1.6.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 156/21
Προσφυγή της 14ης Μαρτίου 2013 — Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-124/13)
2013/C 156/32
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγον: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (εκπρόσωποι: L.G. Knudsen, I. Liukkonen et R. Kaskina)
Καθού: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα του προσφεύγοντος
Το προσφεύγον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΕ) 1243/2012 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1342/2008 για τη σύσταση μακροπρόθεσμου σχεδίου για τα αποθέματα γάδου και τις αλιευτικές δραστηριότητες που εκμεταλλεύονται τα αποθέματα αυτά (1)· και
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβάλλει έναν μόνον λόγο ακυρώσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν αποτελεί την προσήκουσα νομική βάση για τον προσβαλλόμενο κανονισμό και ότι έπρεπε να εκδοθεί βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό χορηγεί στους νομοθέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης την απαραίτητη εξουσία προς έκδοση πράξης έχουσας τον σκοπό και το περιεχόμενο του προσβαλλόμενου κανονισμού. Η χρησιμοποιηθείσα νομική βάση εμπόδισε το Κοινοβούλιο να μετάσχει στην έκδοση της πράξης, ενώ το άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι πρέπει να ακολουθείται η συνήθης νομοθετική διαδικασία. Η εσφαλμένη νομική βάση πρέπει να οδηγεί στην ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
Στο πρώτο μέρος της εκθέσεως του λόγου ακυρώσεως, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι κάθε πολυετές σχέδιο, όπως το επίμαχο στην υπό κρίση υπόθεση, ως μέσο διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αποθεμάτων των ιχθύων, αποτελεί ένα σύνολο το οποίο δεν περιλαμβάνει διατάξεις αποσκοπούσες στην επίτευξη των σκοπών της ανανεώσεως και διατηρήσεως της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΚΑλΠ) και, κατά συνέπεια, πρέπει να εκδίδεται στο σύνολό του δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
Το δεύτερο μέρος του λόγου ακυρώσεως του Κοινοβουλίου συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού με χωριστή πράξη από το υπόλοιπο της προτάσεως της Επιτροπής, συνιστά εν πάση περιπτώσει κατάχρηση εξουσίας και στερεί νοήματος την πάγια νομολογία περί της επιλογής της νομικής βάσεως αναλόγως του κέντρου βαρύτητας της πράξης. Καταμερίζοντας την πρόταση, το Συμβούλιο μπόρεσε τεχνητώς να επιλέξει διαφορετική νομική βάση για ορισμένα στοιχεία της προτεινόμενης πράξης, ενώ τα στοιχεία αυτά θα απορροφώνταν από την ενιαία νομική βάση του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αν η πράξη είχε εκδοθεί ως αρχικώς προτάθηκε στο σύνολό της.
(1) ΕΕ L 352, σ. 10.πρ
Full & Egal Universal Law Academy