ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 29ης Ιανουαρίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑1/14
Base Company NV, πρώην KPN Group Belgium NV,
και
Mobistar NV
κατά
Ministerraad
[αίτηση του Grondwettelijk Hof (Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας — Άρθρα 9 και 32 — Ηλεκτρονικές επικοινωνίες — Δίκτυα και υπηρεσίες — Καθολική υπηρεσία και δικαιώματα των χρηστών — Υποχρεώσεις συνδεόμενες με υπηρεσία κοινωνικού χαρακτήρα — Πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες»
1.
Κατόπιν των αποφάσεων που εξέδωσε το Δικαστήριο επί των υποθέσεων Επιτροπή κατά Βελγίου ( 2 ) και Base ( 3 ), ο Βέλγος νομοθέτης θέσπισε νομοθετική ρύθμιση της οποίας η συμβατότητα με την οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας ( 4 ) τίθεται εκ νέου σε αμφισβήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Grondwettelijk Hof του Βασιλείου του Βελγίου ερωτά το Δικαστήριο αν ο εθνικός δικαστής μπορεί να περιλάβει τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και ηλεκτρονικής επικοινωνίας (συνδέσεως με το διαδίκτυο) στην κατηγορία της «καθολικής υπηρεσίας», όπως αυτή προβλέπεται από την ως άνω οδηγία. Επιπλέον, αμφισβητείται και το ίδιο το κύρος της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας, λόγω πιθανής παραβάσεως του άρθρου 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Εκ προοιμίου αναφέρω ότι, κατά τη γνώμη μου, το σχετικό με το τελευταίο αυτό ζήτημα ερώτημα είναι προδήλως απαράδεκτο.
I – Νομοθετικό πλαίσιο
Α – Δίκαιο της Ένωσης
1. Οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας
2.
Το άρθρο 3 της οδηγίας, με τίτλο «Διάθεση της καθολικής υπηρεσίας», πρώτο άρθρο του κεφαλαίου II, με τίτλο «Υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών υποχρεώσεων», ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο διατίθενται σε καθορισμένη ποιότητα σε κάθε τελικό χρήστη στην επικράτειά τους, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική του θέση, και, υπό το πρίσμα των ειδικών εθνικών [περιστάσεων], σε προσιτή τιμή.
2. Τα κράτη μέλη καθορίζουν την [πλέον] αποτελεσματική και ενδεδειγμένη προσέγγιση για τη διασφάλιση της υλοποίησης της καθολικής υπηρεσίας, με σεβασμό στις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Επιδιώκουν να ελαχιστοποιούν τις στρεβλώσεις στην αγορά, ιδίως όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών με τιμές ή άλλους όρους και προϋποθέσεις που αποκλίνουν από τους συνήθεις εμπορικούς όρους, ενώ παράλληλα διαφυλάσσουν το δημόσιο συμφέρον».
3.
Σύμφωνα με το άρθρο 4, με τίτλο «Παροχή πρόσβασης σε σταθερές θέσεις και παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών»:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε εύλογο αίτημα για σύνδεση σε σταθερές θέσεις με το δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ικανοποιείται από μία τουλάχιστον επιχείρηση.
2. Η παρεχόμενη σύνδεση πρέπει να επιτρέπει την υποστήριξη φωνητικών επικοινωνιών, τηλεομοιοτυπικών επικοινωνιών και επικοινωνιών δεδομένων, με ρυθμούς δεδομένων που είναι επαρκείς προκειμένου να επιτρέπουν τη λειτουργική πρόσβαση στο διαδίκτυο, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες τεχνολογίες που χρησιμοποιεί η πλειοψηφία των συνδρομητών και την τεχνολογική σκοπιμότητα.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε εύλογο αίτημα για παροχή διαθέσιμης στο κοινό τηλεφωνικής υπηρεσίας μέσω της σύνδεσης με το δίκτυο που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η οποία επιτρέπει τη δημιουργία και τη λήψη εθνικών και διεθνών κλήσεων ικανοποιείται από μία τουλάχιστον επιχείρηση.»
4.
Το άρθρο 9, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προσιτότητα τιμολογίων», ορίζει τα εξής:
«1. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές παρακολουθούν την εξέλιξη και το επίπεδο των λιανικών τιμολογίων των υπηρεσιών, οι οποίες, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 7, υπάγονται στις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας και είτε παρέχονται από καθορισμένες επιχειρήσεις είτε διατίθενται στην αγορά, εάν δεν έχουν καθοριστεί επιχειρήσεις για τις υπηρεσίες αυτές, ιδίως σε σχέση με τις εθνικές τιμές καταναλωτή και το εισόδημα.
2. Αναλόγως των εθνικών συνθηκών, τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώνουν τις καθορισμένες επιχειρήσεις να παρέχουν στους καταναλωτές τιμολογιακές επιλογές ή δέσμες, οι οποίες είναι διαφορετικές από τους συνήθεις εμπορικούς όρους, προκειμένου ιδίως να εξασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα με χαμηλό εισόδημα ή με ειδικές κοινωνικές ανάγκες δεν αποκλείονται από την πρόσβαση στο δίκτυο που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, ή από τη χρήση των υπηρεσιών που προσδιορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, και στα άρθρα 5, 6 και 7, εφόσον εμπίπτουν στις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας και παρέχονται από καθορισμένες επιχειρήσεις.
3. Εκτός από τις διατάξεις για την υποχρέωση των καθορισμένων επιχειρήσεων να παρέχουν ειδικές τιμολογιακές επιλογές ή να τηρούν ανώτατα όρια τιμών ή γεωγραφική στάθμιση των τιμών ή άλλα παρόμοια συστήματα, τα κράτη μέλη μπορούν να εξασφαλίζουν ότι παρέχεται στήριξη στους καταναλωτές οι οποίοι έχουν ανιχνευθεί ως έχοντες χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες.
[…]»
5.
Οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 13 («Χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας») ορίζουν τα εξής:
«1. Εφόσον, βάσει του υπολογισμού του καθαρού κόστους που αναφέρεται στο άρθρο 12, οι εθνικές κανονιστικές αρχές αποφαίνονται ότι μια επιχείρηση υφίσταται αθέμιτη επιβάρυνση, τα κράτη μέλη αποφασίζουν, μετά από αίτηση μιας καθορισμένης επιχείρησης:
α)
να εισάγουν μηχανισμό αποζημίωσης της εν λόγω επιχείρησης για το καθορισμένο καθαρό κόστος, υπό διαφανείς συνθήκες από δημόσια κονδύλια, ή/και
β)
να επιμερίσουν το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των φορέων παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών.
2. Όταν το καθαρό κόστος επιμερίζεται βάσει της παραγράφου 1, στοιχείο βʹ, τα κράτη μέλη θεσπίζουν μηχανισμό επιμερισμού, τον οποίο διαχειρίζεται η εθνική κανονιστική αρχή ή φορέας ανεξάρτητος από τους δικαιούχους, υπό την εποπτεία της εθνικής κανονιστικής αρχής. Μόνο το καθαρό κόστος, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12, των υποχρεώσεων που θεσπίζονται με τα άρθρα 3 έως 10, μπορεί να χρηματοδοτείται.»
6.
Το άρθρο 32, με τίτλο «Πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες», πρώτο άρθρο του κεφαλαίου V της οδηγίας («Γενικές και τελικές διατάξεις»), ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να καθιστούν διαθέσιμες στο κοινό πρόσθετες υπηρεσίες, πέραν των υπηρεσιών στο πλαίσιο των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, όπως αυτή ορίζεται στο κεφάλαιο ΙΙ, εντός της επικράτειάς τους. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτήν, δεν επιτρέπεται να επιβάλλεται μηχανισμός αποζημίωσης συγκεκριμένων επιχειρήσεων».
7.
Το παράρτημα IV της οδηγίας έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με τον τίτλο του, τον «Υπολογισμό του τυχόν καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και [την] καθιέρωση μηχανισμού κάλυψης ή επιμερισμού σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13». Κατά το μέρος του Α («Υπολογισμός του καθαρού κόστους»), «[ω]ς υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας νοούνται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε μια επιχείρηση από ένα κράτος μέλος και αφορούν την παροχή δικτύου και υπηρεσίας στο σύνολο ορισμένης γεωγραφικής περιοχής, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των μέσων τιμών που επιβάλλονται στη γεωγραφική αυτή περιοχή για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή των ειδικών τιμολογιακών επιλογών για καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή με ειδικές κοινωνικές ανάγκες […]».
2. Οδηγία 2002/21/ΕΚ ( 5 )
8.
Το άρθρο 2 της οδηγίας 2002/21 περιλαμβάνει τους εξής ορισμούς:
«[…]
γ)
“υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών”: οι υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως έναντι αμοιβής και των οποίων η παροχή συνίσταται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και των υπηρεσιών μετάδοσης σε δίκτυα που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις, αλλά εξαιρουμένων των υπηρεσιών που παρέχουν περιεχόμενο μεταδιδόμενο με χρήση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή που ασκούν έλεγχο επί του περιεχομένου· δεν περιλαμβάνουν επίσης τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 98/34/ΕΚ, οι οποίες δεν συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
δ)
“δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών”: το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο χρησιμοποιείται, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υποστηρίζουν τη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ τερματικών σημείων δικτύου.
[…]
ι)
“καθολική υπηρεσία”: ένα στοιχειώδες σύνολο υπηρεσιών, που ορίζεται στην οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), συγκεκριμένης ποιότητας, διαθέσιμο για κάθε χρήστη, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική του θέση και, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων εθνικών συνθηκών, σε προσιτή τιμή.
[…]»
Β – Εθνικό δίκαιο
9.
Το άρθρο 74 του wet van 13 juni 2005 betreffende de elektronische communicatie (νόμου της 13ης Ιουνίου 2005, για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, στο εξής: νόμος για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 50 του νόμου της 10ης Ιουλίου 2012, ορίζει τα εξής:
«1. Η κοινωνική συνιστώσα της καθολικής υπηρεσίας συνίσταται στην από τους κατά τις παραγράφους 2 και 3 φορείς εκμεταλλεύσεως, οι οποίοι προσφέρουν στους καταναλωτές προσιτές στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ειδικών τιμολογιακών όρων σε ορισμένες κατηγορίες δικαιούχων.
[…]
2. Κάθε φορέας εκμεταλλεύσεως, ο οποίος προσφέρει στους καταναλωτές προσιτή στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του οποίου ο κύκλος εργασιών, όσον αφορά τις προσιτές στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων ευρώ, παρέχει την κατά την παράγραφο 1 κοινωνική συνιστώσα της καθολικής υπηρεσίας.
[…]
3. Κάθε φορέας εκμεταλλεύσεως ο οποίος προσφέρει στους καταναλωτές προσιτή στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του οποίου ο κύκλος εργασιών, όσον αφορά τις προσιτές στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είναι χαμηλότερος ή ίσος με το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων ευρώ, και ο οποίος έχει δηλώσει στο Βελγικό Ίδρυμα για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και την τηλεπικοινωνία (Belgisch Instituut voor postdiensten en telecommunicatie, στο εξής: BIPT) την πρόθεσή του να παρέχει την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 κοινωνική συνιστώσα της καθολικής υπηρεσίας σε σταθερό ή σε κινητό επίγειο δίκτυο ή σε αμφότερα, παρέχει την υπηρεσία αυτή για πέντε έτη.
[…]»
10.
Το άρθρο 74/1 του νόμου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, το οποίο θεσπίστηκε με το άρθρο 51 του νόμου της 10ης Ιουλίου 2012, ορίζει τα εξής:
«1. Όταν το BIPT εκτιμά ότι η παροχή της κοινωνικής συνιστώσας δύναται να αποτελέσει αθέμιτη επιβάρυνση για πάροχο, ζητεί από κάθε πάροχο κοινωνικών τιμολογίων να του παράσχει τις πληροφορίες της παραγράφου 2 και προβαίνει σε υπολογισμό του καθαρού κόστους.
2. Κάθε πάροχος κοινωνικών τιμολογίων ανακοινώνει στο BIPT, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται βάσει του άρθρου 137, παράγραφος 2, το αργότερο την 1η Αυγούστου του ημερολογιακού έτους που έπεται του σχετικού έτους, το τιμαριθμικά αναπροσαρμοσμένο ποσό της εκτιμήσεως του κόστους όσον αφορά το σχετικό έτος, υπολογισμένο με τη μέθοδο υπολογισμού που ορίζεται σε παράρτημα του παρόντος νόμου.
[…]
3. Το BIPT διαπιστώνει την ύπαρξη αθέμιτης επιβαρύνσεως για κάθε ενδιαφερόμενο πάροχο, όταν η παροχή της κοινωνικής συνιστώσας της καθολικής υπηρεσίας έχει υπερβολικό χαρακτήρα σε σχέση με την ικανότητά του να την ανθέξει, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών του, και ιδίως του επιπέδου του εξοπλισμού του, της χρηματοοικονομικής του καταστάσεως και του μεριδίου του στην αγορά των προσιτών στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
4. Ιδρύεται ταμείο για την καθολική υπηρεσία σχετικά με τα κοινωνικά τιμολόγια, αρμόδιο για την αποζημίωση κάθε παρόχου κοινωνικών τιμολογίων για τον οποίο η παροχή της κοινωνικής συνιστώσας της καθολικής υπηρεσίας συνιστά αθέμιτη επιβάρυνση και ο οποίος έχει υποβάλει σχετική αίτηση στο BIPT. Η αποζημίωση αντιστοιχεί στο καθαρό κόστος στο οποίο υποβλήθηκε ο φορέας εκμεταλλεύσεως για τον οποίο η παροχή της κοινωνικής συνιστώσας της καθολικής υπηρεσίας συνιστά αθέμιτη επιβάρυνση. Το ταμείο αυτό έχει νομική προσωπικότητα, και αρμόδιο για τη διαχείρισή του είναι το BIPT.
Το ταμείο τροφοδοτείται με εισφορές οι οποίες καταβάλλονται από τους φορείς εκμεταλλεύσεως που προσφέρουν την κοινωνική συνιστώσα της καθολικής υπηρεσίας.
Οι εισφορές καθορίζονται κατ’ αναλογίαν προς τον κύκλο εργασιών τους σχετικά με τις προσιτές στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Ο κύκλος εργασιών που λαμβάνεται υπόψη αντιστοιχεί στον προ φόρων κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε σχετικά με την εντός της ημεδαπής παροχή προσιτών στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 2.
Το κόστος διαχειρίσεως του ταμείου αποτελείται από το σύνολο των δαπανών που συνδέονται με τη λειτουργία του ταμείου, περιλαμβανομένων των δαπανών που είναι συνυφασμένες με το να καθοριστεί υπόδειγμα κόστους στηριζόμενο σε έναν αποδοτικό θεωρητικό φορέα εκμεταλλεύσεως ανάλογα με το είδος του δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω του οποίου παρέχεται η κοινωνική συνιστώσα της καθολικής υπηρεσίας. Με βασιλικό διάταγμα το οποίο εκδίδεται κατόπιν διασκέψεως του Ministerraad, καθορίζεται το ανώτατο όριο των εξόδων διαχειρίσεως του ταμείου.
Τα έξοδα διαχειρίσεως του ταμείου χρηματοδοτούνται από τους κατά το δεύτερο εδάφιο φορείς εκμεταλλεύσεως, κατ’ αναλογίαν προς το ποσό του κατά το τρίτο εδάφιο κύκλου εργασιών τους.
5. Με βασιλικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται κατόπιν διασκέψεως του Ministerraad και μετά από γνώμη του BIPT, καθορίζονται τα της λειτουργίας του μηχανισμού αυτού».
11.
Δυνάμει του άρθρου 146, παράγραφος 2, του νόμου της 10ης Ιουλίου 2012, το άρθρο 51 του εν λόγω νόμου «τίθεται σε ισχύ στις 30 Ιουνίου 2005».
II – Πραγματικά περιστατικά
12.
Το προδικαστικό ερώτημα στηρίζεται σε αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Grondwettelijk Hof (Συνταγματικού Δικαστηρίου) από την KPN Group Belgium NV (στο εξής: KPN) και τη Mobistar NV (στο εξής: Mobistar), με αίτημα την ακύρωση των άρθρων 50, 51 και 146 του νόμου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, όπως τροποποιήθηκαν μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των ως άνω υποθέσεων Επιτροπή κατά Βελγίου (EU:C:2010:583) και Base (EU:C:2010:584).
13.
Οι προσβαλλόμενες διατάξεις εισάγουν ένα μηχανισμό τομεακής χρηματοδοτήσεως του καθαρού κόστους της προσφοράς ηλεκτρονικών υπηρεσιών μέσω υπηρεσιών τηλεφωνικής επικοινωνίας από κινητά τηλέφωνα («κινητή τηλεφωνία») ή/και συνδέσεως στο διαδίκτυο, στηριζόμενο σε εισφορές των παρόχων δικτύου ή προσιτών στους καταναλωτές υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας ή/και συνδέσεως με το διαδίκτυο.
14.
Οι διάδικοι της κύριας δίκης θεωρούν ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές και, κατά το μέρος που αφορά την επίδικη υπόθεση, αντίθετες προς τα άρθρα 9 και 32 της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας.
III – Υποβαλλόμενα προδικαστικά ερωτήματα
15.
Τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στις 2 Ιανουαρίου 2014 είναι διατυπωμένα ως εξής:
«1)
Έχει η οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας), και ειδικότερα τα άρθρα της 9 και 32, την έννοια ότι το κοινωνικό τιμολόγιο για τις καθολικές υπηρεσίες καθώς και ο προβλεπόμενος στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας μηχανισμός αποζημιώσεως έχουν εφαρμογή όχι μόνο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες μέσω τηλεφωνικής συνδέσεως σε σταθερές θέσεις με δημόσιο δίκτυο, αλλά και για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες μέσω υπηρεσιών κινητών επικοινωνιών και/ή συνδρομών στο διαδίκτυο;
2)
Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας την έννοια ότι τα κράτη μέλη δύνανται να προσθέσουν στην καθολική υπηρεσία ειδικές τιμολογιακές επιλογές για υπηρεσίες άλλες από τις οριζόμενες στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας οδηγίας;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, συνάδουν οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
16.
Παρέστησαν στη διαδικασία και υπέβαλαν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους οι KPN και Mobistar, η Βελγική Κυβέρνηση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Όλοι οι ανωτέρω παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Νοεμβρίου 2014, οπότε και κλήθηκαν από το Δικαστήριο να επικεντρώσουν τις παρατηρήσεις τους στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
V – Παρατηρήσεις
Α – Πρώτο προδικαστικό ερώτημα
17.
Οι KPN και Mobistar προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, υποστηρίζοντας ότι η οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας προβλέπει, όπως προκύπτει από τα άρθρα της 4 έως 7, αποκλειστικό κατάλογο των υπηρεσιών στις οποίες μπορεί να επιβληθεί κοινωνικό τιμολόγιο, στον οποίον δεν περιλαμβάνονται οι υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και συνδέσεως στο διαδίκτυο· επομένως, οι υπηρεσίες αυτές αποκλείονται από τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας και από τον μηχανισμό χρηματοδοτήσεως που προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας.
18.
Η Βελγική Κυβέρνηση, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι στο εν λόγω ερώτημα πρέπει να δοθεί θετική απάντηση, επειδή, κατά την άποψή της, η παράγραφος 3 του άρθρου 9 της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας έχει γενικότερο χαρακτήρα από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου και επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν στήριξη προς ορισμένους καταναλωτές, η οποία μπορεί να αφορά υπηρεσίες διαφορετικές από τις απαριθμούμενες στην ίδια οδηγία. Κατά τα λοιπά, η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 32 της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας επιτρέπει την αποζημίωση για το κόστος των υπηρεσιών που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας με μηχανισμούς οι οποίοι προϋποθέτουν τη συμμετοχή των φορέων εκμεταλλεύσεως δικτύων.
Β – Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
19.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η κοινή απάντηση ότι η οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας και, ειδικότερα, τα άρθρα της 3, 4, 9 και 13 έχουν την έννοια ότι οι κανόνες για την τιμολόγηση και τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας που προβλέπονται από τα άρθρα 9 και 13 δεν εφαρμόζονται στις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, εφαρμόζονται, όμως, στις υπηρεσίες προσβάσεως στο διαδίκτυο, οι οποίες παρέχουν λειτουργική πρόσβαση στο δίκτυο από σταθερή θέση.
20.
Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 32 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να θεωρηθούν πρόσθετες υπηρεσίες υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως, υπενθυμίζοντας, πάντως, ότι η διάταξη αυτή απαγορεύει την εφαρμογή [στην προκειμένη περίπτωση] των κανόνων των άρθρων 9 και 13 για την τιμολόγηση και χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, καθώς και την καθιέρωση μηχανισμού αποζημιώσεως με τη συμμετοχή συγκεκριμένων εταιριών. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, μολονότι από το άρθρο 4 της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας προκύπτει ότι η έννοια του «δημοσίου δικτύου επικοινωνιών» περιλαμβάνει τις τηλεφωνικές υπηρεσίες, το άρθρο αυτό αναφέρεται αποκλειστικά στην πρόσβαση και τη σύνδεση από σταθερή θέση, γεγονός που αποκλείει τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας.
21.
Όσον αφορά τους κανόνες τιμολογήσεως του άρθρου 9 της οδηγίας, η Επιτροπή επισημαίνει, αφενός, ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται μόνο στις τιμές των υπηρεσιών που προσδιορίζονται στα άρθρα της 4 έως 7 και, αφετέρου, ότι τα άρθρα 5, 6 και 7 της οδηγίας δεν φαίνεται να ασκούν επιρροή στην εξέταση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, οι κανόνες του ως άνω άρθρου 9 δεν έχουν, κατά την Επιτροπή, εφαρμογή στις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας.
22.
Κατά την Επιτροπή επίσης, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας δεν επιτρέπει τη διεύρυνση της καθολικής υπηρεσίας, όπως αυτή προβλέπεται από τα άρθρα 4 έως 7. Επιπλέον, κατά την άποψή της, καμία διάταξη της οδηγίας δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι κανόνες του κεφαλαίου II για την τιμολόγηση και τη χρηματοδότηση εφαρμόζονται στις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας. Αντιθέτως, και σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας, οι υπηρεσίες προσβάσεως στο διαδίκτυο μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνονται στην καθολική υπηρεσία του κεφαλαίου II όσον αφορά τις συνδέσεις που επιτρέπουν λειτουργική πρόσβαση στο δίκτυο· ως εκ τούτου, οι λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου II της οδηγίας και τα άρθρα της 9 και 13 εφαρμόζονται και στις υπηρεσίες προσβάσεως στο διαδίκτυο.
23.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να διαπιστωθεί αν οι υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία της καθολικής υπηρεσίας, κατά την έννοια του κεφαλαίου II της οδηγίας, μπορούν να χαρακτηριστούν ως πρόσθετες υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 32 της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας. Κατά την άποψή της, στο μέτρο που η οδηγία δεν περιέχει καμιά σχετική διάταξη, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προσδώσουν στις εν λόγω υπηρεσίες τον χαρακτηρισμό αυτόν.
24.
Οι KPN και Mobistar υποστηρίζουν ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν επιπλέον ειδικές τιμολογιακές επιλογές για υπηρεσίες πέραν όσων αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
25.
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 9 της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ειδικές τιμολογιακές επιλογές για υπηρεσίες πέραν όσων αναφέρονται στην παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής.
Γ – Τρίτο προδικαστικό ερώτημα
26.
Οι KPN και Mobistar προτείνουν να δοθεί στο ερώτημα αυτό η απάντηση ότι η οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας, και ειδικότερα τα άρθρα της 9, 13 και 32, είναι σύμφωνα με το άρθρο 20 του Χάρτη, υποστηρίζοντας συναφώς ότι η διαφορετική μεταχείριση της παροχής υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας οφείλεται στο γεγονός ότι το αδικαιολόγητο κόστος που ενδέχεται να προκύψει από την υποχρεωτική παροχή υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας μπορεί να καλυφθεί από τη γενική φορολόγηση ή από μηχανισμό χρηματοδοτούμενο από τις επιχειρήσεις του τομέα, ενώ το κόστος για τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας ή/και για τις υπηρεσίες συνδέσεως στο διαδίκτυο μπορεί να καλυφθεί μόνον από δημόσια κονδύλια. Δεδομένου του περιορισμένου χαρακτήρα της διαφοράς αυτής, οι KPN και Mobistar διερωτώνται αν όντως υφίσταται διαφορετική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 20 του Χάρτη και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, σε αντίθεση με όσα ισχύουν για τις υπηρεσίες σταθερής τηλεφωνίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κοινωνικό αποκλεισμό σε σχέση με την πρόσβαση στις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, ούτε, επομένως, για ανάγκη να καθιερωθεί σχετική υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας. Κατά τα λοιπά, υποστηρίζουν ότι ο μηχανισμός χρηματοδοτήσεως από τις επιχειρήσεις του τομέα των κοινωνικών τιμολογίων για την παροχή των υπηρεσιών συνδέσεως με το διαδίκτυο επιβαρύνει υπέρμετρα τους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου και επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τους καταναλωτές.
27.
Η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, σε περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στα δύο προηγούμενα προδικαστικά ερωτήματα (πράγμα που, κατά την άποψή της, θα συνιστούσε απειλή για το σύστημα χρηματοδοτήσεως του κόστους που συνδέεται με το κοινωνικό τιμολόγιο και θα στερούσε το όφελος του κοινωνικού τιμολογίου από τους καταναλωτές χάριν των οποίων η κοινωνική συνιστώσα της καθολικής υπηρεσίας επεκτάθηκε στις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας ή/και συνδέσεως με το διαδίκτυο), θα πρέπει να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι η οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας συνιστά παράβαση του άρθρου 20 του Χάρτη. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο της 3 και την εικοστή πέμπτη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προσδιορίζουν, αναλόγως των εθνικών περιστάσεων και σεβόμενα την υποχρέωση ουδετερότητας της Διοικήσεως σε σχέση με την τεχνολογία, τις υπηρεσίες οι οποίες πρέπει να παρέχονται με κοινωνικό τιμολόγιο, το καθαρό κόστος του οποίου χρηματοδοτείται από μηχανισμό όπως ο προβλεπόμενος από το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας.
28.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, υποστηρίζοντας ότι το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιόρισε τις διατάξεις της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας που υποτίθεται ότι είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητας, ούτε τους λόγους για τους οποίους είναι αντίθετες σε αυτήν, ενώ από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι ενδεχόμενη παραβίαση της εν λόγω αρχής θίγει, ενδεχομένως, τους διαδίκους της κύριας δίκης.
29.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν περιέλαβε στις παρατηρήσεις του την εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, υποστηρίζοντας ότι είναι απαράδεκτο για τους λόγους που ήδη είχε προβάλει η Επιτροπή. Όσον αφορά την ουσία, υποστηρίζει ότι οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου που υποχρεούνται να παρέχουν κοινωνικό τιμολόγιο για τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας ή/και συνδέσεως με το διαδίκτυο δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση από εκείνους που υποχρεούνται να προσφέρουν τέτοιο τιμολόγιο για τις τηλεφωνικές υπηρεσίες από σταθερή θέση. Κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η μόνη διαφορά στη μεταχείριση της παροχής τέτοιων υπηρεσιών αφορά τον τρόπο με τον οποίον μπορεί να καλυφθεί το καθαρό τους κόστος.
30.
Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκτιμά ότι το καθαρό κόστος που συνδέεται με τις υποχρεωτικές πρόσθετες υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 32 της οδηγίας μπορεί να καλυφθεί μόνον από δημόσια κονδύλια και όχι με επιβάρυνση συγκεκριμένων φορέων εκμεταλλεύσεως δικτύου.
31.
Επικουρικώς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι η θέση των παρόχων υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των παρόχων υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, καθώς μόνον οι υπηρεσίες των πρώτων πληρούν τα κριτήρια της καθολικής υπηρεσίας. Υποστηρίζει, επίσης, ότι, εν πάση περιπτώσει, αν υπήρχε διαφορά θα ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη, δεδομένου ότι η επιλογή να μην περιληφθούν οι υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας ή/και συνδέσεως με το διαδίκτυο στην καθολική υπηρεσία στηρίζεται στην εφαρμογή αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία απορρέουν άμεσα από την ανάγκη να εξισορροπηθούν δύο σκοποί, αυτός της προστασίας των καταναλωτών από τον κοινωνικό αποκλεισμό και εκείνος της μη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού μεταξύ των φορέων εκμεταλλεύσεως δικτύου.
32.
Τέλος, το Συμβούλιο υποστηρίζει, όπως η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και για τους ίδιους λόγους, ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται απαραδέκτως και επικεντρώνει το υπόμνημά του στα λοιπά μόνον προδικαστικά ερωτήματα.
33.
Κατά το Συμβούλιο, η οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας προβλέπει ρητή απαγόρευση όσον αφορά τη χρηματοδότηση των υποχρεωτικών πρόσθετων υπηρεσιών του άρθρου της 32 και ορίζει ότι δεν μπορεί να επιβληθεί στην περίπτωσή τους μηχανισμός αποζημιώσεως με τη συμμετοχή των φορέων εκμεταλλεύσεως δικτύου. Κατά την άποψή του, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι μπορούν να παρέχονται με κοινωνικό τιμολόγιο υποχρεωτικές πρόσθετες υπηρεσίες, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι ειδικές απαιτήσεις της οδηγίας και η αρχή της ισότητας. Κατά το Συμβούλιο, η μεταχείριση των επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, οι οποίες χρηματοδοτούνται με τον μηχανισμό του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν υποχρεώσεις συνδεόμενες με τις υποχρεωτικές πρόσθετες υπηρεσίες, ως προς τις οποίες απαγορεύεται η επιβολή τέτοιου μηχανισμού.
34.
Κατά τα λοιπά, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου οφείλουν να καταβάλλουν την εισφορά τους στο ταμείο που προβλέπεται από τον βελγικό νόμο για την κάλυψη του αδικαιολόγητου κόστους από την παροχή των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας ή/και συνδέσεως με το διαδίκτυο, έστω και αν από τον νόμο αυτόν προκύπτει ότι οι υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται στην κατηγορία των υποχρεωτικών υπηρεσιών, υπό την έννοια της οδηγίας καθολικής υπηρεσίας. Ωστόσο, το Συμβούλιο προειδοποιεί ότι αυτή η κατανομή του κόστους μπορεί να εφαρμοστεί μόνον στην καθολική υπηρεσία, δηλαδή στο ελάχιστο σύνολο υπηρεσιών που προσδιορίζονται από το κεφάλαιο II της οδηγίας, το οποίο δεν περιλαμβάνει ούτε τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας ούτε εκείνες της συνδέσεως με το διαδίκτυο, εκτός εάν οι τελευταίες αναφέρονται στη λειτουργική πρόσβαση στο διαδίκτυο από σταθερή θέση.
VI – Εκτίμηση
35.
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, εν ολίγοις, αν η βελγική νομοθεσία που θεσπίστηκε μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Base (EU:C:2010:584) και Επιτροπή κατά Βελγίου (EU:C:2010:583) είναι σύμφωνη με την οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας, στο μέτρο που περιλαμβάνει στην κατηγορία της καθολικής υπηρεσίας τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και ηλεκτρονικών επικοινωνιών (διαδικτύου).
36.
Τα ερωτήματα που θέτει το βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο είναι, κατ’ ουσίαν, (1) αν το κοινωνικό τιμολόγιο της καθολικής υπηρεσίας –και ο αντίστοιχος μηχανισμός αποζημιώσεως– μπορεί να εφαρμοστεί στις επικοινωνίες μέσω κινητής τηλεφωνίας και συνδέσεως με το διαδίκτυο, (2) αν τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν το καθεστώς ειδικών τιμολογιακών επιλογών σε αυτού του είδους τις επικοινωνίες και (3) αν, σε περίπτωση που τα ανωτέρω δεν ισχύουν, η οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας είναι άκυρη ως αντίθετη στο άρθρο 20 του Χάρτη.
Α – Προκαταρκτικές εκτιμήσεις σχετικά με το σύστημα της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας
37.
Η οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε όλοι οι χρήστες να έχουν πρόσβαση σε εύλογη τιμή στο δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών από σταθερή θέση και στην παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών (άρθρο 3, παράγραφος 1). Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι κάθε εύλογο αίτημα για σύνδεση με το δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών και για παροχή υπηρεσίας τηλεφωνίας ικανοποιείται από μια τουλάχιστον επιχείρηση (άρθρο 4, παράγραφος 1).
38.
Η οδηγία προβλέπει επίσης την υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν άλλες υπηρεσίες, δηλαδή υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου και καταλόγους (άρθρο 5), κοινόχρηστα τηλέφωνα (άρθρο 6) και μέτρα για χρήστες με αναπηρία (άρθρο 7).
39.
Όλες αυτές οι υπηρεσίες συνιστούν τη λεγόμενη «καθολική υπηρεσία». Σύμφωνα με την οδηγία, τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις στις οποίες έχει ανατεθεί η παροχή της καθολικής υπηρεσίας (άρθρο 8) να προσφέρουν ειδικές τιμές σε ορισμένους καταναλωτές για κοινωνικούς λόγους («προσιτότητα τιμολογίων») (άρθρο 9).
40.
Σε περίπτωση που η παροχή της καθολικής υπηρεσίας συνεπάγεται αθέμιτη επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις που υποχρεούνται να την παρέχουν, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση είτε να καθιερώσουν μηχανισμό αποζημιώσεως από δημόσια κονδύλια, είτε να επιμερίσουν το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των φορέων παροχής υπηρεσιών και εκμεταλλεύσεως δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (άρθρο 13).
41.
Παράλληλα με την καθολική υπηρεσία με τη στενή του όρου έννοια, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν τις λεγόμενες «πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες», για την αποζημίωση των οποίων δεν μπορεί να εφαρμοστεί κανένας μηχανισμός που να επιβαρύνει συγκεκριμένες επιχειρήσεις (άρθρο 32). Πέραν της προβλέψεως αυτής, η οδηγία δεν κάνει καμιά αναφορά στην αποζημίωση για τις εν λόγω πρόσθετες υπηρεσίες· είναι, ωστόσο, σαφές ότι χωρεί τέτοια αποζημίωση, καθώς η οδηγία δεν αποκλείει αυτήν καθεαυτήν, αλλά μια συγκεκριμένη μόνο μορφή της.
42.
Το ζήτημα που τίθεται στην κρινόμενη υπόθεση είναι αν το κοινωνικό τιμολόγιο (και ο αντίστοιχος μηχανισμός αποζημιώσεως) έχουν εφαρμογή στις επικοινωνίες μέσω κινητής τηλεφωνίας και μέσω συνδέσεως με το διαδίκτυο, είτε επειδή το επιβάλλει η ίδια η οδηγία (πρώτο προδικαστικό ερώτημα), είτε επειδή μπορούν να το αποφασίσουν τα κράτη μέλη (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα). Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως και στις δύο περιπτώσεις, τίθεται το ερώτημα αν η ίδια η οδηγία είναι αντίθετη προς το άρθρο 20 του Χάρτη (τρίτο προδικαστικό ερώτημα).
Β – Πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
43.
Το Grondwettelijk Hof ερωτά, κατ’ αρχάς, αν τα άρθρα 9 και 32 της οδηγίας 2002/22 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το κοινωνικό τιμολόγιο και ο μηχανισμός αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας δεν έχει εφαρμογή μόνον στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες μέσω τηλεφωνικής συνδέσεως από σταθερή θέση με δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, αλλά και στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες μέσω υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας ή/και συνδέσεως με το διαδίκτυο.
44.
Το πρόβλημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο μπορεί, κατά την άποψή μου, να διατυπωθεί κατά τρόπο απλούστερο, καθώς έχει τη ρίζα του σε ένα ζήτημα αρχής: στο κατά πόσον αποτελούν η κινητή τηλεφωνία και η σύνδεση με το διαδίκτυο παροχές που εμπίπτουν στην «καθολική υπηρεσία» στην οποίαν αναφέρεται η οδηγία. Από αυτό εξαρτάται το αν μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτές το «κοινωνικό τιμολόγιο» και, συνεπώς, και η αποζημίωση με τον μηχανισμό που προβλέπεται από την ίδια οδηγία.
45.
Προκειμένου να διαπιστωθεί αν η κινητή τηλεφωνία και η σύνδεση με το διαδίκτυο περιλαμβάνονται στην έννοια της καθολικής υπηρεσίας, επιβάλλεται να εξεταστεί χωριστά το καθένα από αυτά τα συστήματα επικοινωνίας, λαμβανομένων υπόψη των τεχνικών τους διαφορών.
1. Η κινητή τηλεφωνία
46.
Είναι σαφές ότι η οδηγία δεν περιλαμβάνει την κινητή τηλεφωνία στην έννοια της καθολικής υπηρεσίας. Από τις σχετικές υπηρεσίες που περιέχονται στην έννοια αυτή, η οδηγία αναφέρεται αποκλειστικά στη «σύνδεση, σε σταθερές θέσεις, με δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών» (άρθρο 4, παράγραφος 1) ( 6 ), γεγονός που αποκλείει εξ ορισμού την κινητή τηλεφωνία ( 7 ).
47.
Δεδομένου ότι η οδηγία δεν αναφέρει την κινητή τηλεφωνία ως συστατικό στοιχείο της καθολικής υπηρεσίας, τίθεται το ερώτημα αν μπορούν να την περιλάβουν στην έννοια αυτή τα κράτη μέλη. Οι υποστηρικτές της δυνατότητας αυτής στηρίζονται στη διατύπωση του άρθρου 9 της οδηγίας. Κατά την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, «[…] τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώνουν τις καθορισμένες επιχειρήσεις να παρέχουν στους καταναλωτές τιμολογιακές επιλογές ή δέσμες, οι οποίες είναι διαφορετικές από τους συνήθεις εμπορικούς όρους, προκειμένου ιδίως να εξασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα με χαμηλό εισόδημα ή με ειδικές κοινωνικές ανάγκες δεν αποκλείονται από την πρόσβαση στο δίκτυο που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 ή από τη χρήση των υπηρεσιών που προσδιορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, και στα άρθρα 5, 6 και 7 εφόσον εμπίπτουν στις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας και παρέχονται από καθορισμένες επιχειρήσεις».
48.
Εξάλλου, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, «[ε]κτός από τις διατάξεις για την υποχρέωση των καθορισμένων επιχειρήσεων να παρέχουν ειδικές τιμολογιακές επιλογές ή να τηρούν ανώτατα όρια τιμών ή γεωγραφική στάθμιση των τιμών ή άλλα παρόμοια συστήματα, τα κράτη μέλη μπορούν να εξασφαλίζουν ότι παρέχεται στήριξη στους καταναλωτές οι οποίοι έχουν ανιχνευθεί ως έχοντες χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες».
49.
Και από τις δύο διατάξεις προκύπτει ότι η οδηγία επιτρέπει τη δυνατότητα επιβολής μειωμένων τιμών αποκλειστικά με σκοπό να εξασφαλιστούν ορισμένες υπηρεσίες, αυτές ακριβώς που συνιστούν την καθολική υπηρεσία, όπως ορίζεται από την ίδια την οδηγία, στις οποίες, όπως αναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται η κινητή τηλεφωνία.
50.
Στην πραγματικότητα, η οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν επιπλέον «πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες» (άρθρο 32), όχι, όμως, και να διευρύνουν (ή να περιορίζουν) τον κατάλογο των υπηρεσιών που η οδηγία επιβάλλει ως περιεχόμενο της καθολικής υπηρεσίας.
51.
Έτσι, το Βασίλειο του Βελγίου μπορεί να επιβάλει «πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες» στους παρόχους κινητής τηλεφωνίας, όχι, όμως, και να εντάξει την υπηρεσία τους στην κατηγορία της καθολικής υπηρεσίας. Ως πάροχοι, δε, «πρόσθετης υποχρεωτικής υπηρεσίας», οι εν λόγω πάροχοι θα είχαν βεβαίως, στην περίπτωση αυτή, δικαίωμα σε αποζημίωση, όχι, όμως, στην καταβαλλόμενη με τον μηχανισμό του άρθρου 13 της οδηγίας (το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα χρηματοδοτήσεως με επιβάρυνση όλων των παρόχων υπηρεσιών επικοινωνίας), αλλά σε αποζημίωση προσδιοριζόμενη με μηχανισμούς που δεν επιβαρύνουν συγκεκριμένες επιχειρήσεις ( 8 ).
2. Η σύνδεση με το διαδίκτυο
52.
Όσον αφορά τη σύνδεση με το διαδίκτυο, τα πράγματα είναι, κατά την άποψή μου, λίγο διαφορετικά.
53.
Το άρθρο 4 της οδηγίας αναφέρει, μεταξύ των υπηρεσιών που συνιστούν την καθολική υπηρεσία, τη «σύνδεση, σε σταθερές θέσεις, με δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών» (παράγραφος 1), διευκρινίζοντας ότι η σύνδεση αυτή «πρέπει να επιτρέπει την υποστήριξη φωνητικών επικοινωνιών, τηλεομοιοτυπικών επικοινωνιών και επικοινωνιών δεδομένων, με ρυθμούς δεδομένων που είναι επαρκείς προκειμένου να επιτρέπουν τη λειτουργική πρόσβαση στο διαδίκτυο» (παράγραφος 2).
54.
Κατά συνέπεια, η σύνδεση με το διαδίκτυο περιλαμβάνεται στην έννοια της καθολικής υπηρεσίας που προβλέπει η οδηγία και, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται σε αυτήν το κοινωνικό τιμολόγιο (άρθρο 9), για το οποίο προβλέπεται αποζημίωση σύμφωνα με τον μηχανισμό του άρθρου 13 της οδηγίας. Βεβαίως, αυτό ισχύει, προφανώς, μόνο για τις συνδέσεις με το διαδίκτυο από σταθερή θέση, ενώ αποκλείονται οι συνδέσεις μέσω κινητής τηλεφωνίας. Οι τελευταίες, όπως και η κινητή τηλεφωνία εν γένει, μπορούν να επιβληθούν από τα κράτη μέλη ως «πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες», όχι, όμως, και να ενταχθούν στην κατηγορία της καθολικής υπηρεσίας. Τέλος, οι δαπάνες τους δεν μπορούν να καλύπτονται μέσω του μηχανισμού που προβλέπεται στην οδηγία για τις υπηρεσίες που αποτελούν την καθολική υπηρεσία.
55.
Ως εκ τούτου, ως πρώτο ενδιάμεσο συμπέρασμα, προτείνω να δοθεί στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα η απάντηση ότι η οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας έχει την έννοια ότι η υπηρεσία κινητής τηλεφωνίας δεν αποτελεί μέρος της καθολικής υπηρεσίας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της το κοινωνικό τιμολόγιο της καθολικής υπηρεσίας ούτε, κατά συνέπεια, ο μηχανισμός αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής. Επίσης, μόνον η σύνδεση με το διαδίκτυο από σταθερή θέση υπάγεται στην καθολική υπηρεσία, κατά την έννοια της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας, ενώ αποκλείεται από την έννοια αυτή η σύνδεση με το διαδίκτυο μέσω κινητής τηλεφωνίας. Κατόπιν των ανωτέρω, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προσθέτουν νέες υπηρεσίες στον κατάλογο των υπηρεσιών που αποτελούν την καθολική υπηρεσία, κατά την έννοια της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας, μπορούν, όμως, να αποφασίσουν να επιβάλουν τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και τη σύνδεση με το διαδίκτυο μέσω κινητής τηλεφωνίας ως «πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες». Στην περίπτωση αυτή, ο μηχανισμός αποζημιώσεως για τις εν λόγω υπηρεσίες πρέπει να είναι διαφορετικός από τον προβλεπόμενο στην οδηγία για τις υπηρεσίες που αποτελούν την καθολική υπηρεσία και, ειδικότερα, δεν μπορεί να επιβαρύνει συγκεκριμένες επιχειρήσεις.
Γ – Τρίτο προδικαστικό ερώτημα
56.
Κατά την άποψή μου, και για τους λόγους που προβάλλουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται απαραδέκτως.
57.
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά συγκεκριμένα αν «οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας [συνάδουν] με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
58.
Δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό δεν αιτιολογείται από το αιτούν δικαστήριο, θα ήταν παρακινδυνευμένη η εξέτασή του υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας. Η Επιτροπή την επιχείρησε, εκκινώντας από την υπόθεση ότι οι αιτούσες στην κύρια δίκη θεωρούν ότι έχουν υποστεί δυσμενή μεταχείριση, επειδή, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, υπόκεινται σε επιβάρυνση την οποία θεωρούν αντίθετη προς την οδηγία περί καθολικής υπηρεσίας. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, η υποβολή του ερωτήματος θα ήταν παράλογη, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, καθώς το πρόβλημα δεν θα ήταν η οδηγία, αλλά η εθνική ρύθμιση.
59.
Εξάλλου, τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο απαντούν στο ερώτημα αξιολογώντας την οδηγία υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας, βάσει της εξετάσεως των διαφορών ανάμεσα στις υπηρεσίες που υπάγονται στην έννοια της «καθολικής υπηρεσίας», αφενός, και των αποκλειόμενων από την κατηγορία αυτή υπηρεσιών, αφετέρου. Προβαίνουν, έτσι, στη μόνη δυνατή αξιολόγηση της οδηγίας ελλείψει συγκεκριμένων επιχειρημάτων, δηλαδή σε μια κρίση in abstracto.
60.
Κατά την άποψή μου, η αμφισβήτηση του κύρους μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης –διότι τέτοιο ζήτημα θέτει το τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου– δεν μπορεί να γίνει δεκτή χωρίς μια έστω και ελάχιστη αιτιολόγηση· ως εκ τούτου, ούτε μια, ακόμη και επικουρικού χαρακτήρα, απάντηση στο σχετικό ερώτημα θα μπορούσε, σε μια τέτοια περίπτωση, να είναι αιτιολογημένη. Και τούτο, απλούστατα, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η σχετική τοποθέτησή μου θα μπορούσε να στηριχθεί μόνο σε απλές υποθέσεις ή να προκύψει από μια εξέταση in abstracto, η οποία δεν θα συνδεόταν με τις συγκεκριμένες περιστάσεις του επίδικου στην κύρια δίκη ζητήματος.
61.
Ως τελευταία δυνατότητα να αιτιολογηθεί, παρ’ όλα αυτά, μια επικουρικού χαρακτήρα απάντηση, θα μπορούσε να προβληθεί η εξέταση του ερωτήματος υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (EU:C:2010:583) και Base (EU:C:2010:584), καθώς η προσβαλλόμενη εθνική ρύθμιση στη δίκη a quo στηρίχθηκε στις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των δύο αυτών υποθέσεων, στις οποίες είχε τεθεί, ακριβώς, ζήτημα ίσης μεταχειρίσεως.
62.
Βεβαίως, η άνιση μεταχείριση που διαπίστωσε τότε το Δικαστήριο αφορούσε την αδιαφοροποίητη μεταχείριση που επεφύλασσε η βελγική νομοθεσία στους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου που ζητούσαν να αποζημιωθούν για την παροχή της καθολικής υπηρεσίας. Το Δικαστήριο αποφάσισε τότε ότι η αθέμιτη επιβάρυνση έπρεπε να εκτιμάται κατά περίπτωση και ότι η γενική και αδιαφοροποίητη μεταχείριση των διαφορετικών περιπτώσεων αποτελούσε άνιση μεταχείριση. Το ζήτημα αυτό δεν έχει προδήλως καμιά σχέση με το αντικείμενο της δίκης που μας απασχολεί εν προκειμένω.
63.
Δεν φαίνεται, εν τέλει, από καμιά άποψη σκόπιμο να προταθεί στο Δικαστήριο απάντηση στο τρίτο από τα προδικαστικά ερωτήματα.
VII – Πρόταση
64.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1.
Η οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία [περί] καθολικής υπηρεσίας), έχει την έννοια ότι η υπηρεσία κινητής τηλεφωνίας δεν αποτελεί μέρος της καθολικής υπηρεσίας κατά την έννοια της ως άνω οδηγίας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της το κοινωνικό τιμολόγιο της καθολικής υπηρεσίας ούτε, κατά συνέπεια, ο μηχανισμός αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας. Μόνον η σύνδεση με το διαδίκτυο από σταθερή θέση αποτελεί μέρος της καθολικής υπηρεσίας, κατά την έννοια της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας, ενώ αποκλείεται από την έννοια αυτή η σύνδεση με το διαδίκτυο μέσω κινητής τηλεφωνίας.
2.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προσθέτουν νέες υπηρεσίες στον κατάλογο των υπηρεσιών που αποτελούν την καθολική υπηρεσία κατά την έννοια της οδηγίας περί καθολικής υπηρεσίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να επιβάλουν τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και τη σύνδεση με το διαδίκτυο μέσω κινητής τηλεφωνίας ως “πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες”. Στην περίπτωση αυτή, ο μηχανισμός αποζημιώσεως για τις εν λόγω υπηρεσίες πρέπει να είναι διαφορετικός από τον προβλεπόμενο στην οδηγία για τις υπηρεσίες που αποτελούν την καθολική υπηρεσία και, ειδικότερα, δεν μπορεί να επιβαρύνει συγκεκριμένες επιχειρήσεις.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) C‑222/08, EU:C:2010:583.
( 3 ) C‑389/08, EU:C:2010:584.
( 4 ) Οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (ΕΕ L 108, σ. 51), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ L 337, σ. 11).
( 5 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (ΕΕ L 108, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ L 337, σ. 37).
( 6 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 7 ) Με την ίδια σαφήνεια είναι διατυπωμένη η αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας, στην οποίαν αναφέρεται ότι «[θ]εμελιώδης απαίτηση της καθολικής υπηρεσίας είναι να παρέχει στους χρήστες, κατόπιν αιτήματος, σύνδεση με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερές θέσεις, σε προσιτή τιμή».
( 8 ) Βλ. συναφώς υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου (C-222/08, EU:C:2010:583, σκέψη 46.
Full & Egal Universal Law Academy