ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (ένατο τμήμα)
της 7ης Μαΐου 2015 ( *1 )
«Κοινοτικό σήμα — Διαδικασία ανακοπής — Αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού εικονιστικού σήματος GELENKGOLD — Προγενέστερο εικονιστικό σήμα που απεικονίζει τίγρη — Σχετικός λόγος απαραδέκτου — Κίνδυνος συγχύσεως — Μεταβολή του διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος — Ομοιότητα των σημάτων από φωνητικής απόψεως — Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (EΚ) 207/2009»
Στην υπόθεση T‑599/13,
Cosmowell GmbH, με έδρα το Sankt Johann in Tirol (Αυστρία), εκπροσωπούμενη από τον J. Sachs, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από την D. Walicka,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Haw Par Corp. Ltd, με έδρα τη Σιγκαπούρη (Σιγκαπούρη), εκπροσωπούμενη από τους C. Schultze, J. Ossing, R.-D. Härer, C. Weber, H. Ranzinger, C. Brockmann και C. Gehweiler, δικηγόρους,
με αντικείμενο προσφυγή κατά αποφάσεως του τέταρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 5ης Σεπτεμβρίου 2013 (υπόθεση R 2013/2012-4), όσον αφορά διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Haw Par Corp. Ltd και της Cosmowell GmbH,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis (εισηγητή), πρόεδρο, O. Czúcz και A. Popescu, δικαστές,
γραμματέας: J. Weychert, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Νοεμβρίου 2013,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 Φεβρουαρίου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Μαΐου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα ανταπαντήσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Ιουλίου 2014,
κατόπιν της συνεδριάσεως της 22ας Ιανουαρίου 2015, στην οποία η παρεμβαίνουσα δεν παρέστη,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 11 Μαΐου 2011 η Cosmowell GmbH, προσφεύγουσα, υπέβαλε στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το εξής εικονιστικό σημείο:
3
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στην κλάση 5 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών ενόψει καταχωρίσεως των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Παρασκευάσματα φαρμακευτικά και κτηνιατρικά· διαιτητικά προϊόντα για ιατρική χρήση· συμπληρώματα διατροφής· συμπληρώματα διατροφής για ιατρικές χρήσεις· συμπληρώματα διατροφής για μη ιατρικές χρήσεις· συμπληρώματα διατροφής με μεταλλικά στοιχεία».
4
Η αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 116/2011 Δελτίο κοινοτικών σημάτων, της 27ης Ιουνίου 2011.
5
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2011 η Haw Par Corp. Ltd, παρεμβαίνουσα, άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, κατά της καταχωρίσεως του αιτούμενου σήματος, μεταξύ άλλων, για τα προϊόντα που αναφέρθηκαν στην ως άνω σκέψη 3.
6
Η ανακοπή βασίσθηκε, ιδίως, στο προγενέστερο εικονιστικό σήμα, το οποίο καταχωρίσθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1998 υπό τον αριθμό 228288, ανανεώθηκε έως τις 16 Απριλίου 2016 και απεικονίζεται κατωτέρω:
7
Το προγενέστερο σήμα αφορά, μεταξύ άλλων, προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 5 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας και αντιστοιχούν στην εξής περιγραφή: «Φαρμακευτικά παρασκευάσματα· φαρμακευτικά παρασκευάσματα για χρήση από τον άνθρωπο· έμπλαστρα, επίδεσμοι και υλικό επιδέσμων· φαρμακευτικά έμπλαστρα, επίδεσμοι και υλικό επιδέσμων· απολυμαντικά· παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων· παρασιτοκτόνα· μυκητοκτόνα· εντομοαπωθητικά».
8
Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
9
Στις 30 Αυγούστου 2012 το τμήμα ανακοπών έκανε δεκτή την ανακοπή στο σύνολό της.
10
Στις 29 Οκτωβρίου 2012 η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ προσφυγή, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
11
Με την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή και επιβεβαίωσε την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως. Συναφώς, το τμήμα προσφυγών έκρινε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
—
το ενδιαφερόμενο κοινό επιδείκνυε μεγάλο βαθμό προσοχής και το κρίσιμο εδαφικό πεδίο ήταν αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της, ακόμη και αν ήταν σκόπιμο να ληφθεί καταρχάς ως βάση το γερμανόφωνο κοινό·
—
τα επίμαχα προϊόντα ήταν εν μέρει πανομοιότυπα και εν μέρει παρόμοια·
—
από τη σύγκριση των σημείων, στο πλαίσιο της οποίας έπρεπε να ληφθεί υπόψη το προγενέστερο σήμα όπως αυτό καταχωρίσθηκε και όχι όπως υποτίθεται ότι χρησιμοποιήθηκε, διαπιστώθηκε ότι τα σημεία παρουσίαζαν μεσαίου βαθμού ομοιότητα από οπτικής απόψεως και υψηλό βαθμό ομοιότητας από εννοιολογικής απόψεως, ενώ δεν ήταν δυνατή η σύγκρισή τους από φωνητικής απόψεως·
—
το προγενέστερο σήμα διέθετε μεσαίου βαθμού εγγενή διακριτικό χαρακτήρα·
—
υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως του κοινού, ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω σήμα είχε αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεώς του στη Γερμανία.
Αιτήματα των διαδίκων
12
Με το δικόγραφο της προσφυγής η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να απορρίψει την ανακοπή·
—
να καταδικάσει την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
13
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρώτον, σε απάντηση προς ερώτημα του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα τροποποίησε το δεύτερο αίτημα ζητώντας απλώς την απόρριψη της ανακοπής στον βαθμό που αυτή βασίσθηκε στο προγενέστερο σήμα, το οποίο παρατέθηκε στην ως άνω σκέψη 6, και όχι στα λοιπά σήματα που επικαλέσθηκε η παρεμβαίνουσα προς στήριξη της ανακοπής της, τα οποία δεν εξετάσθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
14
Δεύτερον, η προσφεύγουσα ζήτησε επιπροσθέτως να καταδικασθεί το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
15
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
16
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ΓΕΕΑ, πρώτον, προέβαλε ότι το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας, ως έχει στο δικόγραφο της προσφυγής, ήταν απαράδεκτο και, δεύτερον, επαφέθηκε στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά το παραδεκτό ratione temporis του νέου αιτήματος της προσφεύγουσας όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
17
Η προσφεύγουσα προβάλλει ένα μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
18
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, κατά τη σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων, το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη το αιτούμενο σήμα στο σύνολό του. Εξάλλου, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη, καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατό να συγκρίνει φωνητικώς τα αντιπαρατιθέμενα σημεία λόγω του ότι το προγενέστερο σήμα ήταν αμιγώς εικονιστικό, και παρέλειψε να λάβει υπόψη τον τρόπο κατά τον οποίο το προγενέστερο σήμα είχε πράγματι χρησιμοποιηθεί.
19
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
20
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση εάν, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα.
21
Κατά πάγια νομολογία, κίνδυνος συγχύσεως υπάρχει όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα επίμαχα προϊόντα ή οι επίμαχες υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Κατά την ίδια νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, ανάλογα με το πώς το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τα σημεία και τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες, συνεκτιμωμένων όλων των κρίσιμων εν προκειμένω παραγόντων, και ιδίως της αμφίδρομης σχέσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2003, Laboratorios RTB κατά ΓΕΕΑ – Giorgio Beverly Hills (GIORGIO BEVERLY HILLS), T‑162/01, Συλλογή, EU:T:2003:199, σκέψεις 30 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
Επί του ενδιαφερόμενου κοινού
22
Κατά τη νομολογία, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων, ο οποίος θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι ο βαθμός προσοχής του μέσου καταναλωτή είναι δυνατόν να μεταβάλλεται αναλόγως της κατηγορίας των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2007, Mundipharma κατά ΓΕΕΑ – Altana Pharma (RESPICUR), T‑256/04, Συλλογή, EU:T:2007:46, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
23
Εν προκειμένω, στο σημείο 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφενός, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι, δεδομένου ότι το προγενέστερο σήμα ήταν κοινοτικό σήμα, το κρίσιμο εδαφικό πεδίο ήταν αυτό της Ένωσης, παρότι βασίσθηκε «καταρχάς» στην αντίληψη του γερμανόφωνου κοινού. Αφετέρου, στο εν λόγω σημείο 18 καθώς και στα σημεία 30 και 31 της ίδιας αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσία, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό, αποτελούμενο τόσο από το ευρύ κοινό όσο και από ειδικούς στον τομέα της φαρμακευτικής, της ιατρικής και της κτηνιατρικής, επέδειξε μεγάλη προσοχή, δεδομένου ότι τα προϊόντα που αφορούν τα αντιπαρατιθέμενα σήματα είχαν περισσότερο ή λιγότερο αισθητή επιρροή στην ανθρώπινη υγεία και τα κατοικίδια ζώα.
24
Είναι σκόπιμο να επιβεβαιωθούν οι διαπιστώσεις του τμήματος προσφυγών όσον αφορά το κρίσιμο εδαφικό πλαίσιο και τον βαθμό προσοχής του κοινού, διευκρινιζομένου ότι αυτές είναι σύμφωνες με τη νομολογία [βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 2010, Novartis κατά ΓΕΕΑ – Sanochemia Pharmazeutika (TOLPOSAN), T‑331/09, Συλλογή, EU:T:2010:520, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 11ης Ιουνίου 2014, Golam κατά ΓΕΕΑ – meta Fackler Arzneimittel (METABIOMAX), T‑281/13, EU:T:2014:440, σκέψεις 30 έως 32].
Επί της συγκρίσεως των προϊόντων
25
Κατά πάγια νομολογία, για την εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ασκούντες επιρροή παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη μεταξύ τους σχέση. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται, ειδικότερα, η φύση τους, ο προορισμός τους, η χρήση τους καθώς και ο ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός χαρακτήρας τους. Μπορούν, επίσης, να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως τα δίκτυα διανομής των οικείων προϊόντων [βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2007, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – Bolaños Sabri (PiraÑAM diseño original Juan Bolaños), T‑443/05, Συλλογή, EU:T:2007:219, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
26
Εν προκειμένω, στο σημείο 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα του τμήματος ανακοπών, που δεν αμφισβητήθηκαν ενώπιόν του, κατά τα οποία τα «φαρμακευτικά και κτηνιατρικά προϊόντα» τα οποία αφορά το αιτούμενο σήμα ήταν πανομοιότυπα με τα προστατευόμενα από το προγενέστερο σήμα «φαρμακευτικά προϊόντα», ενώ τα λοιπά επίμαχα προϊόντα ήταν παρόμοια.
27
Είναι σκόπιμο να επικυρωθεί το προαναφερθέν συμπέρασμα, το οποίο είναι σύμφωνο με τη νομολογία [βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 2012, Certmedica International και Lehning entreprise κατά ΓΕΕΑ – Lehning entreprise και Certmedica International (L112), T‑77/10 και T‑78/10, EU:T:2012:95, σκέψεις 93 και 94, και της 11ης Ιουνίου 2014, Golam κατά ΓΕΕΑ – Pentafarma (METABOL), T‑486/12, EU:T:2014:508, σκέψη 40] και το οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητούν οι διάδικοι.
Επί της συγκρίσεως των σημείων
28
Η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημείων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα εν λόγω σημεία, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνει τα σήματα ο μέσος καταναλωτής των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών έχει καθοριστική σημασία για τη σφαιρική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Συναφώς, ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker, C‑334/05 P, Συλλογή, EU:C:2007:333, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
29
Η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων δεν σημαίνει ότι μόνον ένα από τα στοιχεία που συναποτελούν το σύνθετο σήμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να συγκρίνεται με το άλλο σήμα. Αντιθέτως, κατά τη σύγκριση αυτή, τα αντιπαρατιθέμενα σήματα πρέπει να εξετάζονται το καθένα ως ενιαίο σύνολο, πράγμα που δεν αποκλείει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το ενδεχόμενο να κυριαρχούν στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του ενδιαφερόμενου κοινού ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το συναποτελούν (βλ. απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 28 ανωτέρω, EU:C:2007:333, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το κυρίαρχο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση που όλα τα άλλα συνθετικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα (απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 28 ανωτέρω, EU:C:2007:333, σκέψη 42). Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις το επιμέρους στοιχείο και μόνον αυτό μπορεί να κυριαρχεί στην εικόνα του σήματος την οποία συγκρατεί στη μνήμη του το ενδιαφερόμενο κοινό και, επομένως, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συναποτελούν το σήμα είναι αμελητέα στο πλαίσιο της συνολικής εντυπώσεως που προκαλεί το εν λόγω σήμα (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, Nestlé κατά ΓΕΕΑ, C‑193/06 P, EU:C:2007:539, σκέψεις 42 και 43).
30
Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών, αφενός, υπενθύμισε ότι κατά τη σύγκριση των σημείων έπρεπε απλώς να ληφθούν υπόψη τα σημεία όπως καταχωρίσθηκαν στο μητρώο του ΓΕΕΑ και, αφετέρου, έκρινε ότι τα εν λόγω σημεία εμφανίζουν οπτική ομοιότητα μεσαίου βαθμού, εννοιολογική ομοιότητα υψηλού βαθμού, ενώ δεν ήταν δυνατή η σύγκρισή τους από φωνητικής απόψεως.
31
Η προσφεύγουσα, πρώτον, διατείνεται ότι δεν ήταν αναγκαίο να ληφθεί υπόψη ο τρόπος κατά τον οποίο η παρεμβαίνουσα είχε χρησιμοποιήσει το προγενέστερο σήμα και, δεύτερον, αμφισβητεί την αξιολόγηση των τριών στοιχείων ομοιότητας από το τμήμα προσφυγών.
32
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
Επί των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας όσον αφορά τη χρήση του προγενέστερου σήματος
33
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών, κατά την αξιολόγηση της ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων, παρέλειψε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η παρεμβαίνουσα δεν είχε χρησιμοποιήσει το προγενέστερο σήμα όπως αυτό είχε καταχωρισθεί, ήτοι ως αμιγώς εικονιστικό σήμα το οποίο απεικονίζει τίγρη. Ειδικότερα, η παρεμβαίνουσα προσέθεσε στην εν λόγω απεικόνιση το λεκτικό στοιχείο «tiger balm» καθώς και χαρακτήρες γραφής της Άπω Ανατολής, γεγονός που αποδυναμώνει την ομοιότητα των σημείων, ιδίως στον βαθμό που το αιτούμενο σήμα δεν παραπέμπει στην ασιατική κουλτούρα.
34
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα ανταπαντούν ότι ορθώς σύγκρινε το τμήμα προσφυγών τα αντιπαρατιθέμενα σημεία βασιζόμενο στον τρόπο κατά τον οποίο καταχωρίσθηκαν στο μητρώο του ΓΕΕΑ.
35
Τα υπό εξέταση επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. Ειδικότερα, από τη νομολογία προκύπτει ότι καταρχήν ο κίνδυνος συγχύσεως εκτιμάται διά της συγκρίσεως του αιτούμενου σήματος όπως περιγράφεται στο μητρώο του ΓΕΕΑ και του προγενέστερου σήματος όπως αυτό καταχωρίσθηκε [βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ, C‑234/06 P, Συλλογή, EU:C:2007:514, σκέψη 62, και της 7ης Φεβρουαρίου 2012, Dosenbach-Ochsner κατά ΓΕΕΑ – Sisma (Απεικόνιση ορθογώνιου παραλληλόγραμμου με ελέφαντες), T‑424/10, Συλλογή, EU:T:2012:58, σκέψη 38].
36
Το εν λόγω συμπέρασμα είναι σύμφωνο με την αρχή κατά την οποία, αν ένας διάδικος που έχει υποβάλει αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος το οποίο αποτελεί το αντικείμενο διαδικασίας ανακοπής βασιζόμενης στην ύπαρξη προγενέστερου σήματος θεωρεί ότι το σήμα αυτό χρησιμοποιήθηκε μόνον υπό μορφή που μεταβάλλει τον διακριτικό χαρακτήρα του, μπορεί να ζητήσει να αποδειχθεί η ουσιαστική χρήση του εν λόγω προγενέστερου σήματος, συμφώνως προς το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009. Στο πλαίσιο της εξετάσεως τέτοιου είδους αιτήσεως, το ΓΕΕΑ μπορεί να εξετάσει, υπό το πρίσμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού, κατά πόσον έχει γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος μόνον υπό μορφή που διαφέρει από την καταχωρισμένη του μορφή και μεταβάλλει τον διακριτικό του χαρακτήρα. Στην περίπτωση αυτή, η ανακοπή απορρίπτεται και τούτο, χωρίς να αποφανθεί το ΓΕΕΑ επί της υπάρξεως ενδεχόμενου κινδύνου συγχύσεως.
37
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν ζήτησε ρητώς από την παρεμβαίνουσα, ενώπιον του τμήματος ανακοπών, να προσκομίσει αποδείξεις της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς όσα προέβαλε η προσφεύγουσα στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο ΓΕΕΑ στις 20 Φεβρουαρίου 2012 δεν περιέλαβε τέτοιου είδους αίτημα, αλλά απλώς υποστήριξε ότι, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου συγχύσεως, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο τρόπος κατά τον οποίο είχε χρησιμοποιηθεί το προγενέστερο σήμα.
38
Κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα της αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως του προγενεστέρου σήματος πρέπει να τίθεται ρητά και έγκαιρα ενώπιον του τμήματος ανακοπών, καθόσον η ουσιαστική χρήση του προγενεστέρου σήματος συνιστά ζήτημα το οποίο, εάν τεθεί από τον αιτούντα την καταχώριση του σήματος, πρέπει να κριθεί πριν εκδοθεί απόφαση επί της ίδιας της ανακοπής [βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2007, Saint-Gobain Pam κατά ΓΕΕΑ – Propamsa (PAM PLUVIAL), T‑364/05, Συλλογή, EU:T:2007:96, σκέψεις 34 και 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
39
Επομένως, το εν λόγω ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί για πρώτη φορά ούτε ενώπιον του τμήματος προσφυγών (βλ., επ’ αυτού, απόφαση PAM PLUVIAL, σκέψη 38 ανωτέρω, EU:T:2007:96, σκέψη 39) ούτε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου [βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2007, NV Marly κατά ΓΕΕΑ – Erdal (Top iX), T‑57/06, EU:T:2007:333, σκέψη 18].
40
Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που η προσφεύγουσα επιδιώκει να αντλήσει από την απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Specsavers International Healthcare κ.λπ. (C‑252/12, Συλλογή, EU:C:2013:497). Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, στην περίπτωση που κοινοτικό σήμα έχει καταχωρισθεί ασπρόμαυρο και όχι με χρώμα, αλλά ο δικαιούχος του το έχει χρησιμοποιήσει εκτενώς σε ορισμένο χρώμα ή συνδυασμό συγκεκριμένων χρωμάτων, ώστε να έχει πλέον συσχετισθεί στην αντίληψη σημαντικού μέρους του κοινού με αυτό το χρώμα ή συνδυασμό χρωμάτων, το χρώμα ή τα χρώματα τα οποία τρίτος χρησιμοποιεί για τη παρουσίαση σημείου το οποίο φέρεται ότι προσβάλλει το σήμα αυτό ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως ή της σφαιρικής εκτιμήσεως του αθέμιτου οφέλους κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (απόφαση Specsavers International Healthcare κ.λπ., προαναφερθείσα, EU:C:2013:497, σκέψεις 37 και 41). Οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν από αυτές ως προς τις οποίες αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το προγενέστερο σήμα της παρεμβαίνουσας δεν πρέπει να προστατευθεί όπως έχει καταχωρισθεί, αλλά μόνο όπως έχει χρησιμοποιηθεί. Αντιθέτως, το ζήτημα που εξέτασε το Δικαστήριο αφορούσε ιδίως το κατά πόσον ο κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των δύο σημάτων αυξήθηκε λόγω του ότι το προγενέστερο σήμα αναπαράγει όχι μόνο τη μορφή του προγενέστερου σήματος όπως αυτό είχε καταχωρισθεί αλλά και τα χρώματα με τα οποία το σήμα αυτό είχε πράγματι χρησιμοποιηθεί.
41
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν τα υπό εξέταση επιχειρήματα της προσφεύγουσας και να αξιολογηθεί το βάσιμο της αξιολογήσεως της ομοιότητας των σημείων από το τμήμα προσφυγών βάσει του προγενέστερου σήματος όπως αυτό καταχωρίσθηκε, ήτοι υπό την αμιγώς εικονιστική μορφή της απεικονίσεως τίγρης.
Επί της οπτικής συγκρίσεως
42
Στο σημείο 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφάνιζαν οπτική ομοιότητα μεσαίου βαθμού, δεδομένου ότι οι ομοιότητες που παρουσιάζουν από εικονιστικά τους στοιχεία δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι μόνο το αιτούμενο σήμα περιέχει λεκτικό στοιχείο.
43
Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι απεικονίσεις τίγρης που περιέχει καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σημεία διαφέρουν όσον αφορά, ιδίως, την κατεύθυνση του άλματος του ζώου, το ορατό των νυχιών, τα σχέδια του τριχώματος και το χρώμα της άκρης της ουράς. Οι διαφορές αυτές είναι σημαντικές για τον πρόσθετο λόγο ότι και στα δύο επίμαχα σημεία υπάρχουν ρεαλιστικές απεικονίσεις τίγρης. Δεύτερον, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι μόνο το αιτούμενο σήμα περιέχει λεκτικό στοιχείο, ήτοι τη λέξη «gelenkgold», το οποίο διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα και δεν είναι αμελητέο.
44
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι το λεκτικό στοιχείο σύνθετου σήματος δεν είναι κατά ανάγκη το κυρίαρχο στοιχείο στο πλαίσιο του σήματος, δεδομένου ότι το εικονιστικό στοιχείο μπορεί να διατηρεί αυτοτελή διακριτική θέση και ότι το ενδιαφερόμενο κοινό θα συγκρατήσει αμφότερα τα εικονιστικά στοιχεία των αντιπαρατιθέμενων σημείων, παρά τις λεπτές διαφορές τους, ως εικόνες τίγρης που κάνει άλμα, με ανοικτό στόμα και σηκωμένη ουρά.
45
Πρώτον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι από τα σημεία 22 έως 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών προέβη σε οπτική σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, όλα τα στοιχεία του αιτούμενου σήματος και, αφετέρου, το εικονιστικό στοιχείο στο οποίο συνίσταται το προγενέστερο σήμα. Η προσέγγιση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο του αιτούμενου σήματος, το λεκτικό στοιχείο «gelenkgold» επ’ ουδενί είναι αμελητέο κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στην σκέψη 29 ανωτέρω, όπως δεν είναι και η απεικόνιση τίγρης.
46
Εξάλλου, στο πλαίσιο του αιτούμενου σήματος, το μέγεθος και η θέση της απεικονίσεως τίγρης είναι τέτοια που θα την προσέξει εκ των πραγμάτων το ενδιαφερόμενο κοινό.
47
Δεύτερον, επικυρώνεται η διαπίστωση του τμήματος προσφυγών που παρατέθηκε στο σημείο 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία, κατ’ ουσία, οι διαφορές μεταξύ των δύο επίμαχων απεικονίσεων τίγρης δεν επηρεάζουν ιδιαιτέρως την οπτική ομοιότητα των σημείων. Συγκεκριμένα, ο μέσος καταναλωτής σπανίως έχει τη δυνατότητα να προβεί σε άμεση σύγκριση των διαφόρων σημάτων αλλά οφείλει να εμπιστεύεται την ατελή εικόνα αυτών την οποία διατηρεί στη μνήμη του (βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2007, Alcon κατά ΓΕΕΑ, C‑412/05 P, Συλλογή, EU:C:2007:252, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48
Τρίτον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, στις περιπτώσεις που το σήμα απαρτίζεται τόσο από λεκτικά όσο και από εικονιστικά στοιχεία, τα λεκτικά στοιχεία έχουν, καταρχήν, εντονότερο διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με τα εικονιστικά, διότι ο μέσος καταναλωτής θα αναφέρεται πολύ ευκολότερα στο σχετικό προϊόν χρησιμοποιώντας την ονομασία του παρά περιγράφοντας το εικονιστικό στοιχείο του σήματος [βλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2013, AMC‑Representações Têxteis κατά ΓΕΕΑ – MIP Metro (METRO KIDS COMPANY), T‑50/12, EU:T:2013:68, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Τούτο ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, στον βαθμό που η έκφραση «gelenkgold» καταλαμβάνει σημαντική θέση εντός του αιτούμενου σήματος και είναι γραμμένη με κλίση προς τα δεξιά και προς τα πάνω, με έντονους χαρακτήρες και ελαφρώς μαύρο πλαίσιο περιβάλλον τα γράμματα, τα οποία είναι λευκά.
49
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφανίζουν ομοιότητα μεσαίου βαθμού, ενώ στην πραγματικότητα ο βαθμός ομοιότητάς τους είναι ασθενής.
Επί της φωνητικής συγκρίσεως
50
Στο σημείο 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν ήταν δυνατή η σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων από φωνητικής απόψεως, καθόσον το προγενέστερο σήμα δεν περιείχε λεκτικά στοιχεία.
51
Η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι παραγνώρισε το λεκτικό στοιχείο του αιτούμενου σήματος, το οποίο θα μπορούσε να αποκλείσει την ύπαρξη φωνητικής ομοιότητας.
52
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι το τμήμα προσφυγών κατέληξε ορθώς στο συμπέρασμα ότι η φωνητική σύγκριση δεν ήταν δυνατή εν προκειμένω.
53
Καταρχάς, από τη νομολογία προκύπτει συναφώς ότι, όταν αμιγώς εικονιστικό σήμα απεικονίζει μορφή που το ενδιαφερόμενο κοινό δεν μπορεί να αναγνωρίσει εύκολα και να τη συσχετίσει με ακριβή και συγκεκριμένη λέξη, συσχετίζει το εν λόγω σήμα με τη συγκεκριμένη λέξη, ενώ αν ένα εικονιστικό σήμα περιλαμβάνει και λεκτικό στοιχείο, το εν λόγω κοινό αναφέρεται στο συγκεκριμένο σήμα χρησιμοποιώντας καταρχήν αυτό το λεκτικό στοιχείο.
54
Ειδικότερα, πρώτον, στην απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, L & D κατά ΓΕΕΑ – Sämann (Aire Limpio) (T‑168/04, Συλλογή, EU:T:2006:245, σκέψη 96), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε φωνητική διαφορά μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, καθόσον το προγενέστερο σήμα, που ήταν αμιγώς εικονιστικό και συνίστατο στην απεικόνιση ελάτου, μπορούσε να μεταδοθεί προφορικώς μέσω περιγραφής του σημείου, ενώ το αιτούμενο σήμα, το οποίο αποτελούνταν από εικονιστικό στοιχείο περιέχον έλατο το οποίο εμφάνιζε ομοιότητα με το εικονιστικό στοιχείο του προγενέστερου σήματος και του λεκτικού στοιχείου «aire limpio», μπορούσε να εκφραστεί προφορικώς μέσω της χρήσεως του συγκεκριμένου λεκτικού στοιχείου. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση της 2ας Ιουλίου 2009, Fitoussi κατά ΓΕΕΑ – Loriot (IBIZA REPUBLIC) (T‑311/08, EU:T:2009:244, σκέψη 43) όσον αφορά προγενέστερο αμιγώς εικονιστικό σήμα που απεικόνιζε αστέρι και αιτούμενο σήμα το οποίο, πέραν του αστεριού, περιλάμβανε το λεκτικό στοιχείο «ibiza republic».
55
Δεύτερον, στην απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Mast-Jägermeister κατά ΓΕΕΑ – Licorera Zacapaneca (VENADO με πλαίσιο κ.λπ.) (T‑81/03, T‑82/03 και T‑103/03, Συλλογή, EU:T:2006:397, σκέψεις 93 και 94), το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη φωνητικής ομοιότητας μεταξύ, αφενός, των αιτούμενων σημάτων που αποτελούνταν από κεφάλι ελαφιού και το λεκτικό στοιχείο «venado», αφετέρου, προγενέστερου σήματος αμιγώς εικονιστικού που απεικόνιζε κεφάλι ελαφιού. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το ισπανικό κοινό μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «venado» (ελάφι, άγριο θήραμα) για να ορίσει το προγενέστερο σήμα, το οποίο δεν περιείχε λεκτικά στοιχεία. Παρόμοια ήταν η συλλογιστική στην απόφαση της 17ης Απριλίου 2008, Dainichiseika Colour & Chemicals Mfg. κατά ΓΕΕΑ – Pelikan (Απεικόνιση ενός πελεκάνου) (T‑389/03, EU:T:2008:114, σκέψεις 93 και 94), όσον αφορά προγενέστερα εικονιστικά σήματα που περιλάμβαναν την απεικόνιση πελεκάνου καθώς και το λεκτικό στοιχείο «pelikan» και αιτούμενο σήμα αποτελούμενο αποκλειστικώς από την απεικόνιση πελεκάνου. Προς τούτο, συνεκτιμήθηκε το γεγονός ότι, στις γλώσσες που χρησιμοποιεί το ενδιαφερόμενο κοινό, η εικόνα πελεκάνου εκφραζόταν προφορικώς μέσω λέξεως που εμφάνιζε πολύ μεγάλη ομοιότητα με το εν λόγω λεκτικό στοιχείο.
56
Κατά δεύτερον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η νομολογία στην οποία βασίσθηκε το ΓΕΕΑ δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την αρχή που αναφέρθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω.
57
Ειδικότερα, πρώτον, το ΓΕΕΑ παρέπεμψε στην απόφαση της 25ης Μαρτίου 2010, Nestlé κατά ΓΕΕΑ – Master Beverage Industries (Golden Eagle και Golden Eagle Deluxe) (T‑5/08 έως T‑7/08, Συλλογή, EU:T:2010:123), η οποία εκδόθηκε επί υποθέσεων στο πλαίσιο των οποίων συγκρίθηκαν, αφενός, σύνθετα σήματα τα οποία περιλάμβαναν τα λεκτικά στοιχεία «golden eagle» ή «golden eagle deluxe» καθώς και εικονιστικά στοιχεία που απεικόνιζαν κόκκους καφέ και κούπα καφέ και, αφετέρου, προγενέστερο αμιγώς εικονιστικό σήμα που περιλάμβανε αποκλειστικώς τα ίδια εικονιστικά στοιχεία. Το τμήμα προσφυγών είχε αποκλείσει την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως λόγω του ότι τα αντιπαρατιθέμενα στοιχεία δεν ήταν παρόμοια (προαναφερθείσα απόφαση Golden Eagle και Golden Eagle Deluxe, EU:T:2010:123, σκέψη 19). Η προσφεύγουσα, δικαιούχος του προγενέστερου σήματος, προσήψε στο τμήμα προσφυγών ότι δεν προέβη σε φωνητική σύγκριση των σημείων, η οποία ήταν δυνατή παρά την έλλειψη λεκτικών στοιχείων στο συγκεκριμένο σήμα. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω επιχείρημα, με το οποίο ζητούνταν, κατ’ ουσίαν, να διαπιστωθεί η φωνητική ομοιότητα λόγω της ταυτότητας των εικονιστικών στοιχείων των σημείων, καθόσον δεν έκρινε ότι τέτοιου είδους σύγκριση ήταν αδύνατη, αλλά αποφάνθηκε ότι δεν ήταν λυσιτελής. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το κοινό, προκειμένου να αναφερθεί στα αιτούμενα σήματα, χρησιμοποιεί μεν το λεκτικό τους στοιχείο, αλλά δεν πρόκειται να προβεί σε περιγραφή του εικονιστικού τους στοιχείου (προαναφερθείσα απόφαση Golden Eagle και Golden Eagle Deluxe, EU:T:2010:123, σκέψεις 66 και 67).
58
Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκε η προαναφερθείσα στην ως άνω σκέψη 57 απόφαση Golden Eagle και Golden Eagle Deluxe (EU:T:2010:123), η φωνητική σύγκριση την οποία επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν ήταν λυσιτελής, καθώς η σύγκριση αυτή, βάσει των περιστάσεων της υποθέσεως, δεν θα μπορούσε να ανατρέψει το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν διαφορετικά. Επομένως, επ’ ουδενί μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω απόφαση παρέκκλινε από την αρχή και τη νομολογία που αναφέρθηκε στις ως άνω σκέψεις 53 έως 55, τουναντίον, η εν λόγω απόφαση συνιστά εφαρμογή της εν λόγω αρχής.
59
Δεύτερον, το ΓΕΕΑ βασίσθηκε στην απόφαση Παράσταση ορθογώνιου παραλληλόγραμμου με ελέφαντες, σκέψη 35 ανωτέρω (EU:T:2012:58), στην οποία επρόκειτο περί αμιγώς εικονιστικού σήματος το οποίο απεικόνιζε πλείονες ελέφαντες εντός ορθογωνίου παραλληλογράμμου, σήμα το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο διαδικασίας κηρύξεως ακυρότητας βασισμένης σε προγενέστερα αμιγώς εικονιστικά σήματα που απεικόνιζαν ελέφαντα και στο προγενέστερο αμιγώς λεκτικό σήμα ELEFANTEN. Η προσφεύγουσα, δικαιούχος προγενέστερων σημάτων, προέβαλε ιδίως ότι το τμήμα προσφυγών κακώς διαπίστωσε ότι υπήρχε φωνητική διαφορά μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο, βασιζόμενο στην απόφαση Golden Eagle και Golden Eagle Deluxe, σκέψη 57 ανωτέρω (EU:T:2010:123), έκρινε ότι η ομοιότητα αυτή στερούνταν σημασίας, καθόσον κατ’ ουσίαν η έλλειψη εικονιστικών στοιχείων στο προσβαλλόμενο σήμα συνεπαγόταν ότι μπορούσε να προφερθεί μόνο διά της περιγραφής του οπτικού ή εννοιολογικού του περιεχομένου του. Επομένως, η φωνητική σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων δεν είχε αυτοτελή σημασία σε σχέση με την οπτική και εννοιολογική σύγκριση (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Παράσταση ορθογώνιου παραλληλόγραμμου με ελέφαντες, σκέψη 57 ανωτέρω, EU:T:2012:58, σκέψεις 45 και 46).
60
Υπογραμμίζεται ότι η προαναφερθείσα στη σκέψη 35 ανωτέρω απόφαση Παράσταση ορθογώνιου παραλληλόγραμμου με ελέφαντες (EU:T:2012:58) αφορούσε ειδική περίπτωση κατά την οποία αμιγώς εικονιστικό σημείο έπρεπε να συγκριθεί με άλλα αμιγώς εικονιστικά σημεία καθώς και με αμιγώς λεκτικό σημείο η σημασία του οποίου συνέπιπτε με αυτή των εικονιστικών σημείων. Ακριβώς υπό τις περιστάσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η φωνητική σύγκριση στερούνταν σημασίας και ότι δεν προσέθετε τίποτε στις άλλες δύο συγκρίσεις.
61
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η προαναφερθείσα στην ως άνω σκέψη 35 απόφαση Παράσταση ορθογώνιου παραλληλόγραμμου με ελέφαντες (EU:T:2012:58) θέτει εν αμφιβόλω την αρχή που υπομνήσθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω.
62
Τρίτον, επισημαίνεται ότι, καίτοι στην απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Sanofi Pasteur MSD κατά ΓΕΕΑ – Mundipharma (Απεικόνιση αλληλοτεμνόμενων δρεπανοειδών σχημάτων) (T‑502/11, EU:T:2013:263, σκέψη 49) το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε τη διαπίστωση του τμήματος προσφυγών κατά την οποία δεν ήταν δυνατή η σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων από φωνητικής απόψεως, εντούτοις, διευκρινίζεται ότι επρόκειτο περί σημείων τα οποία όχι μόνον δεν ήταν αμιγώς εικονιστικά αλλά και αφηρημένα. Η αρχή που αναφέρθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω αφορά αμιγώς εικονιστικά σημεία, τα οποία, όπως εν προκειμένω η απεικόνιση τίγρης, δεν είναι αφηρημένα αλλά μπορούν να συσχετισθούν άμεσα με ακριβή και συγκεκριμένη λέξη.
63
Εξάλλου, παρατηρείται ότι η εν λόγω αρχή δεν είναι αντίθετη προς τη νομολογία που διαμορφώθηκε με την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2014, Fuchs κατά ΓΕΕΑ – Les Complices (Αστέρι μέσα σε κύκλο) (T‑342/12, Συλλογή, EU:T:2014:858, σκέψεις 46 έως 48). Ειδικότερα, καίτοι αληθεύει ότι, στην περίπτωση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν δυνατή η φωνητική σύγκριση δύο αμιγώς εικονιστικών σημάτων τα οποία απεικόνιζαν αμφότερα αστέρι, εντούτοις, υπενθύμισε τη νομολογία κατά την οποία καταρχήν η φωνητική σύγκριση είναι αλυσιτελής αλλά όχι αδύνατη όσον αφορά τα εικονιστικά σήματα. Εν πάση περιπτώσει, η προαναφερθείσα απόφαση Αστέρι μέσα σε κύκλο (EU:T:2014:858) αφορά την περίπτωση κατά την οποία αμφότερα τα αντιπαρατιθέμενα σημεία είναι αμιγώς εικονιστικά, ενώ η περίπτωση που αναφέρθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω, και η οποία είναι λυσιτελής στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, αφορά τη φωνητική σύγκριση μεταξύ αμιγώς εικονιστικού σήματος και εικονιστικού σήματος που περιλαμβάνει επιπλέον λεκτικό στοιχείο.
64
Βάσει των προεκτεθεισών εκτιμήσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τμήμα προσφυγών κακώς έκρινε εν προκειμένω ότι ήταν αδύνατη η σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων από φωνητικής απόψεως.
65
Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αναφέρεται στο αιτούμενο σήμα προφέροντας το λεκτικό του στοιχείο «gelenkgold» ενώ, όσον αφορά το προγενέστερο σήμα, μπορεί να προφέρει απλώς τη λέξη «tigre», συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν διαφορετικά από φωνητικής απόψεως, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το τμήμα προσφυγών.
Επί της εννοιολογικής συγκρίσεως
66
Στο σημείο 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφάνιζαν αυξημένου βαθμού εννοιολογική ομοιότητα, καθόσον αμφότερα συσχετίσθηκαν με την ιδέα τίγρης που κάνει άλμα, στην οποία λανθάνουν οι έννοιες της δύναμης και της ευκινησίας. Προσθέτει ότι το γερμανόφωνο κοινό αντιλαμβάνεται το λεκτικό στοιχείο «gelenkgold» του αιτούμενου σήματος ως αναφορά σε εύρωστες αρθρώσεις, πράγμα που ενισχύει την έννοια της ευκινησίας που διακινούν οι απεικονίσεις τίγρεων.
67
Η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το γεγονός ότι υπάρχει εικόνα τίγρης σε καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν συνεπάγεται εννοιολογική ομοιότητα από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως. Εξάλλου, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι δεν έλαβε υπόψη το λεκτικό στοιχείο του αιτούμενου σήματος, η σημασία του οποίου δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από το μη γερμανόφωνο κοινό εξαιρουμένης ενδεχομένως της λέξεως «gold».
68
Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι οι εκτιμήσεις του τμήματος προσφυγών είναι βάσιμες και διευκρινίζει ότι το μη γερμανόφωνο κοινό δεν κατανοεί τη λέξη «gelenkgold».
69
Η παρεμβαίνουσα προσθέτει ότι το λεκτικό στοιχείο «gelenkgold» είναι ελάχιστα διακριτικό σε σχέση με τα προϊόντα που καλύπτονται από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, ενώ τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση της απεικονίσεως τίγρης.
70
Πρώτον, όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό που κατανοεί γερμανικά, και το οποίο αντιλαμβάνεται, ως εκ τούτου, στον όρο «gelenkgold» τη συνένωση των λέξεων «gelenk» (άρθρωση) και «gold» (χρυσός), η ύπαρξη του εν λόγω λεκτικού στοιχείου μόνο στο αιτούμενο σήμα, το οποίο δεν παραπέμπει ευθέως στις ίδιες ιδέες με τις συσχετιζόμενες με την απεικόνιση τίγρης, αποτρέπει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφανίζουν την υψηλού βαθμού εννοιολογική ομοιότητα που διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών. Ειδικότερα, τα σημεία αυτά παρουσιάζουν μόνο μεσαίου βαθμού ομοιότητα όσον αφορά το γερμανικό κοινό.
71
Δεύτερον, όσον αφορά το μη γερμανόφωνο τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού, επιβάλλεται, καταρχάς, η παρατήρηση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει σαφώς αν το τμήμα προσφυγών το έλαβε υπόψη κατά την αξιολόγηση της εννοιολογικής ομοιότητας. Ειδικότερα, το συμπέρασμά του ότι ο βαθμός εννοιολογικής ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων είναι υψηλός αποτελεί λογικό επακόλουθο της διαπιστώσεώς του ότι, για το γερμανόφωνο κοινό, η έκφραση «gelenkgold» ενισχύει το μήνυμα της ευκινησίας που μεταφέρει η απεικόνιση της τίγρης. Δεύτερον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το συμπέρασμά του όσον αφορά την εννοιολογική ομοιότητα ίσχυε για το σύνολο του ενδιαφερόμενου κοινού, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό όσον αφορά το μη γερμανόφωνο κοινό. Ειδικότερα, το εν λόγω κοινό αναγνωρίζει στη λέξη «gelenkgold», τη λέξη «gold», η οποία δεν υπάρχει στο προγενέστερο σήμα. Επομένως, και για το μη γερμανόφωνο κοινό, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφανίζουν απλώς μεσαίου βαθμού εννοιολογική ομοιότητα.
72
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφανίζουν ασθενή βαθμό εννοιολογικής ομοιότητας, ενώ είναι διαφορετικά από φωνητικής απόψεως.
Επί του κινδύνου συγχύσεως
73
Η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως γίνεται με δεδομένο ότι υφίσταται αμφίδρομη σχέση μεταξύ των συνεκτιμωμένων παραγόντων και, ιδίως, μεταξύ της ομοιότητας των σημάτων και της ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που αυτά προσδιορίζουν. Έτσι, τυχόν μικρή ομοιότητα μεταξύ των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών δύναται να αντισταθμιστεί από την έντονη ομοιότητα μεταξύ των σημάτων και αντιστρόφως (αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon, C‑39/97, Συλλογή, EU:C:1998:442, σκέψη 17, και VENADO με πλαίσιο κ.λπ., σκέψη 55 ανωτέρω, EU:T:2006:397, σκέψη 74).
74
Εξάλλου, ο κίνδυνος συγχύσεως αυξάνει όσο σημαντικότερος αποδεικνύεται ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1997, SABEL, C‑251/95, Συλλογή, EU:C:1997:528, σκέψη 24).
75
Στα σημεία 29 έως 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεών του όσον αφορά την ταυτότητα ή την ομοιότητα των σημείων καθώς και τον εγγενή διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος, υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, παρά το αυξημένο επίπεδο προσοχής του ενδιαφερόμενου κοινού και ανεξαρτήτως του κατά πόσον το προγενέστερο σήμα είχε υψηλό διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεώς του από την παρεμβαίνουσα στη Γερμανία.
76
Το συγκεκριμένο συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών πρέπει να θεωρηθεί βάσιμο. Ειδικότερα, κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό υπερτιμώντας τον βαθμό οπτικής και εννοιολογικής ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, παραγνωρίζοντας εσφαλμένως τις μεταξύ τους διαφορές σε φωνητικό επίπεδο και επιλέγοντας να μην εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα προκειμένου να αποδείξει ότι το προγενέστερο σήμα διέθετε έντονο διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεώς του. Το συμπέρασμα όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως επηρεάζεται ακόμη περισσότερο από τα εν λόγω σφάλματα λαμβανομένου υπόψη του αυξημένου επιπέδου προσοχής του ενδιαφερόμενου κοινού που αναγνώρισε ορθώς το τμήμα προσφυγών (βλ. σκέψη 23 ανωτέρω).
77
Υπό αυτές τις περιστάσεις, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα.
Αιτήματα όσον αφορά την έκβαση της προσφυγής
78
Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο αίτημα της προσφεύγουσας και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
79
Όσον αφορά το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας, μετά τη διευκρίνιση που παρασχέθηκε στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, περί απορρίψεως από το Γενικό Δικαστήριο της ανακοπής, στον βαθμό που αυτή βασίσθηκε στο προγενέστερο σήμα που αναφέρθηκε στην ως άνω σκέψη 6, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι πρόκειται περί αιτήματος μεταρρυθμίσεως [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2014, Laboratoires Polive κατά ΓΕΕΑ – Arbora & Ausonia (DODIE), T‑77/13, EU:T:2014:862, σκέψη 61].
80
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εξουσία μεταρρυθμίσεως που αναγνωρίζεται στο Γενικό Δικαστήριο βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, δεν σημαίνει ότι αυτό έχει την εξουσία να αποφαίνεται επί ζητήματος ως προς το οποίο δεν έχει ακόμη λάβει θέση το τμήμα προσφυγών. Επομένως, η άσκηση της εξουσίας μεταρρυθμίσεως πρέπει, καταρχήν, να περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο, έχοντας ελέγξει την κρίση του τμήματος προσφυγών, είναι σε θέση να προσδιορίσει βάσει των αποδειχθέντων πραγματικών και νομικών στοιχείων την απόφαση που όφειλε να είχε λάβει το τμήμα προσφυγών (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2011, C-263/09 P, Edwin κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή, EU:C:2011:452, σκέψη 72).
81
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προϋποθέσεις ασκήσεως της εξουσίας μεταρρυθμίσεως του Γενικού Δικαστηρίου δεν πληρούνται. Ειδικότερα, το τμήμα προσφυγών δεν εξέτασε κατά πόσον το προγενέστερο σήμα διέθετε αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεώς του από την παρεμβαίνουσα, ενώ, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που αναφέρθηκε στην ως άνω σκέψη 74, δεν αποκλειόταν ότι το στοιχείο αυτό θα καθιστούσε δυνατή τη διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως.
82
Συναφώς, επισημαίνεται ότι η παρεμβαίνουσα ζητεί κατά τα φαινόμενα από το Γενικό Δικαστήριο να λάβει υπόψη, για την απόρριψη της προσφυγής, τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει ενώπιον του τμήματος ανακοπών και του τμήματος προσφυγών προκειμένου να αποδείξει τέτοιου είδους χρήση του προγενέστερου σήματος.
83
Όσον αφορά το εν λόγω αίτημα, αρκεί η διαπίστωση ότι, στον βαθμό που από το σημείο 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν αποφάνθηκε επί των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, οποιαδήποτε κρίση ως προς το ζήτημα αυτό επ’ ουδενί ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει συνέχεια στο παρόν επιχείρημα της παρεμβαίνουσας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση DODIE, σκέψη 79 ανωτέρω, EU:T:2014:862, σκέψη 58).
84
Βάσει των προεκτεθέντων, παρά τις παρασχεσθείσες στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρινίσεις, το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
85
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν υπάρχει σχετικό αίτημα. Όταν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων.
86
Δεδομένου ότι το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα ηττήθηκαν ως προς το ουσιώδες μέρος των αιτημάτων τους, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα της προσφεύγουσας, όπως συμπληρώθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι ο νικήσας διάδικος υπέβαλε τέτοιο αίτημα μόλις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν εμποδίζει να γίνει δεκτό το αίτημά του [βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2005, Bunker & BKR κατά ΓΕΕΑ – Marine Stock (B.K.R.), T‑423/04, Συλλογή, EU:T:2005:348, σκέψη 84, και VENADO με πλαίσιο κ.λπ., σκέψη 55 ανωτέρω, EU:T:2006:397, σκέψη 116].
87
Επιπλέον, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ζήτησε να καταδικασθεί το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα στα οποία αυτή είχε υποβληθεί κατά την ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασία, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 136, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της συμμετοχής τους στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών θεωρούνται αποδοτέα έξοδα. Επομένως, πρέπει να καταδικασθεί το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα και στα εν λόγω έξοδα.
88
Όσον αφορά την κατανομή των εξόδων, αποφασίζεται, κατ’ ορθήν εκτίμηση των επίδικων περιστατικών, ότι το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα φέρουν, πέραν των δικών τους δικαστικών εξόδων, το ήμισυ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, τόσο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση του τέταρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 5ης Σεπτεμβρίου 2013 (υπόθεση R 2013/2012-4).
2)
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3)
Το ΓΕΕΑ φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και το ήμισυ των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Cosmowell GmbH, τόσο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
4)
Η Haw Par Corp. Ltd φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και το ήμισυ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Cosmowell, τόσο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
Berardis
Czúcz
Popescu
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Μαΐου 2015.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy