ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 15ης Ιουλίου 2014 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως — ΕΓΤΠΕ, ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ — Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Δαπάνες που πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία»
Στην υπόθεση C‑71/13 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2013,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Ι. Χαλκιά και Ε. Λευθεριώτου,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Τριανταφύλλου, καθώς και τις Ε. Τσερέπα-Lacombe και A. Μαρκουλλή,
καθής πρωτοδίκως
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Safjan, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský και A. Prechal (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την απόφαση που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτηση αναιρέσεως η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑588/10, EU:T:2012:688, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία αυτό απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως 2010/668/ΕΕ της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 2010, περί εξαιρέσεως από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ L 288, σ. 24, στο εξής: επίδικη απόφαση), καθόσον η απόφαση αυτή αποκλείει ορισμένες δαπάνες που πραγματοποίησε το κράτος μέλος.
Το νομικό πλαίσιο
Η κανονιστική ρύθμιση περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής
2 Ο κανονισμός (EK) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), προβλέπει στο άρθρο 7, παράγραφος 4, τα ακόλουθα:
«Η Επιτροπή, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών […].
[...]
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας έλλειψης συμμόρφωσης. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.»
3 Ο κανονισμός (EK) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 209, σ. 1), προβλέπει στο άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 2, τα εξής:
«1. Η Επιτροπή, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών […].
2. Η Επιτροπή εκτιμά τα προς αποκλεισμό ποσά με γνώμονα κυρίως την έκταση της έλλειψης συμμόρφωσης που διαπίστωσε. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.»
Η κανονιστική ρύθμιση περί του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου
4 Ο κανονισμός (EK) 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 327, σ. 11), προβλέπει στο άρθρο 12, με τίτλο «Διορθώσεις προφανών σφαλμάτων», τα ακόλουθα:
«[...] μια αίτηση ενίσχυσης μπορεί να διορθωθεί οποιαδήποτε στιγμή μετά την υποβολή της, σε περιπτώσεις προφανών σφαλμάτων που αναγνωρίζονται από την αρμόδια αρχή.»
5 Το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Χρόνος των επιτόπιων ελέγχων», ορίζει στην παράγραφο 2, τα ακόλουθα:
«[...] το ελάχιστο ποσοστό των επιτόπιων ελέγχων διενεργείται εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής στα κράτη μέλη, όπου το σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 92/102/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων (ΕΕ L 355, σ. 32),] όσον αφορά τα αιγοπρόβατα, ιδίως σε σχέση με την αναγνώριση των ζώων και την επιμελή τήρηση μητρώων, δεν έχει πλήρως υλοποιηθεί και εφαρμοσθεί.»
Η κανονιστική ρύθμιση στον τομέα του καπνού
6 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2075/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για την κοινή οργάνωση αγοράς του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ L 215, σ. 70), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1636/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 210, σ. 23, στο εξής: κανονισμός 2075/92), προβλέπει στο άρθρο 5 τα εξής:
«Για να χορηγηθεί η πριμοδότηση πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένα οι ακόλουθοι όροι:
α) να προέρχεται ο καπνός από μια καθορισμένη περιοχή παραγωγής για κάθε ποικιλία·
β) να πληρούνται οι ποιοτικές απαιτήσεις·
γ) να παραδίδεται ο καπνός σε φύλλα από τον παραγωγό στην επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως με βάση μια σύμβαση καλλιέργειας.»
7 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
[...]
– “επιχείρηση πρώτης μεταποίησης”: νοείται κάθε εγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο πραγματοποιεί την πρώτη μεταποίηση του καπνού και το οποίο εκμεταλλεύεται, επ’ ονόματί του και για λογαριασμό του, μία ή περισσότερες εγκαταστάσεις πρώτης μεταποίησης ακατέργαστου καπνού έχοντας τις εγκαταστάσεις και τους κατάλληλους εξοπλισμούς για τον σκοπό αυτό,
[...]».
8 Ο κανονισμός (EK) 2848/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2075/92 όσον αφορά το καθεστώς των πριμοδοτήσεων, των ποσοστώσεων παραγωγής και της ειδικής ενίσχυσης που χορηγείται στις ομάδες παραγωγών στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ L 358, σ. 17), ορίζει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, τα ακόλουθα:
«Το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου έχει την έδρα της η επιχείρηση εμπορικής επεξεργασίας [πρώτης μεταποίησης], είναι αρμόδιο για την έγκριση των επιχειρήσεων [πρώτης μεταποίησης] [π]ου εξουσιοδοτούνται να υπογράψουν τις συμβάσεις καλλιέργειας.
[...]»
9 Το άρθρο 10 του κανονισμού αυτού προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Οι συμβάσεις καλλιέργειας πρέπει να συνάπτονται, εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, το αργότερο στις 30 Μαΐου του έτους της συγκομιδής για την οποία συνάπτεται η σύμβαση.»
10 Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού:
«Εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, ο παραγωγός οφείλει να έχει παραδώσει το σύνολο της παραγωγής του στην επιχείρηση [πρώτης μεταποίησης] το αργότερο στις 30 Απριλίου του έτους που έπεται του έτους συγκομιδής για τις ομάδες ποικιλιών VI, VII, VIII και στις 15 Απριλίου του έτους που έπεται του έτους συγκομιδής για τις υπόλοιπες ομάδες ποικιλιών, ειδάλλως χάνει το δικαίωμα του επί της πριμοδότησης.»
Η κανονιστική ρύθμιση στον τομέα της σταφίδας
11 Ο κανονισμός (EK) 1621/1999 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1999, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2201/96 του Συμβουλίου όσον αφορά την ενίσχυση για την καλλιέργεια σταφυλιών που προορίζονται για την παραγωγή ορισμένων ποικιλιών σταφίδων (ΕΕ L 192, σ. 21), προβλέπει στο άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, τα εξής:
«Ισχύουν οι ακόλουθες παρεκκλίσεις στην απαίτηση για την ελάχιστη απόδοση:
[...]
– για τα αμπελοτεμάχια που υπέστησαν ζημιές από φυσικές καταστροφές, τα κράτη μέλη μειώνουν τις ποσότητες […] κατά το ποσοστό της ζημίας που πιστοποιήθηκε από τους οργανισμούς ασφάλισης· στην περίπτωση ζημιών που δεν καλύπτονται από τους οργανισμούς ασφάλισης, τα κράτη μέλη καθορίζουν το ποσοστό της μείωσης της ελάχιστης απόδοσης για τις πληγείσες περιφέρειες και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή,
[...]».
Το ιστορικό της διαφοράς και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
12 Με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή επέβαλε στις δαπάνες που δήλωσε η Ελληνική Δημοκρατία διάφορες διορθώσεις, ήτοι:
– κατ’ αποκοπή διόρθωση 10 % στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών για το οικονομικό έτος 2007, το ποσό της οποίας ανερχόταν σε 210 913 505,66 ευρώ·
– διόρθωση στον τομέα του καπνού για το οικονομικό έτος 2006, το ποσό της οποίας ανερχόταν σε 19 760 841,95 ευρώ·
– διόρθωση στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως για τα οικονομικά έτη 2006 και 2007, το ποσό της οποίας ανερχόταν σε 4 167 621,65 ευρώ·
– διόρθωση στον τομέα της σταφίδας, για τα οικονομικά έτη 2003 έως 2007, το ποσό της οποίας ανερχόταν σε 54 701 943,48 ευρώ·
– στο πλαίσιο των ειδικών μέτρων υπέρ των μικρών νησιών του Αιγαίου Πελάγους σε σχέση με ορισμένα γεωργικά προϊόντα, κατ’ αποκοπή διόρθωση 10 % όσον αφορά τα οικονομικά έτη 1999 έως 2001, που ανερχόταν σε 3 105 402,08 ευρώ·
– στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος κατ’ αποκοπή διόρθωση για τα οικονομικά έτη 2004 έως 2006, που ανερχόταν σε 50 166 591,97 ευρώ.
13 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Δεκεμβρίου 2010 η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, προς στήριξη της οποίας προέβαλε 23 λόγους.
14 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το σύνολο των ως άνω λόγων ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, την προσφυγή στο σύνολό της.
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
15 Με την αίτηση αναιρέσεως η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
16 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
17 Κατά το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο, κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, εν όλω ή εν μέρει, με αιτιολογημένη διάταξη. Πρέπει να γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής στην υπό κρίση υπόθεση.
18 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει έξι λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος περιλαμβάνει πέντε σκέλη και ο δεύτερος και ο τρίτος δύο σκέλη έκαστος.
Επί του πρώτου λόγου
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου
19 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 31 του κανονισμού 1290/2005. Αναφέρεται στις σκέψεις 181 και 182 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«181 Κατά πάγια νομολογία, όμως, στον τομέα του [Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ)], η χρηματοδότηση των δαπανών στις οποίες προβαίνουν οι εθνικές αρχές διέπεται από τον κανόνα ότι καταλογίζονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης μόνον οι δαπάνες που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης (αποφάσεις [Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑55/91, EU:C:1993:832], σκέψη 67, και [Ιρλανδία κατά Επιτροπής, C‑199/03, EU:C:2005:548], σκέψη 26).
182 Συνεπώς, η Επιτροπή μπορεί θεμιτώς να αποκλείσει τον καταλογισμό στο ΕΓΤΠΕ του συνόλου των καταβληθέντων ποσών, όταν δεν πληρούνται οι τασσόμενες με τη σχετική ρύθμιση προϋποθέσεις καταβολής τους (βλ., επ’ αυτού, απόφαση [Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑54/95, EU:C:1999:11], σκέψεις 10 και 11). Πράγματι, η χορήγηση ενισχύσεως κατά παράβαση των κανόνων του δικαίου της Ένωσης συνιστά, αφ’ εαυτής, ζημία για το ΕΓΤΠΕ και, στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1290/2005 δεν εμποδίζουν τον αποκλεισμό της αντίστοιχης χρηματοδοτήσεως (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις [Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, T‑55/07, EU:T:2009:371], σκέψη 118, και [Βέλγιο κατά Επιτροπής, T‑221/04, EU:T:2006:223], σκέψη 86).»
20 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι για την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως δεν απαιτείται σε καμία περίπτωση η ύπαρξη ζημίας σε βάρος του ΕΓΤΠΕ, αλλ’ ούτε και κάποια ένδειξη περί της υπάρξεως πραγματικής ζημίας, είναι εσφαλμένη. Αναφέρεται, συναφώς, στην τελευταία περίοδο του άρθρου 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005, κατά την οποία η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την οικονομική ζημία που προκαλείται στην Ένωση εκτιμώντας τα προς αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση του ΕΓΤΠΕ ποσά.
21 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το ως άνω κράτος μέλος, η εν λόγω διάταξη δεν εισάγει προϋπόθεση κατά την οποία κάθε διόρθωση εξαρτάται από την απόδειξη πραγματικής ζημίας σε βάρος του ΕΓΤΠΕ. Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να κλονίσει τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία στηρίζεται σε πάγια νομολογία, κατά την οποία το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο για την κάλυψη μιας δαπάνης από τον προϋπολογισμό της Ένωσης είναι η συμφωνία της προς τους κανόνες της Ένωσης.
22 Όσον αφορά τη νομολογία στην οποία αναφέρεται ακόμη η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, ιδίως την απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑5/03, EU:C:2005:426, σκέψη 39), αρκεί να σημειωθεί ότι η νομολογία αυτή αφορά όχι τις προϋποθέσεις επιβολής διορθώσεως, αλλά την κατανομή του βάρους αποδείξεως μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών.
23 Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου
24 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 5 του κανονισμού 2075/92 και το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98. Αναφέρεται στις σκέψεις 195 και 198 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που περιλαμβάνονται σε ένα χωρίο της αποφάσεως αυτής όπου το Γενικό Δικαστήριο απάντησε στον προβληθέντα πρωτοδίκως έκτο λόγο ο οποίος αφορούσε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας προβληθείσα κατά της τελευταίας αυτής διατάξεως. Στο σχετικό χωρίο το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«184 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως για τον καπνό καθορίστηκαν περιοριστικώς και αποκλειστικώς στο άρθρο 5 του κανονισμού 2075/92. Αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνταν στο σύνολό τους [...]. Η επιπλέον προϋπόθεση χορηγήσεως της επίμαχης πριμοδοτήσεως, ότι δηλαδή ο καπνός πρέπει να παραδοθεί στην επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως το αργότερο στις 30 Απριλίου του έτους που έπεται του έτους συγκομιδής, προστέθηκε με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98. Η διάταξη αυτή, όμως, είναι κατά την Ελληνική Δημοκρατία ανίσχυρη, καθόσον η Επιτροπή υπερέβη την αρμοδιότητ[ά] [...] της.
[...]
189 Πρέπει […] να τονιστεί ότι, βάσει του άρθρου 211, τρίτη περίπτωση, ΕΚ (το οποίο βρισκόταν σε ισχύ κατά την έκδοση του κανονισμού 2848/98 και έκτοτε καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε κατ’ ουσίαν από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ), προκειμένου να διασφαλισθεί η λειτουργία και η ανάπτυξη της κοινής αγοράς, η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητες που της απονέμει το Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] για την εκτέλεση των κανόνων που αυτό θεσπίζει.
190 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την οικονομία της Συνθήκης [ΕΚ], υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να θεωρηθεί το άρθρο 211 ΕΚ, και από τις επιταγές της πρακτικής προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως χρήζει ευρείας ερμηνείας. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί σταθερά και προσεκτικά την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να της αναθέσει ευρείες αρμοδιότητες στον τομέα αυτόν. Κατά συνέπεια, τα όρια των αρμοδιοτήτων αυτών πρέπει να προσδιορίζονται με γνώμονα, ιδίως, τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οργανώσεως της επίμαχης αγοράς. Έτσι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επ’ αυτού ότι, στον γεωργικό τομέα, επιτρέπεται στην Επιτροπή να λαμβάνει όλα τα αναγκαία ή χρήσιμα μέτρα εφαρμογής της βασικής κανονιστικής ρυθμίσεως, υπό τον όρο ότι αυτά δεν αντιβαίνουν προς τη βασική κανονιστική ρύθμιση ή προς τις εκτελεστικές διατάξεις του Συμβουλίου (βλ. απόφαση [Alessandrini κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑295/03 P, EU:C:2005:413], σκέψεις 74 και 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
191 Συνεπώς, εν προκειμένω, για να δοθεί απάντηση στον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως, πρέπει να εξακριβωθεί αν ο καθορισμός, με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98, καταληκτικής ημερομηνίας για την παράδοση του καπνού στην επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως ήταν αναγκαίος ή χρήσιμος για την εφαρμογή της βασικής ρυθμίσεως, ήτοι του άρθρου 5 του κανονισμού 2075/92, και δεν αντέκειτο στη ρύθμιση αυτή.
192 Επισημαίνεται συναφώς ότι [...] σκοπός του καθορισμού, με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98, καταληκτικής ημερομηνίας για την παράδοση του καπνού στην επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως είναι να εξασφαλισθεί ότι ο παραδιδόμενος καπνός προέρχεται πραγματικά από τη συγκομιδή του έτους που προηγείται του έτους παραδόσεως και να αποτραπεί, με τον τρόπο αυτό, η εξ απάτης μεταφορά από τη μία συγκομιδή στην άλλη.
[...]
194 [...] η μεταφορά ποσοτήτων καπνού σε φύλλα από τη μία συγκομιδή στην άλλη είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα της βασικής ρυθμίσεως, ήτοι του κανονισμού 2075/92, στον βαθμό που το ποσό της πριμοδοτήσεως καθορίζεται ανά συγκομιδή και η μεταφορά αυτή έχει ως άμεση συνέπεια το ποσό πριμοδοτήσεως που καθορίστηκε για συγκεκριμένη συγκομιδή να καταβάλλεται για την παράδοση καπνού προερχόμενου από διαφορετική συγκομιδή. [...]
195 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο καθορισμός καταληκτικής ημερομηνίας για την παράδοση στις επιχειρήσεις πρώτης μεταποιήσεως καπνού προερχόμενου από συγκεκριμένη συγκομιδή αποτελεί μέτρο ικανό να αποτρέψει την εξ απάτης μεταφορά από μία συγκομιδή σε άλλη, στον βαθμό που εξασφαλίζει την παράδοση ολόκληρης της ποσότητας καπνού μιας συγκομιδής που μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση πριμοδοτήσεως πριν από την επόμενη συγκομιδή. [...]
[...]
198 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο καθορισμός της εν λόγω καταληκτικής ημερομηνίας δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98 είναι χρήσιμος ή ακόμη και αναγκαίος για την εφαρμογή της βασικής ρυθμίσεως και ουδόλως αντίκειται σ’ αυτήν. Ως εκ τούτου, η προβληθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία ένσταση ελλείψεως νομιμότητας και, κατά συνέπεια, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.»
25 Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, οι προϋποθέσεις καταβολής της πριμοδοτήσεως για τον καπνό καθορίστηκαν περιοριστικώς και αποκλειστικώς με το άρθρο 5 του κανονισμού 2075/92. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98 νομίμως απαιτούσε, ως συμπληρωματική προϋπόθεση για την καταβολή της πριμοδοτήσεως, ο καπνός να έχει παραδοθεί στην επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως το αργότερο στις 30 Απριλίου του έτους που έπεται του έτους συγκομιδής.
26 Συναφώς, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα βάσει του οποίου να μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη εφαρμόζοντας τις αρχές που απορρέουν από την πάγια νομολογία η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 190 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
27 Στη συνέχεια, καθόσον το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει ότι ο σκοπός της αποφυγής, μέσω του καθορισμού χρονικού ορίου παραδόσεως, της δόλιας μεταφοράς συγκομιδής ενός έτους σε άλλο, δεν εδικαιολογείτο πλέον κατά τη συγκομιδή του έτους 2005, την οποία αφορούσε η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υπόθεση, καθόσον η εν λόγω συγκομιδή ήταν η τελευταία στην οποία θα εφαρμοζόταν ο κανονισμός 2848/98, αρκεί να σημειωθεί ότι ουδόλως αποδεικνύεται μια τέτοια σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Πράγματι, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, αν δεν υφίστατο κανένα χρονικό όριο για την παράδοση, θα ήταν δυνατό να προστεθούν ποσότητες του έτους 2006 σε εκείνες του έτους 2005, με αποτέλεσμα την καταβολή υψηλότερων πριμοδοτήσεων βάσει του καθεστώτος που προέβλεπαν οι κανονισμοί 2075/92 και 2848/98, ενώ οι δικαιούχοι των πριμοδοτήσεων υπάγονταν ήδη στο νέο καθεστώς καταβολής ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης.
28 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα, που προέβαλε το ίδιο κράτος μέλος, κατά το οποίο όλες οι παραδόσεις καπνού που διενεργήθηκαν το θέρος του 2006 προέρχονταν αποκλειστικά και υποχρεωτικά από τη συγκομιδή του έτους 2005 και δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος μεταφοράς της συγκομιδής, πρέπει να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, στο πλαίσιο των σκέψεων 195 και 198 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η Ελληνική Δημοκρατία, όχι επί του συγκεκριμένου κινδύνου μεταφοράς της συγκομιδής του έτους 2005, αλλά επί του κύρους του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98.
29 Επομένως, το επιχείρημα που προέβαλε αρχικώς η Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου είναι, εν πάση περιπτώσει, προδήλως αβάσιμο.
30 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη εκτιμώντας, στη σκέψη 207 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν υφίσταται προσβολή της αρχής της αναλογικότητας.
31 Με την εν λόγω σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«Όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας με το οποίο, εν συνόψει, προβάλλεται ότι η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί να μην αποκλείεται από τη χρηματοδότηση ολόκληρη η ποσότητα του εκπροθέσμως παραδοθέντος καπνού, αλλά να μειώνεται σταδιακώς το ποσό της πριμοδοτήσεως σε συνάρτηση με τον χρόνο καθυστερήσεως της παραδόσεως, το επιχείρημα αυτό είναι επίσης απορριπτέο. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου με την προθεσμία αυτή σκοπού, διαπιστώνεται ότι η παρέλευσή της ενέχει τον κίνδυνο να μην προέρχεται από την οικεία συγκομιδή ολόκληρη η παραδοθείσα ποσότητα καπνού και όχι μόνο μέρος της. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυσανάλογο να αποκλειστεί από την πριμοδότηση ολόκληρη η εν λόγω ποσότητα, τοσούτο μάλλον καθόσον, όπως σημειώθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως, η καθορισθείσα καταληκτική ημερομηνία παρέχει στους παραγωγούς αρκούντως μακρά προθεσμία για την παράδοση του καπνού τους εν ευθέτω χρόνω.»
32 Εντούτοις, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως η Ελληνική Δημοκρατία δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα ικανό να κλονίσει τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η υπέρβαση της προθεσμίας συνεπάγεται τον κίνδυνο να μην προέρχεται από τη σχετική συγκομιδή το σύνολο της παραδιδόμενης ποσότητας και όχι μόνον ένα μέρος αυτής.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου
34 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεύοντας εσφαλμένα το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98.
35 Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω κράτος μέλος αναφέρεται στη σκέψη 224 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αποτελεί μέρος της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 217 έως 225 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
«217 Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της εκτιμήσεώς της ότι η εκπρόθεσμη παράδοση των επίμαχων ποσοτήτων καπνού δικαιολογείται από τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων, επισημαίνεται ότι από το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2848/98 προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος παραγωγός δεν απολλύει το δικαίωμά του να λάβει την πριμοδότηση, αν η εκπρόθεσμη παράδοση του καπνού του οφείλεται σε ανωτέρα βία.
[...]
219 [...] εν προκειμένω, την ανωτέρα βία επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, στην οποία η Επιτροπή έχει καταλογίσει τις σχετικές με την εκπρόθεσμη παράδοση ποσοτήτων καπνού δαπάνες. Κατά συνέπεια, [...] πρέπει να εξεταστεί αν οι περιστάσεις τις οποίες επικαλείται στο πλαίσιο αυτό η Ελληνική Δημοκρατία μπορούν να θεωρηθούν ως ξένες προς τη βούλησή της, ασυνήθεις και απρόβλεπτες.
220 Από τις εκτιμήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας […] προκύπτει ότι η καθυστέρηση στην παράδοση των επίμαχων ποσοτήτων καπνού οφείλεται στο γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν, κατ’ εφαρμογήν της εθνικής νομοθεσίας, να εγκρίνουν το πρόγραμμα παραδόσεως του καπνού που προοριζόταν για συγκεκριμένη επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως η οποία είχε παραβεί την υποχρέωσή της συστάσεως, εντός της προθεσμίας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, τραπεζικής εγγυήσεως προς εξασφάλιση της καταβολής στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς του τιμήματος του παραδοθέντος καπνού. Οι περιστάσεις αυτές απορρέουν από την ελληνική νομοθεσία και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν καταρχήν να θεωρηθούν ξένες προς τη βούληση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
[...]
223 [...] δεν μπορεί προφανώς να προσαφθεί στην Ελληνική Δημοκρατία το γεγονός ότι θέσπισε μέτρα για την εξασφάλιση της εν ευθέτω χρόνω καταβολής στους παραγωγούς του τιμήματος του παραδοθέντος καπνού. Εντούτοις, η Ελληνική Δημοκρατία όφειλε, κατά τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, να λάβει υπόψη τις επιταγές του δικαίου της Ένωσης. [...]
224 Η Ελληνική Δημοκρατία όφειλε, ειδικότερα, να λάβει υπόψη τις επιταγές, αφενός, του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98, που προβλέπει ότι οι συμβάσεις καλλιέργειας πρέπει να συνάπτονται, πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας, το αργότερο στις 30 Μαΐου του έτους συγκομιδής και, αφετέρου, του άρθρου 16, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, που προβλέπει καταληκτικές ημερομηνίες για την παράδοση του καπνού που καλλιεργεί ο παραγωγός στην επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως με την οποία έχει συνάψει σύμβαση καλλιέργειας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, καταρχήν […] ο παραγωγός μπορεί να λάβει την πριμοδότηση μόνον εφόσον παραδώσει εμπροθέσμως τον καπνό που παράγει στην επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως με την οποία έχει συνάψει σύμβαση καλλιέργειας.
225 Συνεπώς, η αδυναμία των ενδιαφερόμενων παραγωγών να παραδώσουν τον καπνό που είχαν παραγάγει στην επιχείρηση με την οποία είχαν συνάψει σύμβαση καλλιέργειας, ελλείψει συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής, δεν αποτελούσε περίσταση ξένη προς τη βούληση της Ελληνικής Δημοκρατίας, ασυνήθη και απρόβλεπτη [...]».
36 Προς αμφισβήτηση της διαπιστώσεως στην οποία κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 224 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η Ελληνική Δημοκρατία απλώς διατείνεται ότι δεν είναι νόμιμο να στερείται ο παραγωγός την πριμοδότηση λόγω της οικονομικής αδυναμίας της επιχειρήσεως να προσκομίσει σε συγκεκριμένη ημερομηνία την εγγυητική επιστολή που προβλέπει μια εθνική διάταξη, γεγονός για το οποίο αυτός ουδόλως ευθύνεται, ότι οι καθυστερήσεις στην παράδοση το έτος 2006 δεν δημιούργησαν κανέναν απολύτως κίνδυνο για το ΕΓΤΠΕ και ότι η διάταξη που ορίζει προθεσμία για την παράδοση του καπνού δεν είχε πλέον κανένα λόγο υπάρξεως όσον αφορά τη συγκομιδή του 2005.
37 Εντούτοις, από τις παρατηρήσεις αυτές δεν αποδεικνύεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όταν διαπίστωσε, κατόπιν της εξετάσεως στην οποία αναφέρεται στη σκέψη 219 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι περιστάσεις που επικαλείτο η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορούσαν να λογίζονται, έναντι του κράτους μέλους αυτού, ως ξένες προς τη βούλησή της, ασυνήθεις και απρόβλεπτες.
38 Επομένως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο ως προδήλως αβάσιμο.
Επί του τετάρτου σκέλους του πρώτου λόγου
39 Πρώτον, με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διαπίστωση στην οποία κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 231 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται σε αντιφατική αιτιολογία.
40 Εντούτοις, αρκεί να σημειωθεί ότι η ως άνω σκέψη δεν περιλαμβάνει διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, αλλά περιορίζεται σε απλή παράθεση ενός χωρίου της συνοπτικής εκθέσεως της Επιτροπής.
41 Επομένως, το επιχείρημα που προβάλλει καταρχάς η Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο του τετάρτου σκέλους του πρώτου λόγου, είναι προδήλως αβάσιμο.
42 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται στις σκέψεις 242 και 243 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα, όπως υποστηρίζεται, τα άρθρα 9, παράγραφος 4, και 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 2848/98.
43 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ως άνω σκέψεις εντάσσονται σε ένα χωρίο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όπου το Γενικό Δικαστήριο απάντησε στον ένατο λόγο που προέβαλε πρωτοδίκως η Ελληνική Δημοκρατία, κατά τον οποίο η Επιτροπή εσφαλμένα επιβάρυνε το κράτος μέλος αυτό με ποσό 12 930 014 ευρώ με την αιτιολογία ότι 32 συμβάσεις καλλιέργειας καπνού εκχωρήθηκαν κατά παράβαση των εφαρμοστέων διατάξεων.
44 Εντούτοις, από τις σκέψεις 233 έως 236 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τον ως άνω λόγο αλυσιτελή, καθόσον η Ελληνική Δημοκρατία απλώς επέκρινε τη δήλωση της Επιτροπής ότι η ρήτρα που επέτρεπε εκχώρηση συμβάσεως σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας δεν ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, χωρίς να αποδεικνύει ότι επληρούτο η προϋπόθεση την οποία προβλέπει η ίδια ρήτρα για την έγκριση εκχωρήσεως, ήτοι η ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας.
45 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνέχισε την ανάλυσή του απλώς ως εξής: «[...] ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η επιχειρηματολογία που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία […] πρέπει να ερμηνευθεί […] υπό την έννοια ότι, ανεξαρτήτως [της ρήτρας αυτής], η εκχώρηση συμβάσεως καλλιέργειας επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση από το δίκαιο της Ένωσης και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η μη αναγνώριση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο μιας τέτοιας συμβάσεως».
46 Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου με τον οποίο η Ελληνική Δημοκρατία είχε διατυπώσει η ίδια τον ένατο λόγο, οι αιτιολογίες που παρατίθενται στις σκέψεις 233 έως 236 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζουν αυτές και μόνον την απόρριψη του ως άνω λόγου. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αιτιολογίες που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά τον ως άνω λόγο εκτίθενται επαλλήλως στις σκέψεις 237 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περιλαμβανομένων των σκέψεων 242 και 243 αυτής, στις οποίες αναφέρεται η Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
47 Οι αιτιάσεις οι οποίες στρέφονται κατά των αιτιολογιών που παρατίθενται επαλλήλως σε απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να απορρίπτονται εξ ορισμού, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν μπορούν να προκαλέσουν την αναίρεση της αποφάσεώς του (βλ., ιδίως, απόφαση Ryanair κατά Επιτροπής, C‑287/12 P, EU:C:2013:395, σκέψη 86).
48 Επομένως, το επιχείρημα που προβάλλει στη συνέχεια η Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο του τετάρτου σκέλους του πρώτου λόγου είναι αλυσιτελές.
49 Κατά συνέπεια, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του πέμπτου σκέλους του πρώτου λόγου
50 Με το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2075/92. Αναφέρεται στις σκέψεις 255 και 256 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«255 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι κρίσιμες διατάξεις δεν θέτουν ως προϋπόθεση για την έγκριση μιας επιχειρήσεως πρώτης μεταποιήσεως να έχει η επιχείρηση αυτή ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και ιδιόκτητο εξοπλισμό. Όπως επισημαίνει, τίποτα δεν απαγορεύει σε μια τέτοια επιχείρηση να μισθώνει τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι βάσιμες. Πράγματι, μια επιχείρηση μπορεί να εκμεταλλεύεται “στο όνομα και για λογαριασμό” της μια εγκατάσταση πρώτης μεταποιήσεως, όπως απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2075/92 [...] ακόμη και όταν η εγκατάσταση αυτή είναι μισθωμένη και όχι ιδιόκτητη. Συνεπώς, μια τέτοια επιχείρηση πρέπει να θεωρηθεί ως έχουσα “στην κατοχή” της, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ‟[τις κατάλληλες] εγκαταστάσεις και τους κατάλληλους εξοπλισμούς για τον σκοπό αυτό”, ακόμη και όταν τους εκμεταλλεύεται επί μισθώσει.
256 Αντιθέτως, στον βαθμό που η διάταξη αυτή επιτάσσει ότι μια επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως πρέπει να εκμεταλλεύεται στο όνομα και για λογαριασμό της μια εγκατάσταση πρώτης μεταποιήσεως έχουσα τις κατάλληλες εγκαταστάσεις και τους κατάλληλους εξοπλισμούς προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι μια επιχείρηση που, δυνάμει συμβάσεως παροχής υπηρεσιών συναφθείσας με τρίτο, μεταποιεί τον καπνό της στις εγκαταστάσεις του εν λόγω τρίτου, των οποίων ούτε εκμισθώτρια είναι ούτε ασκεί την αποκλειστική εκμετάλλευση, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της διατάξεως αυτής. [...]»
51 Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2075/92, την οποία δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 256 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον, κατ’ αυτήν, για να χαρακτηριστεί ως «επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, αρκεί η εκμετάλλευση να πραγματοποιείται με οποιαδήποτε συμφωνία ή σχέση επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εγκεκριμένης μεταποιητικής επιχειρήσεως.
52 Εντούτοις, η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2075/92 δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθόσον είναι ικανή να καταστήσει άνευ αντικειμένου την απαίτηση την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή και την οποία ορθώς υπενθυμίζει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 256 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία μια επιχείρηση πρώτης μεταποιήσεως πρέπει να εκμεταλλεύεται, στο όνομά της και για λογαριασμό της, μια εγκατάσταση πρώτης μεταποιήσεως έχουσα τις κατάλληλες εγκαταστάσεις και τους κατάλληλους εξοπλισμούς προς τον σκοπό αυτό.
53 Επομένως, το επιχείρημα το οποίο στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2075/92 είναι προδήλως αβάσιμο.
54 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 7 του κανονισμού 2848/98. Αναφέρεται, ειδικότερα, στη σκέψη 268 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«Είναι [...] αληθές ότι η Ελληνική Δημοκρατία προσκόμισε διάφορα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο καπνός παραδόθηκε όντως στην οικεία επιχείρηση το 2006 και ότι η μεταποίησή του πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις στο Πολύδροσο και όχι στις εγκαταστάσεις της εταιρείας Γ. Φαίνεται επομένως, ότι τα παραγγελθέντα από την εταιρεία αυτή μηχανήματα πράγματι παραδόθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην αποθήκη της στο Πολύδροσο. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό και μόνο δεν είναι ικανό, αφ’ εαυτού, να κλονίσει τη νομιμότητα της [επίδικης] προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, από το σημείο 8.1.5, προτελευταία παράγραφος, της συνοπτικής εκθέσεως προκύπτει ότι η επιβληθείσα αναφορικά με την εν λόγω εταιρεία διόρθωση βρίσκει έρεισμα στο γεγονός ότι η εν λόγω εταιρεία είχε εγκριθεί χωρίς να πληρούνται οι προβλεπόμενες προς τούτο προϋποθέσεις. Είναι, από της απόψεως αυτής, άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις πληρούνταν το 2006, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της εγκρίσεως της εταιρείας και της λήξεως, στις 30 Μαΐου 2005, της προθεσμίας συνάψεως των συμβάσεων καλλιέργειας.»
55 Κατά το κράτος μέλος αυτό, δεν προκύπτει από καμία διάταξη των κανονισμών 2075/92 και 2848/98 συναρμοδιότητα της Επιτροπής ως προς την έγκριση των επιχειρήσεων πρώτης μεταποιήσεως. Αντιθέτως, μόνον το κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει η επιχείρηση είναι αρμόδιο για μια τέτοια έγκριση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 2848/98.
56 Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε, στη σκέψη 268 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε συναρμοδιότητα ως προς την έγκριση των επιχειρήσεων πρώτης μεταποιήσεως. Το επιχείρημα αυτό, που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 7 του κανονισμού 2848/98, είναι, επομένως, προδήλως αβάσιμο.
57 Εξάλλου, καθόσον η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί επίσης τις πραγματικές εκτιμήσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 268 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να επικαλείται παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η επιχειρηματολογία της είναι προδήλως απαράδεκτη (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Bavaria κατά Επιτροπής, C‑445/11 P, EU:C:2012:828, σκέψεις 23 και 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58 Κατά συνέπεια, το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου και, επομένως, ο πρώτος λόγος στο σύνολό του πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου
Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου
59 Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999 όσον αφορά την έννοια των «φυσικών καταστροφών». Αναφέρεται, ειδικότερα, στις σκέψεις 385 και 390 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που εντάσσονται σε ένα χωρίο αυτής όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«385 [...] προκύπτει ότι ως “φυσικές καταστροφές” νοούνται οι εξαιρετικές περιστάσεις που μπορούν να επηρεάσουν τις αποδόσεις ανεξάρτητα από τις φροντίδες που παρέχει ο παραγωγός. Συνεπώς, φυσική καταστροφή, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999, αποτελεί γεγονός που έχει συγκεκριμένη διάρκεια, φύση και αποτελέσματα, προκαλείται από τις δυνάμεις της φύσεως και έχει εξαιρετικό χαρακτήρα σε σχέση με τις συνθήκες, περιλαμβανομένων των καιρικών, που επικρατούν συνήθως στην πληγείσα περιοχή.
386 Η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρει στο πλαίσιο αυτό, ως παράδειγμα φυσικών καταστροφών όσον αφορά ειδικότερα την ποικιλία σουλτανίνα, τις ασυνήθεις και υπερβολικές βροχοπτώσεις της περιόδου Αυγούστου και Σεπτεμβρίου, τη χαλαζόπτωση κατά τους θερινούς μήνες, τον καύσωνα που τα τελευταία χρόνια έχει μεγαλύτερη από τη συνήθη διάρκεια τον Ιούλιο στην Ελλάδα, την ξηρασία καθώς επίσης και τους φυτικούς ιούς και τις ασθένειες του αμπελώνα. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι κανένα από τα ανωτέρω φυσικά φαινόμενα δεν θα μπορούσε εξ ορισμού να θεωρηθεί μη σχετιζόμενο με την έννοια της φυσικής καταστροφής, με τη διευκρίνιση ωστόσο ότι κάθε ένα από τα φαινόμενα αυτά πρέπει να παρεκκλίνει από τις συνήθεις συνθήκες που επικρατούν στην οικεία περιοχή και να ανταποκρίνεται, κατά συνέπεια, στον περιλαμβανόμενο στην προηγούμενη σκέψη ορισμό.
[...]
388 Υπό το πρίσμα αυτών των εκτιμήσεων πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας με τα οποία επιδιώκει να αποδείξει ότι η μείωση της ελάχιστης αποδόσεως στην Ελλάδα κατά τα έτη εμπορίας 2003-2004, 2004-2005 και 2005-2006 ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999.
389 Η Ελληνική Δημοκρατία παραπέμπει συναφώς, σε διάφορες υπουργικές αποφάσεις περί μειώσεως της ελάχιστης προβλεπόμενης για κάθε μία από τις τρεις αυτές περιόδους εμπορίας αποδόσεως και υποστηρίζει ότι στις αιτιολογικές σκέψεις πολλών από τις αποφάσεις αυτές γίνεται λόγος για τις συνέπειες των φυσικών καταστροφών στην παραγωγή, οι οποίες είχαν υποχρεώσει τη Διοίκηση να προβεί σε μείωση της αποδόσεως των αμπελώνων καλλιέργειας σταφίδας. Η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι όλες αυτές οι αποφάσεις είναι επαρκώς αιτιολογημένες, προσδιορίζουν τις συγκεκριμένες φυσικές καταστροφές και τις ζημίες που προκλήθηκαν στους αμπελώνες και στηρίζονται σε πορίσματα επιστημονικών επιτροπών και σε κλιματολογικά δεδομένα. Δεν υφίσταται καμία ένδειξη ως προς το ότι οι μειώσεις αυτές χορηγήθηκαν για λόγους μη σχετιζόμενους με φυσικές καταστροφές, στη δε Επιτροπή απόκειται να αποδείξει την άποψή της ότι σκοπός των εν λόγω μειώσεων είναι να καταστεί δυνατή η χορήγηση ενισχύσεως υπέρ του συνόλου των παραγωγών. Η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί εξάλλου ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999 δεν απαιτεί να καθορίζεται η μείωση της ελάχιστης αποδόσεως ανά αμπελοτεμάχιο ή ανά χωριό και ότι η μείωση ανά περιφέρεια συνάδει προς την επιβαλλόμενη από τη διάταξη αυτή απαίτηση να καθορίζεται ποσοστό μειώσεως για τις πληγείσες περιοχές.
390 Διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν παρέχει, με τη συνοπτικώς παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 389 επιχειρηματολογία της, συγκεκριμένα και εμπεριστατωμένα στοιχεία ως προς τη φύση, την ακριβή ημερομηνία ή την ακριβή περίοδο και τις ιδιαίτερες περιστάσεις των φυσικών καταστροφών που δικαιολόγησαν τις εφαρμοσθείσες με τις υπουργικές αποφάσεις που επικαλείται μειώσεις της ελάχιστης αποδόσεως.»
60 Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999. Προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα γεγονός ως «φυσική καταστροφή» ικανή να οδηγήσει σε μείωση της ελάχιστης αποδόσεως, δεν αρκεί μόνον η αξιολόγηση της φύσεως και της διάρκειας του φαινομένου, αλλά επιβάλλεται να συνεκτιμάται και η επίδραση του εκάστοτε γεγονότος στη σταφίδα, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της.
61 Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό, με το οποίο το ως άνω κράτος μέλος αναφέρεται, ειδικότερα, στη σκέψη 390 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οφείλεται σε εσφαλμένη ερμηνεία αυτής. Πράγματι, στη σκέψη αυτή 390, το Γενικό Δικαστήριο απλώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι βάσει της σχετικής επιχειρηματολογίας του κράτους μέλους αυτού δεν μπορούσε να διαπιστωθεί ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999.
62 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το ίδιο κράτος μέλος, δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη συναφώς σε ερμηνεία της εννοίας της «φυσικής καταστροφής» διαφορετική από εκείνη την οποία αυτό είχε δεχθεί στις σκέψεις 385 και 386 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Όπως προκύπτει από τη δεύτερη περίοδο της σκέψεως 386 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ακριβώς ότι τα κρίσιμα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό γεγονότος ως «φυσικής καταστροφής» δεν μπορούν να περιορίζονται στα συνδεόμενα με τη φύση και τη διάρκεια του φαινομένου.
63 Επομένως, το επιχείρημα αυτό, που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999, είναι προδήλως αβάσιμο.
64 Εξάλλου, καθόσον η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, περιοριζόμενη σε επανάληψη των επιχειρημάτων που προέβαλε πρωτοδίκως, ότι ωστόσο πληρούνταν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999, η επιχειρηματολογία της είναι προδήλως απαράδεκτη, διότι με αυτήν επιζητείται νέα εξέταση της προσφυγής που άσκησε το κράτος μέλος αυτό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου (βλ., ιδίως, απόφαση Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑76/01 P, EU:C:2003:511, σκέψη 47).
65 Επομένως, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου
66 Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τις κατ’ αποκοπή διορθώσεις που προβλέπονταν στο έγγραφο VI/5330/97 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, με τίτλο «Υπολογισμός των οικονομικών συνεπειών κατά την κατάρτιση της αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ — Τμήμα Εγγυήσεων» (στο εξής: κατευθυντήριες οδηγίες), στον τομέα της σταφίδας, καθόσον δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις επιβολής διορθώσεως 25 %. Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει ανεπαρκή αιτιολόγηση.
67 Το κράτος μέλος αυτό αναφέρεται στις σκέψεις 422 και 424 έως 426 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«422 Όσον αφορά το επιβλητέο ποσοστό οικονομικής διορθώσεως για τις δύο αυτές περιόδους εμπορίας, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε ότι, “ως αποτέλεσμα των καταχρήσεων στις οποίες προέβησαν οι ελληνικές αρχές, έχει γίνει αντικανονικό ολόκληρο το σύστημα διαχείρισης και ελέγχου του καθεστώτος ενισχύσεων για τις σταφίδες”. [...]
[...]
424 [...] από τις κατευθυντήριες οδηγίες προκύπτει ότι η επιβολή ποσοστού διορθώσεως 25 % δικαιολογείται επίσης και όταν το σύστημα ελέγχου παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις. Τούτο διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω σκέψη 422. [...]
425 Περαιτέρω, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής […] δεν μαρτυρούν μόνον σοβαρές ελλείψεις στην εφαρμογή του συστήματος ελέγχου στην Ελλάδα, αλλά και την ύπαρξη εκτεταμένων παρατυπιών καθώς και αμέλειας των ελληνικών αρχών στην αντιμετώπιση παράτυπων ή δόλιων πρακτικών. [...]
426 Εντεύθεν προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η επιβολή ποσοστού διορθώσεως 25 % για τις δύο αυτές περιόδους εμπορίας ήταν σύμφωνη με τις προβλεπόμενες από τις κατευθυντήριες οδηγίες προϋποθέσεις και δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε αυθαίρετη ούτε δυσανάλογη ούτε υπερβαίνουσα τα όρια της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής.»
68 Η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υιοθέτησε πλήρως τα επιχειρήματα της Επιτροπής και, επικαλούμενη τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει πρωτοδίκως, αμφισβητεί το επιχείρημα ότι το σύστημά της ελέγχου παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις.
69 Εντούτοις, με την επιχειρηματολογία του, το κράτος μέλος αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση πραγματικές εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, σχετικά με το αν υφίστατο αξιόπιστο σύστημα ελέγχου και επιβολής κυρώσεων, χωρίς να επικαλείται παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του τελευταίου. Η επιχειρηματολογία αυτή, όμως, είναι προδήλως απαράδεκτη, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 57 της παρούσας διατάξεως.
70 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου και, επομένως, ο δεύτερος λόγος στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου
Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου
71 Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης, καθόσον η διόρθωση που της επιβλήθηκε στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999, διότι μόνον το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 συνιστά έγκυρη νομική βάση.
72 Το κράτος μέλος αυτό αναφέρεται στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«Διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι κακώς η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι μόνον το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 αποτελούσε έγκυρη νομική βάση για την επιβολή, στο πλαίσιο της [επίδικης] αποφάσεως, κατ’ αποκοπή διορθώσεων στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών. Εφόσον οι διορθώσεις αυτές αφορούσαν το σύνολο των αιτήσεων για το έτος 2006, ενώ το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 είχε εφαρμογή μόνο στις πραγματοποιηθείσες μετά τις 16 Οκτωβρίου 2006 δαπάνες, ορθώς η Επιτροπή, στις αιτιολογικές σκέψεις της [επίδικης] αποφάσεως, δεν ανέφερε ως νομική βάση της [επίδικης] αποφάσεως μόνον την τελευταία αυτή διάταξη, αλλά και εκείνη του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999.»
73 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου στρέφεται κατά αιτιολογίας παρατεθείσας επαλλήλως, καθόσον, στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «[...] κακώς, επομένως, υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 κατά την έκδοση της [επίδικης] αποφάσεως [...]». Συνεπώς, η νομική βάση που έπρεπε να τύχει εφαρμογής, κατά το κράτος μέλος αυτό, όντως εφαρμόστηκε εν πάση περιπτώσει.
74 Εξάλλου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν εξηγεί ποια είναι η συνέπεια της μνείας, στις αιτιολογικές αναφορές της επίδικης αποφάσεως, πέραν του άρθρου 31 του κανονισμού 1290/2005, του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η μνεία της τελευταίας αυτής διατάξεως ήταν εσφαλμένη.
75 Υπό τις συνθήκες αυτές, καθόσον αναφέρεται στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου είναι αλυσιτελές, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που παρατέθηκαν στη σκέψη 47 της παρούσας διατάξεως.
76 Επομένως, το σκέλος αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου
77 Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των κατευθυντήριων οδηγιών στη νέα κοινή γεωργική πολιτική (στο εξής: ΚΓΠ), χωρίς επικαιροποίησή τους, καθώς επίσης ότι παρέθεσε ανεπαρκή αιτιολογία και παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, των οποίων ειδική έκφραση αποτελεί η αρχή της μη αναδρομικότητας.
78 Κατά το κράτος μέλος αυτό, που αναφέρεται στις σκέψεις 100, 108 και 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε, λόγω της εφαρμογής της νέας ΚΓΠ για το έτος 2005, αφενός, να επικαιροποιηθούν οι κατευθυντήριες οδηγίες και, αφετέρου, να επανακαθοριστούν οι βασικοί και επικουρικοί έλεγχοι. Εντούτοις, καθόσον ούτε οι κατευθυντήριες οδηγίες ούτε οι βασικοί και οι επικουρικοί έλεγχοι επανακαθορίστηκαν σε συνάρτηση με τα νέα δεδομένα της νέας ΚΓΠ, ο καθορισμός της κατ’ αποκοπή διορθώσεως στο εξοντωτικό πλέον ποσοστό του 10 % στο πλαίσιο της νέας ΚΓΠ και του καθεστώτος της ενιαίας ενισχύσεως δεν είναι νόμιμος, ως αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας.
79 Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι βασικοί και οι επικουρικοί έλεγχοι έπρεπε να επανακαθοριστούν στο πλαίσιο της νέας ΚΓΠ, η Ελληνική Δημοκρατία το είχε προβάλει στο πλαίσιο του πρώτου λόγου της πρωτοδίκως, ο οποίος στηριζόταν σε έλλειψη έγκυρης νομικής βάσεως για την εφαρμογή, εν προκειμένω, των κατευθυντήριων γραμμών. Σχετικά με το επιχείρημα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«99 Η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει […] ότι οι βασικοί και οι επικουρικοί έλεγχοι καθορίστηκαν αναλυτικώς για κάθε κοινή οργάνωση αγοράς με το έγγραφο AGRI/17933/2000 της Επιτροπής. Αντιθέτως, δεν έγινε, κατ’ αυτήν, νέος καθορισμός των βασικών και επικουρικών ελέγχων στο πλαίσιο της νέας ΚΓΠ. Κατά συνέπεια, ο καθορισμός, στην [επίδικη] απόφαση, της κατ’ αποκοπή διορθώσεως ‟στο εξοντωτικό πλέον ποσοστό 10 %”, με την αιτιολογία ότι δεν διενεργήθηκαν βασικοί έλεγχοι και ότι υπήρχαν σοβαρές πλημμέλειες οι οποίες ενείχαν κίνδυνο για τον προϋπολογισμό της Ένωσης, είναι παράνομος. [...]
100 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή εξέδωσε το έγγραφο AGRI/64041/2005 περί των “βασικών και επικουρικών ελέγχων στον τομέα των χορηγούμενων βάσει της εκτάσεως ενισχύσεων με ισχύ από το έτος υποβολής αιτήσεων 2005”, το οποίο επικαλείται και η Ελληνική Δημοκρατία. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή καθόρισε τους βασικούς και τους επικουρικούς ελέγχους στον τομέα των χορηγούμενων βάσει της εκτάσεως ενισχύσεων που εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, στο καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως του κανονισμού [(ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, (ΕΚ) 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001 (ΕΕ L 270, σ. 1)]. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος, ελλείψει επανακαθορισμού των βασικών και επικουρικών ελέγχων κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νέου αυτού καθεστώτος, στηρίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή και είναι απορριπτέο.»
80 Ωστόσο, περιοριζόμενη στο να προβάλει το επιχείρημα ότι η νέα ΚΓΠ επέβαλλε επαναπροσδιορισμό των βασικών και των επικουρικών ελέγχων, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνον, στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επιχείρημα αυτό, το οποίο προέβαλε το ως άνω κράτος μέλος πρωτοδίκως, στηριζόταν επί εσφαλμένης βάσεως. Επομένως, καθόσον το κράτος αυτό αναφέρεται στην εν λόγω σκέψη, η επιχειρηματολογία του είναι προδήλως αβάσιμη.
81 Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι, λόγω της εφαρμογής της νέας ΚΓΠ, έπρεπε να επικαιροποιηθούν οι κατευθυντήριες οδηγίες, η Ελληνική Δημοκρατία επικρίνει την απόρριψη, από το Γενικό Δικαστήριο, του δευτέρου λόγου που προέβαλε πρωτοδίκως, ο οποίος στηριζόταν σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω της επιβολής του ποσοστού διορθώσεως το οποίο προβλεπόταν στις κατευθυντήριες οδηγίες.
82 Πρώτον, το κράτος μέλος αυτό αναφέρεται στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αποτελεί μέρος ενός χωρίου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«103 Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας απορρέουσα από εφαρμογή των κατευθυντήριων οδηγιών στην προκειμένη υπόθεση και στο όλως διαφορετικό πλαίσιο της νέας ΚΓΠ. Υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι οι κατ’ αποκοπή διορθώσεις ύψους 10 % ή και 15 % που επιβλήθηκαν σε περιπτώσεις πλημμελειών ανάλογων προς τις διαπιστωθείσες εν προκειμένω κατά τα έτη 2004 και 2005 αντιστοιχούσαν σε ποσά της τάξεως των 63 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ, λόγω της μεταρρυθμίσεως της ΚΓΠ και της παρεπόμενης ιδιαιτέρως σημαντικής αυξήσεως της βάσεως υπολογισμού των κατ’ αποκοπή διορθώσεων, η κατ’ αποκοπή διόρθωση ύψους 10 % που επιβλήθηκε εν προκειμένω αντιστοιχεί σε ποσό υπερβαίνον τα 210 εκατομμύρια ευρώ. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, αυτό το αποτέλεσμα θα έπρεπε να παρακινήσει την Επιτροπή να προβεί σε αναθεώρηση ή αναδιατύπωση των κατευθυντήριων οδηγιών, ή τουλάχιστον σε ελαστικότερη εφαρμογή τους. Η Επιτροπή όμως εφάρμοσε τις κατευθυντήριες οδηγίες κατά γράμμα, με συνέπεια την επιβολή δυσανάλογων κατ’ αποκοπή διορθώσεων.
[...]
107 [...] η επιβολή εν προκειμένω κατ’ αποκοπή διορθώσεως ύψους 10 % ήταν σύμφωνη με τις κατευθυντήριες οδηγίες. Εξάλλου, όπως δέχεται και η Ελληνική Δημοκρατία, το ποσοστό της επιβληθείσας διορθώσεως ήταν ίσο ή και κατώτερο από εκείνο των κατ’ αποκοπή διορθώσεων που της είχαν επιβληθεί σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν. Η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί, εντούτοις, ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να μην είχε εφαρμόσει τις κατευθυντήριες οδηγίες εν προκειμένω, εφόσον, λόγω της σημαντικής αυξήσεως της βάσεως υπολογισμού της κατ’ αποκοπή διορθώσεως η οποία, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, είναι το άμεσο αποτέλεσμα της θεσπίσεως της νέας ΚΓΠ, το προβλεπόμενο στις κατευθυντήριες οδηγίες και πράγματι εφαρμοσθέν ποσοστό διορθώσεως οδήγησε σε σαφώς μεγαλύτερη, σε απόλυτους αριθμούς, διόρθωση σε σχέση με τις επιβληθείσες σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν διορθώσεις.
108 Διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η θέσπιση της νέας ΚΓΠ οδήγησε σε σημαντική αύξηση των δαπανών για χορηγούμενες βάσει της εκτάσεως ενισχύσεις, χωρίς ωστόσο να εξηγεί τον λόγο για τον οποίο, παρά την αύξηση αυτή, οι διαπιστωθείσες από την Επιτροπή παραβάσεις των υποχρεώσεών της δεν προκάλεσαν αντίστοιχη αύξηση, σε απόλυτους αριθμούς, του κινδύνου να επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός της Ένωσης με ποσά τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση σκοπού επιδιωκόμενου από την Ένωση στον οικείο τομέα. Ελλείψει σχετικών εξηγήσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή εν προκειμένω του κατάλληλου, προβλεπόμενου στις κατευθυντήριες οδηγίες, ποσοστού διορθώσεως συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
[...]
110 Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι η θέσπιση της νέας ΚΓΠ προκάλεσε σημαντική αύξηση των δαπανών για ενισχύσεις χορηγούμενες βάσει της εκτάσεως. Αυτή, όμως, η αύξηση δαπανών συνεπάγεται αντίστοιχη αύξηση, σε απόλυτους αριθμούς, του κινδύνου επιβαρύνσεως του προϋπολογισμού της Ένωσης με ποσά που δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση σκοπού επιδιωκόμενου από τις ρυθμίσεις της Ένωσης στον οικείο τομέα. Εν προκειμένω, […] η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν κατάλληλη μια καθαρή κατ’ αποκοπή οικονομική διόρθωση ύψους 10 % επί των δαπανών για χορηγούμενες βάσει της εκτάσεως ενισχύσεις (194 432 515,09 ευρώ επί ποσού 1 944 325 150 ευρώ), περιλαμβανομένων των σχετικών με την έκταση μέτρων γεωργικής αναπτύξεως E και A (16 480 990,57 ευρώ επί ποσού 164 809 905,7 ευρώ). Συνεπώς, το ποσό της επιβληθείσας για το έτος 2007 διορθώσεως (αιτήσεις του έτους 2006) που περιλαμβάνει δύο χωριστά κονδύλια ύψους 194 432 515,09 ευρώ και 16 480 990,57 ευρώ, αντιστοίχως, προκύπτει από την εφαρμογή του κατ’ αποκοπή ποσοστού το οποίο υπολογίσθηκε επί του συνολικού ποσού των πόρων που καταβλήθηκαν από τα ταμεία για κάθε μέτρο. Το ποσό αυτό που, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, υπερτριπλασιάστηκε κατόπιν της εφαρμογής των ισχυουσών κατευθυντήριων οδηγιών σε σχέση με το ποσό της διορθώσεως που θα επιβαλλόταν υπό το προϊσχύσαν καθεστώς, είναι το αποτέλεσμα απλού μαθηματικού υπολογισμού, ήτοι της εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογής του κατ’ αποκοπή ποσοστού επί του ποσού που έλαβε η Ελληνική Δημοκρατία ως άμεση ενίσχυση για αροτραίες καλλιέργειες στο πλαίσιο των αιτήσεων του έτους 2006.
111 Το έγγραφο AGRI/2005/64043, το οποίο επίσης επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Όπως επισημαίνει η ίδια η Ελληνική Δημοκρατία, το εν λόγω έγγραφο αφορά την επιβολή κατ’ αποκοπή διορθώσεων για τις υποχρεώσεις στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως. Με το σημείο 3.2.1 του εγγράφου αυτού, η Επιτροπή καθόρισε τα εφαρμοστέα στο πλαίσιο αυτό κατ’ αποκοπή ποσοστά διορθώσεως με γνώμονα τη φύση και την έκταση των πλημμελειών που διαπίστωσε. Με το αμέσως επόμενο σημείο προέβλεψε παρέκκλιση για το πρώτο και το δεύτερο έτος εφαρμογής της πολλαπλής συμμορφώσεως, ήτοι για το 2006 και το 2007, καθορίζοντας το ποσοστό κινδύνου που αποτελούσε τη βάση υπολογισμού για την επιβολή των κατ’ αποκοπή διορθώσεων σε 3 % και 6 %, αντιστοίχως. Η Επιτροπή αιτιολόγησε αυτή την παρέκκλιση επικαλούμενη την ‟προδήλως περιορισμένη” δυνατότητα επαναλήψεως των παραβάσεων κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου έτους εφαρμογής της πολλαπλής συμμορφώσεως. Οι ενισχύσεις, όμως, για τις αροτραίες καλλιέργειες και οι παρεπόμενες υποχρεώσεις των κρατών μελών, τις οποίες αφορά ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, δεν εμφανίζουν κανένα στοιχείο καινοτομίας και, επομένως, δεν είναι δυνατό να αντλήσει η Ελληνική Δημοκρατία από το εν λόγω έγγραφο οποιοδήποτε λυσιτελές επιχείρημα.»
83 Ωστόσο, προκύπτει, ειδικότερα από τη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, για το Γενικό Δικαστήριο, το ύψος των σχετικών διορθώσεων, τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία χαρακτηρίζει ως δυσανάλογα υψηλές, συνιστούσε απλώς συνέπεια της σημαντικής αυξήσεως των δαπανών οι οποίες αφορούσαν τις ενισχύσεις που συνδέονταν με την επιφάνεια, για τις οποίες επιβλήθηκε το ίδιο ή ακόμα και μικρότερο ποσοστό διορθώσεως με αυτό που επιβαλλόταν στο παρελθόν, ενώ το επίπεδο του κινδύνου υπάρξεως σφαλμάτων σε βάρος του ΕΓΤΠΕ δεν είχε μεταβληθεί υπό το καθεστώς της νέας ΚΓΠ.
84 Κατά συνέπεια, περιοριζόμενη στην επανάληψη, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, του επιχειρήματος ότι η κατ’ αποκοπή διόρθωση ήταν δυσανάλογα υψηλή επειδή οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν είχαν προσαρμοστεί στη νέα ΚΓΠ, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας προβαίνοντας στη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
85 Επιπλέον, καθόσον, κατά το κράτος μέλος αυτό, η ύπαρξη μιας τέτοιας παραβιάσεως αποδεικνύεται από την προσαρμογή των κατευθυντήριων οδηγιών, στην οποία προέβη η Επιτροπή στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως προς τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω κράτος μέλος βάλλει, στην πραγματικότητα, κατά των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου που περιλαμβάνονται στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς όμως να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι διαπιστώσεις αυτές είναι εσφαλμένες.
86 Τέλος, καθόσον η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι ελλείψεις που αποτελούσαν κίνδυνο για το ΕΓΤΠΕ στο πλαίσιο της παλαιάς ΚΓΠ δεν ασκούσαν καμία επιρροή στο πλαίσιο της νέας ΚΓΠ, αμφισβητεί μια πραγματική εκτίμηση, στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά το επίπεδο του κινδύνου υπάρξεως σφαλμάτων σε βάρος του ΕΓΤΠΕ υπό το καθεστώς της νέας ΚΓΠ, χωρίς να επικαλείται παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον αυτού. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 57 της παρούσας διατάξεως.
87 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
88 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αιτιολόγησε αρκούντως τη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτιολογίες που παρατίθενται στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζουν αυτές και μόνον την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου απόρριψη του δευτέρου λόγου που προβλήθηκε πρωτοδίκως, ο οποίος στηριζόταν σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Επομένως, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 47 της παρούσας διατάξεως, το επιχείρημα που στηρίζεται σε έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον αφορά τη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι αλυσιτελές.
89 Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει επίσης παραβίαση από το Γενικό Δικαστήριο της αρχής της ασφαλείας δικαίου και της αρχής της μη αναδρομικότητας, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει από ποιες ακριβώς διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει μια τέτοια παραβίαση.
90 Το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως απαράδεκτο, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 256 ΣΛΕΕ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (βλ., ιδίως, απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής, C‑487/06 P, EU:C:2008:757, σκέψη 121).
91 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου και, επομένως, ο τρίτος λόγος στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν.
Επί του τετάρτου λόγου
92 Με τον τέταρτο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της μη αναδρομικότητας δεχόμενο ότι το έγγραφο AGRI/2005/64043 της Επιτροπής, της 9ης Ιουνίου 2006, με τίτλο «Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το πώς σκοπεύει η Επιτροπή να χειριστεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων, τις ανεπάρκειες στα συστήματα ελέγχου πολλαπλής συμμόρφωσης [άρθρο 3 του κανονισμού 1782/2003] που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη» (στο εξής: έγγραφο AGRI/2005/64043), μπορούσε να έχει εφαρμογή επί αιτήσεων ενισχύσεως υποβαλλομένων από 1ης Ιανουαρίου 2005 και εντεύθεν.
93 Το ως άνω κράτος μέλος αναφέρεται στη σκέψη 290 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αποτελεί μέρος ενός χωρίου αυτής όπου το Γενικό Δικαστήριο απάντησε στον δωδέκατο λόγο που είχε προβάλει η Ελληνική Δημοκρατία, ο οποίος στηριζόταν, κατ’ αυτήν, σε αναδρομική εφαρμογή του εγγράφου AGRI/2005/64043. Στην εν λόγω σκέψη το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«Δεν τίθεται, εντούτοις, ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής του εγγράφου [AGRI/2005/64043], όπως κακώς διατείνεται η Ελληνική Δημοκρατία. Πράγματι, από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο έγγραφο αυτό περιγράφεται η μέθοδος την οποία θα εφαρμόζει η Επιτροπή για τον υπολογισμό των οικονομικών διορθώσεων που πρέπει να επιβληθούν με αποφάσεις μεταγενέστερες της εκδόσεως του εν λόγω εγγράφου. Ανεξαρτήτως του αν η Επιτροπή μπορούσε να αναγνωρίσει αναδρομική εφαρμογή στο έγγραφο αυτό, ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής δεν θα μπορούσε να τεθεί παρά μόνο σε περίπτωση τροποποιήσεως, βάσει της περιγραφείσας στο έγγραφο αυτό μεθόδου, μιας ήδη εκδοθείσας αποφάσεως της Επιτροπής. Η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η ημερομηνία εκδόσεως της [επίδικης] αποφάσεως είναι η 4η Νοεμβρίου 2010.»
94 Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του εγγράφου AGRI/2005/64043 για την εκτίμηση των διορθώσεων, η έλλειψη του εγγράφου αυτού συνεπάγεται προδήλως αδυναμία της Επιτροπής να προβεί σε τέτοιες εκτιμήσεις. Επομένως, παρανόμως προσδόθηκε αναδρομική ισχύς στο ως άνω έγγραφο.
95 Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε προηγουμένως διαπιστώσει, στη σκέψη 287 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, «όπως τονίστηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως [που στηρίζεται σε έλλειψη έγκυρης νομικής βάσεως για την επιβολή των διορθώσεων στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως προς τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις], εφόσον η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις που διέπουν τον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως, μπορούσε θεμιτώς να αποκλείσει από τη χρηματοδότηση μέρος ή και το σύνολο των παρανόμως πραγματοποιηθεισών δαπανών», και, αναφερόμενο στην εν λόγω διαπίστωση, στη σκέψη 288 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «[...] ακόμη και ελλείψει του εγγράφου [AGRI/2005/64043], η Επιτροπή θα ενομιμοποιείτο πλήρως να επιβάλει διόρθωση, αν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, είχε διαπιστώσει ότι οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από τη σχετική ρύθμιση προϋποθέσεις [...]».
96 Από τις τελευταίες αυτές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, κατά τις οποίες οι διορθώσεις που επιβλήθηκαν με την επίδικη απόφαση στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως προς τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις ίσχυαν ακόμα και ελλείψει του εγγράφου AGRI/2005/64043, προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας, καθόσον αναφέρεται στη σκέψη 290 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στρέφεται κατά αιτιολογίας παρατεθείσας επαλλήλως και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 47 της παρούσας διατάξεως.
97 Εξάλλου, καθόσον το ως άνω κράτος μέλος αναφέρεται επίσης στη σκέψη 288 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου αναφορά στη σημασία του εγγράφου AGRI/2005/64043 κατά την εκτίμηση των ενδεχόμενων διορθώσεων δεν αποδεικνύει, καθαυτή, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας ότι, ακόμα και ελλείψει του εγγράφου αυτού, η Επιτροπή μπορούσε κάλλιστα να επιβάλει σχετική διόρθωση. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας επ’ αυτού είναι προδήλως αβάσιμη.
98 Επομένως, ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πέμπτου λόγου
99 Με τον πέμπτο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε τις αρχές της ασφαλείας δικαίου, του εύλογου χρόνου και της επίκαιρης δράσεως της Ένωσης και ότι για τον λόγο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει ανεπαρκή αιτιολογία. Το ως άνω κράτος μέλος αναφέρεται στη σκέψη 502 της αποφάσεως αυτής, που αποτελεί μέρος ενός χωρίου όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«499 Διαπιστώνεται [...] ότι η διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, συνολικώς θεωρούμενη, [...] μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιαιτέρως μακρά [...].
500 Εντούτοις, η υπέρβαση εύλογης προθεσμίας, εφόσον αποδειχθεί, δεν δικαιολογεί οπωσδήποτε την ακύρωση της [επίδικης] αποφάσεως. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας, πρέπει να εξασφαλίζονται στο κράτος μέλος όλες οι απαιτούμενες για τη διατύπωση της απόψεώς του εγγυήσεις. Η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ακυρώσεως αποφάσεως σχετικής με την εκκαθάριση των λογαριασμών, παρά μόνον όταν αποδεικνύεται ότι έθιξε τις εγγυήσεις αυτές. Πέραν αυτής της ειδικής περιπτώσεως, η μη τήρηση της υποχρεώσεως λήψεως αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας (απόφαση [Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑33/07, EU:T:2009:195], σκέψη 240).
501 Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας, δεν της παρασχέθηκε η δυνατότητα να εκθέσει την άποψή της. Τα υπερασπιστικά της δικαιώματά αποδυναμώθηκαν με την πάροδο των ετών, δεδομένου ότι η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της σε πραγματικά περιστατικά που ανατρέχουν στην προηγούμενη δεκαετία. Κατά συνέπεια, δεν ήταν αναγκαίο να παρεμποδιστεί ρητά η Ελληνική Δημοκρατία να εκθέσει κατά την κατ’ αντιμωλία διαδικασία τις απόψεις της όσον αφορά τις περιόδους 1999 έως 2001, αλλά αρκούσε η αποδυνάμωση των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων.
502 Οι μάλλον γενικές και αόριστες αυτές εκτιμήσεις δεν αρκούν για να αποδείξουν την προβαλλόμενη “αποδυνάμωση” των δικαιωμάτων άμυνας της Ελληνικής Δημοκρατίας, πολλώ δε μάλλον την προσβολή τους. Συγκεκριμένα, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η [επίδικη] απόφαση στηρίζεται επί των ίδιων διαπιστώσεων με εκείνες που δικαιολόγησαν την έκδοση της αποφάσεως [2003/102/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 42, σ. 47)], η οποία ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Οι διαπιστώσεις αυτές επικυρώθηκαν από το Δικαστήριο [απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑175/03, EU:C:2005:643], σκέψη 78). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν ανέτρεψε τις επίμαχες διαπιστώσεις, αυτές καθαυτές, αλλά έκρινε ότι δεν δικαιολογούσαν, με επαρκή βεβαιότητα, την επιβολή κατ’ αποκοπή οικονομικής διορθώσεως ύψους 25 % και, ως εκ τούτου, ακύρωσε την απόφαση που αποτέλεσε το αντικείμενο προσφυγής ενώπιόν του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ελλείψει ειδικών επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας δυνάμενων να αποδείξουν για ποιο ακριβώς λόγο και με ποιο τρόπο προσεβλήθησαν τα δικαιώματά της άμυνας λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.»
100 Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται, αφενός, ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 502 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα δικαιώματά της άμυνας αποδυναμώθηκαν εξαιτίας της υπερβάσεως του εύλογου χρόνου στην ως άνω διαδικασία. Εντούτοις, δεν διευκρινίζει σε ποιο σφάλμα υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στην εν λόγω σκέψη. Επομένως, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 90 της παρούσας διατάξεως, η επιχειρηματολογία αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη.
101 Αφετέρου, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η ως άνω υπέρβαση του εύλογου χρόνου τής προκάλεσε δημοσιονομικό αιφνιδιασμό, και μάλιστα σε μια ιδιαιτέρως δυσμενή για τη χώρα οικονομική συγκυρία.
102 Η εν λόγω επιχειρηματολογία ισοδυναμεί με την προβολή του επιχειρήματος ότι, λόγω της ως άνω υπερβάσεως του ευλόγου χρόνου, η Ελληνική Δημοκρατία μπορούσε να είναι βέβαιη ότι δεν θα επιβαλλόταν πλέον η επίμαχη κατ’ αποκοπή διόρθωση. Η επιχειρηματολογία αυτή, όμως, είναι προδήλως αβάσιμη, καθόσον, ελλείψει συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων εκ μέρους της Επιτροπής, η διάρκεια μιας διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δεν μπορεί να δημιουργήσει βάσιμες προσδοκίες ότι δεν θα επιβληθούν δημοσιονομικές διορθώσεις στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος (απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑321/09 P, EU:C:2011:218, σκέψη 46).
103 Επομένως, ο πέμπτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του έκτου λόγου
104 Με τον έκτο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 8 του κανονισμού (EK) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6), το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999, καθώς και τα άρθρα 12 και 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 2419/2001. Κατά το κράτος μέλος αυτό, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε επίσης την αρχή της αναλογικότητας, η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλημμελή αιτιολογία.
105 Πρώτον, το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τους κανονισμούς 1663/95 και 1258/1999. Αναφέρεται στη σκέψη 530 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«Εντούτοις, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας στον τομέα του ΕΓΤΠΕ δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναρμοδιότητα ratione temporis της Επιτροπής για την επιβολή οικονομικής διορθώσεως. Πράγματι, κατά την προμνησθείσα [...] νομολογία, η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ακυρώσεως αποφάσεως περί επιβολής οικονομικών διορθώσεων παρά μόνο σε περίπτωση προσβολής των εγγυήσεων που πρέπει να διαθέτει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για να μπορεί να εκθέσει τις απόψεις του. Εν προκειμένω, όμως, η Ελληνική Δημοκρατία ούτε υποστήριξε ρητώς ότι, λόγω της υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας, δεν μπόρεσε να προβάλει την άποψή της ούτε επικαλέστηκε συγκεκριμένα και εμπεριστατωμένα στοιχεία ικανά να στηρίξουν ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η Ελληνική Δημοκρατία απλώς υπενθύμισε ότι είχε προβάλει ένα ανάλογο επιχείρημα στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η [απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, EU:T:2009:195], και ότι είχε ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι η απόρριψη του επιχειρήματος αυτού έπασχε πλάνη περί το δίκαιο. Πρέπει, εντούτοις, να επισημανθεί ότι εν τω μεταξύ η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την απόφαση [Ελλάδα κατά Επιτροπής, EU:C:2011:218].»
106 Πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν εξηγεί ωστόσο τον λόγο για τον οποίο η διαπίστωση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου συνεπάγεται παράβαση των κανονισμών 1663/95 και 1258/1999, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά τα λοιπά, δεν προέβη σε ερμηνεία των ως άνω κανονισμών στο πλαίσιο του σχετικού χωρίου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
107 Επομένως, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 90 της παρούσας διατάξεως, το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως απαράδεκτο.
108 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 573 και 574 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 2419/2001.
109 Στις σκέψεις 572 έως 574 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«572 Όπως προκύπτει από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 2419/2001, όσον αφορά τα κράτη μέλη στα οποία τα μητρώα δεν τηρήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 92/102, οι επιτόπιοι έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται κατά την περίοδο υποχρεωτικής παραμονής. Οι διατάξεις αυτές αφορούν την Ελληνική Δημοκρατία, δεδομένων των πλημμελειών που διαπιστώθηκαν στο κράτος μέλος αυτό όσον αφορά την ενημέρωση των μητρώων από τους κατόχους αιγοπροβάτων (απόφαση [Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑352/05, EU:T:2011:540], σκέψη 308).
573 Το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 2419/2001 παρέχει μια επιπλέον διευκρίνιση, κατά την οποία, όσον αφορά τα προαναφερθέντα κράτη μέλη, το ελάχιστο ποσοστό των επιτόπιων ελέγχων πρέπει να διενεργείται “εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια” της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής. Η χρησιμοποίηση της εκφράσεως “εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια” ενισχύει το βάσιμο της αιτιάσεως των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με την παράλειψη των ελληνικών αρχών να διενεργήσουν επιτόπιους ελέγχους κατά τους δύο πρώτους μήνες της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής (απόφαση [Ελλάδα κατά Επιτροπής, EU:T:2011:540], σκέψη 309).
574 Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων και της νομολογίας που παρατίθενται στις ανωτέρω σκέψεις 572 και 573, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας [κατά το οποίο το γεγονός ότι οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν κατά το δεύτερο ήμισυ της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής εξασφάλιζε την τήρηση των υποχρεώσεων εκ μέρους των δικαιούχων και προστάτευε τα συμφέροντα του ΕΓΤΠΕ]. Συγκεκριμένα, από τις εν λόγω διατάξεις και την εν λόγω νομολογία προκύπτει ότι πρέπει επίσης να πραγματοποιούνται έλεγχοι κατά το πρώτο μισό της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής και ότι η μη πραγματοποίησή τους ενέχει κίνδυνο για το ΕΓΤΠΕ μη δυνάμενο να αποκλεισθεί πλήρως, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται σε μεταγενέστερο στάδιο υπερβαίνουν το ελάχιστο απαιτούμενο όριο.»
110 Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η έκφραση «εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 2419/2001, προσδιορίζει τον κατάλληλο χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να διενεργηθεί ο έλεγχος και δεν επιβάλλει συγκεκριμένη ημερομηνία ελέγχου.
111 Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε όχι ότι ο έλεγχος έπρεπε να διενεργηθεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά ότι η εν λόγω έκφραση σημαίνει ότι ο έλεγχος δεν μπορεί να διενεργείται μόνον κατά τη διάρκεια ενός μέρους της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής. Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 2419/2001, η ερμηνεία αυτή της εν λόγω διατάξεως δεν μπορεί να λογίζεται εσφαλμένη.
112 Επομένως, το επιχείρημα, που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 2419/2001, είναι προδήλως αβάσιμο.
113 Στο ίδιο πλαίσιο, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι διενεργήθηκε σημαντικός αριθμός επιτόπιων ελέγχων από την έναρξη της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής. Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως απαράδεκτο, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 57 της παρούσας διατάξεως.
114 Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 12 του κανονισμού 2419/2001. Αναφέρεται στις σκέψεις 600 και 601 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«600 Μολονότι το άρθρο 12 του κανονισμού 2419/2001 επιτρέπει τη διόρθωση προφανών σφαλμάτων ακόμη και μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής της αιτήσεως, εντούτοις, δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα της διατάξεως αυτής ότι οι εν λόγω διορθώσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει υποβάλει σχετικό αίτημα ή να έχει λάβει γνώση του γεγονότος ή να είναι σύμφωνος με το γεγονός ο οικείος κτηνοτρόφος, ο οποίος εν τέλει πρέπει να αναλάβει την ευθύνη των περιλαμβανόμενων στην αίτησή του δηλώσεων και να υποστεί τις συνέπειες σε περίπτωση που οι δηλώσεις αυτές αποδειχθούν ψευδείς.
601 Τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας που παρατίθενται [ανωτέρω] συνοπτικώς [...] δεν μπορούν να κλονίσουν τη διαπίστωση αυτή. Βεβαίως, τίποτα δεν εμποδίζει τις αρμόδιες υπηρεσίες, οσάκις διαπιστώνουν, βάσει των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων και όσων γνωρίζουν οι υπάλληλοί τους, ότι ένας κτηνοτρόφος που μπορεί να αξιώσει συμπληρωματική πριμοδότηση δεν τη ζήτησε λόγω προφανούς σφάλματος, να επιστήσουν την προσοχή του στο εν λόγω σφάλμα και να του ζητήσουν να το διορθώσει. Αντιθέτως, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να παρέχει στους εν λόγω υπαλλήλους τη δυνατότητα να το διορθώσουν αυτεπαγγέλτως. Ενδεχόμενα προσκόμματα στην προσέλευση των κτηνοτρόφων στα γραφεία της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής προκειμένου να πραγματοποιήσουν αυτοπροσώπως την εν λόγω διόρθωση δεν δικαιολογούν αντίθετο συμπέρασμα, στον βαθμό που αίτηση διορθώσεως μπορεί να υποβληθεί και εξ αποστάσεως, διά των τεχνικών μέσων επικοινωνίας όπως, επί παραδείγματι, διά τηλεφώνου, υπό τον όρο ότι θα διατηρηθεί μια προσήκουσα γραπτή απόδειξη της σχετικής διορθώσεως.»
115 Η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται στην προβολή του επιχειρήματος ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 12 του κανονισμού 2419/2001, «διότι προσηλώθηκε στην τυπικότητα, ενώ επρόκειτο για περιπτώσεις ήδη γνωστές στην υπηρεσία, οι οποίες αφορούσαν κτηνοτρόφους χωρίς αυξομειώσεις του ζωικού τους κεφαλαίου».
116 Εντούτοις, με την ως άνω επιχειρηματολογία το κράτος μέλος αυτό δεν εξηγεί επακριβώς τον λόγο για τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. Επομένως, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 90 της παρούσας διατάξεως, η επιχειρηματολογία αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη.
117 Τέταρτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και ότι αιτιολόγησε πλημμελώς την εκτίμησή του. Αναφέρεται στις σκέψεις 618 και 619 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«618 Κατά τα λοιπά, πρέπει να επισημανθεί ότι η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας που παρατίθεται συνοπτικώς […] ανωτέρω […] αποτελεί απλή επανάληψη των επιχειρημάτων που βάλλουν κατά των διαπιστώσεων της Επιτροπής που ήδη εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι το ποσοστό της προσήκουσας κατ’ αποκοπή οικονομικής διορθώσεως ανέρχεται μόνο σε 5 %, το επιχείρημα αυτό ούτε αποσαφηνίζεται ούτε δικαιολογείται.
619 Ελλείψει επιχειρημάτων περί του αντιθέτου εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνάγεται ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η επιβολή, σε σχέση με τις επίδικες δαπάνες, κατ’ αποκοπή ποσοστού διορθώσεως ύψους 10 %, βαρύνεται με οποιαδήποτε παρανομία.»
118 Επιχειρώντας να κλονίσει τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις εν λόγω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή είχε δεχθεί ότι διαπιστώθηκαν βελτιώσεις στη διεξαγωγή ελέγχων, ότι ο κανονισμός (EK) 21/2004 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2003, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού 1782/2003 και των οδηγιών 92/102 και 64/432 (ΕΕ L 5, σ. 8), είχε τροποποιήσει το κανονιστικό πλαίσιο περί πριμοδοτήσεων για τα αιγοπρόβατα, ότι οι αρμόδιες αρχές είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την απαρέγκλιτη εφαρμογή των κανονισμών της Ένωσης περί τηρήσεως των μητρώων των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και ότι οι πόροι του ΕΓΤΠΕ δεν εκτέθηκαν σε τέτοιο κίνδυνο που να δικαιολογεί την επιβολή ποσοστού διορθώσεως ύψους 10 %.
119 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι παρατηρήσεις αυτές, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι είναι ορθές, δεν είναι, καθαυτές, ικανές να αποδείξουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, προβαίνοντας στις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 618 και 619 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ή ότι αιτιολόγησε πλημμελώς την εκτίμησή του. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας που αφορά τις δύο αυτές σκέψεις είναι αβάσιμη.
120 Επομένως, ο έκτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
121 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, δεδομένου ότι δεν μπορεί να ευδοκιμήσει κανένας από τους λόγους που προβάλλονται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
122 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy