8.3.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 71/4
Αναίρεση που άσκησαν στις 25 Νοεμβρίου 2013 οι Duravit AG κ.λπ. κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) στις 16 Σεπτεμβρίου 2013 στην υπόθεση T-364/10, Duravit AG κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-609/13 P)
2014/C 71/07
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Duravit AG, duravit SA, Duravit BeLux SPRL/BVBA (εκπρόσωποι: U. Soltész, LL.M., και C. von Köckritz, δικηγόροι)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 16ης Σεπτεμβρίου 2013 στην υπόθεση T-364/10 καθόσον απορρίπτει την προσφυγή των αναιρεσειουσών·
2)
να ακυρώσει εξ ολοκλήρου το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2 και το άρθρο 3 της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Ιουνίου 2010, C(2010) 4185 τελικό στην υπόθεση COMP/39.092 — Εγκαταστάσεις υγιεινής για λουτρά, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον αφορά τις αναιρεσείουσες·
3)
επικουρικώς (ως προς το δεύτερο αίτημα), να ακυρώσει ή να μειώσει αισθητά τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στις αναιρεσείουσες με την προπαρατεθείσα απόφαση·
4)
όλως επικουρικώς (ως προς το δεύτερο και τρίτο αίτημα), να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου σύμφωνα με τη νομική εκτίμηση που το Δικαστήριο διατύπωσε με την απόφασή του·
5)
εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα των διαδικασιών ενώπιον τόσο του Γενικού Δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν έξι λόγους.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003 και προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα για δίκαιη δίκη [άρθρα 47 και 48, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών] διότι αρνήθηκε να ασκήσει επί της προσβαλλομένης αποφάσεως τον ρητώς αιτηθέντα έλεγχο πλήρους δικαιοδοσίας, διότι δέχθηκε τεκμήριο ακρίβειας υπέρ των πραγματικών και νομικών διαπιστώσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή και διότι δεν άσκησε αρκούντως την ίδια εξουσία εκτιμήσεως για τον καθορισμό των προστίμων.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, προσέβαλε το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής των προσφευγουσών (άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη) και παραβίασε την αρχή της ισότητας των όπλων ασκώντας ανεπαρκώς τον έλεγχο νομιμότητας και υπερβαίνοντας τα όρια του τελευταίου σε βάρος των προσφευγουσών.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δικογραφίας πολλαπλώς και κατά τρόπο δυνάμενο να έχει επιπτώσεις στην επίλυση της διαφοράς και παραβίασε τις αναγνωρισμένες αρχές που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων.
Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε δικονομικές πλάνες και παρέβη το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των προσφευγουσών καθώς και το δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη, και παραβίασε την αρχή της ισότητας των όπλων χρησιμοποιώντας σε βάρος τους μη αξιοποιήσιμα και εκπροθέσμως προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία καθώς και καθυστερημένα προβληθέντα από την Επιτροπή ισχυρισμό, και απορρίπτοντας εσφαλμένως και άνευ επαρκούς αιτιολογίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτές ζήτησαν.
Πέμπτον, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και παρέβη την υποχρέωσή του προς αιτιολόγηση διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή είχε προσάψει ορθώς στις προσφεύγουσες ότι συμμετείχαν σε ενιαία παράβαση αφορώσα πλείονα προϊόντα, κρουνούς και εγκαταστάσεις, πλευρικά χωρίσματα ντους και κεραμικά είδη υγιεινής.
Έκτον, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 101 ΣΛΕΕ στηριζόμενο σε εσφαλμένο κριτήριο προκειμένου να εκτιμήσει ανταλλαγή πληροφοριών για τους σκοπούς του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εκτιμώντας ότι οι προσφεύγουσες ήσαν υποχρεωμένες να απέχουν συζητήσεων μεταξύ επιχειρήσεων με τις οποίες δεν ήσαν ανταγωνίστριες, και κρίνοντας ως τελεσθείσα παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ τις προβαλλόμενες «συντονισμένες προσπάθειες» στους κόλπους ενώσεων για δύο υποκατηγορίες προϊόντων, με την ευκαιρία ιδιαίτερων γεγονότων.
Full & Egal Universal Law Academy