3.8.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 226/7
Προσφυγή της 7ης Ιουνίου 2013 — Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-317/13)
(2013/C 226/13)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγον: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (εκπρόσωποι: F. Drexler, A. Caiola, και M. Pencheva)
Καθού: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα του προσφεύγοντος
Το προσφεύγον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση του Συμβουλίου 2013/129/ΕΕ, της 7ης Μαρτίου 2013, για την υπαγωγή της ουσίας 4-μεθυλαμφεταμίνης σε μέτρα ελέγχου (1),
—
να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της αποφάσεως του Συμβουλίου 2013/129/ΕΕ, μέχρι να αντικατασταθεί αυτή με νέα πράξη, η οποία θα εκδοθεί νομοτύπως,
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Καταρχάς, το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι το προοίμιο της προσβαλλομένης αποφάσεως παραπέμπει στις ακόλουθες νομικές βάσεις: στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2005/387/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 2005, σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών, την αξιολόγηση κινδύνων και τον έλεγχο νέων ψυχοτρόπων ουσιών (2) και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Κοινοβούλιο συνάγει εκ των ανωτέρω ότι το Συμβούλιο παραπέμπει σιωπηρώς στο άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο γ', της πρώην Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Κοινοβούλιο προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής του.
Πρώτον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο στήριξε την απόφασή του σε μια νομική βάση, το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο γ', ΣΕΕ, η οποία καταργήθηκε μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Για τον λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται πλέον μόνο στην απόφαση 2005/387/ΔΕΥ. Η εν λόγω δεύτερη απόφαση συνιστά παράγωγη νομική βάση και είναι, συνεπώς, παράνομη.
Δεύτερον και λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως. Αφενός, εάν ήταν εφαρμοστέο το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο γ', ΣΕΕ, θα έπρεπε να προηγηθούν διαβουλεύσεις με το Κοινοβούλιο πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Όμως, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Αφετέρου, αν γίνει δεκτό ότι είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις της Συνθήκης της Λισσαβώνας, το Κοινοβούλιο θα έπρεπε να έχει λάβει μέρος στη νομοθετική διαδικασία βάσει του άρθρου 83, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Και στις δύο περιπτώσεις, καθόσον το Κοινοβούλιο δεν μετείχε στη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η απόφαση αυτή πάσχει από παράβαση ουσιώδους τύπου.
Τέλος, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως από το Δικαστήριο, το Κοινοβούλιο φρονεί ότι πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι να αντικατασταθεί αυτή με νέα πράξη, η οποία θα εκδοθεί νομοτύπως.
(1) ΕΕ L 72, σ. 11.
(2) ΕΕ L 127, σ. 32.
Full & Egal Universal Law Academy