ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 11ης Δεκεμβρίου 2014 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Γεωργία — Κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 — Άρθρα 4, παράγραφος 1, και 13 — Κανονισμός (ΕΟΚ) 2220/85 — Άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ — Επιστροφές κατά την εξαγωγή — Προκαταβολή της επιστροφής — Προϋποθέσεις αποδεσμεύσεως της εγγυήσεως που έχει συσταθεί για τη διασφάλιση της επιστροφής της προκαταβολής»
Στην υπόθεση C‑128/13,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal da Relação de Lisboa (Πορτογαλία) με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Μαρτίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
Cruz & Companhia Lda
κατά
Instituto de Financiamento da Agricultura e Pescas IP (IFAP),
Caixa Central – Caixa Central de Crédito Agrícola Mútuo CRL,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. Von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, C. Vajda (εισηγητή), A. Rosas, E. Juhász και D. Šváby, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Ιουνίου 2014,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Cruz & Companhia Lda, εκπροσωπούμενη από τους B. Lacerda, R. Freitas και J. Freitas, advogados,
—
η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes και M. Folgado Moreno,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Guerra e Andrade και Δ. Τριανταφύλλου καθώς και από την M. Afonso,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/94 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1994 (ΕΕ L 191, σ. 5, στο εξής: κανονισμός 3665/87), και του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 205, σ. 5), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3403/93 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 310, σ. 4, στο εξής: κανονισμός 2220/85).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Cruz & Companhia Lda (στο εξής: Cruz & Companhia), αφενός, και του Instituto de Financiamento da Agricultura e Pescas IP (IFAP) και της Caixa Central – Caixa Central de Crédito Agrícola Mútuo CRL (στο εξής: CCAM), αφετέρου, σχετικά με την άρνηση αποδεσμεύσεως τραπεζικής εγγυήσεως που εξασφαλίζει την επιστροφή του προκαταβληθέντος έναντι επιστροφής κατά την εξαγωγή ποσού για εξαγωγές οίνου που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 1995, και την ενεργοποίηση της εν λόγω τραπεζικής εγγυήσεως.
Το νομικό πλαίσιο
3
Το άρθρο 56 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 84, σ. 1), προέβλεπε τα εξής:
«1. Κατά το μέτρο που απαιτείται για να καταστεί δυνατή η οικονομικά αξιόλογη εξαγωγή των προϊόντων [που υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών στον αμπελοοινικό τομέα], βάσει των τιμών των προϊόντων αυτών στο διεθνές εμπόριο, η διαφορά μεταξύ των τιμών αυτών και των τιμών της Κοινότητας μπορεί να καλύπτεται από μια επιστροφή στην εξαγωγή. [...]
2. Η επιστροφή είναι η ίδια για όλη την Κοινότητα. Επιτρέπεται η διαφοροποίησή της ανάλογα με τον τόπο προορισμού.
Η καθορισμένη επιστροφή χορηγείται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου.
3. Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και με ειδική πλειοψηφία, θεσπίζει τους γενικούς κανόνες που αφορούν τη χορήγηση και τον εκ των προτέρων καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή, καθώς και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους αυτών.
4. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με την προβλεπομένη στο άρθρο 83 διαδικασία.
[...]»
4
Το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 822/87 είχε ως εξής:
«Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που κατέχουν για την άσκηση του επαγγέλματός τους προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 [περιλαμβανομένων των προϊόντων που συνδέονται με τον οίνο, όπως εν προκειμένω], και ιδίως οι παραγωγοί, οι εμφιαλωτές, οι μεταποιητές, καθώς και οι έμποροι που θα καθοριστούν, έχουν την υποχρέωση να τηρούν βιβλία, στα οποία αναγράφονται ιδιαιτέρως οι εισερχόμενες και εξερχόμενες ποσότητες των εν λόγω προϊόντων.»
5
Οι κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα είχαν θεσπιστεί από την Επιτροπή με τον κανονισμό 3665/87.
6
Η τρίτη, η τέταρτη και η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87 όριζαν τα εξής:
«[...] ότι οι γενικοί κανόνες που θεσπίσθηκαν από το Συμβούλιο προβλέπουν ότι η επιστροφή πληρώνεται όταν έχει προσκομισθεί απόδειξη ότι τα προϊόντα έχουν εξαχθεί εκτός της Κοινότητας·[...]
[...] ότι ορισμένες εξαγωγές είναι δυνατόν να επιτρέψουν καταχρήσεις· ότι για να αποφευχθούν τέτοιες καταχρήσεις πρέπει, για τις ενέργειες αυτές, η πληρωμή της επιστροφής να υπόκειται στην προϋπόθεση ότι το προϊόν έχει εγκαταλείψει το γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητος και επιπλέον στην προϋπόθεση ότι το προϊόν έχει εισαχθεί σε μια τρίτη χώρα και, ενδεχομένως, έχει πραγματικά διατεθεί στην αγορά της τρίτης χώρας·
[...]
[…] για να διευκολυνθούν οι εξαγωγείς στη χρηματοδότηση των εξαγωγών τους, πρέπει να εξουσιοδοτηθούν τα κράτη μέλη να τους προκαταβάλουν, αμέσως μετά την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής, όλο ή μέρος του ποσού της επιστροφής, με την επιφύλαξη της συστάσεως εγγυήσεως ώστε να εξασφαλίζεται επιστροφή αυτής της προκαταβολής στην περίπτωση που αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι δεν έπρεπε να πληρωθεί η επιστροφή».
7
Κατά το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 5 και 16, η πληρωμή της επιστροφής εξαρτάται από την προσκόμιση της απόδειξης ότι τα προϊόντα για τα οποία έγινε αποδεκτή η διασάφηση εξαγωγής εγκατέλειψαν ως έχουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας το αργότερο σε προθεσμία 60 ημερών από την αποδοχή αυτή.»
8
Το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 προέβλεπε:
«Καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και, αν τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή, όταν η χρησιμοποίησή τους γι’ αυτόν τον σκοπό αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους.»
9
Το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 3665/87 όριζε τα εξής:
«Ως αποδεικτικό στοιχείο της διεκπεραιώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων που αφορούν τη διάθεση στην κατανάλωση κατ’ επιλογή του εξαγωγέα προσκομίζεται ένα από τα παρακάτω έγγραφα:
[...]
β)
βεβαίωση εκφόρτωσης και εισαγωγής που συντάσσεται από εταιρεία η οποία έχει ειδικευθεί σε διεθνές επίπεδο σε θέματα ελέγχου και εποπτείας και έχει αναγνωρισθεί από ένα κράτος μέλος σύμφωνα με τους ελάχιστους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 4. Στη σχετική βεβαίωση πρέπει να αναγράφονται οι ημερομηνίες και ο αριθμός του τελωνειακού εγγράφου της θέσεως στην κατανάλωση.»
10
Το άρθρο 22 του κανονισμού 3665/87, περιλαμβανόμενο στο κεφάλαιο 2, με τίτλο «Προκαταβολή της επιστροφής σε περίπτωση άμεσης εξαγωγής», όριζε τα εξής:
«1. Κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα, τα κράτη μέλη προκαταβάλλουν ολόκληρο ή μέρος του ποσού της επιστροφής, αφού γίνει αποδεκτή η διασάφηση εξαγωγής, υπό τον όρο ότι συστήνεται εγγύηση της οποίας το ποσό είναι ίσο με το ποσό της προκαταβολής αυτής προσαυξημένο κατά 15 %. Τα κράτη μέλη μπορούν να προσδιορίζουν τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατό να ζητηθεί η προκαταβολή μέρους της επιστροφής.
2. Το ποσό της προκαταβολής υπολογίζεται λαμβανομένου υπόψη του ύψους της επιστροφής που εφαρμόζεται για τον δηλωθέντα προορισμό και, κατά περίπτωση, διορθώνεται σύμφωνα με τα άλλα ποσά που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία.»
11
Το άρθρο 33, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 προέβλεπε τα εξής:
«Όταν έχει προσκομισθεί η απόδειξη ως προς το δικαίωμα επιστροφής για τα προϊόντα που γίνονται δεκτά να τύχουν των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, το εν λόγω ποσό αποτελεί αντικείμενο συμψηφισμού με το ποσό που προκαταβλήθηκε. Όταν το οφειλόμενο ποσό για την εξαχθείσα ποσότητα είναι μεγαλύτερο από εκείνο που προκαταβλήθηκε, η διαφορά πληρώνεται στον ενδιαφερόμενο.
Όταν το οφειλόμενο ποσό για την εξαχθείσα ποσότητα είναι μικρότερο από εκείνο που προκαταβλήθηκε, ιδίως σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 2, η αρμόδια αρχή κινεί χωρίς καθυστέρηση τη διαδικασία του άρθρου 29 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 για να συμπληρωθεί από τον εμπορευόμενο η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσών, προσαυξημένη κατά 20 %.»
12
Ο κανονισμός 2220/85 θέσπιζε τις διατάξεις που ρύθμιζαν τις εγγυήσεις που έπρεπε να παρασχεθούν, ιδίως, είτε δυνάμει του κανονισμού 822/87 είτε δυνάμει των κανονισμών εφαρμογής αυτού.
13
Περιλαμβανόμενο στον τίτλο IV που επιγράφεται «Προκαταβολές», το άρθρο 19 του κανονισμού 2220/85 όριζε τα εξής:
«1. Η εγγύηση αποδεσμεύεται όταν:
α)
έχει εδραιωθεί το δικαίωμα προς απόληψη του ποσού που έχει χορηγηθεί,
ή
β)
έχει επιστραφεί το ποσό που χορηγήθηκε, επαυξημένο κατά το ποσοστό που προβλέπεται από την ειδική κοινοτική νομοθεσία.
2. Αμέσως, μόλις παρέλθει η προθεσμία για την απόδειξη του δικαιώματος απόληψης του ποσού που χορηγήθηκε, χωρίς να έχει παρασχεθεί η απόδειξη, η αρμόδια αρχή ακολουθεί τη διαδικασία του άρθρου 29.
[...]»
14
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2238/93 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1993, περί των συνοδευτικών εγγράφων κατά τη μεταφορά αμπελοοινικών προϊόντων και των βιβλίων που πρέπει να τηρούνται στον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ L 200, σ. 10), προέβλεπε τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 71 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 όσον αφορά τα συνοδευτικά έγγραφα των προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΕ L 76, σ. 1)] και καθορίζει:
α)
τους κανόνες σχετικά με τη βεβαίωση της ονομασίας προελεύσεως για τους οίνους ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένη περιοχή και με τη βεβαίωση προελεύσεως για τους επιτραπέζιους οίνους που έχουν δικαίωμα αναγραφής γεωγραφικής ένδειξης στα συνοδευτικά έγγραφα κατά τη μεταφορά τους, έγγραφα τα οποία συντάσσονται ομοίως δυνάμει των κοινοτικών διατάξεων που βασίζονται στην οδηγία [92/12]·
β)
τους κανόνες σχετικά με την κατάρτιση των συνοδευτικών εγγράφων κατά τη μεταφορά αμπελοοινικών προϊόντων, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87:
—
στο εσωτερικό κράτους μέλους, εφόσον οι μεταφορές αυτές δεν συνοδεύονται από έγγραφο προβλεπόμενο στις κοινοτικές διατάξεις που βασίζονται στην οδηγία [92/12]·
—
κατά την εξαγωγή προς τρίτη χώρα
—
κατά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές εφόσον
—
η μεταφορά πραγματοποιείται από ένα μικρό παραγωγό απαλλασσόμενο από το κράτος μέλος όπου ξεκινά η μεταφορά να καταρτίσει ένα απλοποιημένο συνοδευτικό έγγραφο
ή
—
πρόκειται για μεταφορά προϊόντος του αμπελοοινικού τομέα το οποίο δεν υπόκειται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης·
γ)
συμπληρωματικές διατάξεις για την κατάρτιση:
—
του διοικητικού συνοδευτικού εγγράφου ή του εμπορικού συνοδευτικού εγγράφου που χρησιμοποιείται προς αντικατάστασή του,
—
του απλοποιημένου συνοδευτικού εγγράφου ή του εμπορικού συνοδευτικού εγγράφου που χρησιμοποιείται προς αντικατάστασή του,
που προορίζεται να συνοδεύει τις μεταφορές προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87.
2. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει επιπλέον κανόνες σχετικούς με την τήρηση των βιβλίων εισόδου και εξόδου από άτομα τα οποία για την άσκηση του επαγγέλματός τους έχουν στην κατοχή τους προϊόντα του αμπελοοινικού τομέα.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15
Η Cruz & Companhia είναι εμπορική εταιρία που ασχολείται με την εμπορία οίνων, αποσταγμάτων και των παραγώγων τους, περιλαμβανομένης της παραγωγής, της αποθηκεύσεως και της αγοράς προς μεταπώληση. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της, η εταιρία αυτή εξήγαγε οίνο στην Αγκόλα σε χαμηλότερη τιμή από αυτήν που θα είχε επιτύχει αν είχε πωλήσει τον οίνο εντός της αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
16
Τον Ιούνιο του 1995, η Cruz & Companhia ζήτησε από το Instituto Nacional de Intervenção e Garantia Agrícola (στο εξής: INGA) την προκαταβολή της επιστροφής. Προς τον σκοπό αυτό προσκόμισε το έγγραφο αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, την απόδειξη ότι τα προϊόντα είχαν εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εντός προθεσμίας 60 ημερών από της αποδοχής αυτής, καθώς και τραπεζική εγγύηση που είχε συσταθεί στο CCAM, στις 14 Ιουνίου 1995, της οποίας το ποσό ήταν ίσο με το ποσό της προκαταβολής της επιστροφής, προσαυξημένο κατά 15 %.
17
Στις 26 Ιουνίου 1995, η Cruz & Companhia έλαβε προκαταβολή της επιστροφής.
18
Μετά την πραγματοποίηση της εξαγωγής, η Cruz & Companhia προσκόμισε στο INGA τα σχετικά με την εξαγωγή έγγραφα, ήτοι τα τιμολόγια, το πιστοποιητικό, τη δήλωση περί της συνθέσεως των εμπορευμάτων, το επιλεγμένο δείγμα και τη δήλωση εισαγωγής.
19
Τα προϊόντα εισήλθαν στην τρίτη χώρα προορισμού και εκτελωνίστηκαν.
20
Το INGA ουδέποτε επέστρεψε την τραπεζική εγγύηση στην Cruz & Companhia.
21
Κατόπιν ελέγχου της κανονικότητας των εξαγωγών οίνου που πραγματοποίησε η Cruz & Companhia, το INGA διέταξε με απόφαση της 29ης Ιουλίου 2004 την επιστροφή του ποσού που εισέπραξε η Cruz & Companhia ως επιστροφή κατά την εξαγωγή, εντός προθεσμίας 30 ημερών, ώστε να μην κινηθούν οι αναγκαίοι για την εκτέλεση της τραπεζικής εγγυήσεως μηχανισμοί.
22
Η Cruz & Companhia, η οποία δεν προέβη εκουσίως στην πληρωμή του αιτουμένου ποσού, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunal Administrativo e Fiscal de Viseu κατά της αποφάσεως του INGA της 29ης Ιουλίου 2004. Στις 25 Ιουλίου 2008, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Cruz & Companhia ως αβάσιμη.
23
Η Cruz & Companhia άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal Central Administrativo do Norte. Με απόφαση της 9ης Ιουλίου 2009, η οποία απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του Tribunal Administrativo e Fiscal de Viseu.
24
Η Cruz & Companhia άσκησε ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου αναίρεση κατά του IFAP, οργανισμού που διαδέχθηκε το INGA, και του CCAM επιδιώκοντας να διαπιστωθεί ότι το αντικείμενο της τραπεζικής εγγυήσεως εξέλιπε στις 31 Αυγούστου 1995, ημερομηνία της προσκομίσεως των εγγράφων που αποδείκνυαν την είσοδο των προϊόντων στην Αγκόλα, και ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η ενεργοποίηση από τον IFAP της τραπεζικής εγγυήσεως ήταν παράνομη και καταχρηστική. Ομοίως, η Cruz & Companhia ζήτησε να υποχρεωθεί το CCAM να μην πληρώσει στον IFAP την επίδικη τραπεζική εγγύηση καθώς και την πληρωμή από τον IFAP των ποσών που αυτή ζήτησε, ως αποζημίωση.
25
Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου τέθηκε το ερώτημα αν είχε εδραιωθεί δικαίωμα προς λήψη του ποσού της επιστροφής που είχε χορηγηθεί και, κατά συνέπεια, αν έπρεπε να αποδεσμευθεί η εγγύηση για την εξασφάλιση της επιστροφής του ποσού της προκαταβολής, εφόσον ο εξαγωγέας προσκόμισε το έγγραφο αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής και την απόδειξη ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εντός προθεσμίας 60 ημερών και εισήλθαν στην τρίτη χώρα προορισμού ή αν ήταν, επιπλέον, αναγκαίο να διαπιστωθεί ότι τα εισπραχθέντα ως προκαταβολή της επιστροφής ποσά οφείλονταν.
26
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal da Relação de Lisboa αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει η συσταθείσα σε περίπτωση προκαταβολής της επιστροφής εγγύηση να θεωρείται αποδεσμευθείσα αν διαπιστώνεται ότι ο εξαγωγέας προσκόμισε τα έγγραφα σχετικά με την αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής και την απόδειξη περί της εξαγωγής των προϊόντων από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εντός προθεσμίας κατ’ ανώτατο όριο εξήντα ημερών υπολογιζομένων από την ημερομηνία της εν λόγω αποδοχής;
2)
Κατά μείζονα λόγο, αν ο εξαγωγέας απέδειξε επίσης ότι προέβη σε εκτελωνισμό των εν λόγω προϊόντων στην τρίτη χώρα εισαγωγής;
3)
Ή πρέπει, αντιθέτως, να θεωρείται ότι, επιπλέον της διαπιστώσεως αυτών των προϋποθέσεων, η αποδέσμευση της εγγυήσεως προϋποθέτει ότι το κράτος δεν δικαιούται –για οποιοδήποτε λόγο που έχει σχέση με πλημμέλειες κατά την εξαγωγή– να ανακτήσει την προκαταβληθείσα επιστροφή;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
27
Με τα ερωτήματά του, που πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2220/85 έχει την έννοια ότι η εγγύηση την οποία παρέσχε εξαγωγέας για να διασφαλιστεί η επιστροφή της προκαταβολής που έχει εισπραχθεί έναντι επιστροφής κατά την εξαγωγή πρέπει να θεωρείται αποδεσμευθείσα αφ’ ης στιγμής διαπιστώνεται ότι ο εξαγωγέας προσκόμισε τα σχετικά με την αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής έγγραφα, την απόδειξη ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εντός προθεσμίας 60 ημερών από την εν λόγω αποδοχή, καθώς και την απόδειξη του εκτελωνισμού των εν λόγω προϊόντων εντός της τρίτης χώρας εισαγωγής.
28
Προκαταρκτικώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού 3665/87, κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προκαταβάλουν ολόκληρο ή μέρος του ποσού της επιστροφής, αφού γίνει αποδεκτή η διασάφηση εξαγωγής, υπό τον όρο ότι συστήνεται εγγύηση.
29
Ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εν λόγω εγγύηση πρέπει να αποδεσμεύεται, παρατηρείται ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2220/85, που περιλαμβάνεται στον τίτλο IV που επιγράφεται «Προκαταβολές», προβλέπει ότι η εγγύηση αποδεσμεύεται αν έχει εδραιωθεί το δικαίωμα προς λήψη του ποσού που έχει χορηγηθεί.
30
Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, η Cruz & Companhia φρονεί ότι η συσταθείσα εγγύηση διασφαλίζει την πραγματοποίηση της εξαγωγής ως προς την οποία είχε προκαταβληθεί η επιστροφή το δε προϊόν έφθασε στη χώρα προορισμού και διατέθηκε στην αγορά εντός της χώρας αυτής, εντός των ταχθεισών προθεσμιών. Αναφερόμενη στον συνδυασμό των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 18, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 3665/87, υποστηρίζει ότι η εγγύηση πρέπει να αποδεσμεύεται εφόσον ο εξαγωγέας προσκομίζει το πιστοποιητικό εκτελωνισμού, διότι, από της προσκομίσεως αυτής, το δικαίωμα για επιστροφή καθίσταται οριστικό.
31
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 προκύπτει ότι η πληρωμή της επιστροφής εξαρτάται από την προσκόμιση της αποδείξεως ότι τα προϊόντα για τα οποία έγινε δεκτή η διασάφηση εξαγωγής εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης το αργότερο εντός 60 ημερών από την αποδοχή αυτή.
32
Η διάταξη αυτή δεν κάνει καμία μνεία περί δικαιώματος προς λήψη της επιστροφής αυτής.
33
Όπως προκύπτει από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87, η συσταθείσα δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού αυτού εγγύηση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της επιστροφής της προκαταβολής σε περίπτωση που αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι η επιστροφή δεν έπρεπε να καταβληθεί.
34
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 13 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και, αν τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή, όταν η χρησιμοποίησή τους γι’ αυτόν τον σκοπό αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους.
35
Όσον αφορά την «υγιή, ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα», πρέπει να τονιστεί κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1, που επιγράφεται «Δικαίωμα επιστροφής», του τίτλου 2, που επιγράφεται «Εξαγωγές προς τρίτες χώρες», του κανονισμού αυτού, πράγμα που αποδεικνύει ότι η «υγιής, ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα» του εξαγομένου προϊόντος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση απαιτούμενη για τη χορήγηση των επιστροφών (βλ. απόφαση Fleisch‑Winter, C‑309/04, EU:C:2005:732, σκέψη 28).
36
Από το εν λόγω άρθρο 13 προκύπτει επίσης ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξακριβώνουν αν τα εξαγόμενα προς τις τρίτες χώρες προϊόντα είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑54/95, EU:C:1999:11, σκέψη 49).
37
Με τις εν λόγω γραπτές παρατηρήσεις, η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατόπιν ελέγχου των δραστηριοτήτων της Cruz & Companhia, διαπιστώθηκε ότι ο εξαγωγέας αυτός δεν τηρούσε τα υποχρεωτικά βιβλία που προβλέπει η ειδική νομοθεσία.
38
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 822/87 προβλέπει ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που κατέχουν για την άσκηση του επαγγέλματός τους προϊόντα του αμπελοοινικού τομέα εκ των αναφερομένων στο άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, και ιδίως οι παραγωγοί, οι εμφιαλωτές, οι μεταποιητές, καθώς και οι έμποροι που θα καθοριστούν, έχουν την υποχρέωση να τηρούν βιβλία στα οποία αναγράφονται ιδιαιτέρως οι εισερχόμενες και εξερχόμενες ποσότητες των εν λόγω προϊόντων.
39
Επιπλέον, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2238/93 προκύπτει ότι αυτός θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 71 του κανονισμού 822/87 όσον αφορά τα συνοδευτικά έγγραφα των προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα.
40
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν ο εξαγωγέας δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωση τηρήσεως των βιβλίων σύμφωνα με τους κανονισμούς 822/87 και 2238/93, πράγμα το οποίο απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει, τα κράτη μέλη στερούνται της δυνατότητας να ελέγξουν αν τα εξαχθέντα προς τις τρίτες χώρες προϊόντα είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη δυνάμει του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 και, κατά συνέπεια, να βεβαιωθούν για την τήρηση των προϋποθέσεων που συνδέονται με το σύστημα προκαταβολής της επιστροφής κατά την εξαγωγή.
41
Κατά πάγια νομολογία, ο εξαγωγέας είναι αυτός που οφείλει να υποστεί τις συνέπειες της μη τηρήσεως των υποχρεώσεων που συνεπάγεται το σύστημα προχρηματοδοτήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή (βλ., ως προς την ερμηνεία του άρθρου 33, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, απόφαση Groupe Limagrain Holding, C‑402/10, EU:C:2011:704, σκέψη 52).
42
Στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2220/85 έχει την έννοια ότι η παρασχεθείσα από εξαγωγέα εγγύηση για την εξασφάλιση της επιστροφής της προκαταβολής που εισπράχθηκε έναντι επιστροφής κατά την εξαγωγή δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει εξαλειφθεί ακόμη και αν αποδεικνύεται ότι ο εξαγωγέας προσκόμισε τα σχετικά με την αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής έγγραφα, την απόδειξη ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης το αργότερο εντός προθεσμίας 60 ημερών από την αποδοχή αυτή, καθώς και την απόδειξη του εκτελωνισμού των προϊόντων αυτών στην τρίτη χώρα εισαγωγής, αν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της επιστροφής, ιδίως η προϋπόθεση της υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας των εξαχθέντων προϊόντων, που προβλέπει το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, δεν πληρούνται.
Επί των δικαστικών εξόδων
43
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3403/93 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1993, έχει την έννοια ότι η παρασχεθείσα από εξαγωγέα εγγύηση για την εξασφάλιση της επιστροφής της προκαταβολής που εισπράχθηκε έναντι επιστροφής κατά την εξαγωγή δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει εξαλειφθεί ακόμη και αν αποδεικνύεται ότι ο εξαγωγέας προσκόμισε τα σχετικά με την αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής έγγραφα, την απόδειξη ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αργότερο εντός προθεσμίας 60 ημερών από την αποδοχή αυτή, καθώς και την απόδειξη του εκτελωνισμού των προϊόντων αυτών στην τρίτη χώρα εισαγωγής, αν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της επιστροφής, ιδίως η προϋπόθεση της υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας των εξαχθέντων προϊόντων, που προβλέπει το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/94 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1994, δεν πληρούνται.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Full & Egal Universal Law Academy