ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2014 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Κανονισμός (ΕΚ) 1896/2006 — Έννοια του όρου “μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις” — Διαδικασία αφερεγγυότητας — Εξώδικος τίτλος σχετικά με αμφισβητούμενη αξίωση — Αίτηση εκτέλεσης επί της πτωχευτικής περιουσίας στηριζόμενη σε τέτοιο τίτλο — Περίπτωση που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1896/2006 — Πρόδηλη αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου»
Στην υπόθεση C‑488/13,
με αντικείμενο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Okrazhen sad — Targovishte (Βουλγαρία) με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Σεπτεμβρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
«Parva Investitsionna Banka» AD,
«UniKredit Bulbank» AD,
«Siyk Faundeyshan» LLS,
κατά
«Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD,
Sindik na «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD,
παρεμβαίνοντες:
Natsionalna agentsia za prihodite,
«Aset Menidzhmant» EAD,
«Ol Siyz Balgaria» OOD,
«Si Dzhi Ef — aktsionerna obshtnost» AD,
«Silvar Biych» EAD,
«Rudersdal» EOOD,
«Kota Enerdzhi» EAD,
Chavdar Angelov Angelov,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, A. Rosas, D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η «Parva Investitsionna Banka» AD, εκπροσωπούμενη από τον I. Dermendzhiev, advokat,
—
η «UniKredit Bulbank» AD, εκπροσωπούμενη από την M. Fezliyska και από τους A. Kazini και L. K. Hampartsumyan,
—
η «Siyk Faundeyshan» LLS, εκπροσωπούμενη από τον Z. Tomov, advokat,
—
η «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD, εκπροσωπούμενη από τον M. G. Nakova, advokat,
—
ο Sindik na «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD, εκπροσωπούμενος από την G. Y. Kolyovska,
—
η «Aset Menidzhmant» EAD, εκπροσωπούμενη από τον D. Ianakiev, advokat,
—
η «Ol Siyz Balgaria» OOD, εκπροσωπούμενη από τον V. Skochev, advokat,
—
η «Silvar Biych» EAD, εκπροσωπούμενη από τον D. Ianakiev, advokat,
—
η «Rudersdal» EOOD, εκπροσωπούμενη από τον V. Goshev, advokat,
—
η «Kota Enerdzhi» EAD, εκπροσωπούμενη από την M. Nikolova, advokat,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την S. Petrova και τον M. Wilderspin,
κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (ΕΕ L 399, σ. 1).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ αφενός της «Parva Investitsionna Banka» AD, της «UniKredit Bulbank» AD και της «Siyk Faundeyshan» LLS, και αφετέρου της «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD και του Sindik na «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD, και ειδικότερα στο πλαίσιο διαδικασίας κήρυξης της «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD σε πτώχευση.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Ο κανονισμός 1896/2006 αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, «στην απλούστευση, επιτάχυνση και μείωση των εξόδων της εκδίκασης διαφορών για διασυνοριακές υποθέσεις όσον αφορά μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις, με τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής».
4
Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, που επιγράφεται: «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις διασυνοριακού χαρακτήρα, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (“acta iure imperii”).
2. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:
[...]
β)
στις πτωχεύσεις, στις διαδικασίες που αφορούν την εκκαθάριση αφερέγγυων εταιριών ή άλλων νομικών προσώπων, στους πτωχευτικούς συμβιβασμούς, στις πράξεις συμβιβασμών και άλλες ανάλογες διαδικασίες,
[...]».
5
Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τις διασυνοριακές υποθέσεις ως εξής:
«1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, διασυνοριακή υπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία τουλάχιστον ένας εκ των διαδίκων έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου.
2. Η κατοικία προσδιορίζεται βάσει των άρθρων 59 και 60 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις [(ΕΕ 2001, L 12, σ. 1)].
3. Το κρίσιμο χρονικό σημείο για να καθορισθεί εάν πρόκειται για διασυνοριακή υπόθεση είναι ο χρόνος υποβολής της αίτησης για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»
6
Το άρθρο 21, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ίδιου αυτού κανονισμού, το οποίο επιγράφεται: «Εκτέλεση», ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, οι διαδικασίες εκτέλεσης διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.»
7
Το άρθρο 26 του κανονισμού 1896/2006, το οποίο επιγράφεται «Σχέση με το εθνικό δικονομικό δίκαιο», ορίζει τα εξής:
«Όλα τα δικονομικά ζητήματα που δεν ρυθμίζονται ρητά με τον παρόντα κανονισμό διέπονται από το εθνικό δίκαιο.»
Το βουλγαρικό δίκαιο
Το Σύνταγμα
8
Το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Συντάγματος προβλέπει τα ακόλουθα:
«Οι διεθνείς συμφωνίες που έχουν κυρωθεί σύμφωνα με τη συνταγματική διαδικασία και έχουν δημοσιευθεί και τεθεί σε ισχύ στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας αποτελούν μέρος της εθνικής νομοθεσίας του κράτους. Οι συμφωνίες αυτές υπερισχύουν των αντίθετων τυχόν διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας.»
Ο Εμπορικός Νόμος
9
Το άρθρο 717n του βουλγαρικού Εμπορικού Νόμου (Targovski zakon, στο εξής: TZ) προβλέπει τα εξής:
«Κατά την πώληση ενυπόθηκου αγαθού από τον οφειλέτη προς εξασφάλιση αλλότριου χρέους, ο σύνδικος της περιουσίας της αφερέγγυας εταιρίας αποστέλλει στον ενυπόθηκο δανειστή την αναγγελία της πώλησης. Το ποσό που δικαιούται ο ενυπόθηκος δανειστής φυλάσσεται από τον σύνδικο και παραδίδεται στον δανειστή, εφόσον προσκομίσει εκτελεστό τίτλο για την απαίτησή του.»
Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
10
Το άρθρο 417 του βουλγαρικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Grazhdanski protsesualen kodeks, στο εξής: GPK) προβλέπει τα εξής:
«Ο αιτών μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής ακόμη και όταν η απαίτησή του, ανεξάρτητα από το ύψος της, στηρίζεται σε:
1)
πράξη διοικητικού οργάνου, την εκτέλεση της οποίας καλούνται να επιτρέψουν τα πολιτικά δικαστήρια,
2)
λογιστικό έγγραφο ή απόσπασμα λογιστικού βιβλίου από το οποίο να προκύπτει η ύπαρξη απαίτησης υπηρεσίας του Δημοσίου, δήμου ή τράπεζας,
3)
συμβολαιογραφική πράξη, διακανονισμό ή άλλη συμφωνία, με πιστοποίηση της γνησιότητας των υπογραφών από συμβολαιογράφο, όσον αφορά τις αναφερόμενες στα έγγραφα αυτά υποχρεώσεις χρηματικών καταβολών ή παροχής άλλων αντικαταστατών πραγμάτων και τις υποχρεώσεις μεταβίβασης συγκεκριμένων αγαθών·
[...]».
11
Το άρθρο 418 του κώδικα αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Όταν η αίτηση συνοδεύεται από έγγραφο προβλεπόμενο στο άρθρο 417, στο οποίο στηρίζεται η απαίτηση, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει την άμεση εκτέλεση και να εκδώσει εκτελεστό τίτλο.
2. Ο εκτελεστός τίτλος εκδίδεται αφού προηγουμένως το δικαστήριο έχει εξακριβώσει την τυπική νομιμότητα του εγγράφου και έχει διαπιστώσει την ύπαρξη εκτελεστής απαίτησης έναντι του οφειλέτη. Το δικαστήριο, για να εκδώσει τον εκτελεστό τίτλο, επιθέτει σχετική σημείωση στο υποβαλλόμενο έγγραφο και στη διαταγή πληρωμής.
3. Όταν από το υποβαλλόμενο έγγραφο προκύπτει ότι το απαιτητό της οφειλής εξαρτάται από την εκπλήρωση αντιπαροχής ή από την επέλευση άλλου γεγονότος, η εκπλήρωση της αντιπαροχής αυτής ή η επέλευση του γεγονότος αυτού πρέπει να πιστοποιείται από επίσημο έγγραφο ή από έγγραφο προερχόμενο από τον οφειλέτη.
4. Κατά της πράξης με την οποία απορρίπτεται εν όλω ή εν μέρει η αίτηση έκδοσης εκτελεστού τίτλου μπορεί να ασκηθεί ανακοπή από τον αιτούντα εντός εβδομάδας από την κοινοποίησή της, χωρίς να χρειάζεται επίδοση του δικογράφου της ανακοπής.
[...]»
Ο νόμος για τις πράξεις που θεσπίζουν κανόνες δικαίου
12
Το άρθρο 46 του νόμου για τις πράξεις που θεσπίζουν κανόνες δικαίου (Zakon za normativnite aktove, στο εξής: ZNA), το οποίο αφορά την ερμηνεία των πράξεων αυτών, προβλέπει τα εξής:
«1. Οι διατάξεις των πράξεων που θεσπίζουν κανόνες δικαίου εφαρμόζονται αυστηρά σύμφωνα με το γράμμα τους. Αν δεν είναι σαφείς, ερμηνεύονται υπό την έννοια που συνάδει περισσότερο προς τις άλλες διατάξεις, προς τον σκοπό της ερμηνευόμενης πράξης και προς τις γενικές αρχές του βουλγαρικού δικαίου.
2. Όταν η πράξη δεν είναι πλήρης, εφαρμόζονται στις μη ρυθμιζόμενες από την πράξη αυτή περιπτώσεις οι διατάξεις που αφορούν ανάλογες περιπτώσεις, εφόσον αυτό είναι σύμφωνο με τον σκοπό της πράξης. Αν δεν υπάρχουν τέτοιες διατάξεις, οι οικείες έννομες σχέσεις διέπονται από τις γενικές αρχές του βουλγαρικού δικαίου· [...]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13
Με απόφαση που εξέδωσε στις 30 Μαΐου 2011 το Okrazhen sad — Targovishte, το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο, κινήθηκε η διαδικασία πτώχευσης της εταιρίας «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD, ενώ με απόφαση της 15ης Ιουνίου 2012 διατάχθηκε η πτωχευτική απαλλοτρίωση και η εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας.
14
Ο Sindik na «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD (σύνδικος που ορίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας κατά της «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD) προέβη στην πώληση διαφόρων ακινήτων που περιλαμβάνονταν στην πτωχευτική περιουσία αυτή και βαρύνονταν με υποθήκες που είχαν εγγραφεί υπέρ της «Parva Investitsionna Banka» AD (στο εξής: Parva Investitsionna Banka). Οι υποθήκες αυτές είχαν συσταθεί προς διασφάλιση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων που είχαν συναφθεί μεταξύ της Parva Investitsionna Banka και τρίτων, και συγκεκριμένα των εταιριών «Port Investmant Developmant — Balgaria 2» EAD και «Aset Menidzhmant» EAD.
15
Η Parva Investitsionna Banka κατέχει μεγάλο αριθμό εξώδικων εκτελεστών τίτλων σχετικά με τις απαιτήσεις της από τα ενυπόθηκα αυτά δάνεια. Η εν λόγω εταιρία υπέβαλε, κατά το άρθρο 717n του TZ, αίτηση άμεσης προσωρινής εκτέλεσης βάσει των τίτλων αυτών, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 417 και 418 του GPK. Η εταιρία αυτή ζήτησε να της καταβληθεί το τίμημα της πώλησης των ακινήτων που ανήκαν στην πτωχευτική περιουσία. Επειδή οι απαιτήσεις αυτές αμφισβητήθηκαν, και συγκεκριμένα από τις οφειλέτριες εταιρίες, ο Sindik na «Ear Proparti Developmant — v nesastoyatelnost» AD ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, επί των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 717n του TZ στις περιπτώσεις στις οποίες ζητείται η ικανοποίηση αμφισβητούμενης αξίωσης από το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας.
16
Κατά το αιτούν δικαστήριο, τίθεται κατ’ ουσία το ζήτημα αν η ικανοποίηση από το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 717n του TZ, μιας αμφισβητούμενης αξίωσης, της οποίας έχει επιτραπεί η άμεση προσωρινή εκτέλεση βάσει εξώδικων εκτελεστών τίτλων, μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη.
17
Συναφώς το αιτούν δικαστήριο αναφέρει μια απόφαση του Konstitutsionen sad (Συνταγματικού Δικαστηρίου) της 2ας Οκτωβρίου 2012 (αριθ. υπόθ. 4/2012), με την οποία κρίθηκαν συνταγματικά τα άρθρα 417 και 418 του GPK, τα οποία παρέχουν στις τράπεζες το δικαίωμα να προβαίνουν σε άμεση εκτέλεση βάσει αποσπάσματος πιστωτικού λογαριασμού. Η ανάλυση του Konstitutsionen sad πραγματοποιήθηκε σε σχέση με τον κανονισμό 1896/2006, διότι ο κανονισμός αυτός αποτελεί μέρος του εσωτερικού δικαίου και έχει, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Συντάγματος, ανώτερη τυπική ισχύ από τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που είναι αντίθετες προς τις νομικές αρχές και τις λύσεις που προβλέπει ο κανονισμός αυτός.
18
Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι από την εξέταση του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι υπάρχει κενό δικαίου, διότι το άρθρο 717n του TZ δεν προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία η αίτηση που υποβάλλεται με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 46, παράγραφος 2, του ZNA τού επιβάλλει την υποχρέωση, όταν διαπιστώνει την ύπαρξη τέτοιου κενού, να λαμβάνει υπόψη του την οικονομία του νόμου και τις γενικές αρχές του δικαίου, προκειμένου να αποφανθεί επί της αίτησης που του έχει υποβληθεί. Ο κανονισμός 1896/2006, μολονότι αφορά αποκλειστικά και μόνο μια διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, είναι, κατά το δικαστήριο αυτό, η μόνη ρύθμιση που παρέχει λύσεις που έχουν, λόγω του αντικειμένου τους, συνάφεια προς τη φύση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του. Ο κανονισμός αυτός περιλαμβάνει κανόνες και γενικές αρχές που μπορούν να χρησιμεύσουν για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα τα σχετικά με τη σύγκρουση μεταξύ της διαδικασίας της ατομικής εκτέλεσης και της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
19
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Συντάγματος, ο εν λόγω κανονισμός αποτελεί μέρος του εθνικού δικαίου. Επομένως, ο κανονισμός αυτός πρέπει, κατά το αιτούν δικαστήριο, να ληφθεί υπόψη κατά την ερμηνεία των γενικών αρχών του δικαίου και κατά τον προσδιορισμό της οικονομίας του νόμου.
20
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Okrazhen sad — Targovishte αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί το κριτήριο της “μη ύπαρξης αμφισβήτησης” για την εκτελεστή χρηματική απαίτηση, το οποίο προβλέπεται στην αιτιολογική σκέψη 6 και στο άρθρο 1 του κανονισμού [1896/2006];
2)
Στις περιπτώσεις στις οποίες η εθνική νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο έδαφος του οποίου διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση για χρηματική απαίτηση, δεν ρυθμίζει το ζήτημα αν η διαταγή εκτέλεσης σχετικά με τη χρηματική απαίτηση μπορεί να εφαρμοστεί στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας ή πτωχευτικής διαδικασίας που έχει κινηθεί κατά του προσώπου του οποίου την περιουσία αφορά η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού [1896/2006] να ερμηνεύεται στενά και να ισχύει μόνο για τις αμφισβητούμενες χρηματικές απαιτήσεις τις οποίες αφορά η εκτέλεση ή η απαγόρευση αυτή καλύπτει επίσης τις μη αμφισβητούμενες χρηματικές απαιτήσεις τις οποίες αφορά η εκτέλεση;
3)
Έχει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού [1896/2006], κατά το οποίο ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις πτωχεύσεις, στις διαδικασίες που αφορούν την εκκαθάριση αφερέγγυων εταιριών ή άλλων νομικών προσώπων, στους πτωχευτικούς συμβιβασμούς, στις πράξεις συμβιβασμών και άλλες ανάλογες διαδικασίες, την έννοια ότι ο περιορισμός αυτός αφορά μόνο την έναρξη των εν λόγω διαδικασιών ή ο περιορισμός αυτός καλύπτει επίσης ολόκληρη τη διεξαγωγή των διαδικασιών αυτών, ανάλογα με τις φάσεις και τα στάδια της διαδικασίας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
4)
Σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, μπορεί το εθνικό δικαστήριο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση που η νομοθεσία του κράτους αυτού εμφανίζει κενό δικαίου, να προβαίνει, στηριζόμενο στη δέκατη αιτιολογική σκέψη και στο άρθρο 26 του κανονισμού [1896/2006], όταν έχει κινηθεί ενώπιόν του διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του προσώπου του οποίου την περιουσία αφορά η αναγκαστική εκτέλεση, στην κατόπιν ερμηνείας των σχετικών διατάξεων έκδοση απόφασης που να αποκλίνει από τις βασικές αρχές του κανονισμού αυτού ή να αντιβαίνει προς αυτές;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
21
Ο κανονισμός 1896/2006 θεσπίζει, όπως προβλέπει το άρθρο του 1, μια διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής σε σχέση με τις διασυνοριακές υποθέσεις που αφορούν μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις.
22
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά ούτε τη διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, την οποία προβλέπει ο κανονισμός 1896/2006, ούτε την εκτέλεση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής που να έχει εκδοθεί με βάση τον κανονισμό αυτό, αλλά αφορά την εκτέλεση εξώδικου τίτλου, του οποίου η άμεση προσωρινή εκτέλεση ζητείται με βάση το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας.
23
Επομένως, είναι πρόδηλο ότι η περίπτωση την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1896/2006, την ερμηνεία του οποίου ζητεί το αιτούν δικαστήριο.
24
Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται όμως ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί με τα ερωτήματά του την ερμηνεία του κανονισμού 1896/2006 για να καλύψει ένα κενό δικαίου, το οποίο εμφανίζει, κατά το δικαστήριο αυτό, η εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως αυτή την οποία αφορά η κύρια δίκη και η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτού του κανονισμού.
25
Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση προδικαστικής απόφασης πρέπει να εκθέτει τους λόγους που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και τη σχέση που το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι υπάρχει μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας. Η έκθεση των λόγων αυτών, όπως και η συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαιτεί το άρθρο 94, στοιχείο αʹ, του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξακριβώσει, πέραν του παραδεκτού της αίτησης προδικαστικής απόφασης, την αρμοδιότητά του για να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα (απόφαση Siragusa, C‑206/13, EU:C:2014:126, σκέψη 19).
26
Εξάλλου το Δικαστήριο δεν είναι καταρχήν αρμόδιο να απαντά σε προδικαστικά ερωτήματα, όταν είναι πρόδηλο ότι η διάταξη του δικαίου της Ένωσης που του έχει υποβληθεί προς ερμηνεία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής (βλ. επ’ αυτού απόφαση Caixa d’Estalvis i Pensions de Barcelona, C‑139/12, EU:C:2014:174, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27
Εντούτοις, στις περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της αίτησης προδικαστικής απόφασης, εφόσον το εθνικό δίκαιο παραπέμπει στο περιεχόμενο των διατάξεων αυτών της Ένωσης προς καθορισμό των κανόνων που έχουν εφαρμογή σε μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση του οικείου κράτους μέλους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Poseidon Chartering, C‑3/04, EU:C:2006:176, σκέψη 15, ETI κ.λπ., C‑280/06, EU:C:2007:775, σκέψεις 22 και 26, Salahadin Abdulla κ.λπ., C‑175/08, C‑176/08, C‑178/08 και C‑179/08, EU:C:2010:105, σκέψη 48, Cicala, C‑482/10, EU:C:2011:868, σκέψη 17, Nolan, C‑583/10, EU:C:2012:638, σκέψη 45, και Romeo, C‑313/12, EU:C:2013:718, σκέψη 21).
28
Πράγματι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υφίσταται συμφέρον της Ένωσης για ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων και των εννοιών του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου να αποφεύγονται ερμηνευτικές αποκλίσεις στο μέλλον, όταν η εθνική νομοθεσία εναρμονίζει τις λύσεις που προβλέπει για καταστάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οικείας πράξης της Ένωσης προς τις λύσεις που έχουν γίνει δεκτές από την εν λόγω πράξη, ώστε να εξασφαλίζεται η ίδια ακριβώς μεταχείριση τόσο των εσωτερικών όσο και των διεπόμενων από το δίκαιο της Ένωσης καταστάσεων, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες πρόκειται να εφαρμόζονται οι διατάξεις και οι έννοιες του δικαίου της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Salahadin Abdulla κ.λπ., EU:C:2010:105, σκέψη 48, SC Volksbank România, C‑602/10, EU:C:2012:443, σκέψεις 87 και 88, Nolan, EU:C:2012:638, σκέψη 46, Allianz Hungária Biztosító κ.λπ., C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψεις 20 και 21, καθώς και Romeo, EU:C:2013:718, σκέψη 22).
29
Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο προβλέπει την άμεση και χωρίς προϋποθέσεις εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στις καταστάσεις αυτές (αποφάσεις Cicala, EU:C:2011:868, σκέψη 19, Nolan, EU:C:2012:638, σκέψη 47, και Romeo, EU:C:2013:718, σκέψη 23). Αντίστροφα, αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση που οι διατάξεις του εθνικού δικαίου επιτρέπουν στον εθνικό δικαστή να αποκλίνει από τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο (βλ. επ’ αυτού αποφάσεις Kleinwort Benson, C‑346/93, EU:C:1995:85, σκέψεις 16 και 18, καθώς και Romeo, EU:C:2013:718, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30
Εν προκειμένω το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του ZNA, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Συντάγματος, και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 1896/2006 στις περιπτώσεις που, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του. Η έκθεση των λόγων αυτών όμως δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να συναγάγει το συμπέρασμα ότι έχει αρμοδιότητα να απαντήσει στην αίτηση προδικαστικής απόφασης.
31
Το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Συντάγματος ορίζει ότι «οι διεθνείς συμφωνίες που έχουν κυρωθεί σύμφωνα με τη συνταγματική διαδικασία και έχουν δημοσιευθεί και τεθεί σε ισχύ στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας αποτελούν μέρος της εθνικής νομοθεσίας του κράτους [και] υπερισχύουν των αντίθετων τυχόν διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας». Η διάταξη αυτή δεν παραπέμπει συνεπώς στις διατάξεις του κανονισμού 1896/2006 τις οποίες αναφέρουν τα προδικαστικά ερωτήματα, αλλά θεσπίζει απλώς, σύμφωνα με το γράμμα της, κανόνα που ρυθμίζει την ιεραρχική σχέση μεταξύ του διεθνούς και του εθνικού δικαίου.
32
Το δε άρθρο 46, παράγραφος 2, του ZNA παραπέμπει γενικά στις «γενικές αρχές του βουλγαρικού δικαίου» και όχι ειδικά στις διατάξεις του κανονισμού 1896/2006 τις οποίες αναφέρουν τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η διάταξη αυτή του ZNA, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Συντάγματος, καλύπτει και το δίκαιο της Ένωσης, δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της αίτησής του ότι οι διατάξεις αυτές του βουλγαρικού δικαίου παραπέμπουν πράγματι στις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού με σκοπό τη ρύθμιση καταστάσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, ώστε να εξασφαλίζεται η ίδια ακριβώς μεταχείριση τόσο των εσωτερικών καταστάσεων όσο και των καταστάσεων που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης.
33
Όσον αφορά την απόφαση του Konstitutsionen sad, αναφερθείσα στη σκέψη 17 της παρούσας διάταξης, και την οποία αναφέρει συναφώς το αιτούν δικαστήριο, από κανένα στοιχείο της απόφασης περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι η απόφαση του Konstitutsionen sad αφορά το ζήτημα αν οι διατάξεις των άρθρων 5, παράγραφος 4, του Συντάγματος και 46, παράγραφος 2, του ZNA παραπέμπουν στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ίδιας αυτής μεταχείρισης.
34
Μολονότι δηλαδή η τελευταία αυτή διάταξη, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Συντάγματος, παραπέμπει γενικά στις γενικές αρχές του δικαίου, με σκοπό την κάλυψη των νομικών κενών, από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι αυτές οι διατάξεις του βουλγαρικού δικαίου προβλέπουν την άμεση και χωρίς προϋποθέσεις εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1896/2006 σε περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού των οποίων ζητείται η ερμηνεία. Οι εν λόγω διατάξεις του βουλγαρικού δικαίου παρέχουν απλώς στο επιλαμβανόμενο δικαστήριο την εξουσία να εφαρμόζει τις γενικές αρχές και τους κανόνες του εθνικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης για να καλύπτει, με την απόφασή του, κατόπιν της δικής του εκτίμησης των συμπερασμάτων που συνάγονται από τους κανόνες αυτούς και τις αρχές αυτές, τα κενά δικαίου που έχει διαπιστώσει.
35
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το εθνικό δίκαιο προβλέπει την άμεση και χωρίς προϋποθέσεις εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1896/2006 τις οποίες αναφέρουν τα προδικαστικά ερωτήματα σε περιπτώσεις που, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
36
Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται, βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα του Okrazhen sad —Targovishte.
Επί των δικαστικών εξόδων
37
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) διατάσσει:
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα του Okrazhen sad — Targovishte (Βουλγαρία).
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.
Full & Egal Universal Law Academy