1.6.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 156/22
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Γερμανία) στις 20 Μαρτίου 2013 — Annett Altmann κ.λπ. κατά Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht
(Υπόθεση C-140/13)
2013/C 156/35
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Verwaltungsgericht Frankfurt am Main
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Προσφεύγοντες: Annett Altmann, Torsten Altmann, Hans Abel, Doris Anschütz, Heinz Anschütz, Waltraud Apitzsch, Uwe Apitzsch, Andrea Arnold, Klaus Arnold, Simone Arnold, Barbara Assheuer, Ingeborg Aubele, Karl-Heinz Aubele
Καθού: Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Συνάδει προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η δυνατότητα διεμβολίσεως, μέσω της εφαρμογής και της ερμηνείας μιας εθνικής δικονομικής διατάξεως όπως είναι το άρθρο 99 VwGO, της προστασίας που παρέχουν οι αναγκαστικού δικαίου υποχρεώσεις περί τηρήσεως του απορρήτου, τις οποίες υπέχουν οι εθνικές αρχές που ασκούν την εποπτεία επί επιχειρήσεων παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και οι οποίες ερείδονται στα σχετικά νομοθετήματα που ισχύουν στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης (εν προκειμένω: οδηγία 2004/109/ΕΚ (1), οδηγία 2006/48/ΕΚ (2) και οδηγία 2009/65/ΕΚ (3)) και έχουν μεταφερθεί με αντίστοιχο περιεχόμενο στην εθνική νομοθεσία, όπως τούτο συνέβη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με το άρθρο 9 του νόμου περί πιστωτικού συστήματος (Kreditwesengesetz) και με το άρθρο 8 του νόμου περί εμπορίου χρεογράφων (Wertpapierhandelsgesetz);
2)
Μπορεί μια εποπτική αρχή όπως είναι το γερμανικό Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Εποπτείας Παρεχομένων Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών, έναντι προσώπου το οποίο ζητεί από αυτό πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν ένα συγκεκριμένο πάροχο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, βάσει της εθνικής γερμανικής νομοθεσίας περί ελεύθερης προσβάσεως στην πληροφόρηση, να επικαλεστεί τις υποχρεώσεις τηρήσεως του απορρήτου που υπέχει μεταξύ άλλων και βάσει του δικαίου της Ένωσης, όπως οι υποχρεώσεις αυτές ρυθμίζονται στο άρθρο 9 του νόμου περί πιστωτικού συστήματος και του άρθρου 8 του νόμου περί εμπορίου χρεογράφων, όταν το βασικό επιχειρηματικό σχέδιο της εταιρίας, η οποία προσέφερε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, πλην όμως εν τω μεταξύ έχει λυθεί λόγω πτωχεύσεως και βρίσκεται υπό εκκαθάριση, συνίστατο σε μια ευρείας κλίμακας εξαπάτηση των επενδυτών σε συνδυασμό με την εκ προθέσεως πρόκληση βλάβης σε αυτούς, ορισμένοι δε υπεύθυνοι της εταιρίας αυτής έχουν καταδικαστεί αμετακλήτως σε πολυετείς ποινές καθείρξεως;
(1) Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 390, σ. 38).
(2) Οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 177, σ. 1).
(3) Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302, σ. 32).
Full & Egal Universal Law Academy