ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 7ης Οκτωβρίου 2013 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Κοινή γεωργική πολιτική — Κοινές δράσεις — Μη καταβολή της χρηματοδοτικής συνδρομής εκ μέρους της Επιτροπής — Ανάκληση της συνεισφοράς κράτους μέλους — Ζήτημα πραγματικών περιστατικών — Εσωτερική περίπτωση — Πρόδηλη αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Περιγραφή του πλαισίου των πραγματικών περιστατικών — Ανεπάρκεια — Υποθετικό ερώτημα — Προδήλως απαράδεκτο»
Στην υπόθεση C‑82/13,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ιταλία) με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Φεβρουαρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
Società cooperativa Madonna dei miracoli
κατά
Regione Abruzzo,
Ministero delle Politiche Agricole e Forestali,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τη M. Berger (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, και τους E. Levits και J.‑J. Kasel, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: A. Calot Escobar
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της συμπεριφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο της προβαλλομένης ανακλήσεως της χορηγήσεως, εκ μέρους της Επιτροπής, κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής που βάρυνε το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Προσανατολισμού, όσον αφορά το έτος 1992.
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Società cooperativa Madonna dei miracoli, αφενός, και της Regione Abruzzo (Περιφέρεια Αμπρούτσι) και του Ministero delle Politiche Agricole e Forestali (Υπουργείο Αγροτικής και Δασικής Πολιτικής), αφετέρου, σχετικά με την ανάκληση της συνδρομής της περιφέρειας, την οποία είχε χορηγήσει το Ιταλικό Δημόσιο στην εκκαλούσα της κύριας δίκης για επενδυτικό σχέδιο που είχε ενταχθεί στο λειτουργικό πρόγραμμα της Regione Abruzzo.
Το νομικό πλαίσιο
3
Το άρθρο 42, στοιχείο a, του νόμου αριθ. 31 της περιφέρειας, της 3ης Ιουνίου 1982, σχετικά με τον «οργανικό νόμο για την ανάπτυξη της γεωργίας στην περιφέρεια Αμπρούτσι κατά την τετραετία 1982-1985» (στο εξής: νόμος αριθ. 31/1982 της περιφέρειας), ορίζει τα εξής:
«Η περιφέρεια διευκολύνει την κτήση, την κατασκευή, την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων μεταποιήσεως των γεωργικών και ζωοτεχνικών προϊόντων και των εγκαταστάσεων ολοκληρωμένης παραγωγής, περιλαμβανομένου του εξοπλισμού, μέσω των εξής δράσεων:
a)
σχέδιο επιλεγέν για χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ (κανονισμός 1977/355): ενίσχυση στο κεφάλαιο ύψους 25 % της επιλέξιμης δαπάνης.
[...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
4
Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η Società cooperativa Madonna dei Miracoli, επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της αμπελουργίας, έλαβε από την περιφέρεια συνδρομή ύψους 438750000 ιταλικών λιρών (ITL) (226595,46 ευρώ, ποσό αντίστοιχο του 25 % της συνολικής επιλέξιμης δαπάνης), για επενδυτικό σχέδιο σχετικό με τον εκσυγχρονισμό της τεχνολογικής διαδικασίας οινοποιήσεως, το οποίο είχε ενταχθεί στο λειτουργικό πρόγραμμα της Regione Abruzzo, για το έτος 1992, και είχε τύχει της εγκρίσεως της Επιτροπής.
5
Η επένδυση εμπίπτει στην αρμοδιότητα του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, με σκοπό τη βελτίωση των όρων εμπορίας και μεταποιήσεως των γεωργικών προϊόντων. Εν προκειμένω, η συνολική επιλέξιμη δαπάνη έπρεπε να χρηματοδοτηθεί κατά 50 % από την Επιτροπή και κατά 25 % από το οικείο κράτος μέλος, διά της χορηγήσεως της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης συνδρομής της περιφέρειας, βάσει του άρθρου 42, στοιχείο a, του νόμου αριθ. 31/1982 της περιφέρειας, της οποίας ο χαρακτήρας είναι, κατά το Consiglio di Stato, παρελκόμενος και συμπληρωματικός της ευρωπαϊκής συνδρομής.
6
Κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως της χορηγηθείσας συνδρομής, η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους, από το αποτέλεσμα των οποίων συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η χρήση της χρηματοδοτηθείσας τεχνολογίας δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλογής για τα επιλέξιμα προς ενίσχυση σχέδια κατά την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο αυτό δεν προέβη στην καταβολή της συνδρομής.
7
Με απόφαση της 19ης Ιουλίου 2000 (στο εξής: επίμαχη απόφαση), η Regione Abruzzo προέβη σε ανάκληση της συνδρομής της περιφέρειας όσον αφορά το σχέδιο αυτό, για τον λόγο ότι η οικεία συνδρομή είχε συμπληρωματικό και παρελκόμενο χαρακτήρα προς την κοινοτική συνδρομή.
8
Η εκκαλούσα της κύριας δίκης άσκησε ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale dell’Abruzzo προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως. Δεδομένου ότι η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε, άσκησε έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι η επίμαχη απόφαση στηρίζεται στην πεπλανημένη παραδοχή ότι, καθόσον ανακλήθηκε η κοινοτική συνδρομή, έπρεπε να ανακληθεί και η συνδρομή της περιφέρειας.
9
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η έκβαση της υποθέσεως της κύριας δίκης εξαρτάται κατ’ ουσίαν από την ερμηνεία της συμπεριφοράς των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων η αδράνεια, όσον αφορά την εκκαθάριση της συνδρομής που είχε προγενέστερα χορηγηθεί στην εκκαλούσα της κύριας δίκης, χαρακτηρίσθηκε από τη Regione Abruzzo και το πρωτοβάθμιο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο ως «σιωπηρή ανάκληση της συνδρομής», εκτίμηση την οποία αμφισβητεί η εκκαλούσα της κύριας δίκης.
10
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Καταρχάς, προέβη πράγματι η […] Επιτροπή σε ανάκληση της κοινοτικής συνδρομής και ποια πράξη εξέδωσε προς τούτο;
2)
Επικουρικώς:
α)
Ποια νομική αξία πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει η αδράνεια της Επιτροπής, καθόσον δεν επακολούθησε η καταβολή της κοινοτικής συνδρομής;
β)
Παρακωλύει η αδράνεια της […] Επιτροπής, η οποία δεν προέβη σε εκκαθάριση της κοινοτικής συνδρομής, την εφαρμογή του άρθρου 42, στοιχείο a, του νόμου αριθ. 31/1982 της περιφέρειας […], βάσει του οποίου χορηγήθηκε και, επομένως, καταβλήθηκε στην εκκαλούσα [της κύριας δίκης] η, παρελκόμενη της κοινοτικής, χρηματοδοτική συνδρομή της περιφέρειας;
3)
Εν πάση περιπτώσει, ποιες υποχρεώσεις υπέχει ως κράτος μέλος η Ιταλική Δημοκρατία σε περίπτωση συνεχιζόμενης αδράνειας της […] Επιτροπής;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
11
Αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι, βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το οποίο στηρίζεται σε σαφή διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το δεύτερο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται μόνον επί της ερμηνείας ή του κύρους νομοθετήματος της Ένωσης, βάσει των πραγματικών περιστατικών που του εκθέτει το εθνικό δικαστήριο (βλ. σχετικώς, μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, C-226/08, Stadt Papenburg, Συλλογή 2010, σ. I-131, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αντιθέτως, απόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να ερμηνεύει την εθνική νομοθεσία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2013, C‑416/10, Križan κ.λπ., σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπλέον, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ζήτημα απτόμενο των πραγματικών περιστατικών εκφεύγει της εκτιμήσεως του Δικαστηρίου και εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (απόφαση της 22ας Μαρτίου 1972, 80/71, Merluzzi, Racc. 1972, σ. 175, σκέψη 10).
12
Αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο είναι απαράδεκτο σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009, C-101/08, Audiolux κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-9823, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πράγματι, το Δικαστήριο θα υπερέβαινε τα όρια των αρμοδιοτήτων του εάν αποφάσιζε να αποφανθεί επί υποθετικού ζητήματος, χωρίς να διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία (απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke, Συλλογή 1992, σ. I-4871, σκέψεις 32 και 33).
13
Εν προκειμένω, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι με το ερώτημα αυτό το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η Επιτροπή ανακάλεσε τη χορήγηση της συνδρομής της Ένωσης και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να προσδιορίσει τις πράξεις που εκδόθηκαν προς τούτο. Ωστόσο, τα ζητήματα αυτά άπτονται προφανώς των πραγματικών περιστατικών και, επομένως, εκφεύγουν της εκτιμήσεως του Δικαστηρίου στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει κινηθεί δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
14
Με το στοιχείο αʹ του δευτέρου ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να καθορίσει τη νομική αξία που πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει αυτή η αδράνεια της Επιτροπής. Αυτός, όμως, ο νομικός χαρακτηρισμός προϋποθέτει απτομένη των πραγματικών περιστατικών ερμηνεία της συμπεριφοράς του εν λόγω θεσμικού οργάνου κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος σχεδόν δύο δεκαετιών. Ωστόσο, όπως υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η ερμηνεία αυτή δεν απόκειται στο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, δεδομένου ότι στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαπιστώσει την προβαλλόμενη αδράνεια της Επιτροπής, το ζήτημα της νομικής αξίας που πρέπει να αποδοθεί στην εν λόγω αδράνεια καθίσταται όλως υποθετικό. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει στο Δικαστήριο τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να καταστεί δυνατό στο δεύτερο να δώσει χρήσιμη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.
15
Όσον αφορά το στοιχείο βʹ του δευτέρου ερωτήματος, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν αδράνεια της Επιτροπής όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης παρακωλύει την εφαρμογή του άρθρου 42, στοιχείο a, του νόμου αριθ. 31/1982 της περιφέρειας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ερώτημα αυτό αφορά την ερμηνεία διατάξεως του εθνικού δικαίου, εν προκειμένω της νομοθεσίας της Regione Abruzzo. Όπως, όμως, επισημάνθηκε στη σκέψη 11 της παρούσας διατάξεως, η ερμηνεία αυτή απόκειται αποκλειστικώς στα εθνικά δικαστήρια, οπότε το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί του ερωτήματος αυτού.
16
Όσον αφορά, τέλος, το τρίτο ερώτημα, με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ποιες υποχρεώσεις υπέχει το Ιταλικό Δημόσιο σε περίπτωση συνεχιζόμενης αδράνειας της Επιτροπής, διαπιστώνεται ότι, αφενός, το ερώτημα αυτό έχει εντελώς υποθετικό χαρακτήρα, για τους ίδιους λόγους με τους προεκτεθέντες στη σκέψη 14 της παρούσας διατάξεως. Αφετέρου, εν πάση περιπτώσει, η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου δεν περιέχει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία που θα ήταν αναγκαία προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει χρήσιμη απάντηση στο ερώτημα αυτό.
17
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας, είναι προδήλως αναρμόδιο να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di Stato και ότι, επιπλέον, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) διατάσσει:
1)
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προδήλως αναρμόδιο να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ιταλία).
2)
Κατά τα λοιπά, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως απαράδεκτη.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy