20.7.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 207/2
Αναίρεση που άσκησε στις 22 Μαρτίου 2013 η Ghezzo Giovanni & C. Snc di Ghezzo Maurizio & C. κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) στις 22 Ιανουαρίου 2013, υπόθεση T-218/00, Cooperativa Mare Azzurro Socialpesca Soc. coop. arl, πρώην Cooperativa Mare Azzurro Soc. coop. rl, Cooperativa vongolari Sottomarina Lido Soc. coop. rl, κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-145/13 P)
2013/C 207/02
Γλώσσα της διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ghezzo Giovanni & C. Snc di Ghezzo Maurizio & C. (εκπρόσωποι: R. Volpe και C. Montagner, δικηγόροι)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Cooperativa Mare Azzurro Socialpesca Soc. coop. r.l., πρώην Cooperativa Mare Azzurro Soc. coop. r.l., Cooperativa vongolari Sottomarina Lido Soc. coop. r.l., Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως,
—
να αναιρέσει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 23ης Ιανουαρίου 2013, εκδοθείσα στην υπόθεση T-218/00, η οποία κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 24 Ιανουαρίου 2013, και να ακυρώσει συνεπακόλουθα την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Νοεμβρίου 1999, 2000/394/ΕΚ, της 25ης Νοεμβρίου 1999 και,
—
επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 5 της επίμαχης αποφάσεως, στο μέτρο που επιβάλλει ανάκτηση του ποσού των επίμαχων απαλλαγών ή μειώσεων κοινωνικών εισφορών και προβλέπει ότι τα οικεία ποσά προσαυξάνονται με τόκους για τη συγκεκριμένη περίοδο,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με διάταξη της 23ης Ιανουαρίου 2013 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη) το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ghezzo Giovanni & C. s.n.c. με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως 2000/394/ΕΚ της Επιτροπής, περί απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών, ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως στερούμενη νομικού ερείσματος.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι –όσον αφορά το απαράδεκτο της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου– δεν παρατέθηκε καμία τεκμηρίωση και, επομένως η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει, με τη σκέψη της 58, τη γενική αρχή της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και, ειδικότερα, το άρθρο 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά την έλλειψη κατάλληλης και λεπτομερούς ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (νυν άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ).
Προβάλλεται επίσης ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, λόγω παραβίασης των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον 22 εταιρείες εξαιρέθηκαν από την επιστροφή των ενισχύσεων που είχαν λάβει, διότι παρείχαν επαρκείς λόγους για τη χορήγηση της ενισχύσεως, ενώ η αναιρεσείουσα θεωρήθηκε ότι δεν μπόρεσε να αιτιολογήσει επαρκώς τη χορήγηση της ενισχύσεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει επίσης την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον θεωρεί νόμιμη την απόφαση της Επιτροπής, δυνάμει της οποίας εξαιρέθηκαν από την επιστροφή των ενισχύσεων, βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, οι δημοτικές επιχειρήσεις (στις οποίες η Επιτροπή επέτρεψε, κατά την εφαρμογή της εν λόγω απόφασης, να παράσχουν κάθε συμπληρωματική πληροφορία αναγκαία για να εκτιμηθεί η νομιμότητα των χορηγηθεισών ενισχύσεων), ενώ ουδέποτε ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα να προσκομίσει οποιαδήποτε συμπληρωματικά έγγραφα πριν διαταχθεί η επιστροφή των ενισχύσεων.
Προς περαιτέρω στήριξη του ισχυρισμού της περί παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, η αναιρεσείουσα διευκρινίζει σε άλλο σημείο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη δεν παραθέτει κανένα επιχείρημα προς στήριξη της διαπιστώσεως ότι η ενίσχυση που της χορηγήθηκε επηρέασε το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Η Επιτροπή, κατ’ αρχάς, και, στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο έκριναν ότι η απαλλαγή αυτή ήταν παράνομη, αναφερόμενοι στη στρέβλωση του ενδοκοινοτικού εμπορίου ως στοιχείου εγγενούς στη χορήγηση ενισχύσεων σε επιχειρήσεις στον τομέα της αλιείας, χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε εξέταση της σχετικής αγοράς ή να παραθέσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την εν λόγω διαπίστωση.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει εξάλλου στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο α', ΕΚ (νυν άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο α', ΣΛΕΕ), καθόσον δεν εκτίμησε τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω παρεκκλίσεως στην περίπτωση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, το βιοτικό επίπεδο στην Chioggia είναι εξαιρετικά χαμηλό, με πολύ υψηλά επίπεδα υποαπασχόλησης.
Ομοίως, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ', της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γ'. της ΣΛΕΕ), στο μέτρο που διαπιστώνει ότι η παρέκκλιση αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, χωρίς να το αιτιολογεί, και του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ', της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 107 παράγραφος 3, στοιχείο δ', της ΣΛΕΕ), καθόσον, κατά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, διαπιστώνει ότι η παρέκκλιση που κρίθηκε ως εφαρμοστέα σε άλλες βενετικές επιχειρήσεις δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση της αναιρεσείουσας.
Τέλος, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τη μη ύπαρξη «υφισταμένων ενισχύσεων», κατά παράβαση των άρθρων 1, 14 και 15 του κανονισμού 659/1999 (1). Αναμφισβήτητα, η διαδοχή των νομικών κανόνων αντιστοιχεί σε συνεχή μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης σε μια περίοδο αρκετών δεκαετιών.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (EE L 83, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy