ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 25ης Σεπτεμβρίου 2015 ( *1 )
«Κοινοτικό σήμα — Διαδικασία ανακοπής — Αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού κοινοτικού σήματος BLUECO — Προγενέστερο λεκτικό κοινοτικό σήμα BLUECAR — Σχετικός λόγος απαραδέκτου — Κίνδυνος συγχύσεως — Διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος — Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 — Αίτημα της παρεμβαίνουσας περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως — Άρθρο 65, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009»
Στην υπόθεση T‑684/13,
Copernicus-Trademarks Ltd, με έδρα το Borehamwood (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τον L. Pechan και τη S. Körber, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον A. Schifko,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Bolloré SA, με έδρα το Ergué-Gabéric (Γαλλία), εκπροσωπούμενη αρχικώς μεν από την B. Fontaine, εν συνεχεία δε από τον O. Legrand, δικηγόρους,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, της 8ης Οκτωβρίου 2013 (υπόθεση R 2029/2012‑1), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Bolloré SA και της Copernicus-Trademarks Ltd,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τη M. E. Martins Ribeiro, πρόεδρο, και τους S. Gervasoni (εισηγητή) και L. Madise, δικαστές,
γραμματέας: C. Heeren, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 2013,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Μαΐου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Σεπτεμβρίου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα ανταπαντήσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Νοεμβρίου 2014,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Μαρτίου 2015, στην οποία δεν μετείχε η προσφεύγουσα,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 9 Φεβρουαρίου 2011 η Copernicus Eood υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνίσταται στο λεκτικό σημείο BLUECO.
3
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στην κλάση 12 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Οχήματα, μέρη και εξαρτήματα αυτών».
4
Η αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 139/2011, της 26ης Ιουλίου 2011.
5
Στις 26 Οκτωβρίου 2011 η νυν παρεμβαίνουσα Bolloré SA άσκησε ανακοπή, βάσει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, κατά της καταχωρίσεως σήματος η οποία είχε ζητηθεί για τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 3 προϊόντα.
6
Η ανακοπή στηριζόταν στο προγενέστερο λεκτικό κοινοτικό σήμα BLUECAR, το οποίο είχε καταχωρισθεί στις 23 Αυγούστου 2006 με αριθμό 4597621, μεταξύ άλλων για προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 12 και αντιστοιχούν στην εξής περιγραφή: «Οχήματα· ηλεκτρικοί κινητήρες και όργανα μετάδοσης κίνησης για τα προαναφερόμενα οχήματα ηλεκτρικής πρόωσης».
7
Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής ήταν ο διαλαμβανόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
8
Στις 20 Αυγούστου 2012 τα δικαιώματα εκ της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος μεταβιβάσθηκαν στη νυν προσφεύγουσα Copernicus‑Trademarks Ltd.
9
Με απόφαση της 31ης Αυγούστου 2012, το τμήμα ανακοπών δέχθηκε την ανακοπή.
10
Στις 30 Οκτωβρίου 2012 η νυν προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ, βάσει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
11
Στις 10 Απριλίου 2013 η προσφεύγουσα ζήτησε να περιορισθεί ο κατάλογος των προϊόντων που περιελάμβανε η αίτηση καταχωρίσεως σήματος στα «οχήματα, εκτός από μέρη και εξαρτήματα αυτών», τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 12. Το ΓΕΕΑ δέχθηκε τον περιορισμό αυτό και κάλεσε τη νυν παρεμβαίνουσα να αποφασίσει αν, λαμβανομένου υπόψη του νέου προσδιορισμού των προϊόντων που αφορά η αίτηση καταχωρίσεως, πρέπει να αποσύρει την ανακοπή. Η παρεμβαίνουσα δεν ανταποκρίθηκε στην κλήση αυτή.
12
Με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2013 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή. Ειδικότερα, έκρινε ότι οικεία εδαφική περιοχή είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείται από τους τελικούς καταναλωτές, οι οποίοι επιδεικνύουν μεγάλη προσοχή προκειμένου περί ακριβών προϊόντων (σκέψη 20 της προσβαλλομένης αποφάσεως), και ότι τα προϊόντα τα οποία αφορούσε η αίτηση καταχωρίσεως σήματος ήταν πανομοιότυπα εκείνων που προσδιόριζε το προγενέστερο σήμα (σκέψη 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εν συνεχεία, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι το προγενέστερο σήμα περιελάμβανε τους όρους «blue» και «car», ο δεύτερος εκ των οποίων περιγράφει άμεσα τα οικεία προϊόντα και συνιστά, ως εκ τούτου, τον πλέον αδύναμο όρο του σήματος αυτού (σκέψη 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ακολούθως, έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η νυν παρεμβαίνουσα δεν καθιστούν δυνατό να αποδειχθεί ότι το προγενέστερο σήμα είχε αποκτήσει αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως και αποφάνθηκε βάσει του στοιχείου αυτού ότι το εν λόγω σήμα διέθετε εγγενώς διακριτικό χαρακτήρα σε μέτριο βαθμό (σκέψη 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Το τμήμα προσφυγών έκρινε επίσης ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφανίζουν οπτική ομοιότητα, δεδομένου ότι τα πέντε πρώτα γράμματά τους είναι όμοια και έχουν τεθεί με την ίδια σειρά (σκέψη 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Από φωνητικής απόψεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφάνιζαν συνολικά ιδιαίτερη ομοιότητα για το αγγλόφωνο κοινό, το οποίο συνιστά σημαντικό τμήμα του ενδιαφερομένου κοινού, λόγω της όμοιας προφοράς του στοιχείου «blue», που είναι κοινό στα δύο σημεία, και της παρεμφερούς προφοράς των στοιχείων «co» και «car» (σκέψη 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Έκρινε επίσης ότι τα σημεία εμφάνιζαν, εν μέρει, εννοιολογική ομοιότητα για το αγγλόφωνο κοινό, λόγω της παρουσίας του όρου «blue» σε αμφότερα τα σημεία (σκέψη 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Δεδομένου ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφάνιζαν συνολικά ομοιότητα (σκέψη 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως), τα επίμαχα προϊόντα ήταν πανομοιότυπα, η δε νομολογία θεωρεί ότι αρκεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μόνον ως προς τμήμα του ενδιαφερομένου κοινού, το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσε να αποκλεισθεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων (σκέψεις 30 έως 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
Αιτήματα των διαδίκων
13
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να απορρίψει την ανακοπή στο σύνολό της·
—
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ και την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα τόσο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας όσο και της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ.
14
Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
15
Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να υποχρεώσει την προσφεύγουσα να δικαιολογήσει το έννομο συμφέρον της·
—
να μη λάβει υπόψη τα συνημμένα έγγραφα K 5 έως K 27 που προσκόμισε η προσφεύγουσα, κρίνοντάς τα απαράδεκτα·
—
να επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, αποφαινόμενο, όμως ότι το προγενέστερο σήμα χαίρει αυξημένης προστασίας λόγω του ότι είναι γνωστό στην αγορά·
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του έννομου συμφέροντος
16
Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η παρεμβαίνουσα αμφισβήτησε την ύπαρξη έννομου συμφέροντος εκ μέρους της προσφεύγουσας, η οποία μεταβίβασε τα δικαιώματα εκ της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος στην εταιρία Ivo-Kermartin, και ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την προσφεύγουσα να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν το έννομο συμφέρον της.
17
Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η προσφεύγουσα προσκόμισε εξουσιοδότηση της εταιρίας Ivo-Kermartin, δικαιούχου πλέον των εκ της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος δικαιωμάτων, στην οποία επισημαίνεται ότι η εν λόγω εταιρία εξουσιοδοτεί την προσφεύγουσα να συνεχίσει τη σχετική με την ασκηθείσα προσφυγή διαδικασία προς το συμφέρον αυτής και στο όνομά της. Η προσφεύγουσα εκτιμά, κατά συνέπεια, ότι «έχει την ενεργητική νομιμοποίηση για να ασκήσει [την] προσφυγή [της]», βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009.
18
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η παρεμβαίνουσα επισήμανε ότι δεν αμφισβητεί πλέον το έννομο συμφέρον της προσφεύγουσας, το δε ΓΕΕΑ δήλωσε ότι επαφίεται στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την ανάγκη επιλύσεως του ζητήματος αυτού εν προκειμένω.
19
Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, επιβάλλεται το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί ευθύς εξαρχής επί της ουσίας της υποθέσεως, χωρίς να απαιτείται να εξετάσει την ύπαρξη έννομου συμφέροντος της προσφεύγουσας (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer, C‑23/00 P, Συλλογή, EU:C:2002:118, σκέψεις 50 έως 52, και της 23ης Οκτωβρίου 2007, Πολωνία κατά Συμβουλίου, C‑273/04, Συλλογή, EU:C:2007:622, σκέψη 33).
Επί του παραδεκτού ορισμένων επιχειρημάτων και αποδεικτικών στοιχείων που προβλήθηκαν ή προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
20
Διαπιστώνεται, καταρχάς, όπως επισήμαναν το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα, ότι η προσφεύγουσα προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πλείονα έγγραφα τα οποία δεν είχαν προσκομισθεί κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, που προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι ο όρος «blue» παραπέμπει, ιδίως στον τομέα του αυτοκινήτου, στον σεβασμό προς το περιβάλλον.
21
Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ προκειμένου να αποδείξει ότι ο όρος «blue» παραπέμπει στον σεβασμό προς το περιβάλλον. Ομοίως, η προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει τα συνημμένα έγγραφα K 5 έως K 25 ενώπιον του ΓΕΕΑ.
22
Πρέπει, όμως, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο, κατά την εκ μέρους του άσκηση του ελέγχου νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ, να επανεξετάζει τα πραγματικά περιστατικά με γνώμονα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιόν του (αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2008, Les Éditions Albert René κατά ΓΕΕΑ, C‑16/06 P, Συλλογή, EU:C:2008:739, σκέψεις 136 έως 144, και της 10ης Νοεμβρίου 2011, LG Electronics κατά ΓΕΕΑ, C‑88/11 P, EU:C:2011:727, σκέψη 25). Ομοίως, πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν προέβαλαν οι διάδικοι ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ, δεν μπορούν πλέον να προβληθούν στο πλαίσιο της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής (προμνημονευθείσες αποφάσεις Les Éditions Albert René κατά ΓΕΕΑ, EU:C:2008:739, σκέψη 137, και LG Electronics κατά ΓΕΕΑ, EU:C:2011:727, σκέψη 25). Κατά συνέπεια, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν είχαν προβληθεί από την προσφεύγουσα ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να θεωρηθούν απαράδεκτα.
23
Ομοίως, το συνημμένο έγγραφο K 26, το οποίο περιέχει την απόφαση του Bundespatentgericht (ομοσπονδιακού δικαστηρίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, Γερμανία) της 24ης Νοεμβρίου 2010, δεν είχε προσκομισθεί ενώπιον του τμήματος προσφυγών και είναι όμοιο με το συνημμένο έγγραφο K 29, δεν μπορεί να προβληθεί ως αποδεικτικό στοιχείο σχετικό με τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως. Συγκεκριμένα, μολονότι είναι δυνατό αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων να προβάλλονται για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, εντούτοις δεν χωρεί επίκλησή τους ως αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με τα πραγματικά περιστατικά υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου [βλ., σχετικώς, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2008, Lego Juris κατά ΓΕΕΑ — Mega Brands (Κόκκινο τούβλο Lego), T‑270/06, Συλλογή, EU:T:2008:483, σκέψεις 22 και 23].
Επί του παραδεκτού των αιτημάτων της παρεμβαίνουσας περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως
24
Η παρεμβαίνουσα, αίτημα της οποίας, όπως και του ΓΕΕΑ, είναι η απόρριψη της προσφυγής, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να επικυρώσει την προσβαλλόμενη υπόθεση, με τη διαφορά ότι ζητεί επιπλέον από αυτό να αποφανθεί ότι το προγενέστερο σήμα απολαύει αυξημένης προστασίας λόγω του ότι είναι γνωστό στην αγορά. Συγκεκριμένα, η παρεμβαίνουσα αμφισβητεί την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα στοιχεία που αυτή προσκόμισε δεν αποδείκνυαν επαρκώς ότι η χρήση του προγενέστερου σήματος ήταν τόσο εντατική ώστε να έχει αποκτήσει φήμη στο ενδιαφερόμενο κοινό εντός του συνόλου της Ένωσης και ότι, κατά συνέπεια, το σήμα αυτό είχε σε μέτριο μόνο βαθμό διακριτικό χαρακτήρα. Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το σημείο αυτό ή, τουλάχιστον, την επικύρωσή της, καθόσον δέχεται ότι το προγενέστερο σήμα έχει διακριτικό χαρακτήρα σε μέτριο βαθμό.
25
Το αίτημα αυτό πρέπει να ερμηνευθεί ως αίτημα περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως άλλωστε δέχθηκε η παρεμβαίνουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διευκρινίζοντας ότι τα αιτήματα αυτά υποβλήθηκαν επικουρικώς. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, της 2ας Μαΐου 1991, ο παρεμβαίνων μπορεί καταρχήν, με το υπόμνημά του αντικρούσεως, να αιτείται τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών ως προς ζήτημα το οποίο δεν εγείρεται με την προσφυγή.
26
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ΓΕΕΑ επισήμανε ότι τα αιτήματα περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
27
Πρέπει να υπομνησθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 65, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 προβλέπουν ότι δικαίωμα προσφυγής, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στρεφόμενης κατά αποφάσεως τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ έχει κάθε διάδικος της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών «εφόσον η απόφαση του τμήματος αυτού δεν τον δικαιώνει». Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, το έννομο συμφέρον αποτελεί την ουσιώδη προϋπόθεση για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος (διάταξη της 31ης Ιουλίου 1989, S. κατά Επιτροπής, 206/89 R, Συλλογή, EU:C:1989:333, σκέψη 8), πρέπει δε, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προσφυγής, να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, άλλως η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη (απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C‑362/05 P, Συλλογή, EU:C:2007:322, σκέψη 42). Το έννομο συμφέρον προϋποθέτει ότι η προσφυγή δύναται, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (απόφαση της 17ης Απριλίου 2008, Flaherty κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑373/06 P, C‑379/06 P και C‑382/06 P, Συλλογή, EU:C:2008:230, σκέψη 25).
28
Κατά τη νομολογία, γίνεται δεκτό ότι απόφαση τμήματος προσφυγών δικαιώνει διάδικο κατά τη διαδικασία ενώπιον του εν λόγω τμήματος σε περίπτωση κατά την οποία δέχεται το αίτημα του διαδίκου αυτού βάσει ενός εκ των λόγων απαραδέκτου της καταχωρίσεως ή ακυρότητας του σήματος ή, εν γένει, μέρους μόνο της επιχειρηματολογίας του εν λόγω διαδίκου, μολονότι παρέλειψε να εξετάσει ή απέρριψε τους λοιπούς λόγους ή τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε ο ίδιος αυτός διάδικος [απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Völkl κατά ΓΕΕΑ — Marker Völkl (VÖLKL), T‑504/09, Συλλογή, EU:T:2011:739, σκέψη 26· βλ. επίσης, σχετικώς, διάταξη της 14ης Ιουλίου 2009, Hoo Hing κατά ΓΕΕΑ — Tresplain Investments (Golden Elephant Brand), T‑300/08, EU:T:2009:275, σκέψεις 29 έως 37· βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1992, NBV και NVB κατά Επιτροπής, T‑138/89, Συλλογή, EU:T:1992:95, σκέψεις 30 έως 35].
29
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η ανακοπή που άσκησε η παρεμβαίνουσα κατά της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, έγινε δεκτή στο σύνολό της, διαπιστώνεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα αιτήματα της νυν παρεμβαίνουσας.
30
Βεβαίως, από την αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 207/2009 προκύπτει ότι η εκτίμηση περί του κινδύνου συγχύσεως εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην επίμαχη αγορά. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο κίνδυνος συγχύσεως αυξάνεται αναλόγως της σημασίας του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος, τα σήματα με έντονο διακριτικό χαρακτήρα, είτε εγγενώς είτε λόγω του ότι είναι γνωστά στο κοινό, απολαύουν προστασίας μεγαλύτερης από εκείνα των οποίων ο διακριτικός χαρακτήρας είναι ασθενέστερος (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, SABEL, C‑251/95, Συλλογή, EU:C:1997:528, σκέψη 24, της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon, C‑39/97, Συλλογή, EU:C:1998:442, σκέψη 18, και της 22ας Ιουνίου 1999, Lloyd Schuhfabrik Meyer, C‑342/97, Συλλογή, EU:C:1999:323, σκέψη 20).
31
Ωστόσο, δεδομένου ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων και δέχθηκε την ανακοπή, μολονότι δεν δέχθηκε ότι το προγενέστερο σήμα είχε αποκτήσει αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως, ενδεχόμενη μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως αποκλειστικώς ως προς την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών όσον αφορά τον βαθμό του διακριτικού χαρακτήρα και τη φήμη της οποίας χαίρει το προγενέστερο σήμα δεν θα είχε καμία συνέπεια για τα δικαιώματα που αντλεί η παρεμβαίνουσα από το σήμα αυτό, τα οποία ουδόλως έθιξε η εν λόγω απόφαση. Η παρεμβαίνουσα διευκρίνισε, άλλωστε, προς στήριξη του αιτήματός της περί μεταρρυθμίσεως, ότι ζητούσε τουλάχιστον να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που διαπιστώνει τον μετρίου βαθμού διακριτικό χαρακτήρα του εν λόγω σήματος.
32
Κατά συνέπεια, τα αιτήματα της παρεμβαίνουσας περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
Επί της ουσίας
33
Η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
34
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν ενέχουν κίνδυνο συγχύσεως. Διατείνεται, καταρχάς, ότι το προγενέστερο σήμα διαθέτει εξαιρετικά αδύναμο διακριτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο όρος «blue» είναι περιγραφικός και χρησιμοποιείται συχνά από καταχωρισθέντα σήματα στον τομέα του αυτοκινήτου. Η προσφεύγουσα φρονεί, επίσης, ότι κακώς έκρινε το τμήμα προσφυγών ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφάνιζαν ομοιότητα από οπτικής απόψεως, δεδομένου ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση πρέπει να εκληφθεί ως περιέχον τους όρους «blue» και «eco». Από φωνητικής απόψεως, τα δύο σημεία διαφέρουν ουσιωδώς. Τέλος, τα σημεία δεν εμφανίζουν ομοιότητα από εννοιολογικής απόψεως, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ως προς τα τελικά μέρη τους.
35
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
36
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, απορρίπτεται το αίτημα καταχωρίσεως σήματος εάν, λόγω του ότι αυτό είναι πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το προγενέστερο σήμα και λόγω του ότι είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως για το κοινό της περιοχής εντός της οποίας απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα.
37
Κατά πάγια νομολογία, κίνδυνος συγχύσεως υφίσταται όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα επίμαχα προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικά συνδεόμενες επιχειρήσεις. Κατά την ιδία αυτή νομολογία, η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τα οικεία σημεία, καθώς και τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδίως δε της αμφίδρομης σχέσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτά προσδιορίζουν [βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2003, Laboratorios RTB κατά ΓΕΕΑ — Giorgio Beverly Hills (GIORGIO BEVERLY HILLS), T‑162/01, Συλλογή, EU:T:2003:199, σκέψεις 30 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
38
Η εκ μέρους του τμήματος προσφυγών εκτίμηση περί κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων πρέπει να εξετασθεί με γνώμονα τις αρχές αυτές.
Επί του ενδιαφερομένου κοινού
39
Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο βαθμός προσοχής του μέσου καταναλωτή ποικίλλει αναλόγως της κατηγορίας των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. απόφαση του της 13ης Φεβρουαρίου 2007, Mundipharma κατά ΓΕΕΑ — Altana Pharma (RESPICUR), T‑256/04, Συλλογή, EU:T:2007:46, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
40
Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών ορθώς διαπίστωσε, στη σκέψη 20 της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς η διαπίστωσή του αυτή να αμφισβητηθεί από την προσφεύγουσα, ότι, καθόσον η τιμή των προϊόντων που προσδιορίζονται από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα είναι υψηλή, το κοινό στο οποίο στοχεύουν είναι ο τελικός καταναλωτής ο οποίος επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή. Επιπλέον, δεδομένου ότι το προγενέστερο σήμα είναι κοινοτικό, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με το κοινό του συνόλου της Ένωσης.
Επί της συγκρίσεως των προϊόντων
41
Στη σκέψη 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ορθώς, χωρίς η κρίση του αυτή να αμφισβητηθεί από την προσφεύγουσα, ότι τα επίμαχα προϊόντα, τα οποία εμπίπτουν άπαντα στην κλάση 12, ήταν πανομοιότυπα, παρά τον περιορισμό του αρχικού καταλόγου των προϊόντων που προσδιόριζε το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση κατά την ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία προσφυγής.
Επί της συγκρίσεως των σημείων
42
Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η σφαιρική εκτίμηση περί κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα σήματα ο μέσος καταναλωτής των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών έχει καθοριστική σημασία κατά τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου αυτού. Συναφώς, ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως το σήμα ως σύνολο και δεν επιδίδεται στην εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker, C‑334/05 P, Συλλογή, EU:C:2007:333, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43
Στις σκέψεις 26 έως 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν παρόμοια από οπτικής απόψεως και ότι εμφάνιζαν συνολικά ιδιαίτερη φωνητική ομοιότητα όσον αφορά τους αγγλόφωνους καταναλωτές και εννοιολογική ομοιότητα, ως προς το αρχικό τμήμα τους, δηλαδή τον όρο «blue», όσον αφορά το αγγλόφωνο κοινό.
– Επί της οπτικής ομοιότητας
44
Στη σκέψη 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι τα επίμαχα σημεία είχαν κοινά τα πέντε πρώτα γράμματά τους, τα οποία ήταν τοποθετημένα στην ίδια σειρά, και ότι τα γράμματα αυτά αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος καθενός από τα σημεία. Δεδομένου ότι ο καταναλωτής επιδεικνύει εν γένει μεγαλύτερη προσοχή ως προς το αρχικό μέρος ενός λεκτικού σήματος, το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε ότι υφίσταται οπτική ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημείων.
45
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι τα σημεία δεν είναι παρόμοια από οπτικής απόψεως. Υποστηρίζει ότι το γράμμα «e» του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση έχει διττή χρήση και ότι το σήμα αυτό πρέπει, ως εκ τούτου, να προσδιορισθεί ως περιέχον τους όρους «blue» και «eco», δηλαδή δύο συνήθεις στα αγγλικά όρους. Εξάλλου, αποτελεί συνήθη πρακτική η σύντμηση του όρου «blue» σε «blu», καθώς πολλά σήματα περιέχουν το στοιχείο «blu». Τα δύο οικεία σημεία διακρίνονται, κατά συνέπεια, ως προς το δεύτερο μέρος τους. Προκειμένου, όμως, περί βραχέων σημείων, μικρές διαφορές αρκούν να προκαλέσουν διαφορετική συνολική εντύπωση. Επιπλέον, το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση αποτελείται από τρεις συλλαβές, ενώ το προγενέστερο σήμα από δύο μόνο.
46
Πρέπει να υπομνησθεί ότι κατά την εκτίμηση της οπτικής ομοιότητας δύο λεκτικών σημάτων σημασία έχει μάλλον η ύπαρξη, σε καθένα από αυτά, πλειόνων γραμμάτων με την ίδια σειρά [απόφαση της 25ης Μαρτίου 2009, Kaul κατά ΓΕΕΑ — Bayer (ARCOL), T‑402/07, Συλλογή, EU:T:2009:85, σκέψη 83].
47
Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι το προγενέστερο σήμα και το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, τα οποία αποτελούνται από επτά και από έξι γράμματα, αντιστοίχως, έχουν κοινά τα πέντε πρώτα γράμματά τους, δηλαδή τα γράμματα «b», «l», «u», «e» και «c», ενώ το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση περιέχει επιπλέον το γράμμα «o», το δε προγενέστερο σήμα τα γράμματα «a» και «r». Αυτό το όμοιο τμήμα των δύο αντιπαρατιθέμενων σημείων συνεπάγεται την ύπαρξη οπτικής ομοιότητας, τούτο δε κατά μείζονα λόγο καθόσον το κοινό επιδεικνύει εν γένει μεγαλύτερη προσοχή ως προς το αρχικό μέρος των λεκτικών σημάτων [βλ. απόφαση της 6ης Ιουνίου 2013, Celtipharm κατά ΓΕΕΑ — Alliance Healthcare France (PHARMASTREET), T‑411/12, EU:T:2013:304, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
48
Η κρίση αυτή δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω από το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση εκλαμβάνεται από οπτικής απόψεως ως περιέχον τους δύο όρους «blue» και «eco» και αποτελούμενο από τρεις συλλαβές. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση περιέχει μία μόνο λέξη, η οποία, κατά την πλέον φυσική προφορά της, ιδίως για τον αγγλόφωνο ομιλητή, αποτελείται από δύο μόνο συλλαβές [βλ., σχετικώς, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2015, Copernicus-Trademarks κατά ΓΕΕΑ — Blue Coat Systems (BLUECO), T‑685/13, EU:T:2015:38, σκέψη 35], και ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα ουσιώδες για τη στήριξη του επιχειρήματος αυτού αποδεικτικό στοιχείο. Επιπλέον, μολονότι τα γράμματα «a» και «r» στην κατάληξη του προγενέστερου σήματος και το γράμμα «o» στην κατάληξη του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση αποκλείουν το ενδεχόμενο να γίνει δεκτό ότι τα σημεία είναι μεταξύ τους πανομοιότυπα, ωστόσο τα στοιχεία αυτά δεν είναι τα κυρίαρχα στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σημεία, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα.
49
Ως εκ τούτου, ορθώς αποφάνθηκε το τμήμα προσφυγών ότι τα δύο σημεία εμφανίζουν ομοιότητα από οπτικής απόψεως.
– Επί της φωνητικής ομοιότητας
50
Το τμήμα προσφυγών έκρινε, στη σκέψη 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα επίμαχα σημεία εμφάνιζαν συνολικά ιδιαίτερη ομοιότητα από φωνητικής απόψεως όσον αφορά τους αγγλόφωνους καταναλωτές, για τους οποίους το, κοινό στα δύο σημεία, στοιχείο «blue» προφέρεται κατά πανομοιότυπο τρόπο, ενώ τα στοιχεία «co» και «car» προφέρονται με παρόμοιο τρόπο. Το τμήμα προσφυγών έκρινε, εξάλλου, ότι το ενδεχόμενο το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση να προφέρεται σε ορισμένες γλώσσες «blou eco» δεν αποκλείει την προμνημονευθείσα φωνητική ομοιότητα όσον αφορά σημαντικό μέρος των ενδιαφερομένων καταναλωτών.
51
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα δύο σημεία εμφανίζουν σημαντικές φωνητικές διαφορές, καθόσον το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελείται από τρεις συλλαβές, ενώ το προγενέστερο σήμα από δύο μόνον. Επικουρικώς, διατείνεται ότι η διαδοχή και ο συνδυασμός συλλαβών των δύο σημείων διαφέρουν πολύ, δεδομένου ότι σημειώνεται παύση μεταξύ των φωνηέντων «u» και «e» του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Επισημαίνει, τέλος, ότι οι τελευταίες συλλαβές των αντιπαρατιθέμενων σημείων δεν προφέρονται με παρόμοιο τρόπο.
52
Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση καταχωρίσεως σήματος, αρκεί να υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως και για μέρος μόνον του ενδιαφερομένου κοινού [βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, Scandic Distilleries κατά ΓΕΕΑ — Bürgerbräu, Röhm & Söhne (BÜRGER), T‑460/11, EU:T:2012:432, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
53
Προκειμένου, όμως, περί του αγγλόφωνου κοινού, πρέπει να επισημανθεί, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ότι το κοινό αυτό δεν θα προβεί σε διπλασιασμό του κεντρικού φωνήεντος του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, δεδομένου ότι ο όρος «blue» ανήκει στο σύνηθες λεξιλόγιο. Κατά συνέπεια, το κοινό αυτό δεν θα θεωρήσει ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελείται από τρεις συλλαβές, αλλά από δύο, και δεν θα σημειώσει παύση μεταξύ των φωνηέντων «u» και «e» του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση (βλ., σχετικώς, προμνημονευθείσα στη σκέψη 48 απόφαση BLUECO, EU:T:2015:38, σκέψη 40).
54
Επιπλέον, η ύπαρξη του κοινού στοιχείου «blue» στο αρχικό τμήμα των αντιπαρατιθέμενων σημείων καθιστά δυνατό να γίνει δεκτό ότι τα σημεία αυτά εμφανίζουν ιδιαίτερη ομοιότητα από φωνητικής απόψεως. Εξάλλου, μολονότι το τμήμα προσφυγών επισήμανε κακώς ότι οι αγγλόφωνοι καταναλωτές προφέρουν τα στοιχεία «car» και «co» με παρόμοιο τρόπο, οι καταλήξεις αυτές δεν διαφέρουν πολύ για το αγγλόφωνο κοινό, το οποίο προφέρει εντονότερα το γράμμα «c» και σχεδόν παραλείπει να προφέρει το τελικό γράμμα «r» του στοιχείου «car». Τέλος, η προσφεύγουσα δεν δύναται να υποστηρίξει βασίμως ότι το γράμμα «o» στην τελευταία συλλαβή του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της συνολικής φωνητικής εντυπώσεως που προκαλεί το σήμα αυτό.
55
Επομένως, ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών ότι τα δύο σημεία εμφάνιζαν ιδιαίτερη ομοιότητα από φωνητικής απόψεως όσον αφορά σημαντικό μέρος του ενδιαφερομένου κοινού.
– Επί της εννοιολογικής ομοιότητας
56
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν εμφανίζουν ομοιότητα από εννοιολογικής απόψεως, δεδομένου ότι το προγενέστερο σήμα γίνεται αντιληπτό από το ενδιαφερόμενο κοινό ως περιγραφική ένδειξη και ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο σημείων όσον αφορά τις καταλήξεις τους.
57
Όπως επισήμανε το τμήμα προσφυγών στη σκέψη 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως άλλωστε δέχθηκε και η προσφεύγουσα, το αγγλόφωνο κοινό θα αντιληφθεί την παρουσία του όρου «blue», στα δύο σημεία, ως ένδειξη δηλώνουσα το κυανό χρώμα. Αντιθέτως, το ίδιο αυτό κοινό θα αντιληφθεί τον όρο «car» του προγενέστερου σήματος ως δηλώνοντα το «αυτοκίνητο» και θα τον διακρίνει από την κατάληξη «co» του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση το οποίο είτε στερείται σημασιολογικού περιεχομένου είτε μπορεί να γίνει αντιληπτό ως σύντμηση του όρου «company». Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το ενδιαφερόμενο κοινό δεν θα εκλάβει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση ως σημείο που πρέπει να αναλυθεί σε δύο όρους, δηλαδή τους όρους «blue» και «eco».
58
Κατά συνέπεια, ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών ότι, για μέρος του ενδιαφερομένου κοινού, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφανίζουν εννοιολογική ομοιότητα όσον αφορά το αρχικό τμήμα τους, ενώ οι διαφορές μεταξύ των σημείων όσον αφορά την κατάληξή τους δεν αποκλείουν την ύπαρξη ορισμένης εννοιολογικής ομοιότητας.
Επί της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως
59
Η σφαιρική εκτίμηση περί του κινδύνου συγχύσεως προϋποθέτει ότι υφίσταται αμφίδρομη σχέση μεταξύ των συνεκτιμώμενων παραγόντων και, ιδίως, μεταξύ της ομοιότητας των σημάτων και της ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που αυτά προσδιορίζουν. Ειδικότερα, τυχόν μικρή ομοιότητα μεταξύ των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών μπορεί να αντισταθμίζεται από την έντονη ομοιότητα μεταξύ των σημάτων και αντιστρόφως [προμνημονευθείσα στη σκέψη 30 απόφαση Canon, EU:C:1998:442, σκέψη 17, και απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Mast-Jägermeister κατά ΓΕΕΑ — Licorera Zacapaneca (VENADO με πλαίσιο κ.λπ.), T‑81/03, T‑82/03 και T‑103/03, Συλλογή, EU:T:2006:397, σκέψη 74].
60
Η σφαιρική εκτίμηση περί του αν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να στηρίζεται, καθόσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων, στη συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους [αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2003, Phillips-Van Heusen κατά ΓΕΕΑ — Pash Textilvertrieb und Einzelhandel (BASS), T‑292/01, Συλλογή, EU:T:2003:264, σκέψη 47, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, L & D κατά ΓΕΕΑ — Sämann (Aire Limpio), T‑168/04, Συλλογή, EU:T:2006:245, σκέψη 98].
61
Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών επισήμανε καταρχάς, στη σκέψη 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το προγενέστερο σήμα περιείχε τους όρους «blue» και «car», εκ των οποίων ο δεύτερος περιγράφει άμεσα τα επίμαχα προϊόντα και αποτελεί, κατά συνέπεια, τον πλέον αδύναμο όρο του σήματος αυτού. Εν συνεχεία, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στη σκέψη 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η νυν παρεμβαίνουσα δεν καθιστούν δυνατό να αποδειχθεί ότι το προγενέστερο σήμα είχε αποκτήσει αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως. Ως εκ τούτου, αποφάνθηκε ότι το προγενέστερο σήμα είχε σε μέτριο βαθμό εγγενή διακριτικό χαρακτήρα.
62
Ακολούθως, όσον αφορά τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, το τμήμα προσφυγών επισήμανε, στις σκέψεις 30 έως 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα επίμαχα προϊόντα ήταν πανομοιότυπα και ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφάνιζαν ομοιότητες από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως για το αγγλόφωνο κοινό, το οποίο αποτελεί σημαντικό μέρος του ενδιαφερομένου κοινού. Το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε ότι το αγγλόφωνο κοινό εκλαμβάνει τον όρο «car» του προγενέστερου σήματος ως περιγραφικό των επίμαχων προϊόντων και, συνεπώς, τον θεωρεί λιγότερο σημαντικό κατά τη σφαιρική εκτίμηση των σημείων. Ως εκ τούτου, ο όρος «blue» προσελκύει περισσότερο την προσοχή των αγγλόφωνων καταναλωτών, προκαλώντας επομένως κίνδυνο συγχύσεως.
63
Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι κακώς έκρινε το τμήμα προσφυγών ότι το προγενέστερο σήμα είχε μετρίου βαθμού διακριτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι το στοιχείο «blue» έχει περιγραφικό χαρακτήρα, ενώ πολλά σήματα που έχουν καταχωρισθεί στον τομέα του αυτοκινήτου περιέχουν το στοιχείο αυτό.
64
Καταρχάς, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ότι η παρεμβαίνουσα επεδίωκε να επικαλεσθεί την ιδιαίτερη φήμη του προγενέστερου σήματος, στοιχείο το οποίο δεν είχε προβληθεί ενώπιον του ΓΕΕΑ. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η παρεμβαίνουσα απλώς επισήμανε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι το τμήμα προσφυγών έπρεπε να δεχθεί ότι το προγενέστερο σήμα είχε έντονο διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεώς του, επιχείρημα το οποίο είχε ήδη προβάλει ενώπιον του ΓΕΕΑ και το οποίο είχε απορριφθεί από το τμήμα προσφυγών στην προσβαλλόμενη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, τα αιτήματα περί μεταρρυθμίσεως που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα, σχετικά με την εκ μέρους του τμήματος προσφυγών εκτίμηση περί του διακριτικού χαρακτήρα που ενδεχομένως είχε αποκτήσει λόγω χρήσεως το προγενέστερο σήμα, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα (βλ. σκέψεις 24 έως 32 ανωτέρω).
65
Εν συνεχεία, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εκτίμηση περί του ότι το προγενέστερο σήμα έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα δεν αποκλείει αφεαυτής τη διαπίστωση περί υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως (βλ., σχετικώς, διάταξη της 27ης Απριλίου 2006, L’Oréal κατά ΓΕΕΑ, C‑235/05 P, EU:C:2006:271, σκέψεις 42 έως 45). Συγκεκριμένα, μολονότι ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί ο κίνδυνος συγχύσεως, αποτελεί απλώς ένα στοιχείο μεταξύ πλειόνων που λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση αυτή. Επομένως, ακόμη και αν το προγενέστερο σήμα έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, μπορεί να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως, ιδίως λόγω ομοιότητας μεταξύ των σημείων και των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προσδιορίζονται με τα σημεία αυτά [βλ. αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 2005, L’Oréal κατά ΓΕΕΑ — Revlon (FLEXI AIR), T‑112/03, Συλλογή, EU:T:2005:102, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Xentral κατά ΓΕΕΑ — Pages jaunes (PAGESJAUNES.COM), T‑134/06, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
66
Εν πάση περιπτώσει, όπως επισήμανε το τμήμα προσφυγών, μολονότι το αγγλόφωνο κοινό θα εκλάβει τον όρο «car» του προγενέστερου σήματος ως περιγραφικό των επίμαχων προϊόντων, εντούτοις η προσφεύγουσα, κατά την ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο δυνάμενο να αποδείξει ότι ο όρος «blue» θα εκληφθεί ως έχων σημασιολογικό περιεχόμενο αντίστοιχο των οικείων προϊόντων. Επιπλέον, απλώς και μόνον το στοιχείο ότι και άλλα σήματα που έχουν καταχωρισθεί στον τομέα του αυτοκινήτου περιέχουν τον όρο «blue», εάν υποτεθεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να εκλάβει τον όρο αυτό ως αποκλειστικώς περιγραφικό των επίμαχων προϊόντων. Συνεπώς, ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών ότι το προγενέστερο σήμα είχε, συνολικά, μετρίου βαθμού διακριτικό χαρακτήρα.
67
Δεύτερον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της μεγάλης προσοχής που επιδεικνύει το ενδιαφερόμενο κοινό.
68
Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση καταχωρίσεως σήματος, αρκεί να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως και για μέρος μόνον του ενδιαφερομένου κοινού (βλ. σκέψη 52 ανωτέρω).
69
Από τα προεκτεθέντα, όμως, συνάγεται ότι αφενός μεν τα επίμαχα προϊόντα είναι πανομοιότυπα, αφετέρου δε τα αντιπαρατιθέμενα σημεία εμφανίζουν οπτική ομοιότητα για το σύνολο του ενδιαφερομένου κοινού, ιδιαίτερη φωνητική ομοιότητα για το αγγλόφωνο κοινό και εννοιολογική ομοιότητα, όσον αφορά το αρχικό τμήμα τους, για το αγγλόφωνο κοινό. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται εν προκειμένω, παρά τη μεγάλη προσοχή που επιδεικνύει το ενδιαφερόμενο κοινό, κίνδυνος συγχύσεως όσον αφορά το αγγλόφωνο κοινό.
70
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, το τμήμα προσφυγών δεν παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 κρίνοντας ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων.
71
Για το σύνολο των λόγων αυτών, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του αιτήματος της προσφεύγουσας, το οποίο προβλήθηκε στο πλαίσιο του πρώτου εκ των αιτημάτων που αυτή εξέθεσε στο υπόμνημά της, περί απορρίψεως της ανακοπής στο σύνολό της [βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 22ας Μαΐου 2008, NewSoft Technology κατά ΓΕΕΑ — Soft (Presto! Bizcard Reader), T‑205/06, EU:T:2008:163, σκέψη 70, και της 22ας Ιανουαρίου 2009, Commercy κατά ΓΕΕΑ — easyGroup IP Licensing (easyHotel), T‑316/07, Συλλογή, EU:T:2009:14, σκέψεις 35 και 67].
Επί των δικαστικών εξόδων
72
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματα του ΓΕΕΑ και της παρεμβαίνουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Απορρίπτει τα αιτήματα της Bolloré SA περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
3)
Καταδικάζει την Copernicus-Trademarks Ltd στα δικαστικά έξοδα.
Martins Ribeiro
Gervasoni
Madise
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Σεπτεμβρίου 2015.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy