21.9.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 274/15
Προσφυγή της 18ης Ιουλίου 2013 — Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-409/13)
2013/C 274/27
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγον: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκπρόσωποι: G. Maganza, A. de Gregorio Merino και I. Gurov)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα του προσφεύγοντος
Το προσφεύγον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 2013, με την οποία αποφάσισε να αποσύρει την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί καθορισμού γενικών διατάξεων για τη μακροοικονομική χρηματοδοτική συνδρομή σε τρίτες χώρες,
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Το Συμβούλιο προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της προσφυγής του, η οποία σκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να αποσύρει πρόταση κανονισμού σε όψιμο στάδιο της πρώτης ανάγνωσης της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας.
Πρώτον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η απόσυρση της προτάσεως κανονισμού αποτελεί σοβαρή παραβίαση της αρχής της κατανομής αρμοδιοτήτων, που προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, καθώς και της αρχής της θεσμικής ισορροπίας. Κατά το Συμβούλιο, καμία διάταξη των Συνθηκών δεν απονέμει ρητά στην Επιτροπή γενικό προνόμιο να αποσύρει πρόταση που έχει υποβάλει στον κοινοτικό νομοθέτη. Εντούτοις, αν και το Συμβούλιο δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος αποσύρσεως βάσει του άρθρου 293, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δεν μπορεί να το ασκεί κατά διακριτική ευχέρεια ή καταχρηστικώς. Το Συμβούλιο εκτιμά ότι η απόσυρση τέτοιας προτάσεως σε όλως προχωρημένο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας θα ισοδυναμούσε με παροχή στην Επιτροπή δικαιώματος αρνησικυρίας έναντι των κοινοτικών συννομοθετών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα τοποθετείτο στο ίδιο επίπεδο με τους τελευταίους, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τη φαλκίδευση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 294 ΣΛΕΕ, την υπέρβαση της αρμοδιότητας νομοθετικής πρωτοβουλίας της Επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 293, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και την αποστέρηση του δικαιώματος τροποποιήσεως που απονέμει στο Συμβούλιο το άρθρο 293, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ από πρακτική αποτελεσματικότητα. Κατά το Συμβούλιο, τέτοια άσκηση του δικαιώματος αποσύρσεως θα αντίβαινε επίσης στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, διότι η Επιτροπή δεν θα ήταν πλέον θεσμικό όργανο επιφορτισμένο με εκτελεστική λειτουργία, αλλά θα συμμετείχε στη νομοθετική διαδικασία στο ίδιο επίπεδο με τα θεσμικά όργανα που διαθέτουν δημοκρατική νομιμοποίηση.
Δεύτερον, η απόσυρση της προτάσεως κανονισμού αποτελεί επίσης παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ. Αφενός, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η απόσυρση της προτάσεως κανονισμού έγινε πολύ όψιμα. Παρότι πραγματοποιήθηκε σειρά τριμερών συσκέψεων κατά τη διάρκεια του σταδίου της πρώτης αναγνώσεως («τριμερείς διάλογοι»), η Επιτροπή απέσυρε, εντούτοις, την πρότασή της κανονισμού την ημέρα κατά την οποία το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επρόκειτο να μονογράψουν τον συμβιβασμό στον οποίο είχαν καταλήξει. Αφετέρου, το Συμβούλιο προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εξήντλησε όλες τις υπάρχουσες διαδικαστικές δυνατότητες στο πλαίσιο του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου πριν προβεί στην απόσυρση.
Τέλος, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποσύρσεως δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως των νομικών πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Το Συμβούλιο προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν παρέσχε καμία εξήγηση για την απόφασή της περί αποσύρσεως και ότι δεν προέβη σε δημοσίευση της αποφάσεως αυτής.
Full & Egal Universal Law Academy