23.3.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 86/14
Αναίρεση που άσκησε στις 31 Ιανουαρίου 2013 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) στις 21 Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-270/08, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-54/13 P)
2013/C 86/22
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (εκπρόσωπος: T. Henze, επικουρούμενος από τους C. von Donat, J. Lipiinsky, δικηγόρους)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βασίλειο της Ισπανίας, Βασίλειο των Κάτω Χωρών, Γαλλική Δημοκρατία
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 21ης Νοεμβρίου 2012, στην υπόθεση T-270/08 — Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Βασίλειο της Ισπανίας (παρεμβαίνον), Γαλλική Δημοκρατία (παρεμβαίνουσα) και Βασίλειο των Κάτω Χωρών (παρεμβαίνον) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής — λόγω ακυρώσεως της αποφάσεως C(2008) 1615 τελικό της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2008, περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιθωριακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), που χορηγήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής C(94) 1973 της 5ης Αυγούστου 1994 για το επιχειρησιακό πρόγραμμα του στόχου αριθ. 1 (1994-1999) για το Βερολίνο (ανατολικό τμήμα), στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και την προσβληθείσα στο πλαίσιο της υποθέσεως T-270/08 απόφαση της Επιτροπής C(2008) 1615 τελικό, της 29ης Απριλίου 2008, περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), που χορηγήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής C(94) 1973, της 5ης Αυγούστου 1994, για το επιχειρησιακό πρόγραμμα του στόχου αριθ. 1(1994-1999) για το Βερολίνο (ανατολικό τμήμα) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας·
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα στηρίζει την αναίρεσή της σε τέσσερις λόγους αναιρέσεως.
Πρώτος λόγος αναιρέσεως: Το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 (1) σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού 2988/95 (2) και παραβίασε την αρχή της δοτής αρμοδιότητας (πρώην άρθρο 5 ΕΚ, στο εξής: άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ, άρθρο 7 ΣΛΕΕ), διότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιον δεχόμενο ότι αμιγώς διοικητικά σφάλματα των εθνικών αρχών επίσης αποτελούν «αντικανονικότητα», η οποία παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να προβεί στην κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 δημοσιονομική διόρθωση.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: Το Γενικό Δικαστήριο παρέβη επιπλέον το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 σε συνδυασμό με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ, άρθρο 7 ΣΛΕΕ), διότι αυτό υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αναγνωρίζοντας στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις μέσω προβολής (πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως). Όμως, ακόμη και αν μπορούσε να συναχθεί από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 η αρμοδιότητα της Επιτροπής για την διά προβολής μείωση, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε πάντως σε πλάνη περί το δίκαιο επιβεβαιώνοντας τον τρόπο διεξαγωγής της προβολής στην προκειμένη περίπτωση. Αφενός, η Επιτροπή δεν έπρεπε να χαρακτηρίσει ως συστηματικά τα προσαπτόμενα από αυτήν λάθη ως προς ολόκληρο το λειτουργικό πρόγραμμα ούτε να προβάλει το ούτως συναγόμενο ποσοστό λαθών επί του συνολικού προγράμματος. Αφετέρου, η Επιτροπή δεν έπρεπε να χρησιμοποιήσει την εφαρμοζόμενη από αυτήν δειγματοληπτική διαδικασία για να προβεί σε μείωση διά προβολής για το συνολικό πρόγραμμα (δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως). Επιπλέον, με την προβολή μη αντιπροσωπευτικών σφαλμάτων και προβαίνοντας σε κατ’ αποκοπήν διορθώσεις, η Επιτροπή προέβη σε δυσανάλογη μείωση της δημοσιονομικής συμμετοχής στο λειτουργικό πρόγραμμα (τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως).
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου παρέβη επιπλέον το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 και παραβίασε την αρχή της δοτής αρμοδιότητας στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο φαίνεται να έκρινε εσφαλμένως ότι η Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να προβαίνει σε κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικές διορθώσεις (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως). Όμως, ακόμη και αν υπήρχε αυτή η αρμοδιότητα για κατ’ αποκοπήν διορθώσεις, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επιβεβαιώνοντας στην προκειμένη περίπτωση τη διενέργεια δυσανάλογων κατ’ αποκοπήν διορθώσεων (δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως).
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του σε συνδυασμό με τα άρθρα 36, και 53, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, διότι από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα των κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικών διορθώσεων (πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της προσφυγής) ή σε ποιες εκτιμήσεις βασίστηκε το Γενικό Δικαστήριο για την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.
(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (EE L 374, σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EE L 312, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy