ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 26ης Φεβρουαρίου 2015 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 2000/78/ΕΚ — Ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας — Άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο αʹ — Άρθρο 6, παράγραφος 1 — Διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη στην ηλικία — Εθνική ρύθμιση προβλέπουσα τη μη καταβολή αποζημιώσεως λόγω απολύσεως στους εργαζομένους οι οποίοι δικαιούνται, κατά τον χρόνο της απολύσεώς τους, σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος»
Στην υπόθεση C‑515/13,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Østre Landsret (Δανία), με απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Σεπτεμβρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
Ingeniørforeningen i Danmark, ενεργούσα για λογαριασμό του Poul Landin,
κατά
Tekniq, ενεργούσας για λογαριασμό της ENCO A/S — VVS,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, A. Arabadjiev (εισηγητή) και J. L. da Cruz Vilaça, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: I. Illéssy, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Οκτωβρίου 2014,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Ingeniørforeningen i Danmark, ενεργούσα για λογαριασμό του Poul Landin, εκπροσωπούμενη από τον K. Schioldann, advokat,
—
η Tekniq, ενεργούσα για λογαριασμό της ENCO A/S — VVS, εκπροσωπούμενη από τους C. Ketelsen και T. Lind-Larsen, advokaterne,
—
η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Wolff, καθώς και από τους C. Thorning και U. Melgaard,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Clausen και τον D. Martin,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επαγγελματικής ενώσεως Ingeniørforeningen i Danmark, ενεργούσας για λογαριασμό του Poul Landin, και της εργοδοτικής ενώσεως Tekniq, ενεργούσας για λογαριασμό της ENCO A/S — VVS, σχετικά με την απόρριψη εκ μέρους της Tekniq του αιτήματος του P. Landin να του καταβληθεί ειδική αποζημίωση απολύσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 2000/78
3
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, «σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη».
4
Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
α)
συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο.
[...]»
5
Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:
α)
την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,
β)
τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση,
[...]
2. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού για τα καθεστώτα αυτά διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζόμενους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου.»
Το δανικό δίκαιο
6
Ο νόμος περί μισθωτών [lov om retsforholdet mellem arbejdsgivere og funktionærer (funktionærloven), στο εξής: νόμος περί μισθωτών] περιλαμβάνει, στο άρθρο του 2a, τις ακόλουθες διατάξεις σχετικά με την ειδική αποζημίωση απολύσεως:
«1. Σε περίπτωση απολύσεως μισθωτού εργαζομένου ο οποίος έχει απασχοληθεί ανελλιπώς στην ίδια επιχείρηση επί 12, 15 ή 18 έτη, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο κατά την αποχώρησή του ποσό αποζημιώσεως ίσο προς έναν, δύο ή τρεις μηνιαίους μισθούς αντιστοίχως.
2. Η διάταξη της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που ο εργαζόμενος δικαιούται συντάξεως γήρατος βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του.
3. Δεν οφείλεται αποζημίωση απολύσεως σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του, πρόκειται να λάβει σύνταξη γήρατος καταβαλλόμενη από τον εργοδότη και ο εργαζόμενος είχε υπαχθεί στο οικείο πρόγραμμα συνταξιοδοτήσεως προ της συμπληρώσεως του πεντηκοστού έτους της ηλικίας του.
4. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 δεν έχουν εφαρμογή αν συλλογική σύμβαση διέπει, από 1ης Ιουλίου 1996, το ζήτημα της μειώσεως ή της μη χορηγήσεως της αποζημιώσεως απολύσεως λόγω της καταβολής συντάξεως γήρατος από τον εργοδότη.
5. Η διάταξη της παραγράφου 1 εφαρμόζεται επίσης mutatis mutandis σε περίπτωση απολύσεως άνευ σπουδαίου λόγου.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
7
Ο P. Landin, γεννηθείς στις 24 Νοεμβρίου 1944, προσελήφθη στις 11 Ιανουαρίου 1999 ως μηχανικός κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του νόμου περί μισθωτών.
8
Όταν συμπλήρωσε ηλικία 65 ετών, στις 24 Νοεμβρίου 2009, ζήτησε να αναβληθεί η καταβολή της συντάξεως γήρατος βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος, προκειμένου ο ίδιος να λάβει αργότερα μεγαλύτερη σύνταξη.
9
Στις 30 Νοεμβρίου 2011 η εναγομένη της κύριας δίκης κοινοποίησε στον P. Landin, ηλικίας τότε 67 ετών, την απόφασή της να τον απολύσει με προειδοποίηση έξι μηνών, στο τέλος του μηνός Μαΐου 2012, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί μισθωτών, λαμβανομένης υπόψη της αρχαιότητάς του στην εργασία.
10
Δεδομένου ότι ο P. Landin, που είχε ηλικία άνω των 65 ετών, εδικαιούτο σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος, η εναγομένη της κύριας δίκης δεν του κατέβαλε την ειδική αποζημίωση απολύσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 2a, παράγραφος 1, του νόμου περί μισθωτών, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2a, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, ο μισθωτός που δικαιούται σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συστήματος χάνει το δικαίωμα να λάβει την αποζημίωση την οποία προβλέπει η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου 2a, ακόμα και αν συνεχίσει να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα και ακόμα και αν έχει ζητήσει την αναβολή της καταβολής τής εν λόγω συντάξεως.
11
Ο P. Landin εργάστηκε καθ’ όλη την περίοδο προειδοποιήσεως και, κατά τη λήξη της, ανέλαβε εργασία ως μηχανικός ψεκασμού σε νέο εργοδότη υπό τους συνήθεις όρους που ισχύουν στην αγορά και σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί μισθωτών.
12
Άσκησε τότε αγωγή ζητώντας την ειδική αποζημίωση απολύσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 2a, παράγραφος 1, του νόμου περί μισθωτών, προβάλλοντας ότι η άρνηση καταβολής της αντιβαίνει προς το δίκαιο της Ένωσης.
13
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Østre Landsret (αρμόδιο δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει η απαγόρευση αμέσων διακρίσεων λόγω ηλικίας, που επιβάλλεται με τα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας [2000/78], την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να διατηρεί σε ισχύ νομική ρύθμιση στο πλαίσιο της οποίας ο εργοδότης, όταν καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας εργαζομένου ο οποίος έχει απασχοληθεί αδιαλείπτως στην ίδια επιχείρηση επί 12, 15 ή 18 έτη, υποχρεούται να καταβάλει κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως ποσό ίσο προς έναν, δύο ή τρεις μηνιαίους μισθούς, αντιστοίχως, αλλά η οποία ορίζει ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν οφείλεται στην περίπτωση που ο εργαζόμενος, αμέσως μετά την καταγγελία και τη λύση της συμβάσεως εργασίας του, δικαιούται να λάβει σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
14
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να διαπιστωθεί, καταρχάς, αν προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών διαφορετική μεταχείριση, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
15
Εν προκειμένω, το άρθρο 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών έχει ως συνέπεια να αποστερεί από ορισμένους εργαζόμενους το δικαίωμα για ειδική αποζημίωση απολύσεως, τούτο δε απλώς και μόνον επειδή μπορούν να λάβουν, κατά τον χρόνο της απολύσεώς τους, σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι για την άσκηση του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως απαιτείται η συμπλήρωση ενός ελάχιστου ορίου ηλικίας, καθοριζόμενου σε 65 έτη για τους γεννηθέντες πριν από το έτος 1954 εργαζόμενους. Με τον τρόπο αυτόν, η ως άνω διάταξη στηρίζεται σε κριτήριο που συνδέεται αρρήκτως με την ηλικία των μισθωτών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, C‑499/08, EU:C:2010:600, σκέψη 23).
16
Κατά συνέπεια, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση ευθέως συνδεόμενη με την ηλικία υπό την έννοια του άρθρου 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78.
17
Στη συνέχεια, πρέπει να εξετασθεί εάν η διαφορετική αυτή μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί.
18
Πράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 ορίζει περαιτέρω ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η λόγω ηλικίας άνιση μεταχείριση δεν συνιστά δυσμενή διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικώς και ευλόγως από την επιδίωξη θεμιτού σκοπού, ιδίως δε από θεμιτούς σκοπούς της πολιτικής στον τομέα της απασχολήσεως, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής καταρτίσεως, και εφόσον τα μέσα επιτεύξεως του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία (απόφαση Schmitzer, C‑530/13, EU:C:2014:2359, σκέψη 37).
19
Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι τα κράτη μέλη έχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στην επιλογή όχι μόνον της επιδιώξεως ενός συγκεκριμένου σκοπού, μεταξύ άλλων, στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής της απασχολήσεως, αλλά και στον καθορισμό των μέτρων μέσω των οποίων μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός (αποφάσεις Specht κ.λπ., C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Schmitzer, EU:C:2014:2359, σκέψη 38).
20
Όσον αφορά την εκτίμηση του κατά πόσον ο σκοπός που επιδιώκεται με την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρύθμιση είναι θεμιτός, αφενός, επιβάλλεται η επισήμανση ότι σκοπός της ειδικής αποζημιώσεως απολύσεως είναι, όπως διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο αναφερόμενο στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου περί μισθωτών, να διευκολύνει τη μετάβαση σε νέα θέση απασχολήσεως εργαζομένων προχωρημένης ηλικίας οι οποίοι έχουν πολυετή προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη. Αφετέρου, μολονότι βούληση του νομοθέτη ήταν να περιορίσει την καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως σε όσους εργαζόμενους δεν μπορούν να λάβουν σύνταξη γήρατος, κατά τον χρόνο της απολύσεώς τους, εντούτοις, από τις μνημονευθείσες από το αιτούν δικαστήριο προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου προκύπτει ότι ο περιορισμός αυτός στηρίζεται στο σκεπτικό ότι οι συνταξιοδοτούμενοι έχουν κατά κανόνα αποφασίσει να αποσυρθούν από την αγορά εργασίας (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 27).
21
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας, με τον περιορισμό που τίθεται στο άρθρο 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών αποσκοπείται να διασφαλίζεται ότι οι εργοδότες δεν θα καταβάλλουν διπλή αποζημίωση στους απολυόμενους εργαζόμενους με πολυετή προϋπηρεσία, μη εξυπηρετούσα κανένα σκοπό στον τομέα της πολιτικής της απασχολήσεως.
22
Ο σκοπός της προστασίας των εργαζομένων με πολυετή προϋπηρεσία στην επιχείρηση και της ενισχύσεως για την επαγγελματική επανένταξή τους ο οποίος επιδιώκεται με την ειδική αποζημίωση απολύσεως εμπίπτει στην κατηγορία των θεμιτών σκοπών της πολιτικής στον τομέα της απασχολήσεως και της αγοράς εργασίας υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 (απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 29).
23
Κατά τη διάταξη αυτή, οι ως άνω σκοποί μπορούν να δικαιολογούν, κατά παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, διαφορετική μεταχείριση ιδίως ως προς «την καθιέρωση ειδικών συνθηκών […] για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για […] τους ηλικιωμένους [εργαζομένους] […], προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους».
24
Κατά συνέπεια, σκοποί όπως οι επιδιωκόμενοι με την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση πρέπει να λογίζονται, καταρχήν, ως δικαιολογούντες «αντικειμενικά και λογικά», «στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου», όπως ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας (απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 31).
25
Πέραν τούτου, πρέπει να ελέγχεται, σύμφωνα με το γράμμα της ανωτέρω διατάξεως, αν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των σκοπών αυτών είναι «πρόσφορα και αναγκαία». Επιβάλλεται, εν προκειμένω, να εξεταστεί αν το άρθρο 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών καθιστά δυνατή την επίτευξη των επιδιωκόμενων από τον νομοθέτη σκοπών στους τομείς της εργασιακής πολιτικής, χωρίς ωστόσο να θίγει υπέρμετρα τα θεμιτά συμφέροντα όσων εργαζομένων αποκλείονται, συνεπεία της διατάξεως αυτής, από την καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως για τον λόγο ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος βάσει του γενικού συστήματος (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 32).
26
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέτρων που μπορούν να λάβουν προς επίτευξη των σκοπών τους στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής της απασχολήσεως. Πάντως, το περιθώριο αυτό εκτιμήσεως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά άνευ αντικειμένου την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας (απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27
Συγκεκριμένα, η καταβολή ειδικής αποζημιώσεως απολύσεως μόνο σε όσους εργαζομένους δεν πρόκειται να λάβουν, κατά τον χρόνο της απολύσεώς τους, σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συστήματος δεν στερείται προφανώς λογικής εφόσον ληφθεί υπόψη ο επιδιωκόμενος από τον νομοθέτη σκοπός της παροχής ενισχυμένης προστασίας σε όσους εργαζόμενους δεν μπορούν να αναζητήσουν ευχερώς νέα εργασία λόγω της αρχαιότητάς τους στην επιχείρηση. Το άρθρο 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών καθιστά επίσης δυνατό τον περιορισμό ενδεχόμενων καταχρήσεων, όπως η καταβολή αποζημιώσεως σε εργαζόμενο με σκοπό την ενίσχυσή του στην αναζήτηση νέας εργασίας μολονότι αυτός πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 34).
28
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι διάταξη όπως αυτή του άρθρου 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών δεν είναι προδήλως ακατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμιτού σκοπού στον τομέα της πολιτικής της απασχολήσεως.
29
Επιβάλλεται περαιτέρω να εξακριβωθεί αν το επίμαχο μέτρο βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός.
30
Από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία συνάγεται ότι ο νομοθέτης προέβη σε στάθμιση μεταξύ της προστασίας όσων εργαζομένων είναι, λόγω της αρχαιότητάς τους στην επιχείρηση, μεγαλύτεροι σε ηλικία και της προστασίας των νεότερων εργαζομένων, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα για ειδική αποζημίωση απολύσεως. Από τις παρατεθείσες από το αιτούν δικαστήριο προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου 1417, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία 2000/78, προκύπτει συναφώς ότι ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι η ειδική αποζημίωση απολύσεως, ως μέσο ενισχυμένης προστασίας μιας κατηγορίας εργαζομένων καθοριζόμενης βάσει της αρχαιότητάς τους στην υπηρεσία, συνιστά περίπτωση διαφορετικής μεταχειρίσεως εις βάρος των νεότερων εργαζομένων. Η Δανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, με τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της ειδικής αποζημιώσεως απολύσεως τον οποίο εισάγει το άρθρο 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών, επιτυγχάνεται να μην επεκταθεί πέραν αυτού που είναι αναγκαίο ένα μέτρο κοινωνικής προστασίας το οποίο δεν προορίζεται να έχει εφαρμογή στους νεότερους εργαζόμενους.
31
Επιπλέον, το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο έχει ως σκοπό να διασφαλίζεται, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και την ανάγκη περιστολής των καταχρήσεων, ότι η ειδική αποζημίωση απολύσεως θα καταβάλλεται μόνο στα άτομα για τα οποία προορίζεται, δηλαδή σε όσους επιθυμούν να παραμείνουν επαγγελματικώς ενεργοί, αλλά λόγω της ηλικίας τους αντιμετωπίζουν δυσκολίες για την εξεύρεση νέας εργασίας. Με το ίδιο μέτρο αποτρέπεται το ενδεχόμενο οι εργοδότες να υποχρεώνονται στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως απολύσεως προς όσους πρόκειται επιπροσθέτως να λάβουν σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συστήματος.
32
Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι το άρθρο 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών, καθόσον αποκλείει την καταβολή ειδικής αποζημιώσεως απολύσεως σε όσους εργαζόμενους πρόκειται να λάβουν, κατά τον χρόνο της απολύσεώς τους, σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συστήματος, δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών που επιχειρεί να συμβιβάσει (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 40).
33
Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί αν το ως άνω συμπέρασμα κλονίζεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή εξομοιώνει προς τα άτομα που πρόκειται όντως να λάβουν σύνταξη βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος εκείνα τα οποία έχουν απλώς δικαίωμα να λάβουν τέτοια σύνταξη (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 41).
34
Το άρθρο 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείει τη δυνατότητα χορηγήσεως της ειδικής αποζημιώσεως απολύσεως σε όλους τους εργαζόμενους που δικαιούνται, κατά την ημερομηνία της απολύσεώς τους, σύνταξη γήρατος βάσει του ως άνω γενικού συστήματος. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν ο αποκλεισμός αυτός βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου προς επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 43).
35
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και η Δανική Κυβέρνηση, ο αποκλεισμός αυτός στηρίζεται στο σκεπτικό ότι, κατά κανόνα, οι εργαζόμενοι αποχωρούν από την αγορά εργασίας όταν πληρούν τις προϋποθέσεις για να λάβουν σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Με βάση την εκτίμηση αυτή, η οποία στηρίζεται στην ηλικία, εργαζόμενος ο οποίος, καίτοι πληροί τις προϋποθέσεις για να του χορηγηθεί σύνταξη βάσει του γενικού συστήματος, επιθυμεί προσωρινώς να παραιτηθεί από το σχετικό δικαίωμα προκειμένου να συνεχίσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία δεν θα μπορεί να λάβει την ειδική αποζημίωση απολύσεως, σκοπός της οποίας ωστόσο είναι η προστασία του εργαζομένου αυτού. Συνεπώς, έχον ως θεμιτό σκοπό να αποφεύγεται η καταβολή της αποζημιώσεως αυτής σε όσους δεν αναζητούν νέα εργασία αλλά πρόκειται να λάβουν άλλο εισόδημα με τη μορφή συντάξεως γήρατος χορηγούμενης στο πλαίσιο του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος, το επίμαχο μέτρο έχει ως συνέπεια να στερεί από την αποζημίωση αυτή όσους απολυόμενους εργαζόμενους επιθυμούν να παραμείνουν στην αγορά εργασίας, για τον λόγο και μόνον ότι, λόγω ιδίως της ηλικίας τους, μπορούν να λάβουν τέτοια σύνταξη (βλ. απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, EU:C:2010:600, σκέψη 44).
36
Στη σκέψη 45 της αποφάσεως Ingeniørforeningen i Danmark (EU:C:2010:600), που αφορούσε το εν λόγω άρθρο 2a, παράγραφος 3, του νόμου περί μισθωτών, προβλέπον τον αποκλεισμό της ειδικής αποζημιώσεως απολύσεως όταν ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να λάβει, κατά την ημερομηνία απολύσεώς του, σύνταξη γήρατος καταβαλλόμενη από τον εργοδότη του, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή καθιστά δυσχερέστερη για έναν τέτοιο εργαζόμενο τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός του προς εργασία, διότι, κατά τη μετάβασή του σε μια νέα εργασιακή σχέση, στερείται από την αποζημίωση αυτή. Στη σκέψη 46 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπάρχει κίνδυνος να υποχρεώνονται οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι να αποδέχονται μειωμένη σύνταξη γήρατος, πράγμα το οποίο συνεπάγεται μακροπρόθεσμα σημαντική απώλεια εισοδημάτων σε βάρος τους.
37
Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διαφορά της κύριας δίκης διακρίνεται από αυτή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark (EU:C:2010:600).
38
Δεδομένου ότι η επίμαχη στην ως άνω υπόθεση σύνταξη γήρατος μπορούσε να καταβληθεί από την ηλικία των 60 ετών, κάθε εργαζόμενος που συμπλήρωνε την ηλικία αυτή την ημέρα της λύσεως της εργασιακής του σχέσεως μπορούσε να λάβει μόνο μειωμένη σύνταξη σε σχέση με αυτή την οποία θα ελάμβανε αν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία προκειμένου να θεμελιώσει αντίστοιχα συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Επομένως, διέτρεχε πράγματι τον κίνδυνο να υποστεί μείωση του ύψους της στο πλαίσιο πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.
39
Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία αφορά τον αποκλεισμό της ειδικής αποζημιώσεως απολύσεως σε περίπτωση που ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να λάβει, κατά την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής του σχέσεως, σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συστήματος. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας, η ως άνω σύνταξη γήρατος εξομοιώνεται με πρόσοδο χορηγούμενη όταν ο ενδιαφερόμενος συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο. Κατά την περίοδο από το 1999 μέχρι το 2023, η συνήθης ηλικία συνταξιοδοτήσεως είναι τα 65 έτη, αυξανόμενη προοδευτικώς στα 67 έτη μέχρι το 2027.
40
Πράγματι, διαπιστώνεται ότι ο κίνδυνος να υποστεί ο ενδιαφερόμενος μείωση της συντάξεώς του στο πλαίσιο πρόωρης συνταξιοδοτήσεως δεν αφορά καταρχήν τους εργαζομένους οι οποίοι, όπως ο P. Landin, ηλικίας 67 ετών κατά την ημερομηνία της απολύσεώς του, μπορούν να λάβουν σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συστήματος.
41
Επιπλέον, καθόσον η ειδική αποζημίωση απολύσεως είναι μια ενιαία αποζημίωση που αντιστοιχεί σε έναν, δύο ή τρεις μισθούς, διάταξη όπως η επίμαχη δεν φαίνεται ότι μπορεί να προκαλέσει μακροπροθέσμως απώλεια εισοδήματος.
42
Συναφώς, η διαφορά της κύριας δίκης διακρίνεται επίσης από αυτή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Dansk Jurist- og Økonomforbund (C‑546/11, EU:C:2013:603), η οποία αφορούσε τον αποκλεισμό του δικαιώματος των εργαζομένων που συμπληρώνουν ηλικία 65 ετών και δικαιούνται σύνταξη γήρατος να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις αποδοχές τους για διάστημα τριών ετών.
43
Τα ως άνω συμπεράσματα δεν κλονίζονται από το γεγονός ότι εργαζόμενοι όπως ο P. Landin, συνεχίζοντας να εργάζονται πέραν της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, μπορούν να επιτύχουν αύξηση του ύψους της συντάξεως γήρατος. Πρέπει πράγματι να σημειωθεί ότι, όπως τόνισε η Δανική Κυβέρνηση απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι δυνατή η καταβολή συντάξεως γήρατος βάσει του γενικού συστήματος παράλληλα με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Η καταβολή της συντάξεως αυτής μπορεί επίσης να ανασταλεί, προκειμένου να ασκήσει ο ενδιαφερόμενος μια τέτοια δραστηριότητα και να επιτύχει, με τον τρόπο αυτόν, αργότερα αύξηση του ύψους της συντάξεως αυτής.
44
Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρατίθενται στις σκέψεις 40 και 41 της παρούσας αποφάσεως, την ακρίβεια των οποίων εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, μέτρο όπως αυτό το οποίο προβλέπει το άρθρο 2a, παράγραφος 2, του νόμου περί μισθωτών δεν φαίνεται να θίγει υπέρμετρα τα έννομα συμφέροντα των εργαζομένων που συμπληρώνουν τη συνήθη ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
45
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει ότι, σε περίπτωση απολύσεως εργαζομένου ο οποίος έχει απασχοληθεί αδιαλείπτως στην ίδια επιχείρηση επί 12, 15 ή 18 έτη, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως ποσό ίσο προς έναν, δύο ή τρεις μηνιαίους μισθούς, αντιστοίχως, αλλά η οποία ορίζει ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν οφείλεται σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, κατά τον χρόνο της λύσεως της συμβάσεως εργασίας του, έχει τη δυνατότητα να λάβει σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως, καθόσον, αφενός, η σχετική ρύθμιση δικαιολογείται αντικειμενικώς και ευλόγως από θεμιτό σκοπό εργασιακής πολιτικής και πολιτικής στον τομέα της αγοράς της εργασίας και, αφετέρου, συνιστά πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι όντως αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.
Επί των δικαστικών εξόδων
46
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει ότι, σε περίπτωση απολύσεως εργαζομένου ο οποίος έχει απασχοληθεί αδιαλείπτως στην ίδια επιχείρηση επί 12, 15 ή 18 έτη, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως ποσό ίσο προς έναν, δύο ή τρεις μηνιαίους μισθούς, αντιστοίχως, αλλά η οποία ορίζει ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν οφείλεται σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, κατά τον χρόνο της λύσεως της συμβάσεως εργασίας του, έχει τη δυνατότητα να λάβει σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως, καθόσον, αφενός, η σχετική ρύθμιση δικαιολογείται αντικειμενικώς και ευλόγως από θεμιτό σκοπό εργασιακής πολιτικής και πολιτικής στον τομέα της αγοράς της εργασίας και, αφετέρου, συνιστά πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι όντως αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy