22.2.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 52/31
Προσφυγή της 19ης Δεκεμβρίου 2013 — Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-679/13)
2014/C 52/56
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγον: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (εκπρόσωποι: F. Drexler, A. Caiola και M. Pencheva)
Καθού: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα του προσφεύγοντος
Το προσφεύγον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την εκτελεστική απόφαση 2013/498/ΕΕ του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με την υπαγωγή του 5-(2-αμινοπροπυλο) ινδολίου σε μέτρα ελέγχου (1),
—
να διατηρήσει τα αποτελέσματα της εκτελεστικής αποφάσεως 2013/496/ΕΕ του Συμβουλίου, μέχρις ότου αντικατασταθεί αυτή από μία νέα, νομοτύπως ληφθείσα, πράξη,
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Προκαταρκτικώς, το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι το προοίμιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραπέμπει στις ακόλουθες νομικές βάσεις: στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2005/387/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 2005, σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών, την αξιολόγηση κινδύνων και τον έλεγχο νέων ψυχοτρόπων ουσιών και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Κοινοβούλιο συνάγει ότι το Συμβούλιο αναφέρεται εμμέσως στο άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο γ', της πρώην Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως το Κοινοβούλιο προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως.
Καταρχάς, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο στήριξε την απόφασή του σε μια νομική βάση (άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο γ', ΣΕΕ) η οποία καταργήθηκε με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζεται πλέον μόνον στην απόφαση 2005/387/ΔΕΥ. Η τελευταία συνιστά νομική βάση παράγωγου δικαίου και είναι, επομένως, παράνομη.
Δεύτερον, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η διαδικασία λήψεως αποφάσεων πάσχει λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου. Αφενός, εάν ήταν εφαρμοστέο το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο γ', ΣΕΕ, θα έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί διαβούλευση με το Κοινοβούλιο πριν τη λήψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 39, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, όμως, ότι δεν υπήρξε διαβούλευση. Αφετέρου, εάν γίνει δεκτό ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις είναι εκείνες της Συνθήκης της Λισσαβώνας, το Κοινοβούλιο διατείνεται ότι θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να έχει συμμετάσχει στη νομοθετική διαδικασία. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, συγκεκριμένα, ότι εάν η υπαγωγή του 5-(2-αμινοπροπυλο) ινδολίου σε μέτρα ελέγχου συνιστούσε βασικό στοιχείο της αποφάσεως 2005/387/ΔΕΥ, η ακολουθητέα νομοθετική διαδικασία θα ήταν, επομένως, εκείνη που περιγράφεται στο άρθρο 83, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δηλαδή η συνήθης νομοθετική διαδικασία. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν εκληφθεί η απόφαση 2013/496/ΕΕ ως ομοιόμορφη προϋπόθεση εκτελέσεως της αποφάσεως 2005/387/ΔΕΥ ή ως μέτρο που συμπληρώνει ή τροποποιεί ένα μη βασικό στοιχείο της εν λόγω αποφάσεως, η ακολουθητέα διαδικασία θα ήταν, επομένως, εκείνη που προβλέπεται στα άρθρα 290 και 291 ΣΛΕΕ για τη λήψη εκτελεστικών πράξεων ή κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Σε όλες τις περιπτώσεις, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο δεν συμμετέσχε στη λήψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή πάσχει λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.
Τέλος, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, το Κοινοβούλιο φρονεί ότι, δυνάμει του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της προσβαλλόμενης αποφάσεως μέχρις ότου αντικατασταθεί αυτή από μία νέα, νομοτύπως ληφθείσα, πράξη.
(1) ΕΕ L 272, σ. 44.
Full & Egal Universal Law Academy