ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)
της 11ης Δεκεμβρίου 2014 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Περιβάλλον – Οδηγία 1999/31/ΕΚ – Άρθρα 6, στοιχείο α΄, 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, 11, παράγραφος 1, και 12 – Οδηγία 2008/98/ΕΚ – Άρθρα 13, 23 και 36, παράγραφος 1 – Διαχείριση αποβλήτων – Υγειονομική ταφή αποβλήτων – Έλλειψη ισχύουσας άδειας λειτουργίας χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων – Δυσλειτουργίες του χώρου υγειονομικής ταφής»
Στην υπόθεση C‑677/13,
με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, ασκηθείσα στις 18 Δεκεμβρίου 2013,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Πατακιά και E. Sanfrutos‑Cano, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την Ε. Σκανδάλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Vajda (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, E. Juhász και D. Šváby, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, όσον αφορά τον χώρο υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) του Κιάτου (Ελλάδα), η Ελληνική Δημοκρατία:
– μη λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι η διαχείριση των αποβλήτων στον εν λόγω ΧΥΤΑ πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον και να απαγορεύεται η εγκατάλειψη, η απόρριψη ή η ανεξέλεγκτη διαχείριση των αποβλήτων του εν λόγω ΧΥΤΑ,
– ανεχόμενη τη λειτουργία του εν λόγω ΧΥΤΑ χωρίς εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους και χωρίς ισχύουσα άδεια που να τηρεί τις προϋποθέσεις και τις σχετικές με το περιεχόμενο υποχρεώσεις για τη χορήγηση τέτοιας άδειας, και μη διασφαλίζοντας ότι στον ΧΥΤΑ πραγματοποιείται μόνο διάθεση αποβλήτων που έχουν υποστεί επεξεργασία και ότι ο κάτοχος των αποβλήτων ή ο φορέας εκμετάλλευσης του εν λόγω ΧΥΤΑ έχει τη δυνατότητα να αποδείξει, πριν ή κατά την παράδοση των αποβλήτων, ότι αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά στον χώρο ταφής σύμφωνα με τους όρους της άδειας και τα κριτήρια αποδοχής που καθορίζονται στο παράρτημα II της οδηγίας 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων (ΕΕ L 182, σ. 1), και
– μη μεριμνώντας ώστε οι διαδικασίες ελέγχου και παρακολούθησης κατά τη λειτουργία να πληρούν τις ελάχιστες νόμιμες απαιτήσεις,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, στοιχείο α΄, 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, 11, παράγραφος 1, και 12 της οδηγίας 1999/31, καθώς και από τα άρθρα 13, 23 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312, σ. 3).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 1999/31
2 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 1999/31, η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί, διά της επιβολής αυστηρών λειτουργικών και τεχνικών απαιτήσεων για τα απόβλητα και τους χώρους υγειονομικής ταφής, στον καθορισμό μέτρων, διαδικασιών και κατευθύνσεων για την κατά το δυνατόν πρόληψη ή μείωση των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ειδικότερα δε της ρύπανσης των επιφανειακών και των υπογείων υδάτων, του εδάφους και της ατμόσφαιρας και των επιπτώσεων σε όλο το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένου του φαινομένου του θερμοκηπίου, καθώς και οποιουδήποτε κινδύνου προκύπτει για την υγεία του ανθρώπου από την υγειονομική ταφή των αποβλήτων καθ’ όλο τον κύκλο ζωής του χώρου υγειονομικής ταφής.
3 Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, που επιγράφεται «Ορισμοί», έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[...]
η) επεξεργασία: οι φυσικές, θερμικές, χημικές ή βιολογικές διεργασίες, περιλαμβανομένης της διαλογής, που μεταβάλλουν τα χαρακτηριστικά των αποβλήτων προκειμένου να περιοριστούν ο όγκος ή οι επικίνδυνες ιδιότητές τους, να διευκολυνθεί η διακίνησή τους ή να βελτιωθεί η ανάκτηση χρήσιμων υλών,
[...]».
4 Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Αποδεκτά απόβλητα κατά κατηγορία χώρου υγειονομικής ταφής», ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ώστε:
α) σε χώρους υγειονομικής ταφής πραγματοποιείται διάθεση μόνον αποβλήτων που έχουν υποστεί επεξεργασία· η παρούσα διάταξη μπορεί να μην εφαρμόζεται στα αδρανή απόβλητα η επεξεργασία των οποίων είναι τεχνικώς αδύνατη, ή σε οποιαδήποτε άλλα απόβλητα η επεξεργασία των οποίων δεν συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της οδηγίας που ορίζονται στο άρθρο 1, μειώνοντας την ποσότητα των αποβλήτων ή τους κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου ή για το περιβάλλον,
[...]».
5 Το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας», ορίζει:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:
α) η αρμόδια αρχή εκδίδει άδεια λειτουργίας χώρου ταφής μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
i) η μελέτη του χώρου ταφής πληροί όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων, με την επιφύλαξη του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5,
ii) η διαχείριση του χώρου ταφής θα ανατεθεί σε φυσικό πρόσωπο με τα δέοντα τεχνικά προσόντα για τη διαχείρισή του ενώ θα παρέχεται επαγγελματική και τεχνική εξέλιξη και εκπαίδευση των φορέων εκμετάλλευσης των χώρων υγειονομικής ταφής και του προσωπικού τους,
iii) ο χώρος ταφής θα λειτουργεί με τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη των ατυχημάτων και τον περιορισμό των συνεπειών τους,
iv) πριν από την έναρξη των εργασιών απόθεσης, ο αιτών θα έχει παράσχει ή θα παράσχει επαρκή εχέγγυα, υπό μορφή χρηματοοικονομικής ή άλλης ισοδύναμης εγγύησης με τρόπο που ορίζουν τα κράτη μέλη, ώστε να εξασφαλίζονται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων (συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με τη μέριμνα έπειτα από την παύση λειτουργίας) που απορρέουν από την άδεια που εκδίδεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας καθώς και η τήρηση των διαδικασιών παύσης λειτουργίας που επιβάλλει το άρθρο 13. Η εγγύηση ή το ισοδύναμό της ισχύει επί όσο χρόνο απαιτείται για τη συντήρηση και τη μετέπειτα μέριμνα του χώρου σύμφωνα με το άρθρο 13, στοιχείο δ΄. Τα κράτη μέλη μπορούν να δηλώσουν ότι το παρόν σημείο δεν εφαρμόζεται στους χώρους ταφής αδρανών αποβλήτων,
β) μελέτη του χώρου ταφής ευθυγραμμίζεται προς το ή τα σχετικά σχέδια διαχείρισης των αποβλήτων που αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86)],
γ) πριν αρχίσουν οι εργασίες διάθεσης, η αρμόδια αρχή επιθεωρεί το χώρο ώστε να εξασφαλίσει ότι πληροί τους σχετικούς όρους της άδειας. Αυτό δεν περιορίζει με κανένα τρόπο την ευθύνη του φορέα βάσει των όρων χορήγησης της άδειας.»
6 Κατά το άρθρο 9 της οδηγίας 1999/31, με τίτλο «Περιεχόμενο της άδειας»:
«Προς αποσαφήνιση και συμπλήρωση των διατάξεων του άρθρου 9 της οδηγίας [75/442] και του άρθρου 9 της οδηγίας 96/61/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 257, σ. 26)], στην άδεια λειτουργίας χώρου ταφής προσδιορίζονται τουλάχιστον τα ακόλουθα:
α) η κατηγορία του χώρου ταφής,
β) ο κατάλογος των καθορισμένων τύπων και της συνολικής ποσότητας αποβλήτων των οποίων επιτρέπεται η εναπόθεση εκεί,
γ) απαιτήσεις για έργα υποδομής στο χώρο ταφής, για τις εργασίες ταφής και για τις διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων έκτακτης ανάγκης (παράρτημα III σημείο 4 στοιχείο Β), καθώς και προσωρινές απαιτήσεις για την παύση λειτουργίας και τη μετέπειτα φροντίδα,
[...]».
7 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Διαδικασίες αποδοχής αποβλήτων», έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, πριν τα απόβλητα γίνουν δεκτά στους χώρους ταφής:
α) πριν ή κατά την παράδοση, ή την πρώτη από σειρά παραδόσεων εφόσον ο τύπος των αποβλήτων παραμένει αμετάβλητος, ο κάτοχος των αποβλήτων ή ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να αποδείξει με τα κατάλληλα έγγραφα ότι τα συγκεκριμένα απόβλητα μπορούν να γίνουν δεκτά στο χώρο ταφής σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην άδεια και ότι πληρούν τα κριτήρια αποδοχής που καθορίζονται στο παράρτημα II·
[...]».
8 Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Διαδικασίες ελέγχου και παρακολούθησης κατά τη φάση λειτουργίας», ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες ελέγχου και παρακολούθησης κατά τη φάση λειτουργίας να πληρούν τουλάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις:
α) κατά τη φάση λειτουργίας, ο φορέας εκμετάλλευσης του χώρου ταφής εφαρμόζει πρόγραμμα ελέγχου και παρακολούθησης όπως ορίζει το παράρτημα ΙΙΙ·
β) ο φορέας εκμετάλλευσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή σχετικά με τις τυχόν σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον που διαπιστώνονται κατά τις διαδικασίες ελέγχου και παρακολούθησης και συμμορφώνεται προς την απόφαση της αρμόδιας αρχής όσον αφορά το είδος και το χρονοδιάγραμμα των ληπτέων επανορθωτικών μέτρων. Η δαπάνη των μέτρων βαρύνει το φορέα.
Με συχνότητα που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή και οπωσδήποτε τουλάχιστον άπαξ του έτους, ο φορέας εκμετάλλευσης αναφέρει στις αρμόδιες αρχές τα αποτελέσματα της παρακολούθησης με βάση τα συγκεντρωτικά στοιχεία για να αποδεικνύεται η τήρηση των όρων της άδειας και να βελτιώνονται οι γνώσεις σχετικά με τη συμπεριφορά των αποβλήτων στους χώρους ταφής·
γ) ο ποιοτικός έλεγχος των αναλύσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών ελέγχου και παρακολούθησης ή/και των αναλύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, διενεργείται από ειδικευμένα εργαστήρια.»
9 Με το σημείο 3 του παραρτήματος III της οδηγίας 1999/31, επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, υποχρέωση διενέργειας μηνιαίου ελέγχου των εκπομπών αερίου, σε αντιπροσωπευτικά σημεία για κάθε τμήμα του χώρου ταφής.
Η οδηγία 2008/98
10 Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2008/98, η εν λόγω οδηγία θεσπίζει μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, διά της αποτροπής ή της μειώσεως των επιπτώσεων της παραγωγής και της διαχειρίσεως αποβλήτων, και διά του περιορισμού των επιπτώσεων χρήσεως των πόρων και της βελτιώσεως της αποδοτικότητάς της.
11 Το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος», ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, και ιδίως:
α) χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα,
β) χωρίς να προκαλείται όχληση από θόρυβο ή οσμές, και
γ) χωρίς να επηρεάζεται δυσμενώς το τοπίο ή οι τοποθεσίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.»
12 Το άρθρο 23 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Έκδοση αδειών», προβλέπει:
«1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε οργανισμό ή επιχείρηση που προτίθεται να εκτελέσει εργασίες επεξεργασίας αποβλήτων, να λαμβάνει άδεια από την αρμόδια αρχή.
Στις άδειες αυτές ορίζονται τουλάχιστον τα ακόλουθα:
α) οι τύποι και οι ποσότητες αποβλήτων που μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία·
β) για κάθε τύπο επιτρεπόμενης εργασίας, οι τεχνικές και τυχόν άλλες απαιτήσεις που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη εγκατάσταση·
γ) τα μέτρα ασφάλειας και προφύλαξης που πρέπει να λαμβάνονται,
δ) η μέθοδος που πρέπει να χρησιμοποιείται για κάθε τύπο εργασίας,
ε) οι εργασίες παρακολούθησης και ελέγχου εφόσον αυτό είναι αναγκαίο,
στ) οι διατάξεις σχετικά με το κλείσιμο και τη μέριμνα μετά από την παύση λειτουργίας, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο.
2. Οι άδειες είναι δυνατόν να χορηγούνται για συγκεκριμένη περίοδο και μπορούν να ανανεώνονται.
3. Όταν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι η προβλεπόμενη μέθοδος επεξεργασίας είναι απαράδεκτη από απόψεως προστασίας του περιβάλλοντος, ιδίως εάν η μέθοδος δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 13, αρνείται την έκδοση άδειας.
4. Προϋπόθεση για κάθε άδεια που καλύπτει την αποτέφρωση ή τη συναποτέφρωση με ανάκτηση ενέργειας, είναι να πραγματοποιείται η ανάκτηση ενέργειας με υψηλό επίπεδο ενεργειακής απόδοσης.
5. Υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου, κάθε άδεια που έχει εκδοθεί βάσει άλλης εθνικής ή κοινοτικής νομοθεσίας μπορεί να συνδυάζεται με την άδεια που απαιτείται στην παράγραφο 1 για να αποτελέσει μια ενιαία άδεια, εάν, με τον τρόπο αυτόν, αποφεύγονται περιττές επαναλήψεις των παρεχόμενων πληροφοριών και των εκτελούμενων εργασιών από τον φορέα εκμετάλλευσης ή την αρμόδια αρχή.»
13 Το άρθρο 36, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Επιβολή της εφαρμογής και κυρώσεις», έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκατάλειψης, της απόρριψης ή της ανεξέλεγκτης διαχείρισης των αποβλήτων.»
Το ελληνικό δίκαιο
14 Από τις παρατηρήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας προκύπτει ότι οι όροι λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής του Κιάτου περιγράφονται στην κοινή υπουργική απόφαση 83571 της 20ής Αυγούστου 1997 (στο εξής: κοινή υπουργική απόφαση του 1997), με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι και η διάρκεια ισχύος τους ορίστηκε σε πέντε έτη, πλην όμως οι αρμόδιες αρχές εξακολούθησαν να τους εφαρμόζουν και μετά τη λήξη της ισχύος τους το 2002. Στους εν λόγω περιβαλλοντικούς όρους αναφέρεται ότι ο χώρος υγειονομικής ταφής θα λειτουργήσει επί τουλάχιστον δεκατέσσερα έτη, δηλαδή έως το 2016.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
15 Ο ΧΥΤΑ του Κιάτου έχει συμπεριληφθεί στο περιφερειακό σχέδιο διαχειρίσεως στερεών αποβλήτων της Πελοποννήσου, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 15 Φεβρουαρίου 2005, καθώς και στο από 2 Δεκεμβρίου 2010 επικαιροποιημένο περιφερειακό σχέδιο για το μεταβατικό διάστημα έως την κατασκευή ολοκληρωμένης εγκαταστάσεως διαχειρίσεως αποβλήτων. Ο εν λόγω ΧΥΤΑ εξυπηρετεί τους Νομούς Κορινθίας και Αργολίδας, καθώς και τους Δήμους Τρίπολης, Β. Κυνουρίας και Ν. Κυνουρίας.
16 Με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 2011, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία ότι αποφάσισε να κινήσει αυτεπαγγέλτως νέα διαδικασία σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις εξαιτίας της πλημμελούς λειτουργίας του ΧΥΤΑ του Κιάτου, προκειμένου να διερευνήσει εάν η Ελληνική Δημοκρατία τηρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την περιβαλλοντική νομοθεσία της Ένωσης. Η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να της γνωστοποιήσουν εάν ο ΧΥΤΑ έχει κορεστεί, εάν διαθέτει περιβαλλοντικούς όρους και ισχύουσα άδεια λειτουργίας και εάν έχουν διενεργηθεί αυτοψίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
17 Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στο έγγραφο της Επιτροπής στις 2 Μαρτίου 2011, διευκρινίζοντας ότι:
– ο ΧΥΤΑ λειτουργεί από τις 20 Φεβρουαρίου 2002·
– με την κοινή υπουργική απόφαση του 1997, το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ενέκρινε τους περιβαλλοντικούς όρους για την κατασκευή ΧΥΤΑ στην περιοχή Σικυωνίων του Νομού Κορινθίας και ότι οι εν λόγω περιβαλλοντικοί όροι είχαν πενταετή διάρκεια ισχύος, η οποία όμως δεν ανανεώθηκε·
– στις 6 Ιουνίου 2006, εντάχθηκε στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα «Θησέας» της Περιφέρειας Πελοποννήσου μελέτη με τίτλο «Μελέτες ωρίμανσης του έργου Αναβάθμιση – Επέκταση ΧΥΤΑ και δρόμος πρόσβασης προς ΧΥΤΑ», πλην όμως ανέκυψε νομικό κώλυμα όσον αφορά τη δημοπράτησή της και η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε·
– σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους, ο ΧΥΤΑ θα λειτουργεί για τουλάχιστον δεκατέσσερα έτη, έως το 2016, αλλά, λόγω της παρατηρηθείσας αυξήσεως στην παραγωγή αποβλήτων, η διάρκεια ζωής του υφιστάμενου κυττάρου στον ΧΥΤΑ του Κιάτου μειώθηκε μεν σημαντικά, πλην όμως κρίθηκε ότι δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν ακόμη ότι με την εκπόνηση σχεδίου διευθετήσεως, το οποίο επρόκειτο να ανατεθεί σύντομα με επείγουσα διαδικασία, θα καθίστατο δυνατή η ακριβής εκτίμηση της εναπομείνασας διάρκειας ζωής του κυττάρου και, ταυτόχρονα, θα εξεταζόταν η δυνατότητα επεκτάσεώς του διά της κατασκευής δεύτερου κυττάρου·
– στις 24 Οκτωβρίου 2007, η αρμόδια υπηρεσία διενήργησε αυτοψία στον ΧΥΤΑ, από την οποία προέκυψε ότι, κατά την εκτίμηση των ελληνικών αρχών, ο ΧΥΤΑ λειτουργεί σε ικανοποιητικό βαθμό·
– δεν έχουν τηρηθεί οι διοικητικές υποχρεώσεις, ήτοι ύπαρξη εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων, ύπαρξη άδειας λειτουργίας και αποστολή ετήσιων εκθέσεων στο αρμόδιο υπουργείο.
18 Εκτιμώντας ότι η Ελληνική Δημοκρατία έχει παραβεί τις διατάξεις των οδηγιών 1999/31 και 2008/98, η Επιτροπή απέστειλε στο εν λόγω κράτος μέλος, στις 30 Σεπτεμβρίου 2011, έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο του έτασσε δίμηνη προθεσμία για την υποβολή παρατηρήσεων.
19 Στις 28 Νοεμβρίου 2011, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην Επιτροπή ότι στις 3 Νοεμβρίου 2011 η ειδική υπηρεσία επιθεωρητών περιβάλλοντος διενήργησε αυτοψία στον ΧΥΤΑ του Κιάτου και διαπίστωσε ότι ο ΧΥΤΑ λειτουργούσε χωρίς άδεια λειτουργίας, ότι η ισχύς των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων είχε λήξει και ότι είχαν σημειωθεί παραβάσεις των εν λόγω όρων. Η Ελληνική Δημοκρατία ανέφερε στην απάντησή της ότι, σε διάστημα έξι έως οκτώ μηνών, πρόκειται να ολοκληρωθεί το σχέδιο διευθετήσεως, στο πλαίσιο του οποίου θα διενεργούνταν εκτίμηση της διάρκειας ζωής του υφιστάμενου κυττάρου, η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων όσον αφορά την επέκταση του υφιστάμενου κυττάρου και η έκδοση της άδειας λειτουργίας του ΧΥΤΑ.
20 Εκτιμώντας ότι εξακολουθούν οι παραβάσεις των άρθρων 6, στοιχείο α΄, 8, 9, 11, παράγραφος 1, και 12 της οδηγίας 1999/31, καθώς και των άρθρων 13, 23 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98, η Επιτροπή απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία, με έγγραφο της 1ης Ιουνίου 2012, αιτιολογημένη γνώμη, ζητώντας της να λάβει εντός δύο μηνών όλα τα απαραίτητα μέτρα συμμορφώσεως προς την αιτιολογημένη γνώμη.
21 Το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής με έγγραφο της 1ης Αυγούστου 2012, στο οποίο είχαν επισυναφθεί έγγραφα των ελληνικών αρμοδίων υπηρεσιών, με πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την αυτοψία της 3ης Νοεμβρίου 2011 και τις περαιτέρω σχετικές ενέργειες. Η Ελληνική Δημοκρατία ανέφερε ότι, όπως προκύπτει από τα ως άνω έγγραφα, στο αμέσως προσεχές διάστημα, πρόκειται να εγκριθούν νέοι περιβαλλοντικοί όροι, σύμφωνα με την εκπονηθείσα μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, και ότι, στο πλαίσιο του αναθεωρημένου περιφερειακού σχεδιασμού, επίκειται η λειτουργία ολοκληρωμένης εγκαταστάσεως διαχειρίσεως αποβλήτων, η οποία θα καλύψει περιοχή ευρύτερη αυτής που εξυπηρετεί προς το παρόν ο ΧΥΤΑ του Κιάτου.
22 Με έγγραφο της 18ης Ιανουαρίου 2013, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν:
– να ενημερωθούν εάν έχουν εγκριθεί η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και ο σχεδιασμός και να τους κοινοποιηθεί αντίγραφο αυτών·
– να ενημερωθούν εάν έχουν εγκριθεί οι νέοι περιβαλλοντικοί όροι λειτουργίας του ΧΥΤΑ και η άδεια λειτουργίας του ΧΥΤΑ και να τους κοινοποιηθεί αντίγραφο αυτών·
– να τους κοινοποιηθεί αντίγραφο όποιας εκθέσεως αυτοψίας διενεργήθηκε μετά τις 3 Νοεμβρίου 2011· και
– να τους κοινοποιηθούν πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την υλοποίηση διαφόρων δράσεων ή μέτρων που πρέπει να υλοποιηθούν ή να ληφθούν σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της εκθέσεως αυτοψίας της 3ης Νοεμβρίου 2011.
23 Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στο ως άνω έγγραφο με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 2013, στο οποίο επισύναψε:
– πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας εγκρίσεως της νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων υπό μορφή σχεδίου διευθετήσεως για τον ΧΥΤΑ του Κιάτου·
– αντίγραφο της εκθέσεως αυτοψίας που είχε καταρτιστεί από το κέντρο ελέγχου ποιότητας περιβάλλοντος του Νομού Κορινθίας της 31ης Ιουλίου 2012, και
– έγγραφο του Δήμου Σικυωνίων με πληροφοριακά στοιχεία για δράσεις και μέτρα που είχαν έως τότε υλοποιηθεί ή ληφθεί ή επρόκειτο να υλοποιηθούν ή να ληφθούν εντός του έτους για την καλή λειτουργία του ΧΥΤΑ.
24 Αφού εξέτασε τις ως άνω απαντήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι εξακολουθούν οι προσαπτόμενες στο εν λόγω κράτος μέλος παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, πλην της παραβάσεως του άρθρου 9, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 1999/31, κατόπιν της κοινοποιήσεως στην αρμόδια αρχή των εκθέσεων για τα έτη 2010 και 2011.
25 Κρίνοντας ότι οι απαντήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν ήταν ικανοποιητικές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως των διαλαμβανομένων στην αιτιολογημένη γνώμη διατάξεων, εξαιρουμένης αυτής του άρθρου 9, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 1999/31.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
26 Εισαγωγικώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο ΧΥΤΑ του Κιάτου λειτουργεί από το 2002 χωρίς έγκυρους περιβαλλοντικούς όρους και χωρίς άδεια και ότι στις εκθέσεις και τις αυτοψίες που διενεργήθηκαν μετά το 2007 αναφέρθηκαν σοβαρά προβλήματα.
27 Κατά την Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία παραδέχεται, με τις απαντήσεις της στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί η λήψη μεγάλου μέρους των μέτρων που είναι απαραίτητα για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις των οδηγιών 1999/31 και 2008/98.
28 Ειδικότερα, από την έκθεση αυτοψίας της 31ης Ιουλίου 2012, η οποία επισυνάπτεται στην τελευταία απάντηση της Ελληνικής Δημοκρατίας της 18ης Φεβρουαρίου 2013, προκύπτει σαφώς ότι ο ΧΥΤΑ λειτουργεί χωρίς άδεια λειτουργίας και χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση ανανεώσεως των περιβαλλοντικών όρων.
29 Επίσης, από τα έγγραφα που είχαν επισυναφθεί στις απαντήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας στην αιτιολογημένη γνώμη προκύπτει ότι στις 3 Δεκεμβρίου 2012 υποβλήθηκε προς έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, υπό μορφή σχεδίου διευθετήσεως, η οποία βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της αξιολογήσεως. Κατά την Επιτροπή, συνέπεια τούτου είναι να μην έχουν εγκριθεί ακόμα οι περιβαλλοντικοί όροι για τη διευθέτηση του εν λόγω ΧΥΤΑ, στη βάση των οποίων θα εκδιδόταν η σχετική άδεια λειτουργίας του.
30 Βάσει της πραγματικής αυτής διαπιστώσεως, ότι ο ΧΥΤΑ του Κιάτου λειτουργεί χωρίς άδεια, η Επιτροπή προβάλλει ότι η Ελληνική Δημοκρατία έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8 και 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, της οδηγίας 1999/31 και το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/98.
31 Για τους ίδιους λόγους, η Επιτροπή προβάλλει ακόμη ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31, κατά το οποίο ο ΧΥΤΑ μπορεί να δέχεται απόβλητα μόνον εφόσον τηρούνται οι όροι της άδειας λειτουργίας.
32 Εξάλλου, η έλλειψη άδειας λειτουργίας σημαίνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη και τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31, διότι δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι στον ΧΥΤΑ του Κιάτου πραγματοποιείται διάθεση μόνον αποβλήτων που έχουν υποστεί επεξεργασία.
33 Πέραν της ελλείψεως άδειας λειτουργίας, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, από την αυτοψία που διενεργήθηκε στις 31 Ιουλίου 2012, διαπιστώθηκαν οι εξής δυσλειτουργίες στον ΧΥΤΑ του Κιάτου:
– ο ΧΥΤΑ έχει κορεστεί από τα απόβλητα·
– ο αγωγός στράγγισης και το φρεάτιο του αγωγού ήταν κατεστραμμένα και τα λύματα κατείσδυαν στο έδαφος, δημιουργώντας προβλήματα ρύπανσης·
– με τα παραπάνω δεδομένα είναι πολύ πιθανό, σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων, να διαρρεύσουν από τον ΧΥΤΑ στον χείμαρρο Ελισσώνα μεγάλες ποσότητες λυμάτων, δυνάμενες να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη καταστροφή στους υδροφόρους ορίζοντες που αναπτύσσονται κατά μήκος της λεκάνης του χειμάρρου·
– συμπερασματικώς, δεν πληρούνται στον εν λόγω χώρο οι προδιαγραφές λειτουργίας ΧΥΤΑ.
34 Η Επιτροπή επικαλείται, επίσης, γνωμοδότηση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, υπογεγραμμένη από τον Περιφερειάρχη Πελοποννήσου και συνημμένη στο από 18 Φεβρουαρίου 2013 έγγραφο των ελληνικών αρχών, στην οποία διαπιστώνονται παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και της υφισταμένης εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, με συνέπεια να προκαλούνται σοβαρές βλάβες στο περιβάλλον. Κατά την Επιτροπή, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αυτή, ο φορέας διαχειρίσεως του χώρου έπρεπε να λάβει αμελλητί όλα τα επανορθωτικά μέτρα που περιγράφονται στο σχέδιο μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, το οποίο, ωστόσο, δεν είχε ακόμη εγκριθεί κατά την ημερομηνία αυτή.
35 Η Επιτροπή προβάλλει ακόμη ότι στο έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος της 14ης Μαΐου 2012, το οποίο οι ελληνικές αρχές έχουν επισυνάψει στην απάντησή τους της 1ης Αυγούστου 2012, προτεινόταν η επιβολή προστίμου λόγω των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν, όπως, μεταξύ άλλων, η μη διενέργεια αναλύσεως βιοαερίου και η απουσία προγράμματος μετρήσεων των καθιζήσεων. Η Επιτροπή συνάγει από τα προεκτεθέντα ότι δεν τηρούνταν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 12 της οδηγίας 1999/31 προϋποθέσεις όσον αφορά τις διαδικασίες ελέγχου και την παρακολούθηση κατά τη λειτουργία του ΧΥΤΑ.
36 Όσον αφορά τα προτεινόμενα επανορθωτικά μέτρα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος της 13ης Φεβρουαρίου 2013, που επισυνάπτεται στην απάντηση των ελληνικών αρχών της 18ης Φεβρουαρίου 2013, τα μέτρα αυτά βρίσκονταν σε εξέλιξη και επρόκειτο να συνεχιστούν εντός του 2013. Ωστόσο, στο έγγραφο αυτό δεν διευκρινιζόταν ο χρόνος λήψεως ή ολοκληρώσεως των εν λόγω μέτρων.
37 Έχοντας υπόψη τις δυσλειτουργίες αυτές στον ΧΥΤΑ του Κιάτου, η Επιτροπή εκτιμά ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, και 12 της οδηγίας 1999/31, καθώς και από τα άρθρα 13 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98.
38 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία τονίζει, καταρχάς, ότι, για την επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος, απαιτείται συνεργασία πολλών φορέων, όπως είναι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, η Περιφέρεια και ο Δήμος. Συνεπώς, η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν οφείλεται σε ολιγωρία ή άρνηση της Διοίκησης να τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπέχει.
39 Η Ελληνική Δημοκρατία διευκρινίζει, ακόμη, ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, συνεργάστηκε ενεργά με τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή έπρεπε να αναμείνει την έγκριση του υποβληθέντος σχεδίου διευθετήσεως του χώρου υγειονομικής ταφής και να μην ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή. Για τους λόγους αυτούς, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
40 Όσον αφορά τα περί παραβάσεως των άρθρων 13 και 36 της οδηγίας 2008/98, η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει ότι, κατά την νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442, το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/98, δεν προσδιορίζει το συγκεκριμένο περιεχόμενο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προς επίτευξη του σκοπού της οδηγίας, πλην όμως η διάταξη αυτή δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αφήνοντάς τους παράλληλα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της ανάγκης λήψεως των μέτρων αυτών, οπότε δεν μπορεί, καταρχήν, από την ασυμφωνία μιας πραγματικής καταστάσεως προς τους οριζόμενους στην εν λόγω διάταξη σκοπούς να συναχθεί άνευ ετέρου ότι το οικείο κράτος μέλος παρέβη τις επιβαλλόμενες από την ανωτέρω διάταξη υποχρεώσεις (αποφάσεις Comitato di coordinamento per la difesa della cava κ.λπ., C‑236/92, EU:C:1994:60, σκέψη 12, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑365/97, EU:C:1999:544, σκέψεις 67 και 68, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑420/02, EU:C:2004:727, σκέψεις 21 και 22, και Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑135/05, EU:C:2007:250, σκέψη 37).
41 Περαιτέρω, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, δεδομένης της επικείμενης εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, η οποία ωστόσο δεν είχε πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο καταθέσεως του υπομνήματος αντικρούσεως, καθώς και υπό το πρίσμα των σχετικών απαντήσεων της δημοτικής αρχής, αποδεικνύεται ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκατάλειψης, της απόρριψης ή της ανεξέλεγκτης διαχειρίσεως των αποβλήτων και εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση των αποβλήτων στο Κιάτο πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, όπως επιτάσσουν τα άρθρα 13 και 36 της οδηγίας 2008/98.
42 Όσον αφορά τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τα άρθρα 6, στοιχείο α΄, 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, 11, παράγραφος 1, και 12 της οδηγίας 1999/31, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι ο Σύνδεσμος Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων έχει καταρτίσει και παραδώσει στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων με τίτλο «Σχέδιο διευθέτησης για την ανανέωση της υπ’ αριθ. 83571/20.08.1997 [κοινής υπουργικής αποφάσεως του 1997] περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων Περιφέρειας Πελοποννήσου, που αφορά στη δημιουργία ΧΥΤΑ ευρύτερης περιοχής Σικυώνος, Νομού Κορινθίας», ώστε να κινηθεί εκ νέου η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως και να χορηγηθεί άδεια λειτουργίας, προκειμένου να τηρηθούν οι διατάξεις της οδηγίας 1999/31. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, μετά την έγκριση του εν λόγω σχεδίου, θα εκδοθεί από την αρμόδια υπηρεσία η άδεια λειτουργίας ΧΥΤΑ στο Κιάτο, σύμφωνα με το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας.
43 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ακόμη ότι, σε κάθε περίπτωση, παρά την έλλειψη της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 της οδηγίας 1999/31 άδειας λειτουργίας, ο επίμαχος ΧΥΤΑ εξακολουθεί να λειτουργεί σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους που είχαν εγκριθεί με την κοινή υπουργική απόφαση του 1997 και των οποίων η ισχύς έληξε το 2002.
44 Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι, κατά την εν λόγω υπουργική απόφαση, ο ΧΥΤΑ δέχεται μόνον οικιακά απόβλητα της ευρύτερης περιοχής Σικυώνος, καθώς και άλλα εξομοιούμενα προς αυτά απόβλητα, και ότι η μέθοδος διάθεσης που εφαρμόζεται είναι αυτή της υγειονομικής ταφής των μη επικινδύνων στερεών αποβλήτων.
45 Η Ελληνική Δημοκρατία περιγράφει επίσης τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αποτροπή της μολύνσεως των υπογείων υδάτων από τα στραγγίσματα, για την αποτροπή της απορροής των ομβρίων υδάτων των όμορων περιοχών προς τον ΧΥΤΑ, για τον έλεγχο σχετικά με πιθανή μόλυνση του εδάφους από τυχόν διαρροή στραγγισμάτων, για την αποτροπή της ρυπάνσεως του υδροφόρου ορίζοντα από αέρια απόβλητα, καθώς και για τον έλεγχο του υδροφόρου ορίζοντα.
46 Για τους λόγους αυτούς, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε ουσιαστικά παράβαση των άρθρων 6, 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, και 11 της οδηγίας 1999/31.
47 Όσον αφορά το άρθρο 12 της οδηγίας 1999/31, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι η κοινή υπουργική απόφαση του 1997 προβλέπει μέτρα για τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την επιτήρηση του ΧΥΤΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις των οδηγιών περί στερεών αποβλήτων. Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε ουσιαστικά παράβαση του άρθρου 12 της οδηγίας 1999/31.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
48 Η προσφυγή της Επιτροπής στηρίζεται κατ’ ουσίαν σε δύο χωριστές αιτιάσεις, οι οποίες αφορούν, αντιστοίχως, την έλλειψη ισχύουσας άδειας λειτουργίας του ΧΥΤΑ του Κιάτου και τις δυσλειτουργίες που διαπιστώθηκαν στον συγκεκριμένο ΧΥΤΑ.
49 Όσον αφορά, καταρχάς, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι για την επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος απαιτείται συνεργασία πολλών φορέων, όπως είναι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, η Περιφέρεια και ο Δήμος, το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο, διότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης (αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑119/04, EU:C:2006:489, σκέψη 25, και Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑503/04, EU:C:2007:432, σκέψη 38).
50 Είναι επίσης απορριπτέο το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι, δεδομένης της συνεργασίας της με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, η Επιτροπή έπρεπε να αναμείνει την έγκριση του υποβληθέντος σχεδίου διευθετήσεως του χώρου υγειονομικής ταφής και να μην ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι κανόνες του άρθρου 258 ΣΛΕΕ εφαρμόζονται χωρίς η Επιτροπή να υποχρεούται να τηρήσει ορισμένη προθεσμία. Επομένως, το εν λόγω θεσμικό όργανο έχει την ευχέρεια να εκτιμήσει πότε πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή και δεν εναπόκειται καταρχήν στο Δικαστήριο να ελέγξει μια τέτοια εκτίμηση (απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑297/08, EU:C:2010:115, σκέψη 87 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
51 Με την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, στοιχείο α΄, 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, και 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31 και του άρθρου 23 της οδηγίας 2008/98, διότι δεν εξασφάλισε τη λειτουργία του ΧΥΤΑ του Κιάτου με ισχύουσα άδεια.
52 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι ο ΧΥΤΑ του Κιάτου λειτουργεί χωρίς ισχύουσα άδεια. Διευκρινίζει, συναφώς, ότι παραδόθηκε στην αρμόδια αρχή μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων προκειμένου να κινηθεί εκ νέου η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως και ότι, παρά την έλλειψη άδειας λειτουργίας, ο ΧΥΤΑ εξακολουθεί να λειτουργεί σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους που είχαν εγκριθεί με την κοινή υπουργική απόφαση του 1997 και έληξαν το 2002.
53 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι μεταβολές που επήλθαν στη συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, έστω και αν συνιστούν ορθή εφαρμογή του κανόνα του δικαίου της Ένωσης τον οποίο αφορά η προσφυγή λόγω παραβάσεως (απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑37/09, EU:C:2010:331, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54 Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη τυχόν νέα διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως, η οποία κινήθηκε μετά την παρέλευση της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι ο ΧΥΤΑ του Κιάτου λειτουργεί χωρίς ισχύουσα άδεια. Βάσει της διαπιστώσεως αυτής, πρέπει να εξεταστεί εάν η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, στοιχείο α΄, 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, και 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31 και του άρθρου 23 της οδηγίας 2008/98.
55 Πρώτον, το άρθρο 6, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ώστε στους χώρους υγειονομικής ταφής αποβλήτων να πραγματοποιείται διάθεση μόνο αποβλήτων που έχουν υποστεί επεξεργασία. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο η΄, της οδηγίας αυτής, ως «επεξεργασία» ορίζονται οι φυσικές, θερμικές, χημικές ή βιολογικές διεργασίες, συμπεριλαμβανομένης της διαλογής, που μεταβάλλουν τα χαρακτηριστικά των αποβλήτων προκειμένου να περιοριστούν ο όγκος ή οι επικίνδυνες ιδιότητές τους, να διευκολυνθεί η διακίνησή τους ή να βελτιωθεί η ανάκτηση χρήσιμων υλών.
56 Η Επιτροπή προβάλλει, ωστόσο, ότι η έλλειψη άδειας λειτουργίας για τον ΧΥΤΑ του Κιάτου εμφαίνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν δύναται να διασφαλίσει, όπως υποχρεούται δυνάμει του άρθρου 6, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31, ότι στον εν λόγω ΧΥΤΑ πραγματοποιείται διάθεση μόνο αποβλήτων που έχουν υποστεί επεξεργασία.
57 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της προσαπτόμενης παραβάσεως και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου αυτό να διαπιστώσει την ύπαρξη της εν λόγω παραβάσεως, χωρίς η Επιτροπή να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, EU:C:2010:331, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58 Κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας αυτής, είναι απορριπτέο το επιχείρημα της Επιτροπής περί παραβάσεως του άρθρου 6, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31, διότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η έλλειψη ισχύουσας άδειας λειτουργίας του ΧΥΤΑ του Κιάτου εμφαίνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν δύναται να διασφαλίσει ότι στον εν λόγω ΧΥΤΑ πραγματοποιείται διάθεση μόνον αποβλήτων που έχουν υποστεί επεξεργασία.
59 Δεύτερον, τα άρθρα 8 και 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, της οδηγίας 1999/31 ορίζουν, αντιστοίχως, τις προϋποθέσεις και το περιεχόμενο της άδειας που απαιτείται για τη λειτουργία του ΧΥΤΑ. Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι η Ελληνική Δημοκρατία, ανεχόμενη τη λειτουργία του ΧΥΤΑ του Κιάτου χωρίς ισχύουσα άδεια, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις αυτές.
60 Τρίτον, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, πριν τα απόβλητα γίνουν δεκτά στους χώρους ταφής, ο κάτοχος των αποβλήτων ή ο φορέας εκμετάλλευσης είναι σε θέση να αποδείξει ότι τα συγκεκριμένα απόβλητα μπορούν να γίνουν δεκτά στον χώρο ταφής, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην άδεια, και ότι πληρούν τα κριτήρια αποδοχής που καθορίζονται στο παράρτημα II. Δεδομένου ότι ο ΧΥΤΑ του Κιάτου λειτουργεί χωρίς ισχύουσα άδεια και ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31 επιβάλλει να αποδεικνύεται ότι τα απόβλητα μπορούν να γίνουν δεκτά στον χώρο βάσει των όρων που καθορίζονται στην εν λόγω άδεια, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή.
61 Τέταρτον, το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/98 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη υποχρεώνουν κάθε οργανισμό ή επιχείρηση που προτίθεται να εκτελέσει εργασίες επεξεργασίας αποβλήτων να λαμβάνει άδεια από τις αρμόδιες αρχές. Δεδομένου ότι ο ΧΥΤΑ του Κιάτου δεν διαθέτει άδεια λειτουργίας, η Ελληνική Δημοκρατία έχει παραβεί και τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή.
62 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει εν μέρει να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη διασφαλίζοντας ότι ο ΧΥΤΑ του Κιάτου λειτουργεί με ισχύουσα άδεια, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, και 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31, καθώς και από το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/98, και εν μέρει να απορριφθεί, κατά το μέτρο που αφορά το άρθρο 6, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31.
63 Η Επιτροπή προβάλλει δεύτερη αιτίαση, υποστηρίζοντας ότι, λόγω των δυσλειτουργιών στον ΧΥΤΑ του Κιάτου, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, και 12 της οδηγίας 1999/31 καθώς και από τα άρθρα 13 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98.
64 Κατόπιν της διαπιστώσεως, στο πλαίσιο της εξετάσεως της πρώτης αιτιάσεως, ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8 και 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, της οδηγίας 1999/31, η εξέταση της δεύτερης αιτιάσεως πρέπει να περιοριστεί στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το άρθρο 12 της οδηγίας 1999/31, καθώς και από τα άρθρα 13 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98.
65 Στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, η Επιτροπή οφείλει, βεβαίως, να αποδείξει ότι διαπράχθηκε η προβαλλόμενη παράβαση, προσκομίζοντας στο Δικαστήριο τα αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως αυτής στοιχεία, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο, πλην όμως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, όταν πρόκειται για την εξακρίβωση της ορθής εφαρμογής στην πράξη των εθνικών διατάξεων για την ουσιαστική εφαρμογή οδηγιών, ιδίως των εκδιδομένων στον τομέα του περιβάλλοντος, η Επιτροπή, η οποία δεν διαθέτει ίδια εξουσία διενέργειας ελέγχων στον τομέα αυτό, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα στοιχεία που παρέχονται από τυχόν καταγγέλλοντες, από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς, από τον Τύπο καθώς και από το ίδιο το οικείο κράτος μέλος (αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας, EU:C:2007:250, σκέψη 28, καθώς και Επιτροπή κατά Ιταλίας, EU:C:2010:115, σκέψη 101 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
66 Επομένως, κάθε επίσημο έγγραφο προερχόμενο από τις αρχές του οικείου κράτους μέλους μπορεί να αποτελέσει έγκυρη πηγή πληροφοριών, προκειμένου η Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, EU:C:2007:250, σκέψη 29).
67 Προς στήριξη της δεύτερης αιτιάσεώς της, η Επιτροπή επικαλείται την έκθεση αυτοψίας που είναι συνημμένη στην απάντηση της Ελληνικής Δημοκρατίας της 18ης Φεβρουαρίου 2013, έκθεση με την οποία διαπιστώνεται ότι ο ΧΥΤΑ έχει κορεστεί από τα απόβλητα, ότι ο αγωγός στράγγισης και το φρεάτιο του αγωγού έχουν καταστραφεί και ότι τα λύματα κατεισδύουν στο έδαφος και ότι, σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων, είναι πολύ πιθανό να διαρρεύσουν στον χείμαρρο Ελισσώνα μεγάλες ποσότητες λυμάτων, με συνέπεια την ανεπανόρθωτη καταστροφή των υδροφόρων οριζόντων που αναπτύσσονται κατά μήκος της λεκάνης του χειμάρρου. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η εν λόγω έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στον συγκεκριμένο χώρο δεν πληρούνται οι προδιαγραφές λειτουργίας ΧΥΤΑ.
68 Η Επιτροπή επικαλείται επίσης τη γνωμοδότηση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, υπογεγραμμένη από τον Περιφερειάρχη Πελοποννήσου και συνημμένη στο από 18 Φεβρουαρίου 2013 έγγραφο των ελληνικών αρχών, με την οποία διαπιστώνονται παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και μη τήρηση των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων, με συνέπεια να προκαλούνται σοβαρές βλάβες στο περιβάλλον. Κατά την Επιτροπή, από τη γνωμοδότηση αυτή προκύπτει ότι ο φορέας διαχειρίσεως του χώρου όφειλε να λάβει αμελλητί όλα τα επανορθωτικά μέτρα που περιγράφονταν στο σχέδιο μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, το οποίο, ωστόσο, δεν είχε ακόμη εγκριθεί έως τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
69 Η Επιτροπή προβάλλει ακόμη ότι στο έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος της 14ης Μαΐου 2012, το οποίο οι ελληνικές αρχές έχουν επισυνάψει στην απάντησή τους της 1ης Αυγούστου 2012, προτείνεται η επιβολή προστίμου λόγω των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν, όπως, μεταξύ άλλων, η μη διενέργεια αναλύσεως βιοαερίου και η απουσία προγράμματος μετρήσεων των καθιζήσεων.
70 Πάντως, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, εφόσον η Επιτροπή έχει προσκομίσει επαρκή στοιχεία από τα οποία προκύπτει το υποστατό ορισμένων πραγματικών περιστατικών εντός του εδάφους του καθού κράτους μέλους, εναπόκειται στο εν λόγω κράτος μέλος να αμφισβητήσει κατά τρόπο ουσιαστικό και εμπεριστατωμένο τα προβληθέντα στοιχεία και τα συμπεράσματα που απορρέουν από τα στοιχεία αυτά (αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας, EU:C:2007:250, σκέψη 30· καθώς και Επιτροπή κατά Ιταλίας, EU:C:2010:115, σκέψη 102 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
71 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία απλώς προβάλλει, χωρίς να παραθέτει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο ΧΥΤΑ λειτουργεί σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους που είχαν εγκριθεί με την κοινή υπουργική απόφαση του 1997 και των οποίων η ισχύς έληξε το 2002. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι, κατά την εν λόγω υπουργική απόφαση, ο ΧΥΤΑ δέχεται μόνον οικιακά απόβλητα της ευρύτερης περιοχής Σικυώνος, καθώς και άλλα εξομοιούμενα προς αυτά απόβλητα. Η Ελληνική Δημοκρατία περιγράφει επίσης τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αποτροπή της μολύνσεως των υπογείων υδάτων από τα στραγγίσματα, για την αποτροπή της απορροής των ομβρίων υδάτων των όμορων περιοχών προς τον ΧΥΤΑ, για τον έλεγχο σχετικά με πιθανή μόλυνση του εδάφους από τυχόν διαρροή στραγγισμάτων, για την αποτροπή της ρυπάνσεως του υδροφόρου ορίζοντα από αέρια απόβλητα, καθώς και για τον έλεγχο του υδροφόρου ορίζοντα.
72 Δεδομένου ότι τα στοιχεία που έχει παραθέσει η Επιτροπή είναι εμπεριστατωμένα, καθώς πρόκειται για επίσημα έγγραφα των ελληνικών αρχών, και βάσει της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 70 της παρούσας αποφάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί βασίμως να αμφισβητήσει τα περιστατικά που επικαλείται η Επιτροπή αρκούμενη στο επιχείρημα ότι τα περιστατικά αυτά δεν έχουν αποδειχθεί.
73 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι δυσλειτουργίες στον ΧΥΤΑ του Κιάτου, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, πρέπει να θεωρηθούν αποδεδειγμένες, οπότε πρέπει να εξεταστεί εάν τα περιστατικά αυτά συνιστούν παράβαση υποχρεώσεων που υπέχει η Ελληνική Δημοκρατία από το άρθρο 12 της οδηγίας 1999/31, καθώς και από τα άρθρα 13 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98.
74 Πρώτον, κατά το άρθρο 12, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, κατά τη λειτουργία ενός ΧΥΤΑ, ο φορέας εκμετάλλευσης να εφαρμόζει πρόγραμμα ελέγχου και παρακολούθησης όπως ορίζει το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας αυτής.
75 Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, από το έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος της 14ης Μαΐου 2012, μνεία του οποίου γίνεται στις σκέψεις 35 και 69 της παρούσας αποφάσεως, στον ΧΥΤΑ του Κιάτου δεν διενεργούνται αναλύσεις βιοαερίου. Ωστόσο, με το σημείο 3 του παραρτήματος III της οδηγίας 1999/31 επιβάλλεται η υποχρέωση διενέργειας μηνιαίου ελέγχου των εκπομπών αερίου, σε αντιπροσωπευτικά σημεία για κάθε τμήμα του ΧΥΤΑ. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 της οδηγίας 1999/31.
76 Δεύτερον, το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/98 ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ότι η διαχείριση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, και ιδίως χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα, το έδαφος, την πανίδα και τη χλωρίδα.
77 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 114, σ. 9), το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/98, δεν ορίζει επακριβώς το περιεχόμενο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η διάθεση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, εντούτοις η διάταξη αυτή δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καταλείποντάς τους ένα περιθώριο εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της αναγκαιότητας των μέτρων αυτών (απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, EU:C:2010:331, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
78 Κατά συνέπεια, δεν είναι καταρχήν δυνατό να συναχθεί απευθείας από την ασυμφωνία μιας πραγματικής καταστάσεως προς τους οριζόμενους από το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/98 σκοπούς ότι το οικείο κράτος μέλος έχει οπωσδήποτε παραβεί τις απορρέουσες από αυτήν υποχρεώσεις, δηλαδή ότι δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ότι η διαχείριση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον. Εντούτοις, η εξακολούθηση μιας πραγματικής καταστάσεως, ιδίως όταν συνεπάγεται σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος η οποία διατηρείται επί μακρόν χωρίς επέμβαση των αρμοδίων αρχών, ενδέχεται να σημαίνει ότι τα κράτη μέλη έχουν υπερβεί τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που τους παρέχει η διάταξη αυτή (αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, EU:C:2010:331, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑600/12, EU:C:2014:2086, σκέψεις 51 και 52).
79 Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, συναφώς, ότι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος είναι σύμφυτη προς την ύπαρξη αποβλήτων σε χώρο ταφής ανεξαρτήτως της φύσεως των εν λόγω αποβλήτων (απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, EU:C:2010:331, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
80 Εν προκειμένω, διαπιστώθηκε ότι ο ΧΥΤΑ του Κιάτου λειτουργεί χωρίς ισχύουσα άδεια από το 2002. Διαπιστώθηκε επίσης, βάσει της εκθέσεως αυτοψίας της 31ης Ιουλίου 2012, ότι στον συγκεκριμένο χώρο δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις λειτουργίας ΧΥΤΑ και ότι, βάσει της υπογεγραμμένης από τον Περιφερειάρχη Πελοποννήσου γνωμοδοτήσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2012, παραβιάζεται η περιβαλλοντική νομοθεσία, με συνέπεια να προκαλούνται σοβαρές βλάβες στο περιβάλλον. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η λειτουργία του ΧΥΤΑ του Κιάτου χωρίς ισχύουσα άδεια είχε ως συνέπεια την επί μακρόν σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος, χωρίς επέμβαση των αρμοδίων αρχών, οπότε η Ελληνική Δημοκρατία έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/98.
81 Τρίτον, κατά το άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκατάλειψης, της απόρριψης ή της ανεξέλεγκτης διαχειρίσεως των αποβλήτων. Βάσει των πραγματικών στοιχείων που υπενθυμίζονται στη σκέψη 80 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της ανεξέλεγκτης διαχειρίσεως των αποβλήτων στον ΧΥΤΑ του Κιάτου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98.
82 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι, λαμβανομένων υπόψη των δυσλειτουργιών που διαπιστώθηκαν στον ΧΥΤΑ του Κιάτου, η Ελληνική Δημοκρατία έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 της οδηγίας 1999/31, καθώς και από τα άρθρα 13 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98.
83 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, όσον αφορά τον ΧΥΤΑ του Κιάτου, η Ελληνική Δημοκρατία:
– μη λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι η διαχείριση των αποβλήτων στον εν λόγω ΧΥΤΑ πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον και ότι απαγορεύεται η εγκατάλειψη, η απόρριψη ή η ανεξέλεγκτη διαχείριση των αποβλήτων του εν λόγω ΧΥΤΑ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98·
– ανεχόμενη τη λειτουργία του εν λόγω ΧΥΤΑ χωρίς ισχύουσα άδεια που να τηρεί τις προϋποθέσεις και τις σχετικές με το περιεχόμενο υποχρεώσεις για τη χορήγηση τέτοιας άδειας και, συνεπώς, μη διασφαλίζοντας ότι ο κάτοχος των αποβλήτων ή ο φορέας εκμετάλλευσης του εν λόγω ΧΥΤΑ έχει τη δυνατότητα να αποδείξει, πριν ή κατά την παράδοση των αποβλήτων, ότι αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά στον χώρο ταφής σύμφωνα με τους όρους της άδειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, και 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31, καθώς και από το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/98· και
– μη μεριμνώντας ώστε, κατά τη λειτουργία του ΧΥΤΑ, ο φορέας εκμετάλλευσης να έχει θέσει σε εφαρμογή το πρόγραμμα ελέγχου και παρακολουθήσεως που ορίζεται στο παράρτημα III της οδηγίας 1999/31, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
84 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε τέτοιο αίτημα και το κράτος μέλος αυτό ηττήθηκε, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφασίζει:
1) Όσον αφορά τον χώρο υγειονομικής ταφής αποβλήτων του Κιάτου, η Ελληνική Δημοκρατία:
– μη λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η διαχείριση των αποβλήτων στον εν λόγω χώρο υγειονομικής ταφής πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον και ότι απαγορεύεται η εγκατάλειψη, η απόρριψη ή η ανεξέλεγκτη διαχείριση των αποβλήτων του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών·
– ανεχόμενη τη λειτουργία του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων χωρίς ισχύουσα άδεια που να τηρεί τις προϋποθέσεις και τις σχετικές με το περιεχόμενο υποχρεώσεις για τη χορήγηση τέτοιας άδειας και, συνεπώς, μη διασφαλίζοντας ότι ο κάτοχος των αποβλήτων ή ο φορέας εκμετάλλευσης του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής έχει τη δυνατότητα να αποδείξει, πριν ή κατά την παράδοση των αποβλήτων, ότι αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά στον συγκεκριμένο χώρο σύμφωνα με τους όρους της άδειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8, 9, στοιχεία α΄ έως γ΄, και 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων, καθώς και από το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/98, και
– μη μεριμνώντας ώστε, κατά τη λειτουργία του χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων, ο φορέας εκμετάλλευσης να έχει θέσει σε εφαρμογή το πρόγραμμα ελέγχου και παρακολουθήσεως που ορίζεται στο παράρτημα III της οδηγίας 1999/31, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy