16.11.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 336/8
Αναίρεση που άσκησε στις 27 Αυγούστου 2013 η Industries Chimiques du Fluor (ICF) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 18 Ιουνίου 2013 στην υπόθεση T-406/08, ICF κατά Επιτροπής.
(Υπόθεση C-467/13 P)
2013/C 336/18
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Industries Chimiques du Fluor (ICF) (εκπρόσωποι: P.Wytinck, D. Gillet, δικηγόροι.)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 18ης Ιουνίου 2013, στην υπόθεση T-406/08, Industries Chimiques du Fluor (ICF) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και, στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να αποφανθεί αμετακλήτως επί της ουσίας της διαφοράς, να ακυρώσει το πρόστιμο των 1 700 000 ευρώ που επιβλήθηκε στην ICF με την προσβαλλομένη απόφαση ή, τουλάχιστον, να μειώσει το ποσό του προστίμου αυτού.
—
επικουρικώς, να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους.
Με τον πρώτο λόγο, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, ή, τουλάχιστον, προέβη σε εσφαλμένη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ή σε παραμόρφωση κατά την εκτίμησή τους, διότι έκρινε ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή στήριξε την αμφισβητούμενη απόφαση σε έγγραφα τα οποία δεν ανέφερε στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση του άρθρου 27 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (1).
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι έκρινε ότι η μείωση εκ μέρους της Επιτροπής του αριθμού των παραβατών στο χρονικό διάστημα μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν έθιξε τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας ούτε προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της, μολονότι η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή της ως προς τη μείωση αυτή πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Με τον δεύτερο λόγο της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως την παράγραφο 18 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τον υπολογισμό των προστίμων διότι ερμήνευσε την έκφραση «τη συνολική αξία των πωλήσεων των προϊόντων ή υπηρεσιών με τις οποίες σχετίζεται η παράβαση» ως αφορώσα μόνο την συνολική αξία πωλήσεων εκ μέρους των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση και όχι ως τη συνολική αξία των πωλήσεων στην αγορά αυτή.
Η αναιρεσείουσα προσάπτει επίσης στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως διότι δεν απάντησε κατά λυσιτελή και επαρκή τρόπο στην επιχειρηματολογία της, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή απέστη από την πρακτική λήψεως αποφάσεων την οποία εφαρμόζει σχετικά με τον καθορισμό του ποσού του προστίμου.
Με τον τρίτο λόγο της, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ήταν υπερβολική, και ως εκ τούτου, συνιστά παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεδομένου ότι πρόκειται, κατ’ αυτήν, για μια απλή υπόθεση που περιλαμβάνει λίγα έγγραφα. Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα ζητεί, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (2), μείωση του ποσού του προστίμου που της έχει επιβληθεί.
Τέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο δεν άσκησε ορθώς την πλήρη δικαιοδοσία του, διότι δεν εκτίμησε το ίδιο και δεν εξέθεσε για ποιό λόγο το επιβαλλόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, πρόστιμο ήταν δικαιολογημένο. Συναφώς, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε στα διάφορα επιχειρήματα που αυτή προέβαλε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
(2) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-8417.
Full & Egal Universal Law Academy