ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 13ης Μαρτίου 2014 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 2006/114/ΕΚ — Έννοια των όρων “παραπλανητική διαφήμιση” και “συγκριτική διαφήμιση” — Εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία η παραπλανητική και η μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση συνιστούν δύο διαφορετικές περιπτώσεις αντιθέσεως προς τον νόμο»
Στην υπόθεση C‑52/13,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ιταλία) με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Ιανουαρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
Posteshop SpA — Divisione Franchising Kipoint
κατά
Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato,
Presidenza del Consiglio dei Ministri,
παρισταμένων των:
Cg srl,
Tacoma srl,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. G. Fernlund, πρόεδρο τμήματος, A. Ó Caoimh και E. Jarašiūnas (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Posteshop SpA — Divisione Franchising Kipoint, εκπροσωπούμενη από τους A. Vallefuoco και V. Vallefuoco, avvocati,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον S. Fiorentino, avvocato dello Stato,
—
η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους C. Zadra και M. van Beek,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2006/114/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση (κωδικοποίηση) (ΕΕ L 376, σ. 21).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Posteshop SpA — Divisione Franchising Kipoint (στο εξής: Posteshop) και των Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato (εθνικής αρχής ανταγωνισμού και αγοράς, στο εξής: Autorità) και Presidenza del Consiglio dei Ministri (προεδρίας του συμβουλίου υπουργών) με αντικείμενο απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε ότι η Posteshop προέβη σε παραπλανητική διαφήμιση.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 3, 8 και 16 έως 18 της οδηγίας 2006/114 προβλέπουν ότι:
«(1)
Η οδηγία 84/450/EOK του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση [(ΕΕ L 250, σ. 17)], έχει επανειλημμένα τροποποιηθεί […] ουσιαστικά. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίησή της.
[...]
(3)
H παραπλανητική και η μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση μπορεί να οδηγήσ[ουν] σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μέσα στην εσωτερική αγορά.
[...]
(8)
H συγκριτική διαφήμιση, εφόσον συγκρίνει ουσιώδη, συναφή, επαληθεύσιμα και αντιπροσωπευτικά στοιχεία και δεν είναι παραπλανητική, μπορεί να αποτελέσει θεμιτό μέσο ενημέρωσης των καταναλωτών προς το συμφέρον τους. [...]
[...]
(16)
Τα πρόσωπα ή οι οργανώσεις που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, έννομο συμφέρον θα πρέπει να έχουν την ευχέρεια να προσφεύγουν κατά της παραπλανητικής και της μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης είτε ενώπιον δικαστηρίου είτε ενώπιον διοικητικού οργάνου, αρμόδιων να αποφασίζουν σχετικά με τις προσφυγές αυτές ή να κινούν τις κατάλληλες νόμιμες διαδικασίες.
(17)
Τα δικαστήρια ή τα διοικητικά όργανα θα πρέπει να έχουν τις απαραίτητες εξουσίες, ώστε να μπορούν να διατάζουν ή να επιτυγχάνουν την παύση της παραπλανητικής και της μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης. [...]
(18)
Mε τους εκούσιους ελέγχους που ασκούνται από αυτόνομους οργανισμούς για την εξάλειψη της παραπλανητικής και της μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης μπορεί να αποφευχθεί η προσφυγή σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες και ότι, επομένως, οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να ενθαρρυνθούν.»
4
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/114:
«Η παρούσα οδηγία σκοπό έχει την προστασία των εμπορευομένων από την παραπλανητική διαφήμιση και τις αθέμιτες συνέπειές της και τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.»
5
Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής ορίζει ότι:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοείται ως:
α)
“διαφήμιση”: κάθε ανακοίνωση που γίνεται στο πλαίσιο εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, με στόχο την προώθηση της προμήθειας αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων·
β)
“παραπλανητική διαφήμιση”: κάθε διαφήμιση που με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων τη γνώση περιέχεται και που, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή·
γ)
“συγκριτική διαφήμιση”: κάθε διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή·
[...]».
6
Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν μια διαφήμιση είναι παραπλανητική, λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της και απαριθμεί ορισμένες σχετικές ενδείξεις.
7
Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
8
Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/114:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για την καταπολέμηση της παραπλανητικής διαφήμισης και επιβάλλουν συμμόρφωση με τις διατάξεις για τη συγκριτική διαφήμιση προς το συμφέρον των εμπορευομένων και των ανταγωνιστών.
[...]
3. Στο πλαίσιο των παραγράφων 1 και 2, τα κράτη μέλη παρέχουν στα δικαστήρια ή τα διοικητικά όργανα εξουσίες οι οποίες τους επιτρέπουν, στην περίπτωση που κρίνουν τα μέτρα αυτά αναγκαία για την προστασία όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων και ιδιαίτερα του γενικού συμφέροντος:
α)
να διατάζουν την παύση της παραπλανητικής διαφήμισης ή της μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης, ή να κινούν τις κατάλληλες δικαστικές διαδικασίες προς τούτο·
ή
β)
εάν η παραπλανητική διαφήμιση ή η μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, επίκειται όμως η δημοσίευσή της, να την απαγορεύουν ή να κινούν την οικεία δικαστική διαδικασία απαγόρευσης της δημοσίευσης αυτής.
[...]
4. Προκειμένου να εξαλειφθούν οι συνεχιζόμενες συνέπειες παραπλανητικής διαφήμισης ή μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης, η παύση της οποίας έχει διαταχθεί με τελεσίδικη απόφαση, τα κράτη μέλη μπορούν να απονέμουν στα δικαστήρια ή τα διοικητικά όργανα εξουσίες οι οποίες τους επιτρέπουν:
α)
να απαιτούν τη δημοσίευση ολόκληρης της απόφασης ή μέρους της, με την μορφή που κρίνουν κατάλληλη·
β)
να απαιτούν, επιπλέον, τη δημοσίευση της επανορθωτικής δήλωσης.
[...]»
9
Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής ορίζει ότι:
«Η παρούσα οδηγία δεν αποκλείει τον εκούσιο έλεγχο, ο οποίος μπορεί να ενθαρρυνθεί και από τα κράτη μέλη, της παραπλανητικής ή της συγκριτικής διαφήμισης από αυτόνομους οργανισμούς [...]».
10
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/114:
«Η παρούσα οδηγία δεν κωλύει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις οι οποίες παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εμπορευομένους και τους ανταγωνιστές έναντι της παραπλανητικής διαφήμισης.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στη συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση.»
Το ιταλικό δίκαιο
11
Το νομοθετικό διάταγμα 145, της 2ας Αυγούστου 2007, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 14 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ για την παραπλανητική διαφήμιση (GURI αριθ. 207, της 6ης Σεπτεμβρίου 2007, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 145/2007), προβλέπει, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ότι:
«Οι διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος σκοπό έχουν την προστασία των εμπορευομένων από την παραπλανητική διαφήμιση και τις αθέμιτες συνέπειές της και τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.»
12
Το άρθρο 3 του διατάγματος αυτού ορίζει τα στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί ο παραπλανητικός χαρακτήρας της διαφημίσεως. Το άρθρο 4 αυτού απαριθμεί τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
13
Κατά το άρθρο 8, παράγραφοι 8 και 9, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος:
«8. Οσάκις η [Autorità] κρίνει ότι η διαφήμιση είναι παραπλανητική ή ότι το μήνυμα της συγκριτικής διαφημίσεως είναι παράνομο, απαγορεύει τη δημοσίευσή της, εφόσον δεν έχει ακόμη περιέλθει σε γνώση του κοινού, ή, σε αντίθετη περίπτωση, τη συνέχισή της. Με την απόφαση αυτή μπορεί, επίσης, να προβλεφθεί, υπ’ ευθύνη και με έξοδα του εμπορευόμενου, η δημοσίευση της αποφάσεως, και υπό τη μορφή αποσπάσματος, καθώς και, ενδεχομένως, ειδικής επανορθωτικής δηλώσεως προκειμένου να εξαλειφθούν οι συνεχιζόμενες συνέπειες της παραπλανητικής διαφημίσεως ή του μηνύματος της μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφημίσεως.
9. Πέραν του μέτρου της απαγορεύσεως της δημοσιεύσεως της διαφημίσεως, η [Autorità] μπορεί να αποφασίσει την επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους από 5000 [ευρώ] έως 500000 [ευρώ], λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως. Σε περίπτωση διαφημίσεων που ενδέχεται να συνεπάγονται κινδύνους για την υγεία ή την ασφάλεια ή να εστιάζουν, αμέσως ή εμμέσως, σε ανηλίκους ή εφήβους, το πρόστιμο πρέπει να ανέρχεται σε τουλάχιστον 50000 [ευρώ].»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Autorità, με απόφαση της 30ής Μαρτίου 2010, διαπίστωσε ότι η δημοσίευση εκ μέρους της Posteshop διαφημίσεων για την προώθηση του δικτύου δικαιοχρήσεως Kipoint συνιστούσε παραπλανητική διαφήμιση υπό την έννοια των άρθρων 1 και 3 του νομοθετικού διατάγματος 145/2007. Κατά συνέπεια, με την ίδια απόφαση, απαγόρευσε τη συνέχιση της δημοσιεύσεως αυτής και επέβαλε στην Posteshop χρηματική ποινή ύψους 100000 ευρώ.
15
Η Posteshop άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου του Lazio). Το δικαστήριο αυτό απέρριψε την εν λόγω προσφυγή ως αβάσιμη, κρίνοντας ειδικότερα ότι προκύπτει σαφώς από τα άρθρα 1 καθώς και 5, παράγραφοι 3, στοιχεία αʹ και βʹ, και 4, της οδηγίας 2006/114 ότι το σύστημα προστασίας που αυτή καθιερώνει δεν αφορά μόνον την περίπτωση κατά την οποία η διαφήμιση περιέχει συγχρόνως στοιχεία τόσο παραπλανητικής όσο και μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφημίσεως.
16
Η Posteshop προσέβαλε την εν λόγω δικαστική απόφαση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, η Posteshop υποστηρίζει ενώπιόν του ότι από την αιτιολογική σκέψη 3 και από το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/114 προκύπτει ότι η οδηγία σκοπό έχει την επιβολή κυρώσεων μόνον όταν πρόκειται για διαφήμιση που είναι συγχρόνως παραπλανητική και μη επιτρεπόμενη συγκριτική, καθώς και ότι το νομοθετικό διάταγμα 145/2007 πρέπει να ερμηνευτεί υπ’ αυτήν την έννοια. Επομένως, δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι παρέβη τους εν λόγω κανόνες.
17
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η ερμηνεία του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio είναι η περισσότερο πειστική. Πάντως, θεωρεί ότι η άποψη της Posteshop κατά την οποία, όσον αφορά την προστασία των εμπορευομένων, η παραπλάνηση αποτελεί μόνον μία εκ των προϋποθέσεων αντιθέσεως της συγκριτικής διαφημίσεως προς τον νόμο, δεν στερείται ερείσματος, διότι στηρίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 3, 8 και 16 έως 18 της οδηγίας 2006/114, οι οποίες αναφέρονται σε «παραπλανητική και μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση».
18
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει η οδηγία [2006/114] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όσον αφορά την προστασία των εμπορευομένων, αναφέρεται σε διαφήμιση που είναι συγχρόνως παραπλανητική και μη επιτρεπόμενη συγκριτική, ή ότι αναφέρεται σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις αντιθέσεως προς τον νόμο, οι οποίες ασκούν επιρροή και αυτοτελώς και συνίστανται, αντιστοίχως, σε παραπλανητική διαφήμιση και σε μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2006/114, όσον αφορά την προστασία των εμπορευομένων, εννοεί την παραπλανητική διαφήμιση και την μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση ως δύο αυτοτελείς παραβάσεις και αν, προκειμένου για την απαγόρευση και τη συναγωγή των εννόμων συνεπειών εκ της παραπλανητικής διαφημίσεως, δεν απαιτεί η διαφήμιση αυτή να συνιστά συγχρόνως και μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση.
20
Επισημαίνεται συναφώς ότι, αφενός, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, οι αιτιολογικές σκέψεις 3 και 16 έως 18 της οδηγίας 2006/114 χρησιμοποιούν, όπως αποδίδονται στην ιταλική γλώσσα, τη διατύπωση «pubblicità ingannevole ed illegittimamente comparativa» (παραπλανητική και μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση), βάσει της οποίας μπορεί να συναχθεί ότι οι ως άνω σκέψεις αναφέρονται σε διαφήμιση η οποία είναι συγχρόνως παραπλανητική και μη επιτρεπόμενη συγκριτική. Αφετέρου, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη 3 χρησιμοποιεί, ειδικότερα όπως αποδίδεται στη γαλλική γλώσσα, τη διατύπωση «publicité trompeuse et [...] publicité comparative illicite» [παραπλανητική διαφήμιση και μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση], οι δε εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις 16 έως 18 χρησιμοποιούν, όπως αποδίδονται στην εν λόγω γλώσσα, τη διατύπωση «publicité trompeuse ou [...] publicité comparative illicite» [παραπλανητική διαφήμιση ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση], ενδεχομένως υπαινισσόμενες ότι πρόκειται, αντιθέτως, για δύο διαφορετικά είδη διαφημίσεως.
21
Πάντως, κατά πάγια νομολογία, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μια από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως μόνη βάση για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής. Σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων ενός νομοθετήματος της Ένωσης, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο (βλ. αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1998, C-149/97, Institute of the Motor Industry, Συλλογή 1998, σ. I-7053, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 24ης Οκτωβρίου 2013, C‑277/12, Drozdovs, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22
Εν προκειμένω υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/114, η οδηγία έχει διττό σκοπό συνιστάμενο, αφενός, στην προστασία των εμπορευομένων από την παραπλανητική διαφήμιση και τις αθέμιτες συνέπειές της και, αφετέρου, στον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
23
Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι έννοιες «παραπλανητική διαφήμιση» και «συγκριτική διαφήμιση» ορίζονται χωριστά, αντιστοίχως, στα στοιχεία βʹ και γʹ του άρθρου 2 της οδηγίας 2006/114.
24
Τρίτον, από τα άρθρα 5, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, και 6 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα αιτήσεως παροχής ενδίκου προστασίας κατά κάθε παραπλανητικής διαφημίσεως ή κάθε μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφημίσεως ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων των κρατών μελών, ότι τα εν λόγω δικαστήρια ή διοικητικά όργανα πρέπει να έχουν την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα ώστε να διατάζουν την παύση παραπλανητικής διαφημίσεως ή μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφημίσεως ή να απαγορεύουν τη δημοσίευσή τους και ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν τον εκούσιο έλεγχο για την εξάλειψη της παραπλανητικής διαφημίσεως ή της μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφημίσεως. Σε αντίθεση προς τις αιτιολογικές σκέψεις 16 έως 18 της οδηγίας 2006/114 στην απόδοσή τους στην ιταλική γλώσσα, η σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποίηση, στα άρθρα αυτά, του συνδέσμου «ή» προϋποθέτει τη δυνατότητα εκδόσεως τέτοιων μέτρων είτε κατά παραπλανητικής διαφημίσεως είτε κατά μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφημίσεως, χωρίς να απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των δύο αυτών περιστάσεων για τη στοιχειοθέτηση παραβάσεως.
25
Τέταρτον, από την οδηγία 2006/114 απορρέει σαφώς ότι οι περί παραπλανητικής διαφημίσεως και οι περί μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφημίσεως διατάξεις υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Η οδηγία αυτή προβλέπει, στο άρθρο 3, τους ελάχιστους όρους και σκοπούς προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια διαφήμιση είναι παραπλανητική και, ως εκ τούτου, μη επιτρεπτή, ενώ το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας απαριθμεί τις σωρευτικές προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί μια συγκριτική διαφήμιση για να μπορεί να χαρακτηριστεί επιτρεπτή (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, C-487/07, L’Oréal κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-5185, σκέψη 67, καθώς και της 18ης Νοεμβρίου 2010, C-159/09, Lidl, Συλλογή 2010, σ. I-11761, σκέψη 16), ενώ, εξάλλου, η αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2006/114 υπενθυμίζει ότι η διαφήμιση αυτή μπορεί να αποτελέσει θεμιτό μέσο ενημέρωσης των καταναλωτών προς το συμφέρον τους.
26
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, η παραπλανητική διαφήμιση και η μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση συνιστούν έκαστη αυτοτελή παράβαση.
27
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την ανάλυση της εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της παραπλανητικής και της συγκριτικής διαφημίσεως. Συγκεκριμένα, η οδηγία 84/450, όπως ίσχυε κατά την έκδοσή της, αφορούσε μόνον την παραπλανητική διαφήμιση. Οι σχετικές με τη συγκριτική διαφήμιση διατάξεις προστέθηκαν στην τελευταία αυτή οδηγία με την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση προκειμένου να συμπεριληφθεί η συγκριτική διαφήμιση (ΕΕ L 290, σ. 18). Σκοπός της οδηγίας 97/55, κατά την αιτιολογική σκέψη 18 αυτής, ήταν να τεθούν οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση. Αντιθέτως, η οδηγία αυτή ουδόλως τροποποίησε τις σχετικές με την παραπλανητική διαφήμιση διατάξεις της οδηγίας 84/450. Ακολούθως, η οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ L 149, σ. 22), περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 84/450 στην προστασία των εμπορευομένων. Τέλος, η οδηγία 2006/114 κωδικοποίησε την τελευταία αυτή οδηγία. Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση, με την έκδοση των οδηγιών 97/55 και 2006/114, να τροποποιήσει το σχετικό με την παραπλανητική διαφήμιση δίκαιο όπως αυτό προβλέπεται στην οδηγία 84/450, πέραν του περιορισμού του πεδίου εφαρμογής του.
28
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2006/114, όσον αφορά την προστασία των εμπορευομένων, εννοεί την παραπλανητική διαφήμιση και τη μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση ως δύο αυτοτελείς παραβάσεις, προκειμένου δε για την απαγόρευση και τη συναγωγή των εννόμων συνεπειών εκ της παραπλανητικής διαφημίσεως, δεν απαιτεί η διαφήμιση αυτή να είναι συγχρόνως και μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση.
Επί των δικαστικών εξόδων
29
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:
Η οδηγία 2006/114/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όσον αφορά την προστασία των εμπορευομένων, εννοεί την παραπλανητική διαφήμιση και τη μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση ως δύο αυτοτελείς παραβάσεις, προκειμένου δε για την απαγόρευση και τη συναγωγή των εννόμων συνεπειών εκ της παραπλανητικής διαφημίσεως, δεν απαιτεί η διαφήμιση αυτή να είναι συγχρόνως και μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασία: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy