8.2.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 39/10
Αναίρεση που άσκησε στις 29 Νοεμβρίου 2013 η Villeroy & Boch AG κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) στις 16 Σεπτεμβρίου 2013 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-373/10, T-374/10, T-382/10 και T-402/10, Villeroy & Boch AG κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-625/13 P)
2014/C 39/17
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Villeroy & Boch AG (εκπρόσωποι: M. Klussmann, δικηγόρος, και S. Thomas)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα, διατηρώντας τα πρωτοδίκως διατυπωθέντα αιτήματά της, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει στο σύνολό της την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 16ης Σεπτεμβρίου 2013 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-373/10, T-374/10, T-382/10 και T-402/10, καθόσον αυτή απορρίπτει την προσφυγή και αφορά την αναιρεσείουσα·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει μερικώς το άρθρο 1 της αποφάσεως C(2010) 4185 τελικό της καθής, της 23ης Ιουλίου 2010, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, καθόσον αφορά την αναιρεσείουσα·
—
επικουρικώς, να μειώσει ευλόγως το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα με το άρθρο 2 της αποφάσεως της 23ης Ιουλίου 2010·
—
επίσης επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί εκ νέου·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με τους έξι πρώτους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε πλείονες φορές σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Υπό την έννοια αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι μπορούσε να καταδικάσει την αναιρεσείουσα βάσει αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν την προβαλλομένη ως διαπραχθείσα στη Γαλλία παράβαση, ενώ εξετίμησε τα στοιχεία αυτά κατά διαμετρικά αντίθετο τρόπο στο πλαίσιο παράλληλων υποθέσεων (1). Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι αυτή η προσέγγιση παραβιάζει την αρχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας και τους κανόνες της λογικής, δεδομένου ότι η αυτή εκτίμηση δεν μπορεί να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα το οποίο αποβαίνει σε βάρος της.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο της καταλόγισε, ως κατασκευάστριας κεραμικών ειδών υγιεινής, τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν στην Ιταλία από μη ανταγωνίστριες επιχειρήσεις (δηλαδή κατασκευαστές ειδών κρουνοποιΐας), ενώ αυτή δεν συμμετέσχε ούτε μία φορά στις συνεδριάσεις τους που φέρονται να είναι αντίθετες προς το δίκαιο του ανταγωνισμού. Ταυτόχρονα, ως προς το σημείο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, σχετικά με ανταγωνιστές της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο παράλληλων υποθέσεων (2), ότι δεν υφίσταται παραβατική συμπεριφορά μη ανταγωνιστριών επιχειρήσεων ακόμη και αν αυτές ήσαν παρούσες στις προβαλλόμενες παραβάσεις των κατασκευαστών ειδών κρουνοποιΐας. Και ως προς το σημείο αυτό, εκτός μιας άνισης μεταχειρίσεως που εισάγει κατάφωρη διάκριση σε βάρος της αναιρεσείουσας, υφίσταται παραβίαση της αρχής του ευεργετήματος της αμφιβολίας και των κανόνων της λογικής. Πράγματι, αν το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατές δύο διαφορετικές εκτιμήσεις για ένα και το αυτό γεγονός, πρέπει να γίνει δεκτή η λιγότερο δραστική για τον αποδέκτη της κυρώσεως εκτίμηση και όχι, όπως εν προκειμένω, η δυσμενής εκτίμηση.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται η έλλειψη νομιμότητας αναγνωριστικής αποφάσεως που στηρίζεται σε παραγραφέντα πραγματικά περιστατικά και που αφορά το σύνολο των παραβάσεων στις Κάτω Χώρες, καθώς επίσης η έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου στο σκεπτικό της αποφάσεώς του και του διατακτικού αυτής. Συγκεκριμένα, το διατακτικό έχει διατυπωθεί ευρύτερα απ’ ότι οι πραγματικές διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, πράγμα το οποίο συνιστά σοβαρή έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, της οποίας το διατακτικό δεν στηρίζεται συναφώς στις σκέψεις της αποφάσεως. Αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, όσον αφορά το Βέλγιο, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πλείονα λυσιτελή πραγματικά στοιχεία τα οποία, εντούτοις, το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο είχε τονίσει κατά την προφορική διαδικασία.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αμφισβητούνται οι διαπιστώσεις σχετικά με παράβαση που διαπράχθηκε στη Γερμανία. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρανόησε ή παραποίησε τους συναφείς ισχυρισμούς της. Υποστηρίζει, επιπλέον, ότι πλείονες διαπιστώσεις σχετικά με ανταλλαγή πληροφοριών, προβαλλομένη ως παράνομη έναντι του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, είναι νομικά αβάσιμες.
Ο έκτος λόγος αναιρέσεως αφορά πλάνη περί το δίκαιο του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τις εκτιμήσεις του σχετικά με την Αυστρία.
Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι καταλογίστηκαν στην αναιρεσείουσα παραβάσεις που διέπραξαν νομικώς ανεξάρτητες επιχειρήσεις παραβιάζει την αρχή «nulla poena sine culpa».
Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως βάλλεται ο νομικός χαρακτηρισμός μίας τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής απόψεως ανεξάρτητης συμπεριφοράς ως δήθεν ενιαίας, σύνθετης και διαρκούς παραβάσεως (single complex and continuous infringement), ο οποίος, κατά την αναιρεσείουσα, δεν έπρεπε να γίνει ήδη λόγω της ελλείψεως συμπληρωματικότητας μεταξύ των συμπεριφορών που εξετάστηκαν μαζί. Με την εν προκειμένω προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου, η νομική έννοια της ενιαίας, σύνθετης και διαρκούς παραβάσεως παραβιάζει, κατά την αναιρεσείουσα, την αρχή της δίκαιης δίκης.
Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η έλλειψη δικαιώματος επιβολής προστίμου εις ολόκληρον, σε επίπεδο ομίλου, ελλείψει άμεσης συμμετοχής στην παράβαση, παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας και την αρχή της προσωπικής ευθύνης.
Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται τον νομικώς εσφαλμένο «light review» του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο δεν επετέλεσε ορθώς το ελεγκτικό του έργο και, συνεπώς, δεν διασφάλισε την τήρηση της κατά το δίκαιο της Ένωσης αρχής της έννομης προστασίας.
Τέλος, με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το επιβεβαιωθέν από το Γενικό Δικαστήριο πρόστιμο είναι εν πάση περιπτώσει δυσανάλογο. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα επιβαρυντικά στοιχεία ακυρώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο και ότι και άλλα στοιχεία πρέπει επίσης να ακυρωθούν λόγω εσφαλμένης αιτιολογίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάλογη ούτε νόμιμη η διατήρηση της ανώτατης εκ του νόμου κυρώσεως που επέβαλε το Γενικό Δικαστήριο (ήτοι 10 % του κύκλου εργασιών του ομίλου). Αν τα πραγματικά στοιχεία που προβλήθηκαν για να αποδειχθεί η παράβαση είναι σε μεγάλο βαθμό ανυπόστατα, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί, λαμβανομένης υπόψη της κατάφωρης απουσίας αποδείξεων και αιτιώδους συνάφειας καθώς και του μη καταλογιστέου των πρακτικών, ότι έχει διαπραχθεί, ενιαία, σύνθετη και διαρκής παράβαση επί δέκα έτη όσον αφορά τρεις ομάδες προϊόντων εντός έξι διαφορετικών χωρών, αλλά είναι δυνατόν, το πολύ πολύ, να θεωρηθεί ότι έχουν διαπραχθεί συγκεκριμένες παραβάσεις σε τοπικό επίπεδο, οι οποίες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσουν το επίπεδο της επιβληθείσας κυρώσεως. Η υπό εξέταση υπόθεση πολύ απέχει από το να αποτελεί σοβαρή ή πολύ σοβαρή περίπτωση, πράγμα το οποίο το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη, παρανοώντας κατά τρόπο ασυγχώρητο τα κριτήρια εκτιμήσεως που έπρεπε να ερμηνεύσει.
(1) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, T-379/10 και T-381/10, Keramag Keramische Werke κ.λπ. κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
(2) Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, T-379/10 και T-381/10, Keramag Keramische Werke κ.λπ. κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), και T-380/10, Wabco Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
Full & Egal Universal Law Academy