ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 11ης Δεκεμβρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑596/13 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Moravia Gas Storage a.s.
«Αίτηση αναιρέσεως — Εσωτερική αγορά φυσικού αερίου — Οδηγίες 2003/55/ΕΚ και 2009/73/ΕΚ — Προσδιορισμός του χρονικού πεδίου εφαρμογής αμφοτέρων των οδηγιών — Απαγόρευση της αναδρομικής εφαρμογής — Ήδη διαμορφωθείσες καταστάσεις και τρέχουσες διαδικασίες — Άμεση εφαρμογή νέων διαδικαστικών κανόνων σε τρέχουσες διαδικασίες — Υπόγειες εγκαταστάσεις αποθηκεύσεως φυσικού αερίου — Προσωρινή παρέκκλιση από την υποχρέωση των επιχειρήσεων φυσικού αερίου να παρέχουν σε τρίτους πρόσβαση σε κύρια νέα υποδομή φυσικού αερίου — Απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβλήθηκε σε εθνική αρχή η υποχρέωση να ανακαλέσει άδεια παρεκκλίσεως»
I – Εισαγωγή
1.
Η προκειμένη αναιρετική διαδικασία παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει τη νομολογία του σχετικά με την κατά χρόνο δυνατότητα εφαρμογής νέων κανόνων δικαίου.
2.
Ποιες διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται όταν κατά την εξέλιξη διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αντικαθίσταται η έως τότε κρίσιμη οδηγία από νεότερη, η οποία μεταβάλλει σε ορισμένα σημεία το νομικό καθεστώς; Επιβάλλεται να εφαρμοσθεί αμέσως η νέα οδηγία ή πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο ότι η τρέχουσα διοικητική διαδικασία θα περατωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της προγενέστερης οδηγίας;
3.
Τα ανωτέρω ερωτήματα τίθενται στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης που διέπουν την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου. Κατά το έτος 2011, οι τσεχικές αρχές έκαναν χρήση της δυνατότητας να χορηγήσουν σε επιχείρηση, η οποία ήθελε να κατασκευάσει νέα υπόγεια εγκατάσταση αποθηκεύσεως φυσικού αερίου, άδεια παρεκκλίσεως από ορισμένες διατάξεις που πρέπει να τηρούνται κανονικά στην εσωτερική αγορά φυσικού αερίου. Όπως προβλέπεται, οι εθνικές αρχές υπέβαλαν τη σχετική άδεια παρεκκλίσεως στην Επιτροπή για να την ελέγξει. Λίγο μετά την έναρξη της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, η οδηγία 2003/55/ΕΚ ( 2 ) (καλούμενη και δεύτερη οδηγία για το φυσικό αέριο) αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2009/73/ΕΚ ( 3 ) (καλούμενη και τρίτη οδηγία για το φυσικό αέριο), με αποτέλεσμα να τροποποιηθούν ορισμένες εφαρμοστέες διαδικαστικές διατάξεις.
4.
Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή εφάρμοσε αμέσως τη νέα οδηγία στην προκειμένη διαδικασία. Το Γενικό Δικαστήριο όμως έκρινε, πρωτοδίκως, με την απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013 ( 4 ), ότι η διαδικασία έπρεπε να συνεχισθεί και να περατωθεί με βάση την προγενέστερη οδηγία. Το ποια από τις δύο αυτές προσεγγίσεις πρέπει να προκριθεί έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, όχι μόνο για τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τούτης της υποθέσεως, αλλά και για διάφορους επιμέρους τομείς του δικαίου της Ένωσης.
II – Το νομικό πλαίσιο
5.
Η οδηγία 2003/55 καταργήθηκε στις 3 Μαρτίου 2011 και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2009/73. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, τα κράτη μέλη όφειλαν επίσης να μεταφέρουν την οδηγία 2009/73 στο εθνικό τους δίκαιο ( 5 ).
6.
Καταρχήν, τόσο βάσει της οδηγίας 2003/55 όσο και βάσει της οδηγίας 2009/73, επιβάλλεται η παροχή προσβάσεως σε τρίτους σε κύριες νέες υποδομές φυσικού αερίου —συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως— έναντι αντιτίμου ( 6 ). Η πρόσβαση αυτή πρέπει να εξασφαλίζεται σύμφωνα με αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια ( 7 ).
7.
Ωστόσο, η πρόσβαση τρίτων σε κύριες νέες υποδομές φυσικού αερίου και σε εγκαταστάσεις αποθηκεύσεως δύναται να αποκλεισθεί —υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και για περιορισμένο χρονικό διάστημα—, ώστε να μην καταστούν ασύμφορες οι αναγκαίες επενδύσεις ( 8 ).
8.
Οι εθνικές αρχές χορηγούν την απαραίτητη άδεια παρεκκλίσεως που απαιτείται για τον αποκλεισμό τρίτων. Τέτοια άδεια πρέπει να κοινοποιείται αμελλητί στην Επιτροπή ( 9 ). Η Επιτροπή εξετάζει αν η άδεια παρεκκλίσεως συνάδει με τις επιταγές του δικαίου της Ένωσης και μπορεί να ζητήσει από τις εθνικές αρχές να τροποποιήσουν ή να ανακαλέσουν τη σχετική άδεια εντός της προθεσμίας που ορίζει η εκάστοτε οδηγία ( 10 ).
9.
Αρχικώς, η διαδικασία που έπρεπε να εφαρμόσει η Επιτροπή ρυθμιζόταν στο άρθρο 22, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/55 ως εξής:
«Η απόφαση απαλλαγής κοινοποιείται, αμελλητί, από την αρμόδια αρχή στην Επιτροπή μαζί με όλες τις σχετικές με την εν λόγω απόφαση πληροφορίες. […]
[…]
Εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τη ρυθμιστική αρχή ή από το οικείο κράτος μέλος ή να τροποποιήσει ή να αποσύρει την απόφαση χορήγησης απαλλαγής. Η δίμηνη περίοδος μπορεί να παρατείνεται κατά έναν επιπλέον μήνα, όταν η Επιτροπή ζητά πρόσθετες πληροφορίες.
Εάν η ρυθμιστική αρχή ή το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με το αίτημα εντός τεσσάρων εβδομάδων, λαμβάνεται οριστική απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30, παράγραφος 2.
Η Επιτροπή διαφυλάσσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.»
10.
Η μεταγενέστερη ρύθμιση που αντικατέστησε τις ανωτέρω διαδικαστικές διατάξεις περιέχεται στο άρθρο 36, παράγραφοι 8 και 9, της οδηγίας 2009/73:
«8. Η ρυθμιστική αρχή διαβιβάζει αμελλητί στην Επιτροπή αντίγραφο κάθε αίτησης εξαίρεσης μόλις τη λάβει. Η απόφαση κοινοποιείται αμελλητί από την αρμόδια αρχή στην Επιτροπή, μαζί με όλες τις σχετικές με την εν λόγω απόφαση πληροφορίες. […]
[…]
9. Εντός δύο μηνών από την ημέρα παραλαβής της σχετικής κοινοποίησης, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση, με την οποία θα υποχρεώνεται η ρυθμιστική αρχή να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφαση χορήγησης εξαίρεσης. Η δίμηνη προθεσμία είναι δυνατόν να παραταθεί κατά δύο μήνες, όταν ζητούνται συμπληρωματικές πληροφορίες από την Επιτροπή. Η εν λόγω συμπληρωματική προθεσμία αρχίζει από την επομένη της λήψης του συνόλου των πληροφοριών. Η αρχική δίμηνη προθεσμία μπορεί επίσης να παραταθεί με τη συγκατάθεση τόσο της Επιτροπής όσο και της ρυθμιστικής αρχής.
Εάν οι ζητούμενες πληροφορίες δεν παρασχεθούν εντός της οριζόμενης στην αίτηση προθεσμίας, η κοινοποίηση θεωρείται ότι έχει αποσυρθεί, εκτός εάν, πριν την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, η προθεσμία παραταθεί με συγκατάθεση τόσο της Επιτροπής όσο και της ρυθμιστικής αρχής ή η ρυθμιστική αρχή ενημερώσει την Επιτροπή, με δεόντως αιτιολογημένη δήλωση, ότι θεωρεί την κοινοποίηση πλήρη.
Η ρυθμιστική αρχή συμμορφώνεται εντός μηνός με την απόφαση της Επιτροπής να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφαση εξαίρεσης και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.
Η Επιτροπή διαφυλάσσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.
[…]»
III – Το ιστορικό της διαφοράς και η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
11.
Στις 14 Απριλίου 2009, η εταιρία Globula a.s., η οποία εν τω μεταξύ μετονομάστηκε σε Moravia Gas Storage (MGS) ( 11 ), υπέβαλε στο τσεχικό Υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου ( 12 ) αίτηση χορηγήσεως αδείας για την κατασκευή υπόγειας εγκαταστάσεως αποθηκεύσεως φυσικού αερίου στο Dambořice (Τσεχική Δημοκρατία). Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε προσωρινή παρέκκλιση, όσον αφορά το σύνολο του νέου δυναμικού της εγκαταστάσεως υπόγειας αποθηκεύσεως φυσικού αερίου, από την υποχρέωση να παρέχει πρόσβαση, κατόπιν διαπραγματεύσεως, σε τρίτους στην ως άνω εγκατάσταση.
12.
Με την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2010 το Υπουργείο επέτρεψε την κατασκευή της υπόγειας εγκαταστάσεως αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και χορήγησε στη MGS προσωρινή παρέκκλιση από την υποχρέωση να παρέχει, κατόπιν διαπραγματεύσεως, πρόσβαση σε τρίτους στο 90 % του νέου δυναμικού αποθηκεύσεως. Η παρέκκλιση θα είχε διάρκεια 15 ετών από την ημερομηνία ισχύος της χορηγηθείσας αδείας χρήσεως.
13.
Η παρέκκλιση αυτή κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με το από 11 Φεβρουαρίου 2011 έγγραφο του Υπουργείου, το οποίο περιήλθε στην Επιτροπή στις 18 Φεβρουαρίου 2011.
14.
Στις 15 Απριλίου 2011 η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από το Υπουργείο, διευκρινίζοντας ότι, αν τελικώς του ζητήσει να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την άδεια παρεκκλίσεως, θα το πράξει πριν από τις 18 Ιουνίου 2011. Το Υπουργείο απάντησε στις 29 Απριλίου 2011 εντός της ταχθείσας από την Επιτροπή ημερομηνίας.
15.
Στις 13 Μαΐου 2011 η Επιτροπή απηύθυνε στο Υπουργείο δεύτερη αίτηση συμπληρωματικών πληροφοριών, διευκρινίζοντας εκ νέου ότι αν τελικώς του ζητήσει να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την άδεια παρεκκλίσεως, θα το πράξει πριν από τις 18 Ιουνίου 2011. Το Υπουργείο απάντησε στις 20 Μαΐου 2011 εντός της ταχθείσας από την Επιτροπή προθεσμίας.
16.
Με το από 23 Ιουνίου 2011 έγγραφο, το οποίο υπεγράφη από το αρμόδιο για θέματα ενέργειας μέλος της Επιτροπής, η Επιτροπή ενημέρωσε ότι θα εξέδιδε επίσημη απόφαση πριν από τις 29 Ιουνίου 2011.
17.
Στις 27 Ιουνίου 2011 η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει της οδηγίας 2009/73, την επίδικη απόφαση, με την οποία ζήτησε από την Τσεχική Δημοκρατία να ανακαλέσει την άδεια παρεκκλίσεως εντός ενός μηνός. Η επίδικη απόφαση κοινοποιήθηκε στην Τσεχική Δημοκρατία στις 28 Ιουνίου 2011.
18.
Η MGS ( 13 ) άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με δικόγραφο της 26ης Αυγούστου 2011. Πρωτοδίκως επετράπη στην Τσεχική Δημοκρατία να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας.
19.
Στην απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013 το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε μόνον τον πρώτο εκ των τριών λόγων ακυρώσεως που είχε προβάλει η MGS για να στηρίξει την προσφυγή της. Το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε αυτόν τον λόγο, με τον οποίο προβάλλονταν πλημμέλειες κατά τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου ( 14 ) και, ως εκ τούτου, ακύρωσε την επίδικη απόφαση, διότι κατά την εκτίμησή του αυτή δεν θα έπρεπε να στηριχθεί στην οδηγία 2009/73, αλλά στην οδηγία 2003/55 ( 15 ). Προς αιτιολόγηση της αποφάσεώς του, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε κατ’ ουσία ότι οι τροποποιήσεις διαδικαστικής και ουσιαστικής φύσεως που εισήγαγε το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 αποτελούν «ένα αδιαίρετο σύνολο», στο οποίο δεν μπορεί «να προσδοθεί αναδρομικό αποτέλεσμα» ( 16 ).
IV – Η αναιρετική διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
20.
Με το από 21 Νοεμβρίου 2013 δικόγραφο η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση αναίρεση κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου. Ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου,
—
να κρίνει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως είναι αβάσιμος και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να κρίνει σε πρώτο βαθμό τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, καθώς και
—
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
21.
Αντιθέτως, η MGS ζητεί:
—
να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, και
—
να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της MGS για την αναιρετική διαδικασία.
22.
Η Τσεχική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας και της πρωτοβάθμιας δίκης.
23.
Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου διεξήχθη κατά την έγγραφη διαδικασία. Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει διαφωτισθεί επαρκώς και αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
V – Εκτίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως
24.
Με την αίτηση αναιρέσεως, η οποία στηρίζεται μόνο σε έναν λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει κατ’ ουσία ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως ως εφαρμοστέο το άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55 αντί του άρθρου 36 της οδηγίας 2009/73.
25.
Ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή επικαλείται, συναφώς, τα άρθρα 288 ΣΛΕΕ και 297, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ εξακολουθεί να είναι ασαφής και δεν διευκρινίζεται σε κανένα σημείο της αιτήσεως αναιρέσεως. Εν τέλει όμως παρέλκει η εξέταση της σημασίας αυτών των δύο διατάξεων της Συνθήκης ( 17 ) στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, η πραγματική αιτίαση της Επιτροπής είναι ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης που αφορούν τη διαχρονική εφαρμογή νέων κανόνων δικαίου επί εκκρεμών υποθέσεων. Την αιτίαση αυτή θα αναλύσω στη συνέχεια, παρουσιάζοντας πρώτα τις εν λόγω αρχές (βλ., ακολούθως, ενότητα A) και εξετάζοντας έπειτα την εφαρμογή τους στην προκειμένη υπόθεση (βλ., κατωτέρω, ενότητα B).
Α — Οι αρχές που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή νέων κανόνων δικαίου
26.
Οι αρχές που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή νέων κανόνων δικαίου συνιστούν τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και απορρέουν εν τέλει από τις κοινές νομικές παραδόσεις των κρατών μελών.
27.
Συναφώς, γίνεται συνήθως διάκριση μεταξύ διαδικαστικών κανόνων και κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
28.
Ως προς τους νέους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία, πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο ότι εφαρμόζονται εν γένει αμέσως επί όλων των διαδικασιών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους ( 18 ). Αντιθέτως, οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου ερμηνεύονται συνήθως υπό την έννοια ότι αφορούν καταστάσεις που δημιουργήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των κανόνων αυτών μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο προκύπτει σαφώς από το γράμμα, τον σκοπό ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωρισθεί τέτοια ισχύς ( 19 ).
29.
Εντούτοις, όσον αφορά νέες ρυθμίσεις ουσιαστικού δικαίου, ισχύει επίσης η αρχή ότι νέος κανόνας εφαρμόζεται πάραυτα στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως γεννηθείσας υπό το κράτος προγενέστερου κανόνα ( 20 ).
30.
Συνοπτικώς, από τις ανωτέρω αρχές που αναγνωρίζονται παγίως στη νομολογία προκύπτει ότι νέος νόμος δεν εφαρμόζεται σε ήδη διαμορφωθείσες καταστάσεις, εκτός εάν υφίσταται κατ’ εξαίρεση διαφορετική πρόβλεψη. Αντιθέτως, καταστάσεις υπό διαμόρφωση, ως προς τις οποίες δεν έχουν δημιουργηθεί έννομες καταστάσεις γεννηθείσες και διαμορφωθείσες οριστικώς υπό το κράτος του προγενέστερου νόμου, πρέπει να κρίνονται με βάση τον νέο νόμο αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του ( 21 ).
31.
Τούτο ισχύει τόσο για διαδικαστικά ζητήματα όσο και για ζητήματα ουσιαστικού δικαίου.
32.
Η άμεση εφαρμογή νέων κανόνων σε μη διαμορφωθείσες καταστάσεις συμβάλλει στην επιτυχή επιβολή των πλέον σύγχρονων νομοθετικών αξιολογήσεων κατά τον ταχύτερο και εκτενέστερο δυνατό τρόπο, καθώς και στη βέλτιστη δυνατή επίτευξη των σκοπών που επιδιώκουν οι Συνθήκες.
33.
Μόνον κατ’ εξαίρεση δύνανται να εφαρμοσθούν οι προγενέστεροι κανόνες σε μη διαμορφωθείσες καταστάσεις. Αφενός, από τις ιδιαιτερότητες των ρυθμιζόμενων ζητημάτων μπορεί να προκύπτει ότι οι νέοι κανόνες —ιδίως όταν πρόκειται για περίπλοκη νέα διαδικασία ή θεμελιώδη μεταβολή καθεστώτος— πρέπει να εφαρμοσθούν σε καταστάσεις γεννηθείσες μετά την έναρξη ισχύος τους ή μετά από ορισμένη ημερομηνία ( 22 ). Αφετέρου, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ενδέχεται να επιβάλλει, κατά περίπτωση, την εφαρμογή των προγενέστερων κανόνων σε συγκεκριμένες καταστάσεις που έχουν την αφετηρία τους στο παρελθόν ( 23 ).
Β — Η εφαρμογή των αρχών στην προκειμένη περίπτωση
34.
Η οδηγία 2003/55 αντικαταστάθηκε στις 3 Μαρτίου 2011 από την οδηγία 2009/73, δηλαδή λίγες ημέρες μετά την έναρξη ελέγχου της τσεχικής αδείας παρεκκλίσεως από την Επιτροπή στην προκειμένη υπόθεση.
35.
Είναι δεδομένο ότι οι ουσιαστικού δικαίου απαιτήσεις που αφορούν την άδεια παρεκκλίσεως εκ μέρους των εθνικών αρχών, καθώς και τον έλεγχο της εν λόγω αδείας από την Επιτροπή με βάση το άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55 και το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 δεν διαφέρουν επί της ουσίας, παρουσιάζοντας ελάχιστες, ασήμαντες διαφοροποιήσεις στη διατύπωση. Αμφίβολο είναι μόνον αν η Επιτροπή έπρεπε να εφαρμόσει τις διαδικαστικές διατάξεις της προγενέστερης ή της νεότερης οδηγίας κατά τον έλεγχο της επίμαχης, εν προκειμένω, τσεχικής αδείας παρεκκλίσεως. Τούτο έχει σημασία ιδίως όσον αφορά την εξουσία λήψεως αποφάσεως και τις σχετικές προθεσμίες που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή.
36.
Συναφώς, αντιθέτως προς την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ( 24 ), δεν τίθεται τόσο ζήτημα αναδρομικότητας των νέων διαδικαστικών κανόνων όσο ζήτημα διατηρήσεως της ισχύος των προγενέστερων. Επιβάλλεται να διευκρινισθεί αν διοικητική διαδικασία η οποία κινήθηκε από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 22 της οδηγίας 2003/55 όφειλε και να περατωθεί σύμφωνα με την ίδια διάταξη, μολονότι κατά τον χρόνο λήψεως της επίδικης αποφάσεως η οδηγία 2003/55 είχε ήδη καταργηθεί και ίσχυε πλέον η οδηγία 2009/73.
37.
Η προαναφερθείσα αρχή ( 25 ), κατά την οποία οι νέοι διαδικαστικοί κανόνες εφαρμόζονται εν γένει αμέσως επί όλων των διαδικασιών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους, παρέχει αναμφιβόλως έρεισμα στη θέση της Επιτροπής ότι η επίδικη απόφασή της έπρεπε να εκδοθεί με βάση τις νέες διαδικαστικές διατάξεις.
38.
Η αντίθετη προσέγγιση —που επιβεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση— της MGS και της Τσεχικής Δημοκρατίας, ήτοι ότι στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθούν οι προγενέστερες διαδικαστικές διατάξεις, δύναται να υπερισχύσει μόνον εάν η διατήρηση της ισχύος της οδηγίας 2003/55 καθίστατο αναγκαία είτε λόγω των ιδιαιτεροτήτων των ρυθμιζόμενων ζητημάτων (βλ., σχετικά, ακολούθως, ενότητα 1) είτε για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ., σχετικά, κατωτέρω, ενότητα 2).
39.
Ειδάλλως, πρέπει να τηρηθεί η αρχή ότι απόφαση της Επιτροπής δεν δύναται να στηριχθεί σε νομική βάση μη ισχύουσα κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής ( 26 ).
1. Η απουσία ιδιαιτεροτήτων των ρυθμιζόμενων ζητημάτων που θα δικαιολογούσαν την εξαίρεση από την αρχή της άμεσης εφαρμογής νέων διαδικαστικών κανόνων
40.
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε κατά μείζονα λόγο στις ιδιαιτερότητες των ρυθμιζόμενων ζητημάτων, προκειμένου να αιτιολογήσει ότι στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθεί το άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55 και όχι το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73. Για τον λόγο αυτόν, θα διερευνήσω εν συνεχεία αν υφίστανται όντως τέτοιες ιδιαιτερότητες στην προκειμένη διαδικασία. Συναφώς, θα μελετήσω κατ’ αρχάς την «εξαίρεση-Salumi» στην οποία παραπέμπει το Γενικό Δικαστήριο (βλ., ακολούθως, ενότητα α), πριν εξετάσω την άποψη της MGS περί μεταβατικού καθεστώτος με πρόβλεψη συγκεκριμένης ημερομηνίας (βλ., κατωτέρω, ενότητα β) και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που επικαλείται η Τσεχική Κυβέρνηση (βλ., κατωτέρω, ενότητα γ).
Η «εξαίρεση-Salumi»: συνιστούν οι διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις της τρίτης οδηγίας για το φυσικό αέριο ένα αδιαίρετο σύνολο;
41.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στην απόφαση Salumi ( 27 ) και επισήμανε ότι οι τροποποιήσεις διαδικαστικής και ουσιαστικής φύσεως που εισήγαγε το άρθρο 36 της τρίτης οδηγίας για το φυσικό αέριο αποτελούσαν «ένα αδιαίρετο σύνολο» με αποτέλεσμα «να μην μπορεί να τους προσδοθεί αναδρομικό αποτέλεσμα» στη συγκεκριμένη περίπτωση ( 28 ).
42.
Με την εκτίμηση αυτή το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο για δύο λόγους.
43.
Αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 36 της οδηγίας 2009/73 στο πλαίσιο εκκρεμούς διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, όπως η εξεταζόμενη που αφορά τον έλεγχο της τσεχικής αδείας παρεκκλίσεως, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί πραγματικού «αναδρομικού αποτελέσματος» ( 29 ). Αντιθέτως, επρόκειτο απλώς για την άμεση εφαρμογή νέων κανόνων επί εκκρεμούς διαδικασίας η οποία είχε κινηθεί κατά το προγενέστερο δίκαιο, δηλαδή θα μπορούσε το πολύ να γίνει λόγος για «μη γνήσια αναδρομικότητα».
44.
Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως Salumi. Συγκεκριμένα, σε καμία περίπτωση δεν απορρέει από την απόφαση αυτή ότι νέα ρύθμιση πρέπει να παραμένει πάντοτε ανεφάρμοστη, όταν τίθεται σε ισχύ κατά τον χρόνο που εξελίσσεται διοικητική διαδικασία και οι διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις που περιέχει αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο.
45.
Στην πραγματικότητα, η εξαίρεση από την άμεση εφαρμογή νέων κανόνων δικαίου που αναγνωρίζεται στην απόφαση Salumi έχει πολύ στενότερη έννοια. Αφορούσε την ιδιαίτερη περίπτωση θεμελιώδους μεταβολής καθεστώτος, στο πλαίσιο της οποίας διάσπαρτες εθνικές ρυθμίσεις αντικαταστάθηκαν από ενιαία κοινοτική ρύθμιση και οι νέες διατάξεις διαδικαστικής και ουσιαστικής φύσεως που περιλαμβάνονταν στην κοινοτική ρύθμιση αποτελούσαν ένα αδιαίρετο σύνολο —«συνολική ρύθμιση»— και δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη μεμονωμένα όσον αφορά την κατά χρόνο εφαρμογή τους ( 30 ).
46.
Η μετάβαση από τη δεύτερη στην τρίτη οδηγία για το φυσικό αέριο δεν συνδεόταν με τέτοια θεμελιώδη μεταβολή καθεστώτος. Απεναντίας, η οδηγία 2009/73 αποτελεί την εξέλιξη υφιστάμενου καθεστώτος κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη ότι η εξαίρεση-Salumi δεν ισχύει σε περίπτωση η οποία συνίσταται στην υιοθέτηση υφιστάμενης ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης από νέα πράξη της Ένωσης με την προσθήκη ορισμένων τροποποιήσεων ( 31 ).
47.
Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 τροποποίησε μόνο σε ορισμένα σημεία τη διαδικασία που πρέπει να τηρεί η Επιτροπή, ενώ το περιεχόμενο των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου διατηρήθηκε ίδιο σε σύγκριση με το άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55. Το στοιχείο αυτό, επίσης, συνηγορεί κατά της παραδοχής περί ενδεχόμενης θεμελιώδους μεταβολής καθεστώτος, όπως στην περίπτωση της υποθέσεως Salumi.
48.
Κατά τα λοιπά, το γεγονός και μόνον ότι οι διαδικαστικές διατάξεις τροποποιήθηκαν —ενδεχομένως μάλιστα σημαντικά— σε ορισμένα σημεία ουδόλως σημαίνει ότι οι διαδικαστικές και ουσιαστικού δικαίου διατάξεις στο άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένες, ώστε να συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο κατά την έννοια της αποφάσεως Salumi.
49.
Εν τέλει, το Γενικό Δικαστήριο προβάλλει απλώς τον αδιαίρετο αυτόν χαρακτήρα των διαδικαστικών κανόνων και των κανόνων ουσιαστικού δικαίου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χωρίς να επισημαίνει συγκεκριμένα στοιχεία προς στήριξη αυτής της εκτιμήσεως. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο αντιπαρέρχεται το ζήτημα εστιάζοντας σε ορισμένες τροποποιήσεις της διαδικασίας ( 32 ), οι οποίες αναμφιβόλως επήλθαν με την οδηγία 2009/73 και μπορεί να έχουν ορισμένη σημασία, αλλά δεν είναι κρίσιμες εν προκειμένω ( 33 ).
50.
Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε εσφαλμένως στην «εξαίρεση-Salumi» για να αιτιολογήσει ότι το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί και αντί αυτού έπρεπε να εξακολουθήσει να ισχύει το άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55.
Η απουσία μεταβατικού καθεστώτος με πρόβλεψη συγκεκριμένης ημερομηνίας σε συνάρτηση με την κίνηση της διαδικασίας
51.
Η οδηγία 2009/73 δεν προβλέπει κανένα μεταβατικό καθεστώς για εκκρεμείς διοικητικές διαδικασίες. Ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι προβλέπεται συγκεκριμένη ημερομηνία για τη μετάβαση από την οδηγία 2003/55 στην οδηγία 2009/73 και ότι για όλες τις διαδικασίες που κινήθηκαν πριν από τις 3 Μαρτίου 2011 θα έπρεπε να εφαρμόζεται μόνον το προγενέστερο νομικό καθεστώς.
52.
Επίσης, δεν υφίσταται καμία γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης κατά την οποία μια υπόθεση πρέπει να κρίνεται πάντοτε με βάση τους διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν κατά τον χρόνο κινήσεώς της. Αντιθέτως, όπως επισημάνθηκε ήδη, οι νέες διαδικαστικές διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται κατά κανόνα αμέσως, ακόμη και επί εκκρεμών διαδικασιών ( 34 ). Τούτο έπραξε, παραδείγματος χάρη, και το ίδιο το Δικαστήριο μετά την έναρξη ισχύος ορισμένων δικονομικών τροποποιήσεων ( 35 ).
53.
Ασφαλώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, σε σχέση με τους κανόνες δικαίου της Ένωσης που διέπουν την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ότι αυτοί πρέπει να εφαρμόζονται μόνον όσον αφορά σχέδια για τα οποία υποβλήθηκε επίσημη αίτηση μετά την παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς της σχετικής οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη του εκάστοτε κράτους μέλους ( 36 ).
54.
Ωστόσο, αυτό το μεταβατικό καθεστώς με πρόβλεψη συγκεκριμένης ημερομηνίας έγινε δεκτό μόνον ως προς το ουσιαστικού δικαίου ζήτημα αν υφίσταται υποχρέωση διενέργειας εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων για τα σχέδια. Αντιθέτως, αποσπασματικές τροποποιήσεις των προϋποθέσεων που ορίζει το δίκαιο της Ένωσης για τη διαδικασία της εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων πρέπει να εφαρμόζονται αμέσως ακόμη και σε διαδικασίες εν εξελίξει ( 37 ).
55.
Εξάλλου, το εν λόγω μεταβατικό καθεστώς για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων οφείλεται κυρίως στην ιδιαίτερη περιπλοκότητα των σχετικών διαδικασιών ( 38 ). Για τον λόγο αυτόν, μάλιστα, δεν δύναται να εφαρμοσθεί άνευ ετέρου σε άλλα ζητήματα τα οποία δεν είναι τόσο περίπλοκα.
56.
Εάν αυτή η προσέγγιση μεταφερθεί στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 δεν επέφερε θεμελιώδη μεταβολή καθεστώτος, αλλά μόνον αποσπασματικές τροποποιήσεις στους διαδικαστικούς κανόνες που οφείλει να εφαρμόζει η Επιτροπή. Οι τροποποιήσεις αυτές δεν είχαν ως αποτέλεσμα, παραδείγματος χάρη, την επιπρόσθετη επιβάρυνση ή επιβράδυνση της διαδικασίας ελέγχου των αδειών παρεκκλίσεως που χορηγούν οι εθνικές αρχές, αλλά τον εξορθολογισμό της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν υποχρεούται πλέον, πριν λάβει απόφαση περατώσεως της διαδικασίας, να ζητήσει ατύπως από το κράτος μέλος να τροποποιήσει ή να αποσύρει την άδεια παρεκκλίσεως (όπως όριζε το άρθρο 22, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/55). Το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 δεν προβλέπει τούτο το ενδιάμεσο στάδιο και κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβάλλει στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας.
57.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η άμεση εφαρμογή του άρθρου 36 της οδηγίας 2009/73 στην επίμαχη, εν προκειμένω, διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής θα ήταν σκόπιμη ακόμη και αν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοζόταν αναλόγως η νομολογία σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
58.
Δεν συμμερίζομαι την ανησυχία της Τσεχικής Κυβερνήσεως κατά την οποία η διοικητική διαδικασία ομοιάζει με αμαξοστοιχία που θα κινδύνευε να εκτροχιασθεί εάν στη μέση της διαδρομής μεταβαλλόταν η νομική βάση από το άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55 στο άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εφαρμόζοντας αμέσως τους νέους διαδικαστικούς κανόνες εξασφάλισε ότι η αμαξοστοιχία θα φθάσει στον προγραμματισμένο προορισμό της, παρά τις ελαφρές τροποποιήσεις του δρομολογίου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Αντιθέτως η διατήρηση της πορείας επί της διαδρομής που προβλέπει η οδηγία 2003/55 φρονώ ότι θα οδηγούσε σε αδιέξοδο.
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως
59.
Περαιτέρω, η Τσεχική Κυβέρνηση επικαλείται τις «αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης». Υποστηρίζει ότι θα υφίστατο αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση, εάν απέκειτο στην Επιτροπή να επιλέξει τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου και αν —σε περίπτωση ταυτόχρονης κινήσεως διοικητικών διαδικασιών— ήταν κρίσιμο μόνον το χρονικό σημείο που το εν λόγω όργανο θα λάμβανε την απόφασή του.
60.
Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει επίσης να απορριφθεί.
61.
Δεν απόκειται στην Επιτροπή να επιλέξει σε ποιο χρονικό σημείο θα κρίνει αν εθνική άδεια παρεκκλίσεως συνάδει με τους κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου. Τουναντίον, βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως (βλ. επίσης άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων), η Επιτροπή οφείλει να επεξεργάζεται κάθε περίπτωση με επιμέλεια, αμεροληψία και ταχύτητα.
62.
Καθαυτό το γεγονός ότι η Επιτροπή έκρινε τη συμβατότητα συγκεκριμένων εθνικών αδειών παρεκκλίσεως πριν από τις 3 Μαρτίου 2011, ήτοι σύμφωνα με το προγενέστερο νομικό καθεστώς, ενώ αποφάνθηκε για ορισμένες άλλες εθνικές άδειες παρεκκλίσεως μετά την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι κατ’ εφαρμογή των νέων κανόνων, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ή των γενικών θεωρήσεων περί δικαιοσύνης. Αντιθέτως, υφίσταται αντικειμενικό κριτήριο διακρίσεως, καθόσον ο νομοθέτης της Ένωσης ορίζει την 3η Μαρτίου 2011 ως χρονικό σημείο ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 2009/73.
63.
Μόνον εάν αποδεικνυόταν ότι η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία συγκεκριμένων διαδικασιών ελέγχου εθνικών αδειών παρεκκλίσεως, εν μέρει καθυστέρησε και εν μέρει επίσπευσε αυθαίρετα τη λήψη αποφάσεων περατώσεως της διαδικασίας, προκειμένου να εκδώσει ορισμένες από αυτές πριν και ορισμένες άλλες μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2009/73, θα μπορούσε να γίνει λόγος περί παραβιάσεως των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και περί καταχρήσεως εξουσίας ( 39 ). Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι τούτο ισχύει στην προκειμένη υπόθεση. Απεναντίας, από τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία είχε διάρκεια μόλις λίγων ημερών, όταν μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς, την 3η Μαρτίου 2011, με την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2009/73.
2. Η απουσία λόγων προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως προς τη διατήρηση ισχύος των προγενέστερων κανόνων
64.
Τέλος, πρέπει να εξετασθεί αν στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλεται η διατήρηση ισχύος της οδηγίας 2003/55 για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
65.
Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, τέτοιους λόγους προέβαλαν ιδίως η MGS και η Τσεχική Κυβέρνηση.
66.
Βεβαίως, η επιχειρηματολογία τους στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι μετά την έκδοση της αδείας παρεκκλίσεως από τις τσεχικές αρχές είχε διαμορφωθεί κατάσταση η οποία δεν μπορούσε πλέον να αμφισβητηθεί κατ’ εφαρμογή μεταγενέστερων νέων κανόνων δικαίου όπως το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73.
67.
Εντούτοις, όπως έχει κρίνει ήδη το Δικαστήριο, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να παρακωλύει, κατά γενικό τρόπο, την εφαρμογή του νέου κανόνα στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που γεννήθηκαν υπό το κράτος του προγενέστερου κανόνα ( 40 ).
68.
Τούτο ισχύει ιδίως σε διαδικαστικό πλαίσιο όπως το επίμαχο, εν προκειμένω. Πράγματι, η διαδικασία χορηγήσεως παρεκκλίσεων από τους κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου με βάση το άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55, καθώς και με βάση τη μεταγενέστερη ρύθμιση του άρθρου 36 της οδηγίας 2009/73, συνιστά ενιαία διαδικασία ακόμα και αν αποτελείται από δύο στάδια εκ των οποίων το ένα διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο και το άλλο σε επίπεδο Ένωσης.
69.
Ασφαλώς, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έλαβε ως δεδομένη την ύπαρξη τέτοιας ενιαίας διαδικασίας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( 41 ), αλλά δεν άντλησε, συναφώς, τα αναγκαία συμπεράσματα για τη διαφορά που εκκρεμούσε ενώπιόν του.
70.
Ορθότερα, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη την ύπαρξη ενιαίας —αποτελούμενης από δύο στάδια— διαδικασίας και να συναγάγει το συμπέρασμα ότι άδεια παρεκκλίσεως που εκδόθηκε από τις εθνικές αρχές ουδέποτε δύναται αφ’ εαυτής να διαμορφώσει οριστικώς οποιεσδήποτε έννομες καταστάσεις ( 42 ). Πράγματι, αφενός, με την έκδοση της τσεχικής αδείας παρεκκλίσεως περατώθηκε μόνον το πρώτο εκ των δύο σταδίων της ενιαίας διοικητικής διαδικασίας. Αφετέρου, η διαδικασία χορηγήσεως παρεκκλίσεων δυνάμει των οδηγιών 2003/55 και 2009/73, εν αντιθέσει προς άλλα είδη διαδικασιών —όπως η διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που προβάλλει η MGS ( 43 )—, στηρίζεται ακριβώς στη δυνατότητα να ανατραπεί στο δεύτερο στάδιο η απόφαση που είχε ληφθεί στο πρώτο στάδιο.
71.
Η άδεια παρεκκλίσεως που χορηγεί εθνική αρχή μπορεί να είναι προσωρινώς εφαρμοστέα έως ότου αποφανθεί η Επιτροπή επί της συμβατότητάς της με τους κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου. Ωστόσο, μέχρι την έκδοση αποφάσεως περατώσεως της διαδικασίας από την Επιτροπή κανένας δεν δικαιούται προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε σχέση με τις παρεκκλίσεις που χορήγησε η εθνική αρχή ( 44 ).
72.
Ασφαλώς, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως τονίζει η MGS, η Επιτροπή ενδέχεται να μη ζητήσει καμία τροποποίηση ή ανάκληση της αδείας παρεκκλίσεως από την εθνική αρχή. Τούτο όμως είναι απλώς ένα ενδεχόμενο στο οποίο δεν δύναται να στηριχθεί επ’ ουδενί η εμπιστοσύνη των οικείων επιχειρήσεων. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν να υπολογίσουν ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τροποποίηση ή ακόμη και ανάκληση της σχετικής αδείας παρεκκλίσεως και μάλιστα τόσο βάσει της οδηγίας 2003/55 όσο και βάσει της οδηγίας 2009/73.
73.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν υφίστανται επιτακτικοί λόγοι προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης οι οποίοι θα απέκλειαν την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 2009/73 στην προκειμένη περίπτωση.
Γ — Σύνοψη
74.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, λοιπόν, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως υπόψη τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τη διαχρονική εφαρμογή των κανόνων δικαίου. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο που έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεσή της (άρθρο 61, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου).
Δ — Συμπληρωματική σημείωση επί των προθεσμιών
75.
Στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η MGS προέβαλε το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί κατά τον τρόπο που το έπραξε στην επίδικη απόφαση, διότι είχε παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία που είχε στη διάθεσή της.
76.
Το επιχείρημα τούτο στηρίζεται στην παραδοχή ότι για την προκειμένη διαδικασία θα έπρεπε να ισχύει το προγενέστερο νομικό καθεστώς που προβλέπει η οδηγία 2003/55. Εντούτοις, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η λήψη αποφάσεως στην προκειμένη περίπτωση διέπεται από το νέο νομικό καθεστώς που θεσπίζει η οδηγία 2009/73 και δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η Επιτροπή έχει τηρήσει τις προθεσμίες αυτού του καθεστώτος. Επομένως, το επιχείρημα της MGS ότι η επίδικη απόφαση είχε εκδοθεί εκπροθέσμως είναι άστοχο.
77.
Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση εξακολουθεί να ισχύει το προγενέστερο νομικό καθεστώς της οδηγίας 2003/55, ουδόλως θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή είχε απολέσει την εξουσία λήψεως αποφάσεως λόγω παρελεύσεως της σχετικής προθεσμίας. Βεβαίως, στο δίκαιο της Ένωσης υφίστανται πράγματι περιπτώσεις στις οποίες η σιωπή της Επιτροπής σε συνδυασμό με την παρέλευση ορισμένης προθεσμίας εκλαμβάνεται ως έγκριση, αποκλείοντας το δικαίωμα περαιτέρω παρεμβάσεως της Επιτροπής ( 45 ). Τέτοιες περιπτώσεις όμως είναι σπάνιες και στηρίζονται κατά κανόνα σε ρητή πρόβλεψη του νομοθέτη της Ένωσης ( 46 ), η οποία δεν υφίσταται ούτε στην οδηγία 2003/55 ούτε στην οδηγία 2009/73.
78.
Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, δεν ισχύει κατ’ ανάγκη η «αρχή της γκιλοτίνας» βάσει της οποίας η Επιτροπή στερείται της εξουσίας εκδόσεως αποφάσεως μόλις παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία ( 47 ). Ωστόσο, εάν δεν συντρέχει σοβαρός λόγος, η υπέρβαση της προθεσμίας από την Επιτροπή, στο πλαίσιο του άρθρου 22 της οδηγίας 2003/55 ή του άρθρου 36 της οδηγίας 2009/73, θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 340, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
VI – Η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και η αναπομπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
79.
Εάν το δικαστήριο αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, δύναται το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση (άρθρο 61, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του Οργανισμού του Δικαστηρίου).
80.
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διαφορά είναι μόνον εν μέρει ώριμη προς εκδίκαση.
81.
Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη, καθόσον δέχθηκε ότι στην προκειμένη υπόθεση μπορεί να εφαρμοσθεί η οδηγία 2003/55. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή ορθώς στήριξε την επίδικη απόφαση στην οδηγία 2009/73. Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που είχε προβάλει η MGS προς στήριξη της προσφυγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς τούτο, το Δικαστήριο δύναται να κρίνει οριστικά τη διαφορά.
82.
Αντιθέτως, όσον αφορά τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που είχε προβάλει, επιπροσθέτως, η MGS για να στηρίξει την προσφυγή της, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη στην εξέτασή τους στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ασφαλώς, τα υπομνήματα των διαδίκων στον πρώτο βαθμό περιείχαν σχετικές παρατηρήσεις. Εντούτοις, αμφιβάλλω αν το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει επαρκείς πληροφορίες από αυτά τα υπομνήματα, προκειμένου να αποφανθεί οριστικώς επί της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
83.
Υπό τις συνθήκες αυτές είναι προφανώς σκόπιμη η αναπομπή της υποθέσεως στο Γενικό Δικαστήριο, ώστε αυτό να κρίνει τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που είχε προβάλει η MGS (άρθρο 61, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του Οργανισμού του Δικαστηρίου).
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
84.
Όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο —όπως πρότεινα στην προκειμένη περίπτωση—, επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα (εξ αντιδιαστολής ερμηνεία του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας).
VIII – Πρόταση
85.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Globula κατά Επιτροπής (T‑465/11, EU:T:2013:406).
2)
Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου να κριθεί ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της προσφυγής ακυρώσεως της αποφάσεως C(2011) 4509 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 27ης Ιουνίου 2011.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Οδηγία 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (ΕΕ L 176, σ. 57).
( 3 ) Οδηγία 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ (ΕΕ L 211, σ. 94).
( 4 ) Απόφαση Globula κατά Επιτροπής (T‑465/11, EU:T:2013:406), στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.
( 5 ) Βλ., σχετικά, άρθρα 53 και 54, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/73.
( 6 ) Άρθρα 18 και 19 της οδηγίας 2003/55 και άρθρα 32 και 33 της οδηγίας 2009/73.
( 7 ) Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/55 και άρθρο 33, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2009/73.
( 8 ) Άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 και άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/73. Η διαφορετική διατύπωση των δύο διατάξεων στο γερμανικό κείμενο, ήτοι «große neue Erdgasinfrastrukturen» (άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/73) και «größere neue Erdgasinfrastrukturen» (άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55), δεν υφίσταται σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις, ιδίως στο γαλλικό και στο αγγλικό κείμενο.
( 9 ) Άρθρο 22, παράγραφος 4, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/55 και άρθρο 36, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/73.
( 10 ) Άρθρο 22, παράγραφος 4, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/55 και άρθρο 36, παράγραφος 9, της οδηγίας 2009/73.
( 11 ) Η εταιρία Globula a.s., όπως προέβαλε η ίδια, μετονομάστηκε σε Moravia Gas Storage a.s. (MGS) από την 5η Αυγούστου 2013. Εις το εξής, χάριν ευκολίας, θα γίνεται λόγος εν γένει για την MGS.
( 12 ) Στο εξής: Υπουργείο.
( 13 ) Κατά τον χρόνο εκείνο, η MGS είχε ακόμη την επωνυμία Globula.
( 14 ) Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η MGS προέβαλε παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, προέβαλε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
( 15 ) Σκέψεις 24 έως 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 16 ) Σκέψη 36 σε συνδυασμό με τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 17 ) Η πρώτη εκ των δύο διατάξεων ορίζει τις νομικές πράξεις της Ένωσης τις οποίες θεσπίζουν τα θεσμικά όργανα για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και περιγράφει, μεταξύ άλλων, τι συνιστά οδηγία. Η δεύτερη περιλαμβάνει επιμέρους διατάξεις που διέπουν την έκδοση, τη δημοσίευση και την έναρξη ισχύος νομοθετικών πράξεων.
( 18 ) Αποφάσεις Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (212/80 έως 217/80, EU:C:1981:270, σκέψη 9), Pokrzeptowicz-Meyer (C‑162/00, EU:C:2002:57, σκέψη 49), Molenbergnatie (C‑201/04, EU:C:2006:136, σκέψη 31) και Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 45)· βλ. επίσης προτάσεις μου στην υπόθεση Gruber (C‑570/13, EU:C:2014:2374, σημείο 17).
( 19 ) Αποφάσεις Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (212/80 έως 217/80, EU:C:1981:270, σκέψη 9), Pokrzeptowicz-Meyer (C‑162/00, EU:C:2002:57, σκέψη 49), Molenbergnatie (C‑201/04, EU:C:2006:136, σκέψη 31), και Kuso (C‑614/11, EU:C:2013:544, σκέψη 24).
( 20 ) Αποφάσεις Brock (68/69, EU:C:1970:24, σκέψη 6), Licata κατά WSA (270/84, EU:C:1986:304, σκέψη 31), Pokrzeptowicz-Meyer (C‑162/00, EU:C:2002:57, σκέψη 50), Monsanto Technology (C‑428/08, EU:C:2010:402, σκέψη 66), και Kuso (C‑614/11, EU:C:2013:544, σκέψη 25).
( 21 ) Απόφαση Gemeinde Altrip κ.λπ. (C‑72/12, EU:C:2013:712, σκέψη 22).
( 22 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (212/80 έως 217/80, EU:C:1981:270, σκέψεις 11 και 12), και Gemeinde Altrip κ.λπ. (C‑72/12, EU:C:2013:712, σκέψεις 25 και 26).
( 23 ) Συναφώς, αποφάσεις Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (212/80 έως 217/80, EU:C:1981:270, σκέψεις 10 και 14), Pokrzeptowicz-Meyer (C‑162/00, EU:C:2002:57, σκέψη 49), και Kuso (C‑614/11, EU:C:2013:544, σκέψη 24).
( 24 ) Η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου περιέχεται ιδίως στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 25 ) Βλ. ανωτέρω, σημείο 28 των παρουσών προτάσεων.
( 26 ) Διάταξη Cantiere navale De Poli κατά Επιτροπής (C‑167/11 P, EU:C:2012:164, σκέψη 53)· βλ. επίσης αποφάσεις ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ. (C‑201/09 P και C‑216/09 P, EU:C:2011:190, σκέψη 75), και ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 88).
( 27 ) Απόφαση Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (212/80 έως 217/80, EU:C:1981:270).
( 28 ) Σκέψη 36 σε συνδυασμό με τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 29 ) Βλ. σχετικά, εκ νέου ανωτέρω, σημείο 36 των παρουσών προτάσεων.
( 30 ) Αποφάσεις Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (212/80 έως 217/80, EU:C:1981:270, σκέψεις 11 και 12), και Molenbergnatie (C‑201/04, EU:C:2006:136, σκέψη 32).
( 31 ) Απόφαση Molenbergnatie (C‑201/04, EU:C:2006:136, ιδίως σκέψη 33).
( 32 ) Βλ., σχετικά, σκέψεις 28 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 33 ) Τούτο καθίσταται πρόδηλο ιδίως στην περίπτωση των αρμοδιοτήτων του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER), για τον οποίο δεν γίνεται καν λόγος στην προκειμένη υπόθεση. Άλλωστε, όπως αναγνωρίζει και το Γενικό Δικαστήριο, η προκειμένη υπόθεση δεν αφορά εγκατάσταση εκτεινόμενη σε περισσότερες από μία επικράτειες κρατών μελών (βλ. σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
( 34 ) Βλ. ανωτέρω, σημείο 28 των παρουσών προτάσεων.
( 35 ) Σχετικά με την κατάργηση του περιορισμού του δικαιώματος των εθνικών δικαστηρίων για την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 68 ΕΚ, κατά τη διάρκεια εκκρεμούς διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, βλ. απόφαση Weryński (C‑283/09, EU:C:2011:85, σκέψεις 27 έως 32)· σχετικά με την εφαρμογή του Κανονισμού Διαδικασίας του 2012 επί υποθέσεων που εκκρεμούσαν πριν από την έναρξη ισχύος του, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C‑440/11 P, EU:C:2013:514, σκέψη 123).
( 36 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑431/92, EU:C:1995:260, σκέψεις 29 και 32), Gedeputeerde Staten van Noord-Holland (C‑81/96, EU:C:1998:305, σκέψη 23), Križan κ.λπ. (C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 94), και Gemeinde Altrip κ.λπ. (C‑72/12, EU:C:2013:712, σκέψη 25).
( 37 ) Συναφώς, απόφαση Gemeinde Altrip κ.λπ. (C‑72/12, EU:C:2013:712, σκέψεις 27 έως 30).
( 38 ) Αποφάσεις Gedeputeerde Staten van Noord-Holland (C‑81/96, EU:C:1998:305, σκέψη 24), Križan κ.λπ. (C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 95), και Gemeinde Altrip κ.λπ. (C‑72/12, EU:C:2013:712, σκέψη 26).
( 39 ) Συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Alrosa (C‑441/07 P, EU:C:2010:377, σκέψη 89).
( 40 ) Αποφάσεις Tomadini (84/78, EU:C:1979:129, σκέψη 21), Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen (C‑334/07 P, EU:C:2008:709, σκέψη 43), και Stadt Papenburg (C‑226/08, EU:C:2010:10, σκέψη 46).
( 41 ) Σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 42 ) Βλ., σχετικά, εκ νέου, την απόφαση Gemeinde Altrip κ.λπ. (C‑72/12, EU:C:2013:712, σκέψη 22).
( 43 ) Η MGS επικαλείται, συναφώς, την απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑337/98, EU:C:2000:543, σκέψεις 35 έως 42).
( 44 ) Ομοίως, αποφάσεις Centre d’exportation du livre français (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 66 και 67) και Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen (C‑334/07 P, EU:C:2008:709, σκέψη 53), που αφορούν παρόμοια ζητήματα στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων.
( 45 ) Για ορισμένα παραδείγματα ρυθμίσεων του δικαίου της Ένωσης όπου η σιωπή οργάνου εκλαμβάνεται ως έγκριση ή απόρριψη, βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Housieaux (C‑186/04, EU:C:2005:70, σημείο 35).
( 46 ) Σπάνια εξαιρετική περίπτωση, στην οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε την απώλεια της εξουσίας λήψεως αποφάσεως της Επιτροπής λόγω απλής υπερβάσεως προθεσμίας εκ μέρους της, αποτελούν τα ταμεία συνοχής (αποφάσεις Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑197/13 P, EU:C:2014:2157, σκέψη 103, και Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑429/13 P, EU:C:2014:2310, σκέψη 34). Τούτο ισχύει και ως προς τον έλεγχο των εθνικών σχεδίων κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου στο πλαίσιο της πολιτικής κλιματικής προστασίας της Ένωσης (απόφαση Επιτροπή κατά Λετονίας, C‑267/11 P, EU:C:2013:624, σκέψεις 46 και 58).
( 47 ) Παρεμπιπτόντως, επισημαίνεται ότι ούτε το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 περιλαμβάνει τέτοια ρύθμιση. Αντιθέτως, εξ αντιδιαστολής προς την παράγραφο 9, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω διατάξεως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας δεν πρέπει να επιφέρει απώλεια της εξουσίας λήψεως αποφάσεως της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy