ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 15ης Οκτωβρίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑689/13
Puligienica Facility Esco SpA (PFE)
κατά
Airgest SpA
[αίτηση του Consiglio di Giustizia amministrativa per la Regione siciliana (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Επανάληψη της προφορικής διαδικασίας — Άρθρο 267 ΣΛΕΕ — Έννοια του όρου “δικαστήριο” — Οργανωτικό κριτήριο — Λειτουργικό κριτήριο»
I – Εισαγωγή
1.
Οι ακόλουθες προτάσεις είναι οι δεύτερες που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της υποθέσεως PFE (C‑689/13, EU:C:2015:263). Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, αφενός, την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007 ( 3 ), και, αφετέρου, την ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, καθώς και των αρχών της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και της σύμφωνης με αυτό ερμηνείας των εθνικών κανόνων δικαίου.
2.
Με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2015, το Δικαστήριο αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον του πέμπτου τμήματος. Στις 11 Μαρτίου 2015, διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η Puligienica Facility Esco SpA (PFE), η Gestione Servizi Ambientali Srl, η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσαν τις παρατηρήσεις τους. Ανέπτυξα τις πρώτες προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής στις 23 Απριλίου 2015 ( 4 ). Στις 10 Ιουνίου 2015, όμως, στο πλαίσιο της διασκέψεώς του, το εν λόγω τμήμα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 60, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ζήτησε από το Δικαστήριο να παραπέμψει την υπόθεση σε μεγαλύτερο σχηματισμό και, ως εκ τούτου, αυτό την ανέθεσε στο τμήμα μείζονος συνθέσεως.
3.
Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο, με τη διάταξή του PFE (C‑689/13, EU:C:2015:521), διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και κάλεσε τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερόμενους να λάβουν θέση επί του ακολούθου ερωτήματος: «Η έννοια του “δικαστηρίου” κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και η υποχρέωση εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορούν, βάσει λειτουργικής ερμηνείας, το επιληφθέν διαφοράς τμήμα δικαστηρίου κράτους μέλους ή, βάσει οργανωτικής ερμηνείας, αποκλειστικά το δικαστήριο αυτό στο σύνολό του, στο οποίο ανήκει οργανικώς το ως άνω τμήμα;».
4.
Με τις παρούσες προτάσεις, θα επικεντρώσω, επομένως, την προσοχή μου μόνο σ’ αυτό το ερώτημα και θα περιορισθώ να υπενθυμίσω τα χρήσιμα για την εξέτασή του στοιχεία. Τονίζω, τέλος, ότι μόνον η Ιταλική, η Ολλανδική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή απάντησαν στο ερώτημα που έθεσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας. Μόνον η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ζήτησαν να αναπτύξουν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 15 Σεπτεμβρίου 2015.
II – Το νομικό πλαίσιο
5.
Με το νομοθετικό διάταγμα 104, της 2ας Ιουλίου 2010 (συμπλήρωμα GURI αριθ. 156, της 7ης Ιουλίου 2010), θεσπίστηκε ο κώδικας διοικητικής δικονομίας.
6.
Κατά το άρθρο 99, παράγραφος 3, του κώδικα αυτού, «[α]ν το τμήμα στο οποίο έχει ανατεθεί η εκδίκαση του ενδίκου μέσου κρίνει ότι διαφωνεί με νομική αρχή την οποία έχει διατυπώσει η ολομέλεια, παραπέμπει με αιτιολογημένη διάταξη την υπόθεση στην ολομέλεια».
7.
Το άρθρο 99, παράγραφος 4, του εν λόγω κώδικα διευκρινίζει ότι «[η] ολομέλεια αποφαίνεται επί του συνόλου της διαφοράς, εκτός εάν αποφασίσει να διατυπώσει κρίση ως προς την οικεία νομική αρχή και να αναπέμψει κατά τα λοιπά την υπόθεση προς κρίση στο παραπέμπον τμήμα».
III – Ανάλυση
Α — Υπενθύμιση της προτεινόμενης με τις πρώτες προτάσεις μου ερμηνείας
8.
Προκαταρκτικώς, παρατηρώ ότι η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και οι δύο άλλες κυβερνήσεις που απάντησαν στο ερώτημα που έθεσε το Δικαστήριο υποστηρίζουν τη λειτουργική ερμηνεία του όρου «δικαστήριο».
9.
Αυτή είναι και η άποψη που υποστήριξα, εμμέσως πλην σαφώς, με τις πρώτες προτάσεις μου. Στο τέλος της αναλύσεως του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, κατέληξα ότι «είναι αντίθετη προς το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διάταξη όπως εκείνη του άρθρου 99, παράγραφος 3, του κώδικα διοικητικής δικονομίας, ερμηνευόμενη υπό την έννοια ότι επιβάλλει στο τμήμα ενός δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο, όταν δεν δέχεται νομική αρχή που έχει διατυπωθεί από την ολομέλεια του ίδιου δικαστηρίου, να παραπέμψει σε αυτήν την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει προηγουμένως προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο» ( 5 ).
10.
Μολονότι δεν έκανα ρητή αναφορά στη δυνατότητα «λειτουργικής» ερμηνείας του όρου «δικαστήριο» κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εντούτοις μια τέτοια ερμηνεία εναρμονίζεται με την προταθείσα λύση. Στη λύση αυτή εμμένω εξάλλου με τις παρούσες συμπληρωματικές προτάσεις.
Β — Το Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana (Συμβούλιο της διοικητικής δικαιοσύνης της Περιφέρειας της Σικελίας) και η επίδραση του άρθρου 99, παράγραφος 3, του κώδικα διοικητικής δικονομίας επί του απρόσβλητου των αποφάσεών του
11.
Δεδομένου ότι συγκροτείται από δύο τμήματα που αποτελούν αποκεντρωμένα τμήματα του Consiglio di Stato (ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας) ( 6 ), φρονώ ότι ο δικαιοδοτικός χαρακτήρας του Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω. Πράγματι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κώδικα διοικητικής δικονομίας, «[το] Consiglio di Stato είναι το διοικητικό δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό».
12.
Η Ιταλική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Σεπτεμβρίου 2015, ότι, αφενός, οι αποφάσεις που εκδίδει το Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε ένδικο μέσο και ότι, αφετέρου, κατά της μη εφαρμογής του άρθρου 99, παράγραφος 3, του κώδικα διοικητικής δικονομίας δεν χωρεί ένδικο μέσο ούτε μπορεί να επιβληθεί κύρωση ( 7 ).
13.
Όπως επισήμανα ήδη με τις πρώτες προτάσεις μου, το Corte suprema di cassazione (ιταλικό Ακυρωτικό) έκρινε, με την απόφαση 2403 της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σε κοινή συνεδρίαση των τμημάτων, ότι, «κατά το ιταλικό σύστημα διοικητικής δικονομίας, το Consiglio di Stato, τα τμήματα και η ολομέλειά του, αδιακρίτως, αποφαίνονται ως δικαστήριο τελευταίου βαθμού κατά την έννοια του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ» ( 8 ).
14.
Η δυνατότητα του δικαστηρίου αυτού να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο δεν είναι εξάλλου κάτι που εκπλήσσει, διότι το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει σε αρκετές αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που του υπέβαλε το Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana ( 9 ).
15.
Επομένως, αν γινόταν δεκτή η εφαρμογή του οργανωτικού κριτηρίου ως προς το προαναφερθέν δικαστήριο, το αποτέλεσμα θα ήταν να μπορεί ένα δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να χάνει την ιδιότητα αυτή λόγω ορισμένου κανόνα που αφορά ειδικά την οργάνωση των δικαστηρίων κράτους μέλους.
Γ — Η επίπτωση της υποχρεώσεως του τμήματος ενός δικαστηρίου να παραπέμπει μια εκδικαζόμενη από αυτό υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση
16.
Από παγιωμένη πλέον νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αντιβαίνει στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ η νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους που καθιερώνει παρεμπίπτουσα διαδικασία ελέγχου της συνταγματικότητας των εθνικών νόμων, αν η κατά προτεραιότητα εφαρμογή της διαδικασίας αυτής έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται το εθνικό δικαστήριο να ασκεί την ευχέρειά του ή να εκπληρώνει την υποχρέωσή του να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, τόσο πριν από την παραπομπή του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας στο εθνικό δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων όσο και μετά την έκδοση, ενδεχομένως, αποφάσεως από το δικαστήριο αυτό επ’ αυτού του ζητήματος ( 10 ). Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο ορισμένης διαφοράς δικαστήριο πρέπει πάντοτε να είναι σε θέση, σε δεδομένο χρονικό σημείο, να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα.
17.
Στην υπόθεση που μας απασχολεί, το άρθρο 99, παράγραφος 3, του κώδικα διοικητικής δικονομίας επιβάλλει την παραπομπή όχι σε άλλο δικαστήριο, αλλά στο ίδιο δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση. Κατά τη γνώμη μου, σημασία δεν έχει η ως άνω ειδοποιός διαφορά, αλλά το γεγονός ότι, αν το Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana (ή κάθε άλλο τμήμα του Consiglio di Stato) αποφασίσει, βάσει του άρθρου 99, παράγραφος 3, του κώδικα διοικητικής δικονομίας, να παραπέμψει την υπόθεση στην ολομέλεια, παύει πλέον να επιλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, της διαφοράς και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί πλέον να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, είτε συγχρόνως είτε μεταγενεστέρως ( 11 ).
18.
Πάντως, το άρθρο 99, παράγραφος 3, του κώδικα διοικητικής δικονομίας ουδόλως φαίνεται να εμποδίζει ένα τμήμα του Consiglio di Stato, πριν αποφασίσει την παραπομπή της υποθέσεως στην ολομέλεια, να κάνει χρήση της προβλεπόμενης στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας ( 12 ). Σκόπιμο είναι να διευκρινιστεί ότι αυτή την ερμηνεία προτείνει και η Ιταλική Κυβέρνηση.
19.
Σε μια τέτοια περίπτωση, σ’ αυτό το τμήμα εναπόκειται να συναγάγει τις συνέπειες της αποφάσεως που θα εκδώσει το Δικαστήριο ή, κατά περίπτωση, να παραπέμψει, σε αυτό και μόνο το χρονικό σημείο, τη διαφορά στην ολομέλεια του Consiglio di Stato. Σ’ αυτή θα εναπόκειται τότε να εκδικάσει την υπόθεση συμφώνως προς την απόφαση του Δικαστηρίου ή να του υποβάλει νέο προδικαστικό ερώτημα.
20.
Επιπλέον, μια τέτοια ερμηνεία έχει το πλεονέκτημα ότι περιορίζει τον κίνδυνο μη εφαρμογής ή μη ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
21.
Θα ολοκληρώσω τις σχετικές με την παραπομπή παρατηρήσεις με έναν προβληματισμό που αποτελεί απόρροια της αποφάσεως ΣΥΦΑΙΤ κ.λπ. (C‑53/03, EU:C:2005:333). Με τις πρώτες προτάσεις μου, πρότεινα τον παραλληλισμό της εξεταζόμενης υποθέσεως με τη λύση που έγινε δεκτή με την απόφαση Parfums Christian Dior (C‑337/95, EU:C:1997:517) ( 13 ). Φρονώ ότι είναι ομοίως δυνατό να συναχθεί εξ αντιδιαστολής ένα πόρισμα από την απόφαση ΣΥΦΑΙΤ κ.λπ. (C‑53/03, EU:C:2005:333).
22.
Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο, με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] ( 14 ), η Επιτροπή μπορούσε να επιληφθεί υποθέσεως αντί της αρχικώς επιληφθείσας αρχής ανταγωνισμού. Στον τομέα του ανταγωνισμού, σε αντίθεση με ορισμένο κανόνα οργανώσεως των δικαστηρίων, όπως είναι αυτός περί του οποίου πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης, η αρχή που υποβάλλει το προδικαστικό ερώτημα δεν μπορεί να αποφασίσει κυριαρχικά ούτε για το αν ούτε για το πότε θα κρατήσει την υπόθεση για να κρίνει η ίδια επί της ουσίας. Αντιθέτως, εν προκειμένω, το τμήμα του Consiglio di Stato είναι αυτό που αποφασίζει, αφού υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, αν θα παραπέμψει την υπόθεση στην ολομέλεια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διατηρεί την ιδιότητά του ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, έως ότου αποφασίσει να παραπέμψει την υπόθεση.
23.
Καταλήγοντας, φρονώ ότι η έννοια «δικαστήριο» πρέπει να ερμηνεύεται με βάση το λειτουργικό κριτήριο και ότι, επομένως, η «ιδιότητα» αυτή δεν μπορεί να καταργείται λόγω της παραπομπής της εκδικαζόμενης υποθέσεως ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου με διαφορετική όμως σύνθεση, κατόπιν εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου.
Δ — Πρόσθετες σκέψεις
24.
Θα ήθελα να προσθέσω ότι λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του σκοπού της συνεργασίας ο οποίος διαπνέει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, της δυσχερούς εφαρμογής στην πράξη του οργανωτικού κριτηρίου, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τη με βάση το κριτήριο αυτό ερμηνεία του όρου «δικαστήριο» κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.
1. Η αρχή της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών
25.
Κατ’ αρχάς, φρονώ ότι η με βάση το οργανωτικό κριτήριο ερμηνεία του όρου «δικαστήριο» κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ θα ήταν αντίθετη προς το γεγονός ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ θεσπίζει, κατά πάγια νομολογία, «μια διαδικασία άμεσης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών» ( 15 ). Αυτή η ιδέα συνεργασίας ενισχύεται από την ομώνυμη σχετική αρχή. Πράγματι, όπως εύστοχα τόνισε ο γενικός εισαγγελέας P. Cruz Villalón, η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχει εφαρμογή και στα δικαστήρια, «περιλαμβανομένων των δύο δικαστηρίων που μετέχουν στη σημαντική αυτή διαδικασία» ( 16 ). Επομένως, κατανοώ το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, κάθε διάταξη σχετική με την οργάνωση των δικαστηρίων και της ενώπιόν τους διαδικασίας πρέπει να ερμηνεύεται όχι μόνο σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, αλλά και κατά τρόπο που να ευνοεί την πρόσβαση στον μηχανισμό της προδικαστικής παραπομπής που καθιερώνεται με αυτό ( 17 ).
26.
Κατά συνέπεια, όταν ένα δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα —όπως είναι, από απόψεως εθνικού ιταλικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο ( 18 ) — διατυπώνει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και την εφαρμογή του από άλλο δικαιοδοτικό όργανο της έννομης τάξεώς του, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, μάλιστα δε από την ολομέλειά του, θεωρώ προφανές ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να του παράσχει απάντηση.
27.
Όπως υποστήριξα με τις πρώτες προτάσεις μου, η μη αναγνώριση σε τμήμα δικαστηρίου, οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου, της δυνατότητας να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, για τον λόγο και μόνον ότι υποχρέωση προς υποβολή έχει μόνον η ολομέλεια του ίδιου δικαστηρίου, θα ήταν αντίθετη στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία ανέκαθεν αναγνώριζε «στα εθνικά δικαστήρια ευρύτατη δυνατότητα να απευθύνονται στο Δικαστήριο αν θεωρούν ότι υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν τους θέτει ζητήματα ερμηνείας ή κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, η διευθέτηση των οποίων είναι αναγκαία για τη λύση της διαφοράς που υποβλήθηκε στην κρίση τους» ( 19 ).
28.
Συντάσσομαι ως προς το σημείο αυτό με την άποψη της Πολωνικής Κυβερνήσεως, ότι κάθε κενό στο ως άνω σύστημα συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου μπορεί να διακυβεύσει αυτή την ίδια την αποτελεσματικότητα των διατάξεων της Συνθήκης και του παραγώγου δικαίου, ως προς το οποίο το εθνικό δικαστήριο έχει αμφιβολίες ( 20 ).
29.
Πράγματι, η με βάση το οργανωτικό κριτήριο ερμηνεία του όρου «δικαστήριο» θα αύξανε τον κίνδυνο να εδραιωθεί στο οικείο κράτος μέλος νομολογία αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης. Στην περίπτωση κατά την οποία το «τμήμα» ενός δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό δεν αποφάσιζε να παραπέμψει την υπόθεση στην ολομέλεια και εξέδιδε απόφαση αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, κανένας δικαστικός σχηματισμός δεν θα ήταν ικανός να τη μεταρρυθμίσει. Όπως όμως υπενθύμισα με τις πρώτες προτάσεις μου, ο λόγος για τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου υποχρεούνται να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, όταν αντιμετωπίζουν ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, είναι «να προλαμβάνεται [η διαμόρφωση], σε κάποιο κράτος μέλος, εθνικής νομολογίας αποκλίνουσας από τους κανόνες του δικαίου [της Ένωσης]» ( 21 ).
2. Πρακτική δυσκολία κατά την εφαρμογή του οργανωτικού κριτηρίου
30.
Περαιτέρω, δύσκολα, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε από πρακτικής απόψεως να γίνει δεκτή η αποδοχή από το Δικαστήριο της με βάση το οργανωτικό κριτήριο ερμηνείας του όρου «δικαστήριο» κατά την εφαρμογή του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
31.
Πράγματι, όπως υπενθύμισα προηγουμένως, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως απαντήσει σε προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di giustizia amministrativa per la Regione siciliana ( 22 ).
32.
Επιπλέον, από την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στην ερώτηση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας προκύπτει ότι ο ιταλικός κώδικας πολιτικής δικονομίας περιέχει ως προς το Corte suprema di cassazione διάταξη ανάλογη προς το άρθρο 99 του κώδικα διοικητικής δικονομίας. Πράγματι, κατά το άρθρο 273, παράγραφος 3, του κώδικα πολιτικής δικονομίας, «αν το τμήμα με πενταμελή σύνθεση [του Corte suprema di cassazione] εκτιμά ότι δεν συμφωνεί με νομική αρχή που έχει διατυπωθεί σε κοινή συνεδρίαση των τμημάτων, παραπέμπει προς κρίση την υπόθεση σε αυτά, με αιτιολογημένη διάταξη». Το Δικαστήριο έχει απαντήσει όμως σε πολυάριθμες προδικαστικές παραπομπές εκ μέρους αυτού του δικαστηρίου.
33.
Αν το Δικαστήριο αποδεχθεί τη με βάση το οργανωτικό κριτήριο ερμηνεία του όρου «δικαστήριο» κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, αυτό θα έχει ως συνέπεια ότι όλα τα δικαστήρια που προέρχονται από κράτος μέλος στο οποίο υπάρχει δικονομική διάταξη ανάλογη προς αυτή που έχει θεσπισθεί με τον ιταλικό κώδικα διοικητικής δικονομίας και με τον ιταλικό κώδικα πολιτικής δικονομίας θα μπορούν να υποβάλλουν ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνο υπό τον όρο ότι δεν θα διακυβεύεται η εφαρμογή νομικής αρχής που έχει διατυπώσει η ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου.
34.
Ένας τέτοιος ορισμός της έννοιας «δικαστήριο» κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ θα ήταν δυσεφάρμοστος, καθόσον θα συνεπαγόταν δυσχέρεια για το Δικαστήριο να ελέγξει την ιδία του αρμοδιότητα. Πράγματι, ο έλεγχος αυτός θα καθίστατο δυνατός μόνον αν το αιτούν δικαστήριο παρείχε εξαντλητικά στοιχεία ως προς το δικονομικό του δίκαιο. Δεν περιέρχονται όμως κατ’ ανάγκη στη γνώση του Δικαστηρίου όλοι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες επ’ ευκαιρία μιας προδικαστικής παραπομπής. Επιπλέον, η αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου θα ήταν συνάρτηση της ουσιαστικής εφαρμογής των επίμαχων δικονομικών κανόνων στη συγκεκριμένη περίπτωση που αποτέλεσε αφορμή για την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Πράγματι, για να επαναλάβω την περίπτωση του ιταλικού κώδικα διοικητικής δικονομίας, ένα τμήμα του Consiglio di Stato δεν υποβάλλει κατ’ ανάγκη προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, επειδή εκτιμά ότι ορισμένη νομική αρχή που έχει διατυπώσει η ολομέλεια είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης. Μόνο σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν αναρμόδιο το Δικαστήριο.
35.
Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν εξάλλου αντίθετη προς την πάγια προσέγγιση του Δικαστηρίου που νοεί το δικαστήριο ως μία και την αυτή οντότητα, όποια κι αν είναι η εσωτερική του οργάνωση. Η «σφαιρική» αυτή θεώρηση αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσδιορίζει τα εθνικά δικαστήρια στις αποφάσεις του. Αυτά χαρακτηρίζονται πράγματι με τη «γενική» ονομασία τους, χωρίς αναφορά στη σύνθεσή τους (τμήμα, ολομέλεια κ.λπ.).
IV – Πρόταση
36.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, καθώς και της αναλύσεως στα σημεία 63 έως 89 των πρώτων προτάσεων τις οποίες ανέπτυξα σ’ αυτή την υπόθεση στις 23 Απριλίου 2015, εκτιμώ ότι ο όρος «δικαστήριο», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, πρέπει να ερμηνεύεται με βάση το λειτουργικό κριτήριο. Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό αναφέρεται στον δικαστή ή στο τμήμα ενός δικαστηρίου κράτους μέλους που έχει επιληφθεί της διαφοράς.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 395, σ. 33.
( 3 ) ΕΕ L 335, σ. 31.
( 4 ) C‑689/13, EU:C:2015:263.
( 5 ) Σημείο 91 των πρώτων προτάσεών μου.
( 6 ) Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 373, της 24ης Δεκεμβρίου 2003, που επιγράφεται «Λεπτομέρειες εφαρμογής του ειδικού καθεστώτος της Περιφέρειας της Σικελίας για την άσκηση στην περιφέρεια των καθηκόντων που υπέχει το Consiglio di Stato» (συμπλήρωμα GURI αριθ. 10, της 14ης Ιανουαρίου 2004).
( 7 ) Η Ιταλική Κυβέρνηση μνημόνευσε αυτή την ανυπαρξία κυρώσεων με τις γραπτές παρατηρήσεις της. Βλ. το σημείο 76 και τη νομολογία του Consiglio di Stato που παρατίθεται στις πρώτες προτάσεις μου.
( 8 ) Κατά το παράθεμα που επαναλαμβάνει η Ιταλική Κυβέρνηση στο σημείο 9 της απαντήσεως στην ερώτηση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας (η υπογράμμιση δική μου).
( 9 ) Βλ. απόφαση Valvo (C‑78/07, EU:C:2008:171), διάταξη Rizzo (C‑107/11, EU:C:2012:96), καθώς και απόφαση Ottica New Line di Accardi Vincenzo (C‑539/11, EU:C:2013:591). Σημειώνω ότι οι δύο τελευταίες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκαν με αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του κώδικα διοικητικής δικονομίας.
( 10 ) Απόφαση Melki και Abdeli (C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 57 και διατακτικό). Βλ., επίσης, απόφαση A (C‑112/13, EU:C:2014:2195, σκέψη 46 και διατακτικό).
( 11 ) Κατά το άρθρο 99, παράγραφος 4, του κώδικα διοικητικής δικονομίας, η ολομέλεια του Consiglio di Stato όταν επιλαμβάνεται υποθέσεως, «αποφαίνεται επί του συνόλου της διαφοράς, εκτός εάν αποφασίσει να διατυπώσει κρίση ως προς την οικεία νομική αρχή και να αναπέμψει κατά τα λοιπά την υπόθεση προς κρίση στο παραπέμπον τμήμα».
( 12 ) Εξάλλου, σύμφωνα με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα με τις πρώτες προτάσεις μου, μια άλλη ερμηνεία, υπό την έννοια ότι επιβάλλει «στο τμήμα ενός δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο, όταν δεν δέχεται μια νομική αρχή που έχει διατυπωθεί από την ολομέλεια του ίδιου δικαστηρίου, να παραπέμπει σε αυτήν την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει προηγουμένως προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, [θα ήταν επομένως αντίθετη προς το άρθρο 267 ΣΛΕΕ]» (βλ. σημείο 91 των πρώτων προτάσεών μου). Η υπογράμμιση δική μου.
( 13 ) Βλ. σημεία 85 έως 89 των πρώτων προτάσεών μου.
( 14 ) ΕΕ L 1, σ. 1.
( 15 ) Απόφαση Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 15 και eke;I παρατιθέμενη νομολογία). Η υπογράμμιση δική μου.
( 16 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón στην υπόθεση Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:7, σημείο 64).
( 17 ) Σημείο 12 της απαντήσεως της Επιτροπής στην ερώτηση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας.
( 18 ) Βλ. σημεία 66 και 69 έως 76 των πρώτων προτάσεών μου, καθώς και σημεία 11 έως 13 των παρουσών προτάσεων.
( 19 ) Απόφαση Križan κ.λπ. (C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η υπογράμμιση δική μου. Βλ. σημείο 64 των πρώτων προτάσεών μου.
( 20 ) Βλ. σημείο 5 της απαντήσεως της Πολωνικής Κυβερνήσεως στην ερώτηση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας.
( 21 ) Απόφαση Lyckeskog (C‑99/00, EU:C:2002:329, σκέψη 14 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Βλ. την παρατιθέμενη νομολογία στην υποσημείωση 9.
Full & Egal Universal Law Academy