20.4.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 114/24
Αναίρεση που άσκησε στις 8 Φεβρουαρίου 2013 η Groupement des cartes bancaires (CB) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) στις 29 Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-491/07, CB κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-67/13 P)
2013/C 114/38
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Αναιρεσείων: Groupement des cartes bancaires (CB) (εκπρόσωποι: F. Pradelles, avocat, J. Ruiz Calzado, abogado)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, BNP Paribas, BPCE, πρώην Caisse Nationale des Caisses d'Epargne et de Prévoyance (CNCEP), Société générale
Αιτήματα του αναιρεσείοντος
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-491/07, CB κατά Επιτροπής·
—
να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να αποφανθεί αυτό εκ νέου, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει επαρκώς ενημερωθεί ώστε να ακυρώσει την απόφαση C(2007) 5060 τελικό της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (COMP/D1/38.606 — Groupement des cartes bancaires «CB»)·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας, περιλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο αναιρεσείων ενώπιον του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις λόγους.
Πρώτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνες περί το δίκαιο σε ό,τι αφορά την έννοια του περιορισμού του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνες περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ όσον αφορά το περιεχόμενο των μέτρων του Groupement des cartes bancaires «CB» (στο εξής: όμιλος). Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο προέβη ιδίως σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας σχετικά με την έννοια της πρακτικής που περιορίζει τον ανταγωνισμό εξ αντικειμένου, κρίνοντας ότι τα προαναφερθέντα μέτρα συνιστούσαν περιορισμό εξ αντικειμένου, ενώ τα ως άνω μέτρα αυτά καθεαυτά δεν ενείχαν επαρκώς βλαπτικό για τον ανταγωνισμό χαρακτήρα. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε και σε άλλες πλάνες περί το δίκαιο καθόσον έλαβε υπόψη το ιστορικό της λήψεως των μέτρων. Ειδικότερα, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας όσον αφορά την έννοια της αποφάσεως ενώσεως επιχειρήσεων, ως έκφραση της βουλήσεως του ομίλου, και παραμόρφωσε τα τεθέντα στη διάθεσή του αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αποδώσει στον όμιλο πρόθεση βλάβης του ανταγωνισμού κατά τη λήψη των εν λόγω μέτρων.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε πλάνες περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ σε ό,τι αφορά τους σκοπούς των μέτρων του ομίλου. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας, κρίνοντας ότι η καταπολέμηση του παρασιτισμού, που είναι θεμιτός σκοπός ο οποίος επιδιωκόταν από τα μέτρα τα οποία θέσπισε ο όμιλος και ο οποίος αναγνωρίζεται από το Γενικό Δικαστήριο, μπορούσε να ληφθεί υπόψη μόνον κατά το στάδιο του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αντί του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε εξάλλου σε πλάνες περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ όσον αφορά το κατάλληλο πλαίσιο για τα μέτρα του ομίλου. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας όσον αφορά τη συνεκτίμηση του νομικού πλαισίου, πλανώμενο ως προς την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη την παγιωμένη πείρα. Ιδίως προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 20ής Νοεμβρίου 2008, C-209/07, Beef Industry Development και Barry Brothers, επιζητώντας να μεταφέρει την ως άνω απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ οι δύο περιπτώσεις είναι τελείως διαφορετικές. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πολλαπλές πλάνες περί το δίκαιο κατά τη συνεκτίμηση του οικονομικού πλαισίου και της διττής λειτουργίας της αγοράς στην υπό κρίση διαφορά. Το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε τέλος τη νομολογία όσον αφορά τη φύση και την έκταση του ελέγχου του επί των περίπλοκων οικονομικών εκτιμήσεων, μη προβαίνοντας σε ελάχιστο έλεγχο όπως υποχρεούται.
Δεύτερον, ο αναιρεσείων φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνες περί το δίκαιο σε ό,τι αφορά την έννοια του περιορισμού του ανταγωνισμού εκ του αποτελέσματος. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνες περί το δίκαιο κατά την εξέταση των αποτελεσμάτων των μέτρων του ομίλου. Ειδικότερα, μη απαντώντας στους λόγους ακυρώσεως τους οποίους προέβαλε ο αναιρεσείων όσον αφορά τα δήθεν αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα των μέτρων, παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, μη ακυρώνοντας τη διαταγή που περιέχεται στο άρθρο 2, εδάφιο 2, της αποφάσεως C(2007) 5060 τελικό της Επιτροπής. Η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας συνάγεται από τη διατήρηση σε ισχύ της διαταγής της Επιτροπής ενώ η διαταγή αυτή όχι μόνο δεν ήταν απαραίτητη για να τεθεί τέρμα στην παράβαση που δήθεν διαπιστώθηκε, αλλά ήταν και δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου, μη ακυρώνοντας την ως άνω διαταγή, ενώ το γράμμα της είναι γενικό και ασαφές, κρατώντας έτσι τον όμιλο σε αβεβαιότητα όσον αφορά τα μέτρα που μπορεί να λάβει προκειμένου να καταπολεμήσει τον παρασιτισμό και να φροντίσει για την προστασία του συστήματος «CB».
Full & Egal Universal Law Academy