ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (ένατο τμήμα)
της 8ης Μαΐου 2014 ( *1 )
«Γεωργία — Γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα — Κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 — Άρθρο 2 — Προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προελεύσεως — Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής — Προστασία επί του εθνικού εδάφους — Έλλειψη κοινοτικής καταχωρίσεως — Συνέπειες — Προστασία των ονομασιών που αφορούν προϊόντα για τα οποία δεν υφίσταται ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών τους και της γεωγραφικής προελεύσεώς τους — Προϋποθέσεις»
Στην υπόθεση C‑35/13,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione (Ιταλία) με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
Assica ‑ Associazione Industriali delle Carni e dei Salumi,
Kraft Foods Italia SpA
κατά
Associazione fra produttori per la tutela del «Salame Felino»,
La Felinese Salumi SpA,
Salumificio Monpiù Srl,
Salumi Boschi Fratelli SpA,
Gualerzi SpA,
Alinovi Tullio di Alinovi Giorgio & C. Snc,
Salumificio Gastaldi di Gastaldi Franco & C. Snc,
Boschi Cav. Umberto SpA,
Fereoli Mario & Figlio Snc,
Salumificio Ducale Snc di Morini & Tortini,
Fereoli Gino & Figlio Snc,
Ronchei Srl,
Salumificio B.R.B. Snc,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Safjan, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή) και K. Jürimäe, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Ιανουαρίου 2014,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Assica ‐ Associazione Industriali delle Carni e dei Salumi, εκπροσωπούμενη από τους N. Lipari και M. Casini, δικηγόρους,
—
οι Associazione fra produttori per la tutela del «Salame Felino», La Felinese Salumi SpA, Salumificio Monpiù Srl, Salumi Boschi Fratelli SpA, Gualerzi SpA, Alinovi Tullio di Alinovi Giorgio & C. Snc, Salumificio Gastaldi di Gastaldi Franco & C. Snc, Boschi Cav. Umberto SpA, Fereoli Mario & Figlio Snc, Salumificio Ducale Snc di Morini & Tortini, Fereoli Gino & Figlio Snc, Ronchei Srl και Salumificio B.R.B. Snc, εκπροσωπούμενες από τον S. Magelli, δικηγόρο,
—
ο Procuratore generale della Repubblica presso la Corte suprema di cassazione, εκπροσωπούμενος από τον R. Russo, Sostituto Procuratore Generale,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Δ. Τριανταφύλλου και P. Rossi,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 535/97 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ L 83, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 2081/92).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς της Assica ‑ Associazione Industriali delle Carni e dei Salumi (στο εξής: Assica) και της Kraft Foods Italia SpA (στο εξής: Kraft Foods), αφενός, με την Associazione fra produttori per la tutela del «Salame Felino» (στο εξής: Associazione fra produttori) και, αφετέρου, με τις La Felinese Salumi SpA, Salumificio Monpiù srl, Salumi Boschi Fratelli SpA, Gualerzi SpA, Alinovi Tullio di Alinovi Giorgio & C. Snc, Salumificio Gastaldi di Gastaldi Franco & C. Snc, Boschi Cav. Umberto SpA, Fereoli Mario & Figlio Snc, Salumificio Ducale Snc di Morini & Tortini, Fereoli Gino & Figlio Snc, Ronchei Srl και Salumificio B.R.B. Snc, δώδεκα εταιρίες μέλη της Associazione fra produttori, με αντικείμενο τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια γεωγραφική ονομασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει προϊόν που παρασκευάσθηκε εκτός της αντίστοιχης περιοχής όταν η ονομασία αυτή δεν έχει αναγνωριστεί ως προστατευόμενη ονομασία προέλευσης ή ως προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη υπό την έννοια του κανονισμού 2081/92.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Η έβδομη, ένατη και δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2081/92 είχαν ως εξής:
«[εκτιμώντας] ότι, ωστόσο, οι εθνικές πρακτικές στην εφαρμογή των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων είναι προς το παρόν ανόμοιες· ότι είναι ανάγκη να προβλεφθεί κοινοτική θεώρηση· ότι, πράγματι, ένα πλαίσιο κοινοτικών κανόνων που θα περιλαμβάνει ένα καθεστώς προστασίας θα επιτρέψει στις γεωγραφικές ενδείξεις και στις ονομασίες προέλευσης να αναπτυχθούν λόγω του ότι το πλαίσιο αυτό θα εγγυάται, με μια πιο ενιαία θεώρηση, ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών προϊόντων που δικαιούνται αυτών των ενδείξεων, και θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη αξιοπιστία αυτών των προϊόντων στα μάτια των καταναλωτών·
[…]
ότι το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού περιορίζεται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα τα χαρακτηριστικά των οποίων συνδέονται με τη γεωγραφική τους καταγωγή· ότι, ωστόσο, αυτό το πεδίο εφαρμογής θα μπορούσε, ενδεχομένως, να διευρυνθεί εν ανάγκη σε άλλα προϊόντα ή τρόφιμα·
[...]
ότι, για να δικαιούνται προστασίας σε κάθε μέλος, οι γεωγραφικές ενδείξεις και οι ονομασίες προέλευσης πρέπει να καταχωρούνται στο κοινοτικό επίπεδο· ότι η καταχώρηση σ’ ένα μητρώο επιτρέπει προσέτι να εξασφαλίζεται η ενημέρωση των επαγγελματιών και των καταναλωτών».
4
Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2081/92 προέβλεπαν ότι:
«1. Η κοινοτική προστασία των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων επιτυγχάνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
2. Για τους σκοπούς τους παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
α)
“ονομασία προέλευσης”: το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
—
που κατάγεται από αυτή την περιοχή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή, και
—
του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή·
β)
“γεωγραφική ένδειξη”: το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
—
που κατάγεται από την περιοχή αυτή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή και
—
του οποίου μια συγκεκριμένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική αυτή καταγωγή και του οποίου η παραγωγή ή/και η μεταποίηση ή/και η επεξεργασία πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή.»
5
Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«1. Οι καταχωρημένες ονομασίες προέλευσης προστατεύονται από:
α)
οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση εμπορική χρήση μιας καταχωρημένης ονομασίας για προϊόντα που δεν καλύπτονται από την καταχώρηση, εφόσον τα προϊόντα αυτά είναι συγκρίσιμα με τα προϊόντα που έχουν καταχωρηθεί με την ονομασία αυτή ή εφόσον η χρήση αυτή αποτελεί εκμετάλλευση της φήμης της προστατευόμενης ονομασίας·
β)
κάθε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμό, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϊόντος ή εάν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως: “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “τρόπος”, “απομίμηση” ή παρόμοιες·
γ)
οποιαδήποτε άλλη ψευδή ή απατηλή ένδειξη τόσο όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϊόντος, αναγραφόμενη στη συσκευασία ή το περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν, καθώς και τη χρησιμοποίηση για τη συσκευασία του προϊόντος δοχείου που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του·
δ)
οποιαδήποτε άλλη πρακτική ικανή να παραπλανήσει το κοινό όσον αφορά την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.
Όταν μια καταχωρημένη ονομασία περιέχει την ονομασία ενός γεωργικού προϊόντος ή τροφίμου που θεωρείται κοινή, η χρήση αυτής της κοινής ονομασίας για το συγκεκριμένο γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο δεν θεωρείται ότι αντιτίθεται στα στοιχεία αʹ ή βʹ του πρώτου εδαφίου.»
6
Ο κανονισμός 2081/92 καταργήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 93, σ. 12). Παρά ταύτα, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, η διαφορά εξακολουθεί να διέπεται από τον κανονισμό 2081/92.
Το ιταλικό δίκαιο
7
Το άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 198, για την καθιέρωση των κανόνων προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας περί βιομηχανικής ιδιοκτησίας στις υποχρεωτικές διατάξεις της συμφωνίας για τις εμπορικές πτυχές των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου ‑ Γύρος της Ουρουγουάης (νομοθετικό διάταγμα 198 ‑ Adeguamento della legislazione interna in materia di proprietà industriale alle prescrizioni obbligatorie dell’accordo relativo agli aspetti dei diritti di proprietà intellettuale concernenti il commercio ‑ Uruguay Round), της 19ης Μαρτίου 1996 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 64), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 198/1996), ορίζει ότι:
«1. Ως γεωγραφική ένδειξη νοείται κάθε όρος ο οποίος προσδιορίζει μια χώρα, μια περιοχή ή έναν συγκεκριμένο τόπο, όταν χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός προερχόμενου από εκεί προϊόντος του οποίου η ποιότητα, η φήμη ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται αποκλειστικώς ή κυρίως στο γεωγραφικό περιβάλλον προελεύσεως, που περιλαμβάνει τους φυσικούς, ανθρώπινους και παραδοσιακούς παράγοντες.
2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του [άρθρου] 2598.2 του Αστικού Κώδικα και ειδικών διατάξεων, καθώς και δικαιωμάτων από το σήμα κτηθέντων με καλή πίστη, συνιστούν πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, που θα μπορούσε να παραπλανήσει το κοινό, η χρήση των γεωγραφικών ενδείξεων, καθώς και η χρήση κάθε ονομασίας, στην περιγραφή ή την παρουσίαση του προϊόντος, με την οποία δηλώνεται ή υπονοείται ότι το προϊόν προέρχεται από τόπο διαφορετικό του πραγματικού τόπου προελεύσεως, ή ότι το προϊόν έχει τις ειδικές ιδιότητες των προϊόντων που προέρχονται από τον προσδιοριζόμενο με τη γεωγραφική ένδειξη τόπο.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8
Το «Salame Felino» είναι αλλαντικό από καθαρό χοιρινό κρέας. Η ονομασία του προέρχεται από την πόλη Felino, μια περιοχή της επαρχίας της Πάρμας (Ιταλία).
9
Στις 30 Ιανουαρίου 1998 η Associazione fra produttori ενήγαγε την Kraft Jacobs Suchard SpA (στο εξής: Kraft Jacobs Suchard) ενώπιον του Tribunale di Parma για αθέμιτο ανταγωνισμό, διότι η εταιρία αυτή διέθετε προς πώληση αλλαντικό με την ονομασία «Salame Felino», ενώ το προϊόν αυτό είχε παραχθεί εκτός της περιοχής της Πάρμας, ήτοι στη Λομβαρδία, και συγκεκριμένα στην Κρεμόνα (Ιταλία).
10
Οι Felinese Salumi SpA, Salumificio Monpiù Srl, Salumi Boschi Fratelli SpA, Gualerzi SpA, Alinovi Tullio di Alinovi Giorgio & C. Snc, Salumificio Gastaldi di Gastaldi Franco & C. Snc, Boschi Cav. Umberto SpA, Fereoli Mario & Figlio Snc, Salumificio Ducale Snc di Morini & Tortini, Fereoli Gino & Figlio Snc, Ronchei Srl, Salumificio B.R.B. Snc παρενέβησαν υπέρ της Associazione fra produttori.
11
Η Assica, της οποίας η Kraft Jacobs Suchard είναι μέλος, παρενέβη στο πλαίσιο της διαδικασίας υπέρ της δεύτερης.
12
Με απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2001, το Tribunale di Parma έκρινε ότι η Associazione fra produttori δεν μπορούσε να επικαλεστεί τον κανονισμό 2081/92, διότι η ονομασία «Salame Felino» δεν αποτελούσε ούτε προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως ούτε προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Το Tribunale di Parma δέχθηκε ωστόσο ότι η Associazione fra produttori μπορούσε να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 31 του νομοθετικού διατάγματος 198/1996. Ακολούθως, αφού διαπίστωσε ότι τα προϊόντα που διέθετε η Kraft Jacobs Suchard στο εμπόριο δεν προέρχονταν από την περιοχή της Πάρμας, ενώ το «Salame Felino» είχε αποκτήσει φήμη μεταξύ των καταναλωτών όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του, τα οποία οφείλονται σε μια ιδιαιτερότητα συνδεόμενη με το γεωγραφικό περιβάλλον, το Tribunale di Parma καταδίκασε την Kraft Jacobs Suchard για πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού.
13
Η Kraft Jacobs Suchard, νυν Kraft Foods, και η Assica εφεσίβαλαν την εν λόγω δικαστική απόφαση.
14
Με απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2006, το Corte d’ Appello di Bologna απέρριψε την έφεση αυτή με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι η παρεχόμενη από το νομοθετικό διάταγμα 198/1996 προστασία δεν ήταν αντίθετη προς τον κανονισμό 2081/92 και ότι η καταχώριση ονομασίας ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως ή ως προστατευόμενης γεωγραφικής ενδείξεως ήταν αναγκαία αποκλειστικώς για την παροχή της προστασίας που απονέμει ο κανονισμός αυτός.
15
Οι Assica και Kraft Foods άσκησαν αίτηση αναιρέσεως.
16
Προς στήριξη της αναιρέσεώς τους, οι Assica και Kraft Foods εκτιμούν ότι το σύστημα προστασίας των προβλεπόμενων στον κανονισμό 2081/92 ονομασιών προελεύσεως αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας χορηγείται αποκλειστικό δικαίωμα χρησιμοποιήσεως μιας ονομασίας προελεύσεως χωρίς κοινοτική καταχώριση. Σε κάθε περίπτωση, φρονούν ότι η ύπαρξη της παρεχόμενης σε ονομασία προελεύσεως προστασίας προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία ελλείπει στην υπόθεση της κύριας δίκης.
17
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte suprema di cassazione αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 2081/92 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως από ένωση παραγωγών του δικαιώματος να χρησιμοποιεί αποκλειστικά, στο εσωτερικό [της Ένωσης], γεωγραφική ονομασία προελεύσεως που χρησιμοποιείται στο έδαφος κράτους μέλους για τον προσδιορισμό ενός συγκεκριμένου τύπου αλλαντικού, χωρίς να έχει προηγουμένως επιτύχει τη λήψη από το εν λόγω κράτος μέλος νομικά δεσμευτικού μέτρου με το οποίο να καθορίζονται τα όρια της γεωγραφικής περιοχής παραγωγής, οι κανόνες στους οποίους υπόκειται η παραγωγή και οι ενδεχόμενες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι παραγωγοί προκειμένου να μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας;
2)
Ποιο είναι, σε σχέση με τις διατάξεις του κανονισμού 2081/92, το καθεστώς που είναι εφαρμοστέο στην [αγορά της Ένωσης], αφενός, και στην αγορά κράτους μέλους, αφετέρου, επί γεωγραφικής ονομασίας που δεν έχει καταχωριστεί;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
18
Η Associazione fra produttori υποστηρίζει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, στο μέτρο που τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική ανάγκη για επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η ένωση αυτή ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι ήταν κάτοχος αποκλειστικού δικαιώματος χρησιμοποιήσεως της γεωγραφικής ονομασίας «Salame Felino», αλλά ζήτησε αποκλειστικώς να καταδικασθεί η Kraft Foods βάσει διατάξεων που επιβάλλουν κυρώσεις λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού.
19
Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διαχωρισμό των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (απόφαση Aziz, C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 34).
20
Επομένως, όταν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, η εκ μέρους του Δικαστηρίου απόρριψη της αιτήσεως αυτής είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλον ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (απόφαση Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 35).
21
Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, προκειμένου να υποστηρίξει ότι η Kraft Foods προέβη σε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού χρησιμοποιώντας τη γεωγραφική ονομασία «Salame Felino», η Associazione fra produttori στηρίζεται στην παραδοχή ότι μόνον οι παραγωγοί αλλαντικών της περιοχής της Πάρμας, τους οποίους εκπροσωπεί, διαθέτουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επικαλούνται την ονομασία αυτή. Επίσης, προς εξέταση του βασίμου της αγωγής που άσκησε η Associazione fra produttori, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει αν η ένωση αυτή μπορεί να επικαλείται την ύπαρξη αποκλειστικού δικαιώματος των παραγωγών που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις επί της γεωγραφικής ονομασίας «Salame Felino».
22
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
23
Δεδομένου ότι δεν προκύπτει περαιτέρω από τη δικογραφία ότι το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί απαράδεκτη.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
24
Με το δεύτερο ερώτημά του, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός 2081/92 έχει την έννοια ότι προστατεύει γεωγραφική ονομασία η οποία δεν έχει καταχωριστεί σε κοινοτικό επίπεδο.
25
Κατ’ αρχάς, όσον αφορά το εφαρμοστέο στην αγορά της Ένωσης καθεστώς επί γεωγραφικής ονομασίας η οποία δεν έχει καταχωριστεί, επισημαίνεται ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, το μόνο προβλεπόμενο από το δίκαιο της Ένωσης καθεστώς προστασίας των γεωγραφικών ονομασιών ήταν το καθεστώς που καθιέρωνε ο κανονισμός 2081/92.
26
Όπως, όμως, προκύπτει από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη, καθώς και από το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, για να δικαιούνται οι γεωγραφικές ονομασίες της προβλεπόμενης προστασίας, ο εν λόγω κανονισμός προέβλεψε υποχρέωση καταχωρίσεώς τους σε κοινοτικό επίπεδο (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Chiciak και Fol, C‑129/97 και C‑130/97, EU:C:1998:274, σκέψεις 25 και 26).
27
Επομένως, στο πλαίσιο της κοινοτικής αγοράς, όταν γεωγραφική ονομασία δεν έχει καταχωριστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2081/92, η ονομασία αυτή δεν μπορεί να τύχει προστασίας βάσει του προβλεπόμενου απ’ αυτόν καθεστώτος προστασίας.
28
Ακολούθως, όσον αφορά το εφαρμοστέο στην αγορά κράτους μέλους καθεστώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι ο κανονισμός 2081/92 σκοπό έχει να θεσπίσει ένα ομοιόμορφο και αποκλειστικό καθεστώς προστασίας (βλ. απόφαση Budějovický Budvar, C‑478/07, EU:C:2009:521, σκέψη 114), η αποκλειστικότητα αυτή δεν αντιτίθεται, πάντως, στην εφαρμογή καθεστώτος προστασίας γεωγραφικών ονομασιών που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Warsteiner Brauerei, C‑312/98, EU:C:2000:599, σκέψη 54).
29
Προκύπτει συναφώς από την ένατη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2081/92 ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή καθεστώς προστασίας περιορίζεται στις ονομασίες που αφορούν προϊόντα για τα οποία υφίσταται ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών τους και της γεωγραφικής προελεύσεώς τους (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Budějovický Budvar, C‑216/01, EU:C:2003:618, σκέψη 76).
30
Επομένως, οι ονομασίες γεωγραφικής προελεύσεως οι οποίες χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για να δώσουν έμφαση στη γεωγραφική προέλευση ενός προϊόντος, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2081/92 (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Warsteiner Brauerei, EU:C:2000:599, σκέψη 44).
31
Ως εκ τούτου, το καθεστώς προστασίας που δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να εφαρμοστεί στην αγορά ενός κράτους μέλος επί γεωγραφικής ονομασίας η οποία δεν έχει καταχωριστεί σε κοινοτικό επίπεδο είναι το προβλεπόμενο για τις γεωγραφικές ονομασίες που αφορούν προϊόντα για τα οποία δεν υφίσταται ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών τους και της γεωγραφικής προελεύσεώς τους.
32
Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν το καθεστώς προστασίας των γεωγραφικών ονομασιών που θεσπίζει το νομοθετικό διάταγμα 198/1996 ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση αυτή.
33
Εφόσον το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι το εν λόγω καθεστώς αποβλέπει στην προστασία γεωγραφικών ονομασιών που αφορούν προϊόντα για τα οποία δεν υφίσταται ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών τους και της γεωγραφικής προελεύσεώς τους, σκόπιμη είναι η υπόμνηση ότι, προκειμένου να τύχει εφαρμογής, το καθεστώς αυτό πρέπει να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης. Δύο προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται συναφώς, ήτοι, αφενός, η εφαρμογή του να μην υπονομεύει τους σκοπούς του κανονισμού 2081/92 (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Warsteiner Brauerei, EU:C:2000:599, σκέψη 49) και, αφετέρου, να μην αντιστρατεύεται την προβλεπόμενη στο άρθρο 28 ΕΚ ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (βλ., μεταξύ άλλων, υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Budějovický Budvar, EU:C:2003:618, σκέψεις 95 έως 97).
34
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, λαμβανομένου υπόψη του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 2081/92 και προκειμένου να μην υπονομευθούν οι σκοποί του, αποτέλεσμα της παρεχόμενης από το εθνικό καθεστώς προστασίας πρέπει να είναι όχι η εγγύηση προς τους καταναλωτές ότι τα προϊόντα που τυγχάνουν της προστασίας αυτής διαθέτουν συγκεκριμένη ποιότητα ή συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, αλλά αποκλειστικώς η εγγύηση ότι τα προϊόντα αυτά προέρχονται πράγματι από την οικεία γεωγραφική περιοχή.
35
Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, πρέπει να επισημανθεί ότι εθνικό καθεστώς προστασίας ονομασιών όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, ακόμη και όταν εφαρμόζεται τόσο σε εθνικά προϊόντα όσο και σε εισαγόμενα στο έδαφος του οικείου κράτους, ενδέχεται να ευνοήσει τη διάθεση στην αγορά προϊόντων εγχώριας προελεύσεως εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων (απόφαση Pistre κ.λπ., C‑321/94 έως C‑324/94, EU:C:1997:229, σκέψη 45).
36
Κατά συνέπεια, μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ.
37
Μολονότι ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει της υπέρτερης επιταγής γενικού συμφέροντος που άπτεται της προστασίας του θεμιτού ανταγωνισμού ή της προστασίας των καταναλωτών (βλ., μεταξύ άλλων, υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Budějovický Budvar, EU:C:2003:618, σκέψη 109), προκειμένου δεδομένη εθνική κανονιστική ρύθμιση να συμμορφώνεται προς το δίκαιο της Ένωσης, αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο μη συνεπαγόμενο δυσμενείς διακρίσεις, να είναι ικανή να εγγυηθεί την υλοποίηση του σκοπού που επιδιώκει και να μη βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (απόφαση Corporación Dermoestética, C‑500/06, EU:C:2008:421, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38
Απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, αφενός, αν η εφαρμογή της επίμαχης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως δεν έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα την εγγύηση προς τους καταναλωτές ότι τα διατιθέμενα στο εμπόριο προϊόντα υπό ειδική γεωγραφική ονομασία διαθέτουν συγκεκριμένη ποιότητα ή συγκεκριμένο χαρακτηριστικό και, αφετέρου, αν η εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως υπηρετεί υπέρτερη επιταγή γενικού συμφέροντος, εφαρμόζεται κατά τρόπο μη συνεπαγόμενο δυσμενείς διακρίσεις, είναι ικανή να εγγυηθεί την υλοποίηση του σκοπού που επιδιώκει και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
39
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 2081/92 έχει την έννοια ότι δεν απονέμει προστασία σε γεωγραφική ονομασία η οποία δεν έχει καταχωριστεί σε κοινοτικό επίπεδο, αλλά ότι η ονομασία αυτή μπορεί να προστατευθεί ενδεχομένως δυνάμει εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικής με τις γεωγραφικές ονομασίες που αφορούν προϊόντα για τα οποία δεν υφίσταται ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών τους και της γεωγραφικής προελεύσεώς τους, υπό τον όρο πάντως ότι, αφενός, η εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής δεν υπονομεύει τους επιδιωκόμενους από τον κανονισμό 2081/92 σκοπούς και, αφετέρου, ότι δεν αντιστρατεύεται την προβλεπόμενη στο άρθρο 28 ΕΚ ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, γεγονός που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει.
Επί του πρώτου ερωτήματος
40
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2 του κανονισμού 2081/92 έχει την έννοια ότι αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως από ένωση παραγωγών, όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, του δικαιώματος να χρησιμοποιεί αποκλειστικά, στο εσωτερικό της Ένωσης, γεωγραφική ονομασία προελεύσεως που χρησιμοποιείται στο έδαφος κράτους μέλους για τον προσδιορισμό ενός συγκεκριμένου τύπου αλλαντικού, χωρίς να έχει προηγουμένως επιτύχει τη λήψη από το εν λόγω κράτος νομικά δεσμευτικού μέτρου με το οποίο να καθορίζονται οι εγγενείς προϋποθέσεις και όρια της προστασίας μιας τέτοιας ονομασίας.
41
Συναφώς, καθόσον γίνεται δεκτό ότι η επίμαχη γεωγραφική ονομασία δεν είχε καταχωριστεί σε κοινοτικό επίπεδο κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών, και λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ένωση παραγωγών δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να επικαλεστεί, βάσει του κανονισμού 2081/92, το δικαίωμα αποκλειστικής χρησιμοποιήσεως, στο εσωτερικό της Ένωσης, μιας τέτοιας γεωγραφικής ονομασίας.
42
Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
43
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 535/97 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997, έχει την έννοια ότι δεν απονέμει προστασία σε γεωγραφική ονομασία η οποία δεν έχει καταχωριστεί σε κοινοτικό επίπεδο, αλλά ότι η ονομασία αυτή μπορεί να προστατευθεί ενδεχομένως δυνάμει εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικής με τις γεωγραφικές ονομασίες που αφορούν προϊόντα για τα οποία δεν υφίσταται ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών τους και της γεωγραφικής προελεύσεώς τους, υπό τον όρο πάντως ότι, αφενός, η εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής δεν υπονομεύει τους επιδιωκόμενους από τον κανονισμό 2081/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 535/97, σκοπούς και, αφετέρου, ότι δεν αντιστρατεύεται την προβλεπόμενη στο άρθρο 28 ΕΚ ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, γεγονός που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy