως.
40.
Ειδικότερα, ο νομοθέτης εισήγαγε χωριστό διορθωτικό μηχανισμό αφορώντα ειδικώς αυτήν την κατηγορία εργαζομένων στο πλαίσιο της έβδομης πρόσθετης διατάξεως, παράγραφος 1, τρίτος κανόνας, στοιχείο b, του LGSS, της οποίας η συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως στις ανά χείρας προτάσεις. Υπενθυμίζω ότι η ως άνω διάταξη τίθεται σε εφαρμογή με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 1131/2002.
41.
Κατά τις διατάξεις αυτές, αν κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς υφίστανται περίοδοι κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος δεν υποχρεούτο να καταβάλει εισφορές, οι αρμόδιες αρχές συμπληρώνουν τις περιόδους αυτές λαμβάνοντας υπόψη τη χαμηλότερη από τις βάσεις εισφοράς, που αντιστοιχεί στον συμβατικώς προβλεπόμενο αριθμό ωρών κατά την ημερομηνία διακοπής ή λήξεως της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών.
42.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων εξαρτάται επομένως από τη φύση της τελευταίας συμβάσεως που ίσχυσε πριν από τη διακοπή της καταβολής των εισφορών.
43.
Ομοίως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, οι περίοδοι κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος δεν κατέβαλε εισφορές συνυπολογίζονται και συμπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο με την περίοδο η οποία προηγείται άμεσα της παύσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας.
44.
Επομένως, όταν ο ενδιαφερόμενος έχει παύσει την επαγγελματική του δραστηριότητα αμέσως μετά από μια περίοδο κατά την οποία εργαζόταν υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, οι αρμόδιες αρχές θα λάβουν υπόψη τη βάση εισφοράς που ίσχυε για τις περιόδους εργασίας με πλήρες ωράριο.
45.
Αντιθέτως, στις περιπτώσεις στις οποίες κατά την περίοδο αμέσως πριν τη διακοπή καταβολής των ως άνω εισφορών ο ενδιαφερόμενος εργάσθηκε ως μερικώς απασχολούμενος, η κάλυψη των περιόδων κατά τις οποίες δεν κατέβαλε εισφορές υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη μια μειωμένη βάση εισφοράς. Ειδικότερα, στο μέτρο που ο εργαζόμενος μερικής απασχολήσεως λαμβάνει μικρότερο μισθό λόγω της μειώσεως του εργασιακού του ωραρίου, οι εισφορές, οι οποίες συνιστούν ποσοστό του μισθού, μειώνονται και αυτές.
46.
Εξ αυτού προκύπτει επομένως διαφορά ως προς το ύψος της οφειλόμενης αναπηρικής συντάξεως μεταξύ των εργαζομένων που εργάσθηκαν υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως κατά την περίοδο αμέσως πριν τη διακοπή καταβολής των εισφορών και των εργαζομένων που εργάσθηκαν υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, για τους οποίους οι περίοδοι αυτές καλύπτονται με υπολογισμό πλήρους βάσεως εισφοράς.
47.
Συνεπώς, όσον αφορά την κάλυψη των περιόδων κατά τις οποίες είχε διακοπεί η καταβολή των εισφορών της L. Cachaldora Fernández, ήτοι του διαστήματος μεταξύ Μαρτίου 2002 και Νοεμβρίου 2005, οι αρμόδιες αρχές έλαβαν υπόψη μειωμένες βάσεις εισφοράς, στις οποίες εφαρμόσθηκε ο συντελεστής της εργασίας μερικής απασχολήσεως ( 10 ), στο μέτρο που η ενδιαφερόμενη κάλυπτε θέση μερικής απασχολήσεως κατά την ημερομηνία διακοπής της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών.
48.
Επομένως, η εφαρμογή της επίδικης διατάξεως είχε ως αποτέλεσμα η περίοδος κατά την οποία η ενδιαφερόμενη είχε διακόψει την καταβολή των εισφορών της να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό της αναπηρικής της συντάξεως λαμβανομένων υπόψη βάσεων εισφοράς οι οποίες είχαν μειωθεί στο ένα όγδοο, μολονότι η ενδιαφερόμενη, για ένα πολύ μεγάλο μέρος της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας, εργαζόταν υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και κατέβαλλε τις αντίστοιχες εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
49.
Συνεπώς, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, η ως άνω μέθοδος υπολογισμού όντως είχε ως αποτέλεσμα τη δυσανάλογη, σε σχέση με τις εισφορές τις οποίες είχε καταβάλει η ενδιαφερόμενη κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας, μείωση του ύψους της αναπηρικής της συντάξεως, δημιούργησε δε μειονέκτημα για την ενδιαφερόμενη.
50.
Η Επιτροπή, όπως τόνισε στις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν συμφωνεί με την εκτίμηση αυτή.
51.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η μεθοδολογία την οποία καθορίζει η επίδικη διάταξη είναι ικανή να αποδειχθεί πολύ ευνοϊκή για τους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως, όταν η τελευταία σύμβαση πριν από μια περίοδο κατά την οποία δεν ασκήθηκε επαγγελματική δραστηριότητα είναι σύμβαση πλήρους απασχολήσεως.
52.
Η Επιτροπή στηρίζει την εκτίμησή της στο παράδειγμα μιας γυναίκας η οποία, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, εργάσθηκε επί τέσσερα έτη με μειωμένο ωράριο, κατόπιν επί έξι μήνες με πλήρες ωράριο, εν συνεχεία έπαυσε την επαγγελματική της δραστηριότητα για τρία έτη και τέλος, άρχισε ξανά να εργάζεται με πλήρες ωράριο για έξι μήνες. Κατά τα οκτώ αυτά έτη, η εργαζόμενη αυτή απασχολούνταν κατά συνέπεια επί τέσσερα έτη με μειωμένο ωράριο και επί ένα έτος με πλήρες ωράριο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή τονίζει ότι η περίοδος κατά την οποία δεν ασκήθηκε επαγγελματική δραστηριότητα θα εξομοιωθεί προς την κατάσταση στην οποία τελούσε η ενδιαφερόμενη ενόσω εργαζόταν με πλήρες ωράριο, με συνέπεια οι αρμόδιες αρχές να συνυπολογίζουν τέσσερα έτη λαμβάνοντας υπόψη βάση εισφοράς πλήρους απασχολήσεως, ενώ η ενδιαφερόμενη δεν εργάσθηκε με αυτόν τον τύπο συμβάσεως παρά μόνο επί ένα έτος.
53.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής.
54.
Ειδικότερα, στα σημεία 42 και 43 των ανά χείρας προτάσεων, επισήμανα ότι η εφαρμογή των επίδικων διατάξεων εξαρτάται από τη φύση της τελευταίας συμβάσεως πριν από τη διακοπή της καταβολής των εισφορών. Στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή επισήμανε αφεαυτής ότι οι περίοδοι κατά τις οποίες δεν ασκήθηκε επαγγελματική δραστηριότητα εξομοιώνονται προς την αμέσως προηγούμενη περίοδο σαν να είχαν χωρήσει στο πλαίσιο των περιόδων αυτών αντίστοιχες παροχές. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι σε μια περίπτωση όπως αυτή στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή, στο πλαίσιο της οποίας η ενδιαφερόμενη έχει εργασθεί υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως κατά την περίοδο αμέσως πριν από μια διακοπή στην καταβολή των εισφορών της, έχουν εφαρμογή μόνο οι γενικοί κανόνες του άρθρου 140, παράγραφοι 1 και 4, του LGSS, κατ’ αποκλεισμό των ειδικών κανόνων που προβλέπονται από την επίδικη διάταξη. Θεωρώ επομένως ότι δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίδικη διάταξη είναι ικανή να αποδειχθεί πολύ ευνοϊκή, εφόσον η διάταξη αυτή δεν θα είχε εφαρμογή.
55.
Επομένως, σε αυτό το στάδιο της αναλύσεώς μου, έχω τη γνώμη ότι η μέθοδος υπολογισμού που καθιερώνεται στην έβδομη πρόσθετη διάταξη, παράγραφος 1, τρίτος κανόνας, στοιχείο b, του LGSS καταλήγει να θέτει σε μειονεκτική θέση τους εργαζομένους εκείνους οι οποίοι απασχολήθηκαν με μειωμένο ωράριο κατά την περίοδο αμέσως πριν από μια διακοπή της καταβολής των εισφορών τους στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
56.
Το ερώτημα στο οποίο πρέπει πλέον να απαντήσω είναι αν αυτή η μέθοδος υπολογισμού έχει επίσης ως αποτέλεσμα να εισάγει διάκριση εις βάρος των γυναικών αντιβαίνουσα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
Β — Επί του εισάγοντος δυσμενή διάκριση χαρακτήρα της επίδικης διατάξεως
57.
Διαπιστώνω ότι η επίδικη διάταξη εφαρμόζεται αδιακρίτως στους άνδρες και στις γυναίκες εργαζόμενους, οπότε δεν εισάγει διακρίσεις στηριζόμενες ευθέως στο φύλο.
58.
Η διάταξη όμως αυτή φαίνεται ότι εισάγει έμμεση διάκριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 στο μέτρο που, βάσει των στατιστικών στοιχείων για την κατάσταση του εργατικού δυναμικού στην Ισπανία, είναι ικανή να περιαγάγει στην πράξη σε μειονεκτική θέση ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ’ ό,τι ανδρών ( 11 ).
59.
Καταρχάς, διευκρινίζω εκ των προτέρων ότι το ως άνω συμπέρασμα δεν θίγει την εξουσία εκτιμήσεως την οποία αναγνωρίζει το Δικαστήριο αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο. Ειδικότερα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι είναι αποκλειστικώς έργο του αιτούντος δικαστηρίου να εκτιμήσει κατά πόσον υπάρχει έμμεση διάκριση και να εξετάσει αν τα στατιστικά στοιχεία επί των οποίων καλείται να στηριχθεί αρκούν για την επίλυση της διαφοράς και αν είναι έγκυρα ( 12 ). Κατά το Δικαστήριο, τούτο προϋποθέτει ότι οι ως άνω πληροφορίες αφορούν επαρκή αριθμό προσώπων, ότι φαίνονται γενικώς να έχουν βαρύνουσα σημασία και ότι δεν αντικατοπτρίζουν φαινόμενα τα οποία είναι καθαρά τυχαία ή συγκυριακά.
60.
Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο στηρίζει την εκτίμησή του στα στατιστικά στοιχεία του Instituto Nacional de Estadistica (Εθνικού Ιδρύματος Στατιστικής). Βάσει των στοιχείων αυτών, κατά το χρονικό σημείο της επελεύσεως του επίμαχου στην κύρια δίκη ασφαλιστικού κινδύνου η κατηγορία των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως αποτελούνταν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80 % από γυναίκες. Μολονότι το 2013 φαίνεται να σημειώνεται μια σημαντική αύξηση του αριθμού των ανδρών εργαζομένων της κατηγορίας αυτής, τα ως άνω στατιστικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι το ποσοστό των γυναικών εργαζομένων της κατηγορίας αυτής εξακολούθησε πάντως να ανέρχεται στο 73 %.
61.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών, απ’ ό,τι ανδρών, εργαζομένων είναι πιθανόν να επηρεασθεί από την εφαρμογή της επίδικης νομοθεσίας. Αποδεικνύουν εξάλλου την ύπαρξη ενός διαρκούς και πάγιου φαινομένου το οποίο παρατηρείται επί τρία έτη και το οποίο δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να χαρακτηρισθεί ως τυχαίο η ως απλώς συγκυριακό, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, μολονότι από τα στατιστικά στοιχεία του 2013 προκύπτει μείωση της διαφοράς μεταξύ του αριθμού των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων που συνθέτουν την κατηγορία των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως, εντούτοις η διαφορά αυτή μεταξύ του αριθμού των γυναικών και των ανδρών παραμένει, αναμφισβήτητα, εξαιρετικά σημαντική. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συζητήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση, κατά την ημερομηνία της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, κατά την οποία η Ισπανία δεν διερχόταν την οικονομική κρίση που την πλήττει αυτή τη στιγμή, το αναλογικό ποσοστό των ανδρών οι οποίοι εργάζονταν με μειωμένο ωράριο πιθανότατα ήταν πολύ χαμηλότερο.
62.
Τα στοιχεία αυτά συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, αξιόπιστη και σημαντική ένδειξη στην οποία είναι δυνατόν να στηριχθεί το συμπέρασμα —το οποίο μπορεί όμως να συναγάγει μόνο το αιτούν δικαστήριο— ότι ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών, απ’ ό,τι ανδρών, εργαζομένων είναι πιθανόν να περιέλθει πράγματι σε μειονεκτική θέση εξαιτίας της εφαρμογής του εν λόγω διορθωτικού μηχανισμού.
63.
Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή και αμφισβητεί την ύπαρξη έμμεσης διακρίσεως αναφερόμενη στα αριθμητικά στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν από το INSS ( 13 ).
64.
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ο επίμαχος διορθωτικός μηχανισμός στην πραγματικότητα εφαρμόζεται σε ελαφρώς μεγαλύτερο αριθμό ανδρών απ’ ό,τι γυναικών. Έτσι, το 2010, ο μηχανισμός αυτός εφαρμόσθηκε σε 5657 άνδρες και σε 5237 γυναίκες· το 2011, σε 5566 άνδρες και σε 5129 γυναίκες· το 2012, σε 5568 άνδρες και σε 4830 γυναίκες και τέλος, το 2013, σε 5935 άνδρες και σε 5066 γυναίκες.
65.
Δεν θεωρώ ότι τα στοιχεία αυτά μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα στατιστικά δεδομένα στα οποία στηρίζεται το αιτούν δικαστήριο και στα οποία βασίζονται τα συμπεράσματα που προτείνω.
66.
Ειδικότερα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι δεν αρκεί να ληφθεί υπόψη μόνον ο αριθμός των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων στους οποίους εφαρμόζεται η επίδικη νομοθεσία ( 14 ). Πρόκειται για σχετικής αξίας δεδομένο που εξαρτάται από τον αριθμό των εν ενεργεία εργαζομένων στο κράτος μέλος και το οποίο δεν παρέχει τη δυνατότητα να εκτιμηθεί η αναλογία αντιστοίχως ανδρών και γυναικών οι οποίοι συνθέτουν την κατηγορία των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως.
67.
Κατά συνέπεια, παρά τα στοιχεία τα οποία γνωστοποίησε η Ισπανική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της, επιμένω στην εκτίμηση ότι η επίδικη διάταξη είναι ικανή να περιαγάγει σε μειονεκτική θέση ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ’ ό,τι ανδρών, δημιουργώντας κατά συνέπεια μια αντιβαίνουσα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έμμεση διάκριση.
68.
Πλέον το ζήτημα συνίσταται στο να εκτιμηθεί αν οι λόγοι τους οποίους επικαλούνται οι αρμόδιες εθνικές αρχές είναι ικανοί να δικαιολογήσουν μια τέτοια δυσμενή διάκριση.
Γ — Επί της υπάρξεως δικαιολογητικών λόγων
69.
Το Δικαστήριο δέχεται ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών κατά την επιλογή των μέτρων για την επίτευξη των σκοπών της κοινωνικής τους πολιτικής και της πολιτικής τους για την απασχόληση. Πάντως, όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν νομοθεσία η οποία πιθανώς εισάγει διακρίσεις, υποχρεούνται να αποδείξουν ότι η εν λόγω νομοθεσία μπορεί να δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και μη έχοντες σχέση με οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου ( 15 ).
70.
Τα κράτη μέλη οφείλουν συνεπώς να αποδείξουν ότι η εν λόγω νομοθεσία ανταποκρίνεται σε θεμιτό σκοπό της κοινωνικής πολιτικής τους. Ακόμη, οφείλουν να αποδείξουν ότι τα επιλεγέντα προς τούτο μέσα είναι κατάλληλα να εξασφαλίσουν την επίτευξη του σκοπού αυτού και ότι εφαρμόζονται κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό ( 16 ).
71.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίδικη νομοθεσία εγγυάται, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ισπανικού Συντάγματος, δημόσιο σύστημα συντάξεων με δίκαιο, ισορροπημένο και αλληλέγγυο χαρακτήρα, διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα και τη δημοσιονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
72.
Όπως είχε προηγουμένως υποστηρίξει το INSS ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Ισπανική Κυβέρνηση στηρίζεται στον ανταποδοτικό χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και στην ανάγκη τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας. Έτσι, η προστασία την οποία παρέχει το εν λόγω σύστημα δεν θα μπορούσε ποτέ να υπερβεί τις εισφορές που έχουν προηγουμένως καταβληθεί σε αυτό, δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν σύνταξη η οποία πρέπει να είναι ανάλογη της εισφοράς τους στο σύστημα. Κατά συνέπεια, λόγω της εφαρμογής της αρχής αυτής υπάρχει μια δικαιολογημένη διαφορά μεταξύ του ύψους των παροχών προς τον εργαζόμενο πλήρους απασχολήσεως και των παροχών προς τον εργαζόμενο που απασχολείται με μειωμένο ωράριο.
73.
Η κάλυψη από τις αρμόδιες αρχές των περιόδων κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος είχε διακόψει την καταβολή των ως άνω εισφορών αμέσως μετά την παύση μιας απασχολήσεώς του με μειωμένο ωράριο πρέπει επίσης να πραγματοποιηθεί κατά τήρηση της ως άνω αρχής. Έτσι, η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, από τη στιγμή που ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει εισφορά ανάλογη προς τον χρόνο εργασίας του, αντιστοιχούσα σε περίοδο κατά την οποία εργαζόταν υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας επιβάλλει οι αρμόδιες αρχές να λάβουν υπόψη, για τους σκοπούς της εφαρμογής του διορθωτικού μηχανισμού, την εισφορά την οποία θα είχε καταβάλει ο εργαζόμενος αυτός αν δεν είχε διακοπεί η υποχρέωση καταβολής εισφορών.
74.
Για τους ίδιους λόγους με εκείνους τους οποίους επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, εκτιμώ ότι οι ως άνω αιτιολογίες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την έμμεση διάκριση την οποία υφίσταται η ενδιαφερόμενη.
75.
Ειδικότερα, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η L. Cachaldora Fernández κατέβαλε εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως από τις 15 Σεπτεμβρίου 1971 έως τις 25 Απριλίου 2010, ήτοι συνολικά επί 5523 ημέρες, κατά τις οποίες εργάσθηκε υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως με την εξαίρεση των ακόλουθων περιόδων: από 1ης Σεπτεμβρίου 1998 έως 28 Φεβρουαρίου 1999, κατόπιν από 1ης Μαρτίου 1999 έως 23 Μαρτίου 2001 και, τέλος, από 24 Μαρτίου 2001 έως 23 Ιανουαρίου 2002. Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η L. Cachaldora Fernández εργάσθηκε ως μερικώς απασχολούμενη επί 3 έτη και 10 μήνες, διάστημα που αντιπροσωπεύει ένα ελάχιστο τμήμα της επαγγελματικής σταδιοδρομίας της η οποία διήρκεσε περίπου 39 έτη.
76.
Η επίδικη διάταξη έχει ως αποτέλεσμα η περίοδος κατά την οποία η ενδιαφερόμενη είχε διακόψει την καταβολή των εισφορών της στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως να περιληφθεί στον υπολογισμό της αναπηρικής της συντάξεως λαμβανομένων υπόψη ελαχίστων βάσεων εισφοράς οι οποίες είχαν μειωθεί στο ένα όγδοο, μολονότι η ενδιαφερόμενη, για ένα πολύ μεγάλο μέρος της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας, εργαζόταν υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και κατέβαλλε τις αντίστοιχες εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ως εργαζόμενη πλήρους απασχολήσεως.
77.
Μολονότι η Ισπανική Κυβέρνηση, στις παρατηρήσεις της, υποστηρίζει ότι με την ως άνω μεθοδολογία το ύψος της συντάξεως μπορεί να συνδεθεί ευθέως προς τον βαθμό κατά τον οποίο ο εργαζόμενος κατέβαλε εισφορές, έχω εντούτοις την αίσθηση ότι η μεθοδολογία αυτή έχει ως αποτέλεσμα να υπολογίζεται σύνταξη μόνιμης αναπηρίας βάσει εισφορών οι οποίες καταβάλλονταν σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο της σταδιοδρομίας της ενδιαφερομένης, το οποίο δεν αντιπροσωπεύει απαραιτήτως την προσπάθειά της για καταβολή εισφορών.
78.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι μια τέτοια μεθοδολογία έχει ως αποτέλεσμα, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, τη δυσανάλογη, σε σχέση με τις εισφορές τις οποίες είχε καταβάλει η ενδιαφερόμενη καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας, μείωση του ύψους της οφειλομένης συντάξεως μόνιμης αναπηρίας, οπότε δεν μπορεί να δικαιολογείται από αντικειμενικό λόγο ο οποίος ανάγεται στον ανταποδοτικό χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και στην ανάγκη τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας.
79.
Βάσει όλων των ως άνω στοιχείων, φρονώ, συνεπώς, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, στο μέτρο που η ως άνω νομοθεσία καταλήγει να μειώνει το ύψος της οφειλόμενης συντάξεως μόνιμης αναπηρίας όσον αφορά τους εργαζομένους που εργάσθηκαν υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως κατά την περίοδο αμέσως πριν από μια διακοπή της καταβολής των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.
V – Πρόταση
80.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Tribunal Superior de Justicia de Galicia ως εξής:
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, στο μέτρο που η ως άνω νομοθεσία καταλήγει να μειώνει το ύψος της οφειλόμενης συντάξεως μόνιμης αναπηρίας όσον αφορά τους εργαζομένους που εργάσθηκαν υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως κατά την περίοδο αμέσως πριν από μια διακοπή της καταβολής των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) EE ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.
( 3 ) EE L 14, σ. 9.
( 4 ) Όπως ο νόμος αυτός εγκρίθηκε με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα αριθ. 1/94 της 20ής Ιουνίου 1994, BOE αριθ. 154 της 29ης Ιουνίου 1994, σ. 20658, στο εξής: LGSS.
( 5 ) BOE αριθ. 284 της 27ης Νοεμβρίου 2002, σ. 41643.
( 6 ) Βλ. τρίτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου.
( 7 ) Βλ. σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Βλ. επίσης απόφαση Elbal Moreno (C‑385/11, EU:C:2012:746, σκέψη 21).
( 8 ) Βλ. απόφαση Elbal Moreno (EU:C:2012:746, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 9 ) Κατά το άρθρο 109, παράγραφος 1, του LGSS, η βάση εισφοράς για όλους τους κινδύνους και για όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο γενικό καθεστώς συνίσταται στο σύνολο των αποδοχών, ανεξαρτήτως της μορφής ή της ονομασίας τους, τις οποίες δικαιούται ο εργαζόμενος μηνιαίως ή στις αποδοχές τις οποίες λαμβάνει πράγματι, εφόσον είναι υψηλότερες, για την εργασία την οποία παρέχει ως μισθωτός.
( 10 ) Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο συντελεστής αυτός ήταν 125, οπότε οι βάσεις εισφοράς πολλαπλασιάσθηκαν με το 0,125, πράγμα που ισοδυναμούσε με διαίρεσή τους διά του 8.
( 11 ) Βλ. απόφαση Elbal Moreno (EU:C:2012:746, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Βλ. απόφαση Seymour-Smith και Perez (C‑167/97, EU:C:1999:60, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Από τις προφορικές παρατηρήσεις του INSS κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι τα δεδομένα που αφορούν την περίοδο κατά την οποία επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος δεν είναι διαθέσιμα.
( 14 ) Βλ. απόφαση Seymour-Smith και Perez (EU:C:1999:60, σκέψη 59).
( 15 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Elbal Moreno (EU:C:2012:746, σκέψη 32) και Brachner (C‑123/10, EU:C:2011:675, σκέψεις 70 έως 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 16 ) Απόφαση Brachner (EU:C:2011:675, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy