23.11.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 344/51
Προσφυγή της 23ης Σεπτεμβρίου 2013 — Δημοκρατία της Εσθονίας κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-508/13)
2013/C 344/89
Γλώσσα διαδικασίας: η εσθονική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Δημοκρατία της Εσθονίας (εκπρόσωπος: K. Kraavi-Käerdi)
Καθών: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η Εσθονία υποστηρίζει ότι:
1)
το άρθρο 4, παράγραφοι 6 και 8,
2)
το άρθρο 16, παράγραφος 3 και
3)
το άρθρο 6, παράγραφος 3
της οδηγίας 2013/34/ΕΕ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, παραβιάζουν τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας και ζητεί από το Δικαστήριο να τα ακυρώσει ως αντίθετα προς τις Συνθήκες και τους κανόνες δικαίου που σχετίζονται με την εφαρμογή τους. Η Δημοκρατία της Εσθονίας φρονεί ότι οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, δηλαδή κατά παράβαση ουσιώδους τύπου κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, η Δημοκρατία της Εσθονίας ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει τη φράση «και η απαίτηση δημοσίευσης περιέχεται στην εθνική φορολογική νομοθεσία αποκλειστικά για σκοπούς φοροεισπρακτικούς» στο άρθρο 4, παράγραφος 6, τη φράση «που απαιτούνται από την εθνική φορολογική νομοθεσία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6» στο άρθρο 4, παράγραφος 8, καθώς και τις διατάξεις του άρθρο 16, παράγραφος 3, και του άρθρου 6, παράγραφος 3, στο σύνολό τους. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διατάξεις αυτές δεν πρέπει να εξεταστούν μεμονωμένα και χωριστά από το υπόλοιπο κείμενο της οδηγίας, χωρίς τροποποίηση του κειμένου αυτού, και ότι η εξαφάνιση των διατάξεων αυτών ενδέχεται να επηρεάσει το γενικό σύστημα της οδηγίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την οδηγία στο σύνολό της για τους ίδιους λόγους.
Η Εσθονία ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
1)
Η Δημοκρατία της Εσθονίας ζητεί την ακύρωση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (στο εξής: οδηγία) ή, επικουρικώς, την ακύρωση της οδηγίας στο σύνολό της.
2)
Με την προσφυγή, η οποία ασκείται βάσει του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ζητείται η εξαφάνιση των φράσεων «και η απαίτηση δημοσίευσης περιέχεται στην εθνική φορολογική νομοθεσία αποκλειστικά για σκοπούς φοροεισπρακτικούς» στο άρθρο 4, παράγραφος 6, «που απαιτούνται από την εθνική φορολογική νομοθεσία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6» στο άρθρο 4, παράγραφος 8, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 16, παράγραφος 3, και του άρθρου 6, παράγραφος 3, στο σύνολό τους, λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου και λόγω παραβάσεως των Συνθηκών και των κανόνων δικαίου που διέπουν την εφαρμογή τους.
3)
Κατά τη Δημοκρατία της Εσθονίας, η παράβαση ουσιώδους τύπου συνίσταται στη μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ. Φρονεί ότι η παράβαση των Συνθηκών και των κανόνων δικαίου που διέπουν την εφαρμογή τους συνίσταται στην παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της επικουρικότητας.
4)
Η Δημοκρατία της Εσθονίας υποστηρίζει ότι, με τα μέτρα εκτεταμένης εναρμονίσεως που θεσπίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφοι 6 και 8, και του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί η δέουσα ισορροπία μεταξύ των δύο σκοπών της οδηγίας — ενίσχυση της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των οικονομικών καταστάσεων και περιορισμός των διοικητικών επιβαρύνσεων για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Δεν έχουν, συνεπώς, θεσπιστεί πρόσφορα μέτρα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
5)
Ο κύριος σκοπός της οδηγίας — ενίσχυση της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των οικονομικών καταστάσεων — δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα θεσπισθέντα μέτρα, διότι, κατά την κατάρτιση του σχεδίου της οδηγίας, δεν ελήφθησαν αρκούντως υπόψη η διάρθρωση των επιχειρήσεων στα κράτη μέλη. Η ενσωμάτωση της οδηγίας στην έννομη τάξη του κράτους μέλους θα είχε ως συνέπεια ότι το 97,9 % των επιχειρήσεων, οι οποίες παράγουν περισσότερο από το ήμισυ του προϊόντος της εθνικής οικονομίας, θα απαλλάσσονταν από μεγάλος μέρος των σχετικών με τις οικονομικές καταστάσεις υποχρεώσεων — χωρίς όμως τούτο να συμβάλλει στην ενίσχυση της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των οικονομικών καταστάσεων στο σύνολο της Ένωσης.
6)
Ο κύριος σκοπός της οδηγίας — περιορισμός των διοικητικών επιβαρύνσεων για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις — δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα θεσπισθέντα μέτρα, διότι, κατά την κατάρτιση του σχεδίου της οδηγίας, δεν ελήφθησαν αρκούντως υπόψη οι περιορισμοί των διοικητικών επιβαρύνσεων που έχουν πραγματοποιηθεί στο κράτος μέλος με άλλους τρόπους, πέραν της μειώσεως της εκτάσεως των οικονομικών καταστάσεων· επίσης, ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί, διότι τα πληροφοριακά στοιχεία που έως τώρα ανακοίνωναν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της καταρτίσεως των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, τα οποία, όμως, δεν θα ανακοινώνονται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 6, υπό τη σημερινή μορφή τους, διατηρούν τη χρησιμότητά τους τόσο για τις ίδιες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, όσο και για το Δημόσιο. Συγκεκριμένα, στο μέλλον, θα πρέπει να συγκεντρώνονται και να δημοσιεύονται συμπληρωματικές πληροφορίες με άλλους τρόπου, πράγμα που ισοδυναμεί με μετακύλιση των διοικητικών επιβαρύνσεων, οι οποίες μάλιστα ενδέχεται να αυξηθούν.
7)
Η αρχή της κατισχύσεως της ουσίας επί του τύπου, η οποί κατοχυρώνεται με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο η', της οδηγίας, αποτελεί κεφαλαιώδους σημασία αρχή για την οδηγία. Εφόσον, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν την εν λόγω αρχή και εάν όντως γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής κατά τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ενός κράτους μέλους, δεν είναι καταρχήν δυνατόν να επιτευχθεί ο σκοπός της ενισχύσεως της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των οικονομικών καταστάσεων στο σύνολο της Ένωσης, καθώς και της ενισχύσεως της εμπιστοσύνης του κοινού προς τις οικονομικές καταστάσεις. Συνάγεται, επομένως, ότι δεν πρόκειται για μέτρα σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
8)
Δεδομένου ότι τα μέτρα που θεσπίζονται με τα άρθρο 4, παράγραφοι 6 και 8, και άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν θα έχουν οπωσδήποτε ως συνέπεια την ενίσχυση της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των οικονομικών καταστάσεων στο σύνολο της Ένωσης, και, μάλιστα, ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα όχι την ελάφρυνση, αλλά τη μετακύλιση των διοικητικών επιβαρύνσεων εντός του κράτους μέλους, τα μέτρα αυτά δεν συμβάλλουν στην ευχερέστερη επίτευξη των σκοπών της οδηγίας σε επίπεδο Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι προαναφερθείσες διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της επικουρικότητας.
(1) ΕΕ L 182, σ. 13
Full & Egal Universal Law Academy