ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 25ης Ιουνίου 2015 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Μεταφορές — Άδεια οδηγήσεως — Ανανέωση από το κράτος μέλος εκδόσεως της άδειας — Προϋπόθεση υπάρξεως κατοικίας στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού — Δήλωση κατοικίας»
Στην υπόθεση C‑664/13,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Administratīvā apgabaltiesa (Λεττονία) με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Δεκεμβρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
VAS «Ceļu satiksmes drošības direkcija»,
Latvijas Republikas Satiksmes ministrija
κατά
Kaspars Nīmanis,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, C. Vajda, A. Rosas (εισηγητή), E. Juhász και D. Šváby, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. Kalniņš και τη L. Skolmeistare,
—
η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη N. Grünberg,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη N. Yerrell και τον E. Kalniņš,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12 της οδηγίας 2006/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης (ΕΕ L 403, σ. 18).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της VAS «Ceļu satiksmes drošības direkcija» (διεύθυνση οδικής ασφαλείας, στο εξής: CSDD) και του Latvijas Republikas Satiksmes ministrija (Υπουργείο Μεταφορών της Δημοκρατίας της Λεττονίας) και, αφετέρου, του K. Nīmanis σχετικά με την απόρριψη της αιτήσεως ανανεώσεως της άδειας οδηγήσεως του ενδιαφερομένου.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Η αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2006/126 έχει ως εξής:
«Οι κανόνες σχετικά με την άδεια οδήγησης αποτελούν απαραίτητο στοιχείο της κοινής πολιτικής μεταφορών, συμβάλλουν στη βελτίωση της ασφάλειας της οδικής κυκλοφορίας και διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που χορήγησε την άδεια. [...]»
4
Κατά την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας αυτής, για λόγους οδικής ασφάλειας, θα πρέπει να καθορισθούν οι ελάχιστες απαιτήσεις για την έκδοση άδειας οδηγήσεως.
5
Η αιτιολογική σκέψη 15 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Για λόγους ασφαλείας της οδικής κυκλοφορίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις εθνικές τους διατάξεις όσον αφορά την ανάκληση, αναστολή, ανανέωση και ακύρωση της άδειας οδήγησης, σε κάθε κάτοχο αδείας οδηγήσεως που αποκτά κανονική διαμονή στο έδαφός τους.»
6
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/126, «[τ]α κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν».
7
Το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Η άδεια οδήγησης χορηγείται μόνο σε όσους υποψηφίους:
α)
έχουν επιτύχει σε δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων και πληρούν τις απαιτήσεις υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων II και III·
[...]
ε)
διαμένουν κανονικά στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδήγησης ή μπορούν να αποδείξουν ότι ακολουθούν εκεί σπουδές επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών.
[...]
3. Η ανανέωση της άδειας οδήγησης τη στιγμή της λήξης της διοικητικής της ισχύος υπόκειται στα ακόλουθα:
[...]
β)
κανονική διαμονή στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδήγησης, ή απόδειξη σπουδαστικής ιδιότητας επί έξι τουλάχιστον μήνες στο κράτος μέλος αυτό.
[...]
5. [...] Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, τα κράτη μέλη που εκδίδουν άδεια ασκούν τη δέουσα επιμέλεια για να εξασφαλίσουν ότι ένα άτομο πληροί τις προδιαγραφές που καθορίζονται στην παράγραφο 1 και εφαρμόζ[ουν] τις εθνικές του[ς] διατάξεις περί ακύρωσης ή αφαίρεσης του δικαιώματος οδήγησης, εάν αποδειχθεί ότι μια άδεια έχει εκδοθεί χωρίς να πληρούνται οι προδιαγραφές.»
8
Το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126 ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ως “συνήθης διαμονή” νοείται ο τόπος στον οποίο ένα πρόσωπο διαμένει συνήθως, δηλαδή επί 185 τουλάχιστον ημέρες ανά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών ή επαγγελματικών δεσμών, ή, όταν πρόκειται για άτομο χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών, που συνεπάγονται στενή σχέση του με τον τόπο όπου κατοικεί.
Εντούτοις, ως συνήθης διαμονή ενός ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο διαφορετικό από εκείνο των προσωπικών του δεσμών, και το οποίο, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, υποχρεούται να διαμένει εναλλάξ σε διαφορετικούς τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, θεωρείται ο τόπος στον οποίο βρίσκονται οι προσωπικοί του δεσμοί, υπό τον όρον ότι το άτομο αυτό επιστρέφει εκεί τακτικά. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν χρειάζεται να πληρούται, όταν το άτομο διαμένει σε ένα κράτος μέλος για την εκτέλεση αποστολής συγκεκριμένης διάρκειας. Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή σε σχολείο δεν συνεπάγεται μεταφορά της συνήθους διαμονής.»
Το λεττονικό δίκαιο
9
Το άρθρο 22, παράγραφος 1, σημείο 1, του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας (Ceļu satiksmes likums), όπως ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2013, ορίζει ότι όποιος έχει συμπληρώσει την ηλικία που προβλέπει ο νόμος και έχει τη συνήθη διαμονή του στη Λεττονία, ή μπορεί να αποδείξει ότι σπουδάζει στη Λεττονία κατά τους τελευταίους έξι μήνες, δύναται να αποκτήσει το δικαίωμα να οδηγεί μηχανοκίνητα οχήματα και τη σχετική άδεια οδηγήσεως.
10
Κατά την εν λόγω διάταξη:
«[...] Η συνήθης διαμονή ενός ατόμου, κατά την έννοια της παρούσας διατάξεως, βρίσκεται στη Λεττονία εάν πληρούται μία από τις εξής προϋποθέσεις:
a)
λόγω της υπάρξεως προσωπικών δεσμών (από τους οποίους προκύπτει στενή σχέση του συγκεκριμένου ατόμου με τη Λεττονία) και επαγγελματικών δεσμών, ο τόπος διαμονής του και η δηλωμένη κατοικία του επί τουλάχιστον 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος βρίσκονται στη Λεττονία·
b)
το συγκεκριμένο άτομο δεν έχει μεν επαγγελματικούς δεσμούς, αλλά, λόγω της υπάρξεως προσωπικών δεσμών (από τους οποίους προκύπτει στενή σχέση του με τη Λεττονία), ο τόπος διαμονής του και η δηλωμένη κατοικία του βρίσκονται στη Λεττονία·
c)
το συγκεκριμένο πρόσωπο διαμένει μεν στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους, αλλά, λόγω της υπάρξεως προσωπικών δεσμών (από τους οποίους προκύπτει στενή σχέση του με τη Λεττονία), επιστρέφει συχνά στη Λεττονία και διαμένει εκεί, η δηλωμένη δε κατοικία του βρίσκεται στη Λεττονία·
d)
η δηλωμένη κατοικία του ατόμου βρίσκεται στη Λεττονία, αλλά αυτό διαμένει στο εξωτερικό λόγω σπουδών.»
11
Κατά το άρθρο 1 του νόμου για τη δήλωση της κατοικίας (Dzīvesvietas deklarēšanas likums), σκοπός του νόμου αυτού είναι η εξασφάλιση της δυνατότητα επικοινωνίας με κάθε άτομο στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεών του με το κράτος και την τοπική αυτοδίοικηση.
12
Το άρθρο 2 του νόμου προβλέπει την υποχρέωση των ενδιαφερομένων να δηλώνουν την κατοικία τους και προσδιορίζει τα δηλωτέα στοιχεία, καθώς και τη διαδικασία καταχωρίσεως. Κατά το ίδιο άρθρο, ο νόμος έχει εφαρμογή σε άτομα των οποίων η κατοικία βρίσκεται στη Δημοκρατία της Λεττονίας. Εξάλλου, αυτή καθ’ εαυτήν η δήλωση κατοικίας δεν δημιουργεί υποχρεώσεις Αστικού Δικαίου.
13
Κατά το άρθρο 3 του νόμου ως κατοικία νοείται ο συνδεόμενος με ένα ακίνητο τόπος (με διεύθυνση), που το άτομο επιλέγει ελεύθερα, στον οποίο εγκαθίσταται με τη ρητή ή σιωπηρή πρόθεση να ζήσει εκεί και η διαμονή του εκεί είναι νόμιμη, το δε άτομο αυτό τον αναγνωρίζει ως τόπο επικοινωνίας με αυτό στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεών του με το κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση. Το ίδιο άρθρο ορίζει ότι η διαμονή ορισμένου ατόμου σε συγκεκριμένο ακίνητο είναι νόμιμη, εάν το ακίνητο αυτό του ανήκει, εάν ισχύει σύμβαση μισθώσεως του ακινήτου αυτού ή εάν έχει αποκτήσει δικαίωμα χρήσεως του ακινήτου λόγω γάμου, συγγενείας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, ή με οποιαδήποτε άλλη νομική ή συμβατική βάση.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14
Στις 13 Δεκεμβρίου 2000 χορηγήθηκε στον K. Nīmanis άδεια οδηγήσεως στη Λεττονία, όπου κατά τον χρόνο εκείνο βρισκόταν η δηλωμένη κατοικία του. Η διάρκεια της ισχύος της άδειας αυτής οδηγήσεως ορίστηκε σε 10 έτη, κατ’ εφαρμογήν των κανόνων της λεττονικής νομοθεσίας.
15
Σύμφωνα με τα καταχωρισμένα στο μητρώο κατοίκων στοιχεία, ο K. Nīmanis έπαυσε να έχει δηλωμένη κατοικία στη Λεττονία τον Φεβρουάριο του 2002. Ο ενδιαφερόμενος υποστηρίζει όμως ότι η ως άνω άδεια οδηγήσεως πρέπει να ανανεωθεί στο κράτος μέλος αυτό, επειδή ο ίδιος έχει εκεί τη συνήθη διαμονή του.
16
Για την ανανέωση της άδειας οδηγήσεως, ο K. Nīmanis απευθύνθηκε στη CSDD, η οποία διαπίστωσε, κατόπιν εξετάσεως των καταχωρισμένων στο εν λόγω μητρώο στοιχείων, ότι ο K. Nīmanis δεν είχε δηλωμένη κατοικία στη Λεττονία.
17
Στις 30 Δεκεμβρίου 2010 η CSDD εξέδωσε απόφαση αρνούμενη την παροχή υπηρεσίας, καθόσον, προκειμένου να παρασχεθεί η υπηρεσία αυτή στον K. Nīmanis, έπρεπε αυτός να έχει διαμείνει πάνω από 185 ημέρες στη Λεττονία καθώς και να έχει προβεί σε δήλωση της κατοικίας του σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η λεττονική νομοθεσία.
18
Το Latvijas Republikas Satiksmes ministrija, αφού εξέτασε τη διοικητική προσφυγή που άσκησε ο K. Nīmanis, έκρινε, με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2011, ότι η ως άνω απόφαση της CSDD ήταν σύμφωνη με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας.
19
Ο K. Nīmanis προσέφυγε ενώπιον του Administratīvā rajona tiesa (διοικητικό πρωτοδικείο) με αίτημα την έκδοση ευμενούς διοικητικής πράξεως, ήτοι την ανανέωση της άδειας οδηγήσεως.
20
Με απόφαση της 3ης Ιουνίου 2011, το Administratīvā apgabaltiesa (διοικητικό εφετείο) διέταξε ασφαλιστικά μέτρα και επέβαλε στη CSDD την υποχρέωση να ανανεώσει την άδεια οδηγήσεως του K. Nīmanis.
21
To Administratīvā rajona tiesa έκρινε με απόφαση της 3ης Απριλίου 2012 ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η CSDD δεν μπορούσε να επικαλεστεί την προϋπόθεση της δηλωμένης κατοικίας, καθόσον, όταν απορρίφθηκε η αίτηση ανανεώσεως της άδειας οδηγήσεως του K. Nīmanis, η λεττονική νομοθεσία δεν όριζε συγκεκριμένα ότι για την ανανέωση άδειας οδηγήσεως στη Λεττονία ήταν αναγκαίο ο ενδιαφερόμενος να έχει δηλωμένη κατοικία στο κράτος μέλος αυτό.
22
Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν ήταν νόμιμη η απόφαση του Latvijas Republikas Satiksmes ministrija, κατά την οποία μόνον η δηλωμένη κατοικία αποδεικνύει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τη συνήθη διαμονή του στη Λεττονία ή διαμένει επί 185 τουλάχιστον ημέρες ανά ημερολογιακό έτος στο κράτος μέλος αυτό. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά θα μπορούσαν να αποδειχθούν με άλλα στοιχεία και όχι μόνο μέσω των καταχωρισμένων στο μητρώο κατοίκων πληροφοριακών στοιχείων σχετικά με τη δηλωμένη κατοικία του ενδιαφερομένου.
23
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι ενώπιον του Administratīvā rajona tiesa ουδόλως αμφισβητήθηκε η υπηκοότητα του K. Nīmanis, ούτε προσκομίστηκαν άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο K. Nīmanis δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στη Λεττονία ή διέμενε στο κράτος μέλος αυτό λιγότερο από 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος.
24
Η CSDD άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Administratīvā rajona tiesa ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προβάλλοντας ιδίως τα ακόλουθα επιχειρήματα.
25
Υποστηρίζει ότι η οδηγία 2006/126 προβλέπει ρύθμιση που ισχύει σε ολόκληρο το έδαφος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σκοπό έχει να θεσπίσει ενιαία διαδικασία και ομοιόμορφες προϋποθέσεις για την έκδοση αδειών οδηγήσεως και να διασφαλίσει, αφενός, ότι δεν θα γίνεται κατάχρηση της δυνατότητας αποκτήσεως άδειας οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος εάν, εξαιτίας οποιουδήποτε λόγου, δεν είναι δυνατή η απόκτησή της στο κράτος διαμονής και, αφετέρου, ότι ο τόπος της κατοικίας είναι μία μόνον από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την έκδοση άδειας οδηγήσεως. Η CSDD προσθέτει ότι, εάν ο K. Nīmanis επιθυμούσε η άδειά του οδηγήσεως να ανανεωθεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι στη Λεττονία, η συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως στο πρόσωπό του θα εξεταζόταν και στο κράτος μέλος αυτό. Ομοίως, η CSDD, προκειμένου να χορηγήσει άδεια οδηγήσεως στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους, εφαρμόζει τα κριτήρια που ορίζει ο νόμος περί οδικής κυκλοφορίας και τις εκτελεστικές διατάξεις που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο. Συνεπώς, στην περίπτωση όπου ο ενδιαφερόμενος δεν έχει δηλώσει ότι έχει την κατοικία του στη Λεττονία και καμία σχετική πληροφορία δεν έχει καταχωριστεί στο μητρώο κατοίκων, απορρίπτεται η αίτηση για την έκδοση άδειας οδηγήσεως.
26
Επιπλέον, η CSDD υποστηρίζει ότι η δήλωση της κατοικίας δεν έχει τυπικό μόνο χαρακτήρα, δεδομένου ότι έχει ουσιώδη σημασία και για άλλα ζητήματα.
27
Το Latvijas Republikas Satiksmes ministrija συντάσσεται πλήρως με την έφεση που άσκησε η CSDD κατά της αποφάσεως του Administratīvā rajona tiesa.
28
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των λεττονικών δικαστηρίων, κατά την εξέταση αιτήματος για την έκδοση ευμενούς διοικητικής πράξεως, ο δικαστής οφείλει να εξετάσει, εάν, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της ενώπιόν του υποθέσεως, ο προσφεύγων έχει δικαίωμα να εκδοθεί υπέρ του τέτοια πράξη. Επιπλέον, η υπόθεση, κατά το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών και του νομικού πλαισίου ως έχουν κατά τον χρόνο εξετάσεως της διαφοράς. Ο δικαστής δεν δύναται να επιβάλλει με απόφασή του υποχρέωση στις αρχές, εφαρμόζοντας νομικούς κανόνες οι οποίοι δεν ισχύουν πλέον.
29
Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, για να αποφανθεί επί αιτήματος εκδόσεως ευμενούς διοικητικής πράξεως, ήτοι, εν προκειμένω, την ανανέωση άδειας οδηγήσεως, πρέπει να λάβει υπόψη του, σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, την ισχύουσα κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του νομοθεσία.
30
Κατά το αιτούν δικαστήριο η διάταξη του άρθρου 22 του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας, η οποία προβλέπει ότι αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση άδειας οδηγήσεως είναι η ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας στη Λεττονία, θεσπίστηκε κατά τη μεταφορά στη λεττονική έννομη τάξη της οδηγίας 2006/126.
31
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει να διαπιστωθεί εάν οι καταχωρισμένες στο μητρώο κατοίκων πληροφορίες για τη δηλωμένη κατοικία στο έδαφος της Λεττονίας είναι το μόνο μέσο που έχει στη διάθεσή του ο K. Nīmanis για να αποδείξει ότι έχει συνήθη διαμονή στη Λεττονία, προκειμένου να ανανεωθεί η άδειά του οδηγήσεως.
32
Κατά το αιτούν δικαστήριο, σκοπός της προβλεπόμενης από το λεττονικό δίκαιο δηλώσεως της κατοικίας είναι να διασφαλίζεται η δυνατότητα επικοινωνίας με κάθε πρόσωπο στο πλαίσιο των σχέσεών του με το κράτος. Η έλλειψη δηλωμένης κατοικίας δεν σημαίνει, αυτή καθ’ εαυτήν, ότι το πρόσωπο δεν διαμένει στη Λεττονία.
33
Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι εάν ένα άτομο έχει τη συνήθη διαμονή του στη Λεττονία, χωρίς όμως να έχει δηλωμένη κατοικία στο κράτος μέλος αυτό, δεν έχει, λόγω της συνήθους διαμονής του στο εν λόγω κράτος μέλος, δικαίωμα λήψεως άδειας οδηγήσεως σε κανένα άλλο κράτος μέλος, δεδομένου ότι δεν πληροί την προβλεπόμενη από την οδηγία 2006/126 προϋπόθεση σχετικά με τη συνήθη διαμονή στο άλλο αυτό κράτος μέλος.
34
Το Administratīvā apgabaltiesa, έχοντας αμφιβολίες ως προς το συμβατό της λεττονικής νομοθεσίας με το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126 καθώς και για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής, όπως αυτοί ορίζονται στη αιτιολογική σκέψη 2 της ίδιας οδηγίας, δηλαδή τη βελτίωση της ασφάλειας της οδικής κυκλοφορίας και τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που χορήγησε την άδεια, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 2, πρώτη περίοδος, της ίδιας οδηγίας, την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία ορίζει ως μόνο μέσο αποδείξεως της συνήθους διαμονής προσώπου στο κράτος αυτό (τη Λεττονία) τη δηλωμένη κατοικία του εν λόγω προσώπου; Ως “δηλωμένη κατοικία” νοείται η υποχρέωση ενός προσώπου, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να εγγραφεί σε εθνικό μητρώο, προκειμένου να δηλώσει ότι υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας μαζί του στη δηλωμένη διεύθυνση στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεών [του] με το κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση.»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
35
Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία ο αιτών την έκδοση ή την ανανέωση άδειας οδηγήσεως στο κράτος μέλος αυτό δύναται να θεμελιώσει τη συνδρομή στο πρόσωπό του της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφοι 1, στοιχείο εʹ, και 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής προϋποθέσεως της, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 12, «συνήθους διαμονής» στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους (στο εξής: προϋπόθεση της συνήθους διαμονής) μόνο εάν αποδείξει την ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
36
Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται ότι η τήρηση της προϋποθέσεως της συνήθους διαμονής αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συστήματος που θέσπισε η ως άνω οδηγία, ακρογωνιαίο λίθο του οποίου συνιστά η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Hofmann, C‑419/10, EU:C:2012:240, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37
Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προϋπόθεση της συνήθους διαμονής συντείνει, μεταξύ άλλων, στην περιστολή της πρακτικής μεταβάσεως σε άλλο κράτος μέλος για την ευχερέστερη απόκτηση άδειας οδηγήσεως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει πλήρης εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών για την έκδοση άδειας οδηγήσεως, και ότι η προϋπόθεση αυτή είναι απαραίτητη για να ελεγχθεί εάν πληρούται η προϋπόθεση της ικανότητας οδηγήσεως [βλ., όσον αφορά την προϋπόθεση της κανονικής διαμονής που προέβλεπε το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης (ΕΕ L 237, σ. 1), αποφάσεις Wiedemann και Funk, C‑329/06 και C‑343/06, EU:C:2008:366, σκέψη 69· Zerche κ.λπ., C‑334/06 έως C‑336/06, EU:C:2008:367, σκέψη 66, και Grasser, C‑184/10, EU:C:2011:324, σκέψη 27].
38
Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η μη τήρηση της προϋποθέσεως της κανονικής διαμονής αρκεί αφ’ εαυτής για να δικαιολογήσει την άρνηση κράτους μέλους να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος (βλ., όσον αφορά την προϋπόθεση της κανονικής διαμονής που προέβλεπε το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 91/439, αποφάσεις Apelt, C‑224/10, EU:C:2011:655, σκέψη 34, και Akyüz, C‑467/10, EU:C:2012:112, σκέψη 61).
39
Το κράτος μέλος που εκδίδει την άδεια οδηγήσεως είναι το μόνο αρμόδιο για να ελέγξει εάν πληρούται η προϋπόθεση της συνήθους διαμονής (βλ., επ’ αυτού, διάταξη Wierer, C‑445/08, EU:C:2009:443, σκέψη 55). Αυτό ισχύει και για το κράτος μέλος στο οποίο ο δικαιούχος άδειας οδηγήσεως ζητεί την ανανέωσή της.
40
Κατά συνέπεια, οι αρχές των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένες με την έκδοση και την ανανέωση των αδειών οδηγήσεως πρέπει να είναι σε θέση να εξακριβώνουν με αξιόπιστο τρόπο αν όντως συντρέχει στο πρόσωπο του αιτούντος η προϋπόθεση της συνήθους διαμονής.
41
Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 7, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2006/126 ορίζει ότι το κράτος μέλος που εκδίδει την άδεια οδηγήσεως επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια για να εξακριβώσει ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προβλεπόμενες στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη της συνήθους διαμονής.
42
Πλην όμως, μολονότι το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126 ορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η έννοια της «συνήθους διαμονής» για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, εντούτοις διαπιστώνεται ότι η ίδια οδηγία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη η οποία να διευκρινίζει τους κανόνες που διέπουν την απόδειξη τέτοιας διαμονής ενώπιον των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την έκδοση και την ανανέωση των αδειών οδηγήσεως.
43
Μολονότι, ομολογουμένως, αφενός, οι κανόνες που διέπουν την απόδειξη της συνδρομής της προϋποθέσεως της συνήθους διαμονής ενώπιον των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την έκδοση και την ανανέωση των αδειών οδηγήσεως εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και, αφετέρου, η οδηγία 2006/126 ορίζει, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 8, τις ελάχιστες μόνο απαιτήσεις για την έκδοση αδειών οδηγήσεως από τα κράτη μέλη, προκύπτει εντούτοις από το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφοι 1, στοιχείο εʹ, και 3, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας ότι το επιδιωκόμενο κατά τις διατάξεις αυτές αποτέλεσμα είναι τα κράτη μέλη να διαπιστώνουν αν πληρούνται τα απαριθμούμενα στο εν λόγω άρθρο 12 κριτήρια βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η συνήθης διαμονή ορισμένου προσώπου στο έδαφός τους, προκειμένου να εξακριβώνουν αν το πρόσωπο αυτό πληροί την προϋπόθεση της συνήθους διαμονής.
44
Συνεπώς, οι κανόνες που διέπουν την απόδειξη της συνδρομής της προϋποθέσεως της συνήθους διαμονής δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η εκ μέρους των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους όπου εκδίδεται ή ανανεώνεται η άδεια οδηγήσεως εξακρίβωση ότι συντρέχει στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου η ως άνω προϋπόθεση, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που προβλέπει το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126.
45
Προς τον σκοπό αυτόν, η εξάρτηση από κράτος μέλος της εκδόσεως ή της ανανεώσεως άδειας οδηγήσεως από την υποχρέωση υπάρξεως δηλωμένης κατοικίας στο έδαφός του αποτελεί κατά τα φαινόμενα πρόσφορο μέσο, το οποίο μπορεί να διευκολύνει την εκ μέρους των αρμόδιων αρχών εξακρίβωση της συνδρομής της προϋποθέσεως της συνήθους διαμονής.
46
Εντούτοις, η απόλυτη υποχρέωση υπάρξεως δηλωμένης κατοικίας στο έδαφος κράτους μέλους και ο, κατά συνέπεια, αποκλεισμός της δυνατότητας χρήσεως εκ μέρους του αιτούντος άδεια οδηγήσεως άλλων αποδεικτικών μέσων τα οποία θεμελιώνουν τη συνδρομή των κριτηρίων που προβλέπει το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126, υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η εκ μέρους των αρμόδιων αρχών εξακρίβωση ότι συντρέχει στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου η προϋπόθεση της συνήθους διαμονής.
47
Πράγματι, το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126 προβλέπει, όσον αφορά την προϋπόθεση της συνήθους διαμονής, ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία καθιστούν δυνατό να διαπιστωθεί αν ο αιτών έχει τη συνήθη διαμονή του στο εν λόγω έδαφος.
48
Δεν αποκλείεται όμως το ενδεχόμενο ο αιτών να πληροί τα ως άνω κριτήρια, βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος ορισμένου κράτους μέλους, χωρίς όμως να έχει δηλωμένη κατοικία στο κράτος μέλος αυτό, όπως κατά τα φαινόμενα συμβαίνει στην περίπτωση του K. Nīmanis. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση για την έκδοση άδειας οδηγήσεως σε άλλα κράτη μέλη θα μπορούσε, ή μάλλον θα έπρεπε, να απορριφθεί βάσει της προϋποθέσεως της συνήθους διαμονής, λόγω της ελλείψεως συνήθους διαμονής κατά την έννοια του άρθρου 12 της οδηγίας 2006/126 στο έδαφος των κρατών μελών αυτών.
49
Ως εκ τούτου, ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να στερηθεί από τη δυνατότητα αποκτήσεως άδειας οδηγήσεως στην Ένωση, μολονότι έχει συνήθη διαμονή, κατά την έννοια του άρθρου 12 της οδηγίας 2006/126, στο έδαφος κράτους μέλους.
50
Εξάλλου, κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι μοναδικός τρόπος για να θεμελιώσει ο αιτών άδεια οδηγήσεως ενώπιον των αρμόδιων αρχών τη συνδρομή στο πρόσωπό του της προϋποθέσεως της συνήθους διαμονής είναι η απόδειξη της υπάρξεως δηλωμένης κατοικίας του ενδιαφερομένου στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού είναι υπερβολικά περιοριστική. Ειδικότερα, η κανονιστική αυτή ρύθμιση προτάσσει στοιχείο το οποίο δεν αντικατοπτρίζει το σύνολο των κριτηρίων που ορίζει το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126, καθόσον αποκλείει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο αντιπροσωπευτικό των προβλεπόμενων στο εν λόγω άρθρο περιπτώσεων.
51
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία ο αιτών την έκδοση ή την ανανέωση άδειας οδηγήσεως στο κράτος μέλος αυτό δύναται να θεμελιώσει τη συνδρομή στο πρόσωπό του της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφοι 1, στοιχείο εʹ, και 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής προϋποθέσεως της, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 12, «συνήθους διαμονής» στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους μόνο εάν αποδείξει την ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
Επί των δικαστικών εξόδων
52
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία ο αιτών την έκδοση ή την ανανέωση άδειας οδηγήσεως στο κράτος μέλος αυτό δύναται να θεμελιώσει τη συνδρομή στο πρόσωπό του της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφοι 1, στοιχείο εʹ, και 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής προϋποθέσεως της, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 12, «συνήθους διαμονής» στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους μόνο εάν αποδείξει την ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λεττονική.
Full & Egal Universal Law Academy