ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 12ης Φεβρουαρίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑18/14
CO Sociedad de Gestión y Participación SA,
Depsa 96 SA,
INOC SA,
Corporación Catalana Occidente SA,
La Previsión 96 SA,
Grupo Catalana Occidente SA,
Grupo Compañia Española de Crédito y Caución SL,
Atradius NV,
Atradius Insurance Holding NV,
J. M. Serra Farré,
M. A. Serra Farré,
J. Serra Farré
κατά
De Nederlandsche Bank NV
[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προληπτική αξιολόγηση της αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση — Οδηγία 2007/44/EK — Οδηγία 92/49/EOK — Διαδικασία και κριτήρια αξιολογήσεως — Έγκριση υπό όρους — Άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 63 ΣΛΕΕ — Δικαίωμα ακροάσεως — Υποχρέωση αιτιολογήσεως»
I – Εισαγωγή
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, που προέρχεται από το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες), θα παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει διευκρινίσεις ως προς τη διαδικασία αξιολογήσεως, από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, των σχεδίων αποκτήσεως συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση.
2.
Όποια επιχείρηση επιθυμεί να ασκήσει ασφαλιστική δραστηριότητα οφείλει να λάβει προηγούμενη άδεια από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου θα βρίσκεται η εταιρική της έδρα. Ομοίως, όποια επιχείρηση επιθυμεί να αποκτήσει ειδική συμμετοχή σε αδειοδοτημένη ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να λάβει προηγούμενη έγκριση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η επιχείρηση την οποία αφορά το σχέδιο αποκτήσεως.
3.
Η απαίτηση προηγουμένης εγκρίσεως των σχεδίων αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής εισήχθη, όσον αφορά την ασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, με την οδηγία 92/49/EOK του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την ασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) ( 2 ). Στη συνέχεια, η οδηγία 2007/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τροποποίηση της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολογήσεως για την προληπτική αξιολόγηση της αποκτήσεως και της αυξήσεως συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, διευκρίνισε τα κριτήρια και τη διαδικασία αξιολογήσεως ( 3 ).
4.
Συναφώς, η οδηγία 2007/44 τροποποίησε το άρθρο 15 της οδηγίας 92/49. Επίσης, παρενέβαλε στην οδηγία αυτή νέα άρθρα, και μεταξύ άλλων το άρθρο 15α, σχετικά με τη διαδικασία αξιολογήσεως της αποκτήσεως ή της παύσεως κατοχής ειδικής συμμετοχής, και το άρθρο 15β, σχετικά με τα κριτήρια αξιολογήσεως. Κατά συνέπεια, το κείμενο του άρθρου 15 προκύπτει από συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 15 της οδηγίας 92/49 και του άρθρου 1 της οδηγίας 2007/44, που το τροποποιεί. Το κείμενο των άρθρων 15α και 15β παρατίθεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2007/44. Για μεγαλύτερη διευκόλυνση, θα αναφέρω στη συνέχεια τις διατάξεις αυτές ως το «άρθρο 15 της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε», το «άρθρο 15α της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε», και το «άρθρο 15β της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε».
5.
Στην παρούσα υπόθεση, ζητείται να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς το αν τα κράτη μέλη μπορούν, χωρίς να παραβούν την οδηγία 2007/44, να επιβάλουν στον υποψήφιο αγοραστή την τήρηση ορισμένων όρων όταν εγκρίνουν μια απόκτηση συμμετοχής. Πράγματι, η οδηγία 2007/44, μολονότι ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αντιταχθούν στο σχέδιο αποκτήσεως, δεν προβλέπει ρητώς δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους ( 4 ).
II – Το νομικό πλαίσιο
Α ‐ Το δίκαιο της Ένωσης
6.
Το άρθρο 15 της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, απαιτεί την προηγούμενη κοινοποίηση των σχεδίων αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής ( 5 ) σε ασφαλιστική επιχείρηση.
7.
Το άρθρο 15α της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, αφορά τη διαδικασία αξιολογήσεως. Μεταξύ άλλων, τάσσει μέγιστη προθεσμία για την αξιολόγηση του σχεδίου αποκτήσεως και οριοθετεί τη διακοπή της προθεσμίας αυτής.
8.
Το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, απαριθμεί τα πέντε κριτήρια που οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη για να αξιολογήσουν «την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη», δηλαδή τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή, τη φήμη και την πείρα των προσώπων που θα διευθύνουν την επιχείρηση την οποία αφορά το σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής, τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, την ικανότητα της επιχειρήσεως την οποία αφορά το σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, καθώς και την ύπαρξη υπονοιών νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας.
Β ‐ Η ολλανδική νομοθεσία
9.
Το άρθρο 3:95 του ολλανδικού νόμου της 28ης Σεπτεμβρίου 2006 περί χρηματοοικονομικής εποπτείας (Wet op het financieel toezicht, στο εξής: Wft) απαιτεί την προηγούμενη κοινοποίηση των σχεδίων αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής ( 6 ) σε ασφαλιστική επιχείρηση.
10.
Το άρθρο 3:100 του Wft ορίζει ότι η αρμόδια αρχή, δηλαδή η De Nederlandsche Bank (στο εξής: DNB), χορηγεί «δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων» ως προς το σχέδιο αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής, «εκτός αν» δεν ικανοποιούνται τα κριτήρια που ορίζει η διάταξη αυτή. Το άρθρο 3:100 του Wft τροποποιήθηκε κατά τη μεταφορά, στο ολλανδικό δίκαιο, της οδηγίας 2007/44. Πριν από τη μεταφορά, το κριτήριο ήταν αυτό της «χρηστής και συνετής διαχειρίσεως» της επιχειρήσεως την οποία αφορά το σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής. Μετά τη μεταφορά, τα κριτήρια είναι πέντε, δηλαδή η αξιοπιστία του υποψήφιου αγοραστή να «καθορίσει […] τη στρατηγική της επιχειρήσεως» την οποία αφορά το σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής, η καταλληλότητα των μελλοντικών διευθυντών της, η χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, η ικανότητα της επιχειρήσεως την οποία αφορά το σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, καθώς και η ύπαρξη υπονοιών νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας.
11.
Το άρθρο 3:104, παράγραφος 1, του Wft ορίζει ότι η DNB «δύναται να συνοδεύσει τη δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων […] με απαιτήσεις ή όρους λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων» στην προστασία των οποίων αποβλέπει ειδικά το άρθρο 3:100 του ίδιου νομοθετήματος. Αντιθέτως προς το εν λόγω άρθρο 3:100, η διάταξη αυτή δεν τροποποιήθηκε κατά τη μεταφορά της οδηγίας 2007/44 στο ολλανδικό δίκαιο. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της DNB εξήγησε ότι η μη τήρηση ενός όρου από τον υποψήφιο αγοραστή δεν επιφέρει αυτομάτως την ακυρότητα της δηλώσεως μη διατυπώσεως αντιρρήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 3:100 του Wft: η προηγούμενη κατάσταση αποκαθίσταται μόνον αν η DNB ανακαλέσει τη δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, πράγμα που πράττει μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης, αφότου, για παράδειγμα, έχει επιβάλει χρηματική ποινή.
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
12.
Το 2007 η εδρεύουσα στη Βαρκελώνη (Ισπανία) εταιρία Grupo Catalana Occidente S.A. (στο εξής: GCO) απέκτησε συμμετοχή 64,23 % στο κεφάλαιο της Atradius NV (στο εξής: ATNV) και της θυγατρικής της Atradius Credit Insurance NV (στο εξής: ACINV), οι οποίες εδρεύουν στο Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες) και είναι ένας από τους μείζονες παγκόσμιους οργανισμούς ασφαλίσεως πιστώσεων. Με απόφαση της 13ης Αυγούστου 2007, η DNB χορήγησε δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 3:100 του Wft, σχετικά με την εν λόγω απόκτηση συμμετοχής.
13.
Στη συνέχεια, η GCO αύξησε τη συμμετοχή της στο κεφάλαιο της ATNV και της ACINV μέχρι το 100 %. Με απόφαση της 25ης Μαΐου 2010, η DNB χορήγησε δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 3:100 του Wft, σχετικά με την πράξη αυτή. Συνόδευσε όμως τη δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων με τρεις όρους, δηλαδή: πρώτον, η ATNV και οι εταιρίες του ομίλου της οφείλουν να παρέχουν στην DNB την απαιτούμενη για την προληπτική εποπτεία της συνδρομή· δεύτερον, η διανομή μερισμάτων από την ATNV και την ACINV δεν πρέπει να καταλήγει, ειδικά, σε μείωση των συντελεστών φερεγγυότητάς τους κάτω από καθορισμένο κατώτατο όριο· τρίτον, τουλάχιστον το ήμισυ των μελών των εποπτικών συμβουλίων της ATNV και της ACINV, περιλαμβανομένων των προέδρων τους, πρέπει να είναι ανεξάρτητα από τους μετόχους.
14.
Επιπλέον, με απόφαση της 20ής Ιουλίου 2010, η DNB τροποποίησε τη χορηγηθείσα στις 13 Αυγούστου 2007 δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, συνοδεύοντάς την με τους ίδιους όρους με εκείνους που συνοδεύουν την απόφασή της της 25ης Μαΐου 2010.
15.
Κατόπιν διοικητικών ενστάσεων κατά των αποφάσεων της DNB της 25ης Μαΐου και 20ής Ιουλίου 2010 και της εκδόσεως αποφάσεως από το Rechtbank Rotterdam, ασκήθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έφεση, μεταξύ άλλων, από την GCO. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η DNB, μετά την έκδοση της οδηγίας 2007/44, διατήρησε την εξουσία να συνοδεύει με όρους τις δηλώσεις μη διατυπώσεως αντιρρήσεων που χορηγεί δυνάμει του άρθρου 3:100 του Wft. Κατά συνέπεια, το College van Beroep voor het bedrijfsleven αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει η αρμόδια αρχή, η οποία ρητώς εγκρίνει σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής κατά την έννοια του άρθρου 15α της [οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε,] [ ( 7 ) ] τη δυνατότητα να συνοδεύσει, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, με απαιτήσεις ή όρους την έγκριση αυτή; Έχει εν προκειμένω σημασία το αν οι εν λόγω απαιτήσεις ή όροι στηρίζονται σε δεσμεύσεις τις οποίες ανέλαβε προηγουμένως ο υποψήφιος αγοραστής και στις οποίες αναφέρεται η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2007/44;
2)
Αν το πρώτο ερώτημα χρήζει καταφατικής απαντήσεως, πρέπει οι απαιτήσεις ή οι όροι που τίθενται από την αρμόδια αρχή να είναι αναγκαίοι υπό την έννοια ότι, αν δεν είχαν τεθεί, η αξιολόγηση με γνώμονα τα κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της [οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε,] θα υποχρέωνε την αρμόδια αρχή να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής;
3)
Αν επιτρέπεται να τεθούν απαιτήσεις ή όροι, παρέχει το άρθρο 15β, παράγραφος 1, [της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε,] βάση στην αρμόδια αρχή για να τεθούν, στο πλαίσιο της αποκτήσεως συμμετοχής, απαιτήσεις σχετικά με την “εταιρική διακυβέρνηση” της επιχειρήσεως για την οποία σχεδιάζεται η απόκτηση συμμετοχής, όπως για παράδειγμα ένα δυαδικό σύστημα συνθέσεως του εποπτικού συμβουλίου;»
16.
Τα ερωτήματα αυτά αποτέλεσαν το αντικείμενο γραπτών παρατηρήσεων της GCO, της DNB, της Ολλανδικής, της Βελγικής, της Εσθονικής, της Γαλλικής, της Ιταλικής, και της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, καθώς και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επίσης, η GCO, η DNB, η Ολλανδική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Νοεμβρίου 2014.
IV – Νομική ανάλυση
Α ‐ Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
17.
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν εθνική διάταξη μπορεί να προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους ενός σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής, ενώ η οδηγία 2007/44 δεν προβλέπει τέτοια δυνατότητα. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι εθνικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν μονομερώς όρους ή αν μπορούν μόνο να δέχονται τους όρους που προτείνει ο υποψήφιος αγοραστής.
1. Επί της μη ρητής προβλέψεως δυνατότητας εγκρίσεως υπό όρους στην οδηγία 2007/44
18.
Η οδηγία 2007/44 ρητώς ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αντιταχθούν στο σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής. Πράγματι, το άρθρο 15β, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές «δύνανται να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1», και το άρθρο 15α, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, διευκρινίζει ότι, «αν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν […] να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής», ενημερώνουν σχετικά τον υποψήφιο αγοραστή με γραπτή και αιτιολογημένη απόφαση ( 8 ). Αντιθέτως, όσον αφορά την έγκριση του σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής, το άρθρο 15α, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, αρκείται να ορίσει ότι η σιωπή εξομοιώνεται με έγκριση ( 9 ), και η αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2007/44 αναφέρει ότι οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον υποψήφιο αγοραστή για τη «θετική έκβαση» της αξιολογήσεως, τουλάχιστον αν αυτός υποβάλει σχετική αίτηση. A fortiori, η οδηγία 2007/44 δεν περιέχει καμία αναφορά σε έγκριση υπό όρους.
19.
Αντιθέτως προς αυτό που υποστηρίζουν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, νομίζω ότι το άρθρο 15β, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, δεν προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους.
20.
Η διάταξη αυτή ορίζει ότι «τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί». Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή προτείνουν μια a contrario ερμηνεία της διατάξεως αυτής, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν «προϋποθέσεις», υπό την έννοια όρων που συνοδεύουν την έγκριση του σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής, εφόσον αυτοί δεν αφορούν το ύψος της συμμετοχής. Η Επιτροπή επικαλείται επίσης την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2007/44, κατά την οποία «η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη τους τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται από τον υποψήφιο αγοραστή», καθώς και τις κατευθυντήριες γραμμές της ευρωπαϊκής επιτροπής εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕΕΑΑΕΣ), που αναφέρουν τη δυνατότητα αναλήψεως δεσμεύσεων ( 10 ).
21.
Σημειώνω όμως ότι η οδηγία 92/49 και η οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής ( 11 ), χρησιμοποιούν τις λέξεις «όροι ασκήσεως δραστηριότητος» και «προϋποθέσεις αναλήψεως δραστηριότητος» όσον αφορά τα κριτήρια προσβάσεως στην ασφαλιστική δραστηριότητα και τα κριτήρια ασκήσεως της δραστηριότητας αυτής ( 12 ). Κατά συνέπεια, ο όρος «προϋποθέσεις» φαίνεται να αναφέρεται σε κανονιστικά κριτήρια και όχι στους όρους που τυχόν θα συνόδευαν την έγκριση συγκεκριμένου σχεδίου συμμετοχής. Επιπλέον, η τιθέμενη με το άρθρο 15β, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, απαγόρευση επιβάλλεται στα κράτη μέλη, και όχι στις αρμόδιες αρχές. Πάντως, οι τελευταίες είναι εκείνες οι οποίες, κατά την αξιολόγηση συγκεκριμένου σχεδίου, καθορίζουν τους όρους.
22.
Νομίζω ότι ούτε το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους, όπως δεν την προβλέπει και το άρθρο 15β, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, αντιθέτως προς αυτό που υποστηρίζουν η DNB και η Ολλανδική Κυβέρνηση.
23.
Πράγματι, το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι «τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, στην περίπτωση που η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση», εκδίδοντας, «μεταξύ άλλων, διαταγές, κυρώσεις έναντι των διευθυνόντων ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή εταίροι». Αντιθέτως προς αυτό που υποστηρίζουν η DNB και η Ολλανδική Κυβέρνηση, τα «κατάλληλα μέτρα» που προβλέπει η εν λόγω διάταξη δεν είναι προϋποθέσεις για την έγκριση σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής, επιβαλλόμενες ex ante, δηλαδή πριν από την εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου. Πρόκειται για μέτρα λαμβανόμενα από τις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας που ασκείται καθ’ όλη τη διάρκεια της δραστηριότητας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως ( 13 ). Κατά συνέπεια, επιβάλλονται ex post, δηλαδή μετά την αδειοδότησή της ή, κατά περίπτωση, μετά την έγκριση σχεδίου αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής. Πράγματι, το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, αναφέρει, ως παράδειγμα «κατάλληλων μέτρων», «ποινές» εις βάρος των διευθυνόντων. Πάντως, η αξιολόγηση σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής δεν αποσκοπεί στον κολασμό συμπεριφοράς· πρόκειται για έλεγχο των δομών.
24.
Κατά συνέπεια, το γράμμα των άρθρων 15, 15α και 15β της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι υπάρχει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους. Επιπλέον, σημειώνω ότι πρόταση της EKT, η οποία επιθυμούσε την τροποποίηση του κειμένου της εν λόγω οδηγίας ώστε να προβλεφθεί τέτοια δυνατότητα, δεν έγινε δεκτή ( 14 ).
25.
Πρέπει εντεύθεν να συναχθεί ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβλέψουν δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους; Οι υποβαλόντες παρατηρήσεις συμφωνούν σε αρνητική απάντηση, με εξαίρεση την GCO. Συγκεκριμένα, κατά την GCO, η οδηγία 2007/44 προβαίνει, όπως αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 6, σε «μέγιστη» εναρμόνιση, και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη η θέσπιση μέτρου που δεν προβλέπεται από την οδηγία αυτή ( 15 ). Παρά ταύτα, μια τέτοια άποψη δεν μπορεί, κατ’ εμέ, να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 15α, παράγραφος 7, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, απαγορεύει τη θέσπιση εκείνων μόνο των μέτρων που αποτελούν «αυστηρότερες απαιτήσεις» από αυτές της οδηγίας 2007/44. Πάντως, η μη προβλεπόμενη από την οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε, υπό όρους έγκριση σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής δεν δύναται να θεωρηθεί αυστηρότερη από την προβλεπόμενη στην εν λόγω οδηγία εναντίωση σε ένα τέτοιο σχέδιο.
2. Επί των «αυστηροτέρων απαιτήσεων», την επιβολή των οποίων αποκλείει η οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε
26.
Το άρθρο 15α, παράγραφος 7, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, απαγορεύει στα κράτη μέλη να «επιβάλλουν για την κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές και την έγκριση […] απαιτήσεις αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία». Η αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2007/44 αναφέρει ότι η εναρμόνιση είναι «μέγιστη» και διευκρινίζει ότι απαγορεύει «τη θέσπιση από τα κράτη μέλη αυστηρότερων κανόνων».
27.
Τί συνιστά «αυστηρότερη απαίτηση»; Κατά την άποψή μου, πρόκειται, με γνώμονα τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία 2007/44, για εθνικό μέτρο που εμποδίζει ή δυσχεραίνει την απόκτηση ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, επιβάλλοντας στον υποψήφιο αγοραστή την τήρηση διαδικαστικών προϋποθέσεων μη προβλεπόμενων από την οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε.
28.
Πράγματι, η αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας 2007/44 αναφέρει ότι έχει ως «στόχο […] τη θέσπιση εναρμονισμένων διαδικαστικών κανόνων και κριτηρίων αξιολόγησης σε ολόκληρη την Κοινότητα». Κατά συνέπεια, αποβλέπει στην αύξηση της διαφάνειας τόσο των κριτηρίων όσο και της διαδικασίας αξιολογήσεως, όπως δείχνει η αιτιολογική σκέψη 2, η οποία αναφέρει ότι «απαιτείται διευκρίνιση των κριτηρίων και της διαδικασίας προληπτικής αξιολόγησης για την παροχή της αναγκαίας ασφάλειας δικαίου, σαφήνειας και προβλεψιμότητας». Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει, στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεώς της για την έκδοση οδηγίας, ότι «κάθε υπερβολική ανάμειξη των ρυθμιστικών αρχών» ενέχει τον κίνδυνο παρακωλύσεως, ακόμη και ματαιώσεως, των διασυνοριακών ενοποιήσεων ( 16 ). Πράγματι, η καταστρατήγηση των διαδικασιών προληπτικής αξιολογήσεως είχε οδηγήσει στην άσκηση προσφυγών λόγω παραβάσεως κατά κρατών μελών που είχαν εναντιωθεί στην απόκτηση συμμετοχής στις εθνικές τράπεζες ( 17 ).
29.
Με γνώμονα τον σκοπό αυτόν, θα αποτελούσε «αυστηρότερη απαίτηση» εθνικό μέτρο το οποίο, κατά παράβαση του άρθρου 15β, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, θα επέβαλλε στον υποψήφιο αγοραστή την παροχή πληροφοριών μη αναγκαίων για την αξιολόγηση του σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής (σχετικά με τα μερίδιά του αγοράς, για παράδειγμα) ή που θα του ζητούσε πληροφορίες όχι αυστηρώς αναγκαίες για την αξιολόγηση αυτή όσον αφορά το επίμαχο σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής. Θα αποτελούσε επίσης «αυστηρότερη απαίτηση» εθνικό μέτρο το οποίο, κατά παράβαση του άρθρου 15α, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, θα επέτρεπε στις αρμόδιες αρχές την επ’ αόριστον αναστολή της προθεσμίας αξιολογήσεως προκειμένου να ζητούν συμπληρωματικές πληροφορίες από τον υποψήφιο αγοραστή.
30.
Εν προκειμένω, το άρθρο 3:104 του Wft προβλέπει τη δυνατότητα να συνοδεύεται με όρους η κατά το άρθρο 3:100 του ίδιου νομοθετήματος δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων. Ασφαλώς, όπως εξήγησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της DNB, η μη τήρηση των όρων δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το κύρος της δηλώσεως μη διατυπώσεως αντιρρήσεων: δεν επιφέρει αυτοδίκαιη ακυρότητά της, και η προηγούμενη κατάσταση αποκαθίσταται μόνον αν η DNB ανακαλέσει τη δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων. Παρά ταύτα, το άρθρο 3:104 του Wft δεν παύει να προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους, εφόσον οι προϋποθέσεις είναι υποχρεωτικές και η μη τήρησή τους επιφέρει εν τέλει την ανάκληση της δηλώσεως μη διατυπώσεως αντιρρήσεων. Πάντως, η διάταξη αυτή ασφαλώς αποτελεί «απαίτηση» μη προβλεπόμενη από την οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε, κατά την έννοια του άρθρου 15α, παράγραφος 7, της εν λόγω οδηγίας. Πράγματι, επιβάλλει στον υποψήφιο αγοραστή την τήρηση διαδικαστικών προϋποθέσεων μη προβλεπόμενων από την οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε (παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών, τήρηση των όρων). Παρά ταύτα, αμφιβάλλω ως προς το αν οι διαδικαστικές αυτές προϋποθέσεις μπορούν να θεωρηθούν «αυστηρότερες» από εκείνες που προβλέπει η οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε, δεδομένου ότι η τήρηση των δεσμεύσεων δεν είναι «αυστηρότερη» για τον υποψήφιο αγοραστή από την παραίτηση από την απόκτηση, που είναι το αποτέλεσμα αποφάσεως εναντιώσεως η οποία ρητώς προβλέπεται από την οδηγία 2007/44.
31.
Κατά συνέπεια, ούτε το άρθρο 15α, παράγραφος 7, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, ούτε άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους. Ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως της Ένωσης, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν διαδικαστικές λεπτομέρειες που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν την προάσπιση του δικαιώματος που ο υποψήφιος αγοραστής αντλεί από την οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε, δηλαδή του δικαιώματος να εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές το σχέδιό του αποκτήσεως συμμετοχής όταν καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της «χρηστής και συνετής διαχειρίσεως» της ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Παρά ταύτα, οι διαδικαστικές λεπτομέρειες που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 18 ).
32.
Εντούτοις, πριν προχωρήσω στην εξέταση της συμφωνίας του Wft με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, θεωρώ αναγκαίο να απαντήσω στο επιχείρημα της GCO, που ανέφερα πιο πάνω ( 19 ), ότι ο χαρακτήρας της «μεγίστης» εναρμονίσεως που πραγματοποιεί η οδηγία 2007/44 απαγορεύει στα κράτη μέλη τη θέσπιση όχι μόνο «αυστηρότερων» μέτρων αλλά και κάθε μέτρου που δεν προβλέπεται από την οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε, εφόσον το μέτρο εκείνο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της. Πράγματι, δεν θεωρώ υποστηρίξιμο το ότι, εκδίδοντας την οδηγία 2007/44, ο νομοθέτης της Ένωσης προκατέλαβε την εξουσία των κρατών μελών προκειμένου να νομοθετήσει στο πεδίο της συντρέχουσας αρμοδιότητας που είναι η εσωτερική αγορά ασφαλίσεων ( 20 ). Υπογραμμίζω ότι το ζήτημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω (η έγκριση υπό όρους) αφορά όχι την εναρμόνιση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (τα κριτήρια αξιολογήσεως του σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής) αλλά την εναρμόνιση διαδικαστικών διατάξεων. Πάντως, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, η εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πραγματοποιείται κατ’ αρχήν σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες και από τις εθνικές διοικητικές αρχές. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, αν ήθελε να αφαιρέσει από τα κράτη μέλη κάθε κανονιστική αρμοδιότητα σε έναν τομέα στον οποίο αυτά έχουν ελευθερία δράσεως, την οποία το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει ως «αυτονομία» ( 21 ), θα είχε ρητώς ορίσει, στο άρθρο 15α, παράγραφος 7, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να επιβάλλουν «άλλες απαιτήσεις» από αυτές που προβλέπει η εν λόγω οδηγία, αντί να αρκεστεί να τους απαγορεύσει την επιβολή «αυστηρότερων απαιτήσεων» ( 22 ).
33.
Παρά ταύτα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η οδηγία 2007/44 στέρησε τα κράτη μέλη από κάθε κανονιστική αρμοδιότητα, δεν θα μπορεί παρά να τα στέρησε από αυτήν μόνον εφόσον το επίμαχο εθνικό μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της. Πάντως, νομίζω ότι, μολονότι η οδηγία 2007/44 προβαίνει αδιαμφισβήτητα σε «μέγιστη» εναρμόνιση, δεν προβαίνει σε εξαντλητική εναρμόνιση. Ειδικότερα, δεν λέγει τίποτα για την εγκριτική απόφαση, υπό όρους ή όχι. Κατά συνέπεια, το εθνικό μέτρο που προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της, και επιτρέπεται στα κράτη μέλη να την προβλέπουν. Επομένως, επικουρικά, θα εξηγήσω διά βραχέων ως προς τι η οδηγία 2007/44 δεν προβαίνει σε εξαντλητική εναρμόνιση της διαδικασίας.
3. Επί του μη εξαντλητικού χαρακτήρα της εναρμονίσεως της διαδικασίας αξιολογήσεως
34.
Μολονότι η οδηγία 2007/44 προβαίνει σε εξαντλητική εναρμόνιση των κριτηρίων αξιολογήσεως, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω, αντιθέτως δεν προβαίνει σε εξαντλητική εναρμόνιση της διαδικασίας αξιολογήσεως.
35.
Συναφώς, η Επιτροπή, χωρίς να λαμβάνει θέση επί του εξαντλητικού χαρακτήρα της εναρμονίσεως, παρατηρεί ότι η οδηγία 2007/44 αφήνει στα κράτη μέλη ορισμένο βαθμό ευελιξίας. Πράγματι, νομίζω ότι οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2007/44 αφήνουν ελεύθερα τα κράτη μέλη να ρυθμίσουν ορισμένες διαδικαστικές λεπτομέρειες. Τους επιτρέπουν να προβλέπουν διαδικασία προηγούμενης γνωστοποιήσεως (αιτιολογική σκέψη 7), να ζητούν (ή να δέχονται) συμπληρωματικές πληροφορίες ακόμη και μετά την πάροδο της προθεσμίας 50 εργασίμων ημερών που προβλέπεται προς τούτο από την οδηγία αυτή (αιτιολογική σκέψη 7) και να ενημερώνουν τον υποψήφιο αγοραστή όχι μόνο, όπως απαιτείται από την εν λόγω οδηγία, για τις αποφάσεις εναντιώσεως αλλά και για τη «θετική έκβαση» της αξιολογήσεως (αιτιολογική σκέψη 5). Κατά συνέπεια, η «μέγιστη» εναρμόνιση δεν αφορά το σύνολο της διαδικασίας αξιολογήσεως.
36.
Ειδικότερα, η ενημέρωση περί της «θετικής εκβάσεως» της αξιολογήσεως, για την πρόβλεψη της οποίας η αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2007/44 αφήνει ελευθερία στα κράτη μέλη, είναι νοητή τόσο ως προς την απλή έγκριση του σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής όσο και ως προς την έγκρισή του υπό όρους, δεδομένου ότι για τον υποψήφιο αγοραστή αυτή είναι πιο «θετική» από την εναντίωση. Πάντως, δύσκολα μπορεί κανείς να δει πώς ο υποψήφιος αγοραστής θα μπορούσε να πληροφορηθεί την υπό όρους έγκριση με άλλον τρόπο και όχι γραπτώς, και επομένως υπό μορφή αποφάσεως. Διαφορετικά, πώς θα γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο των όρων τους οποίους οφείλει να τηρήσει; Κατά συνέπεια, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα των αρμόδιων αρχών να ενημερώσουν τον υποψήφιο αγοραστή για τη «θετική έκβαση» της αποκτήσεως, η αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2007/44 αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές τους να εκδίδουν τυπική απόφαση εγκρίσεως, τουλάχιστον όταν η απόφαση συνοδεύεται με όρους ( 23 ).
37.
Κατά συνέπεια, η οδηγία 2007/44 δεν προέβη σε εξαντλητική εναρμόνιση της διαδικασίας αξιολογήσεως. Ειδικότερα, δεν εναρμόνισε την πράξη με την οποία οι αρμόδιες αρχές περατώνουν τη διαδικασία, όταν αυτή έχει «θετική έκβαση». Όπως υπογραμμίζουν η DNB και η Ιταλική Κυβέρνηση, η εναρμόνιση δεν αφορά τη διοικητική πράξη με την οποία οι αρμόδιες αρχές περατώνουν τη διαδικασία. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο θεωρήσει, εσφαλμένως, κατά την άποψή μου, ότι η οδηγία 2007/44 απαγορεύει στα κράτη μέλη τη θέσπιση όχι μόνο των «αυστηρότερων» μέτρων, αλλά και οποιουδήποτε μέτρου δεν προβλέπεται από την οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε, δεν θα τους απαγόρευε να προβλέψουν δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους. Πράγματι, η τελευταία εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας.
4. Επί της τηρήσεως της αρχής της αποτελεσματικότητας
38.
Το εθνικό μέτρο με το οποίο κράτος μέλος προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους ανάγεται στη διαδικαστική του αυτονομία. Κατά συνέπεια, το εν λόγω κράτος μέλος, όταν ασκεί την αυτονομία αυτή, οφείλει να τηρεί τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
39.
Μόνον η αρχή της αποτελεσματικότητας μας ενδιαφέρει εδώ.
40.
Παρά ταύτα, δεν βλέπω κατά ποιον τρόπο η έκδοση αποφάσεως αποδοχής υπό όρους θα καθιστούσε υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία ο υποψήφιος αγοραστής αντλεί από την οδηγία 2007/44. Πράγματι, η οδηγία αυτή παρέχει στον υποψήφιο αγοραστή το δικαίωμα αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση μόνον αν το σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής ικανοποιεί τα κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε. Πάντως, οι όροι έχουν ακριβώς ως σκοπό να διασφαλίσουν την τήρηση των κριτηρίων αυτών. Δεν μπορούν να έχουν άλλο αντικείμενο, επειδή ο κατάλογος κριτηρίων του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, είναι εξαντλητικός.
41.
Πράγματι, το άρθρο 15β, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές «δύνανται να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1» ( 24 ). Επιπλέον, το άρθρο 15β, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, δεν μπορεί να ερμηνευθεί a contrario υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν κριτήρια άλλα από τα απαριθμούμενα στην εν λόγω παράγραφο 1, εφόσον δεν αφορούν το ύψος της προς απόκτηση συμμετοχής. Πράγματι, η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2007/44 αναφέρει ότι ο κατάλογος που παρατίθεται στην οδηγία αυτή αποτελεί «περιορισμένο αριθμό κριτηρίων αξιολόγησης». Τέλος, η πρόθεση καταρτίσεως εξαντλητικού καταλόγου απορρέει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες. Η πρόταση της Επιτροπής εκθέτει ότι «οι τροποποιημένες οδηγίες προβλέπουν διεξοδικό κατάλογο συγκεκριμένων κριτηρίων για την αξιολόγηση της καταλληλότητας του αγοραστή» ( 25 ). Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ορίζουν κριτήρια μη προβλεπόμενα στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε. Άλλωστε, οι υποβαλόντες παρατηρήσεις συμφωνούν ως προς αυτό (τουλάχιστον, όσοι εξ αυτών τοποθετήθηκαν επί του θέματος).
42.
Κατά συνέπεια, η αναγωγή της τηρήσεως των κριτηρίων της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, σε όρο της εγκρίσεως, δεν καταλήγει στο να περιορίσει το δικαίωμα που ο υποψήφιος αγοραστής αντλεί από την εν λόγω οδηγία, αλλά αντιθέτως συνιστά πλήρη έκφρασή του, τηρουμένων των ορίων που η ίδια η εν λόγω οδηγία θέτει στο δικαίωμα αυτό, δηλαδή της τηρήσεως των κριτηρίων που αυτή προβλέπει. Όπως παρατηρεί η DNB, η δυνατότητα να συνοδευτεί η έγκριση με όρους ευνοεί την αποτελεσματικότητα του προληπτικού ελέγχου.
43.
Εν προκειμένω, και μολονότι μόνο στον εθνικό δικαστή απόκειται να ερμηνεύει το εσωτερικό δίκαιο ( 26 ), νομίζω ότι ο εθνικός νομοθέτης όντως όρισε ότι οι όροι δεν μπορούν να έχουν άλλο αντικείμενο από την εκπλήρωση των πέντε κριτηρίων αξιολογήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε. Πράγματι, το άρθρο 3:104 του Wft ορίζει ότι «η DNB δύναται να συνοδεύσει τη δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων […] με περιορισμούς ή όρους όσον αφορά τα συμφέροντα» στην προστασία των οποίων αποσκοπεί το άρθρο 3:100 του Wft. Πάντως, το γράμμα του εν λόγω άρθρου 3:100, κατά το οποίο «η [DNB] χορηγεί δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων […], εκτός αν» δεν ικανοποιείται ένα από τα πέντε κριτήρια, νομίζω ότι δείχνει ότι η απαρίθμησή τους είναι εξαντλητική ( 27 ). Επιπλέον, νομίζω ότι το εν λόγω άρθρο 3:100 αποτελεί πιστή επανάληψη των κριτηρίων αυτού του άρθρου 15β, παράγραφος 1 ( 28 ). Ασφαλώς, η μεταφορά της οδηγίας 2007/44 υπήρξε εκπρόθεσμη και, για τον λόγο αυτόν, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών καταδικάστηκε λόγω παραβάσεως κράτους μέλους ( 29 ). Κατά συνέπεια, το άρθρο 3:100 του Wft, όπως είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, δεν παρέπεμπε στα κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε. Παρά ταύτα, εφόσον το αιτούν δικαστήριο ανέφερε την πρόθεσή του να ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή υπό το πρίσμα της οδηγίας 2007/44, η καθυστέρηση της μεταφοράς δεν έχει ως συνέπεια ότι εξουσιοδοτείται η DNB να θέτει όρους με αντικείμενο άλλο από την εκπλήρωση ενός από τα πέντε κριτήρια που απαριθμήθηκαν πιο πάνω.
44.
Όσον αφορά το ερώτημα αν τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτήσουν τις αρμόδιες αρχές τους να επιβάλλουν μονομερώς όρους στον υποψήφιο αγοραστή, και όχι απλώς να επιτρέπουν σε αυτές να δέχονται τους προτεινόμενους από αυτόν όρους, η απάντηση είναι, κατά την άποψή μου, καταφατική.
45.
Αληθεύει ότι η παραπομπή, από την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2007/44, στις «δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται» από τον υποψήφιο αγοραστή υποδηλώνει εκούσια ενέργεια του τελευταίου, δεδομένου μάλιστα ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (κανονισμός ΕΚ για τις συγκεντρώσεις) ( 30 ), χρησιμοποιεί επίσης τον όρο «δεσμεύσεις» προκειμένου περί τροποποιήσεων που προτείνονται από τους μετέχοντες στην πράξη κοινοποιηθείσας συγκεντρώσεως ( 31 ). Παρά ταύτα, δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίο η μονομερής επιβολή όρων θα καθιστούσε στην πράξη υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος που ο υποψήφιος αγοραστής αντλεί από την οδηγία 2007/44, όταν οι όροι καθιστούν δυνατή την εκπλήρωση των κριτηρίων του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, και μόνον αυτών.
46.
Πριν προχωρήσω στην εξέταση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, πρέπει ακόμη να εξετάσω αν ο Wft συνάδει με τη Συνθήκη ΛΕΕ. Ασφαλώς, το αιτούν δικαστήριο δεν ρώτησε το Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού. Παρά ταύτα, νομίζω ότι, για να του δοθεί λυσιτελής απάντηση ( 32 ), πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αυτό. Πράγματι, η οδηγία 2007/44 δεν προβαίνει σε εξαντλητική εναρμόνιση της διαδικασίας αξιολογήσεως. Πάντως, μόνο σε περίπτωση εξαντλητικής εναρμονίσεως το εθνικό μέτρο εκτιμάται με γνώμονα μόνο την οδηγία ( 33 ). Ελλείψει εξαντλητικής εναρμονίσεως, πρέπει να εξακριβωθεί η συμφωνία του με τη Συνθήκη ΛΕΕ. Επιπλέον, το ζήτημα αυτό εξετάζεται, μολονότι έμμεσα, στις γραπτές παρατηρήσεις της Γαλλικής, της Εσθονικής και της Ιταλικής Κυβερνήσεως ( 34 ), και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση τέθηκε επί του εν λόγω ζητήματος ερώτηση στον εκπρόσωπο της Επιτροπής.
5. Επί της συμφωνίας του Wft με τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 63 ΣΛΕΕ
47.
Αν το επίμαχο εθνικό μέτρο προορίζεται να έχει εφαρμογή μόνον επί των συμμετοχών που καθιστούν δυνατή την άσκηση αναμφισβήτητης επιρροής επί της επιχειρήσεως, πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Αν προορίζεται να έχει εφαρμογή επί οποιασδήποτε συμμετοχής, ακόμη και μειοψηφικής, πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 63 ΣΛΕΕ ( 35 ). Εν προκειμένω, φαίνεται, αν και τούτο δεν προκύπτει σαφώς από τη δικογραφία, ότι ο Wft προορίζεται να έχει εφαρμογή τόσο επί των συμμετοχών που παρέχουν αναμφισβήτητη επιρροή όσο και επί αυτών που δεν παρέχουν τέτοια επιρροή. Κατά συνέπεια, ο Wft πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα το άρθρο 63 ΣΛΕΕ και το άρθρο 49 ΣΛΕΕ.
α) Επί της συμφωνίας με το άρθρο 63 ΣΛΕΕ
48.
Το άρθρο 3:104 του Wft, το οποίο προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους, αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων ( 36 ). Πράγματι, το εθνικό μέτρο που επιβάλλει την υποχρέωση τηρήσεως των όρων που τάσσονται από τις αρμόδιες αρχές εμποδίζει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική την απόκτηση ειδικής συμμετοχής.
49.
Παρά ταύτα, νομίζω ότι ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να δικαιολογηθεί από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Δεδομένου ότι η —επίμαχη εν προκειμένω— ασφάλιση πιστώσεων απευθύνεται επίσης σε επαγγελματίες, προτείνω στο Δικαστήριο, αντί να αναφερθεί στην προστασία των καταναλωτών, να αναγνωρίσει, ως αποτελούσα επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, την εγγύηση της σταθερότητας και της ασφάλειας των στοιχείων ενεργητικού τα οποία διαχειρίζεται μια ασφαλιστική επιχείρηση, κατά το πρότυπο των αποφάσεων Επιτροπή κατά Πολωνίας και VBV – Vorsorgekasse ( 37 ), στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμφέρον εγγυήσεως της σταθερότητας και της ασφάλειας των στοιχείων ενεργητικού τα οποία διαχειρίζονται, αντιστοίχως, ένας οργανισμός συλλογικών επενδύσεων και ένα συνταξιοδοτικό ταμείο, ιδίως με τη θέσπιση προληπτικών κανόνων, αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος.
50.
Εν προκειμένω, τα «συμφέροντα», στην προστασία των οποίων αποβλέπουν οι όροι που επιβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 3:104 του Wft είναι πανομοιότυπα με τα κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, τα οποία αποβλέπουν στη διασφάλιση της «χρηστής και συνετής διαχειρίσεως» της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, η οποία συνίσταται προ πάντων στην εγγύηση της σταθερότητας της περιουσίας της. Κατά συνέπεια, ο Wft είναι κατάλληλος για τον επιδιωκόμενο σκοπό.
51.
Όσον αφορά την αναλογικότητά του, αυτή θέτει, κατά την άποψή μου, δύο ζητήματα.
52.
Πρώτον, πρέπει να καθοριστεί αν είναι αναγκαία η επιβολή όρων a priori, στο πλαίσιο της προληπτικής εγκρίσεως, και όχι η επιβολή τους a posteriori, στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας, όταν ανακύπτει δυσχέρεια. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι, κατά την άποψή μου, καταφατική. Νομίζω ότι τα κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο, κατά περίπτωση, τόσο όρων όσο και μέτρων προληπτικής εποπτείας. Για παράδειγμα, θα ήταν παράλογο, αν η ασφαλιστική επιχείρηση αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικές δυσχέρειες κατά την ημέρα εγκρίσεως του σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής, να μην της επιβληθούν αμέσως, υπό τη μορφή όρων, συναφείς υποχρεώσεις. Ομοίως, πρέπει να μπορεί να καταστεί αντικείμενο, αργότερα, μέτρων προληπτικής εποπτείας εχόντων ως σκοπό τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής της σταθερότητας, όπως προβλέπει η αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2007/44, η οποία διευκρινίζει ότι «η προληπτική αξιολόγηση […] δεν θα πρέπει να […] αντικαθιστά τις απαιτήσεις της ισχύουσας προληπτικής εποπτείας».
53.
Δεύτερον, πρέπει να διασφαλιστεί ότι, όπως το Δικαστήριο απαιτεί προκειμένου περί των καθεστώτων προηγούμενης άδειας —ο Wft προβλέπει όντως καθεστώς προηγούμενης άδειας, στο πλαίσιο του οποίου επιβάλλονται όροι— η επιβολή όρων υπόκειται σε «αντικειμενικά κριτήρια, μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις και εκ των προτέρων γνωστά», και ότι οποιαδήποτε απόφαση εγκρίσεως υπό όρους μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ενδίκου βοηθήματος ( 38 ). Όσον αφορά το ένδικο βοήθημα, σημειώνω ότι η οδηγία 2007/44 προβλέπει την αιτιολόγηση μόνο της αποφάσεως εναντιώσεως ( 39 ). Παρά ταύτα, ο δικαστής δεν μπορεί να ασκήσει πραγματικό έλεγχο των όρων αν δεν είναι αιτιολογημένη η απόφαση εγκρίσεως υπό όρους. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν την υποχρέωση, σε περίπτωση εγκρίσεως υπό όρους, εκδόσεως γραπτής και αιτιολογημένης αποφάσεως ( 40 ). Εν προκειμένω, το άρθρο 3:100 του Wft προβλέπει αντικειμενικά και μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις κριτήρια, που επαναλαμβάνουν αυτά που θεσπίστηκαν με την οδηγία 2007/44. Παρά ταύτα, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει την προβλεψιμότητά τους για τον υποψήφιο αγοραστή, λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση ως προς τη μεταφορά της οδηγίας αυτής. Επιπλέον, οι αποφάσεις της DNB προφανώς δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο ενδίκου βοηθήματος. Εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να βεβαιωθεί ότι οι επίμαχες αποφάσεις είναι αρκούντως αιτιολογημένες προκειμένου να παράσχουν στην GCO τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το δικαίωμά της ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος με πλήρη γνώση των επιχειρημάτων που θα μπορούσε να προβάλει.
54.
Κατά συνέπεια, το άρθρο 3:104 του Wft, το οποίο προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους, αποτελεί, κατ’ εμέ, περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων δυνάμενο να δικαιολογηθεί από το γενικό συμφέρον της εγγυήσεως της σταθερότητας και της ασφάλειας των στοιχείων ενεργητικού τα οποία διαχειρίζεται μια ασφαλιστική επιχείρηση. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν ένας τέτοιος περιορισμός είναι αναλογικός. Πρέπει, αφενός, να εξετάσει αν, λαμβανομένης υπόψη της εκπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας 2007/44, τα κριτήρια αξιολογήσεως ήσαν αρκούντως προβλέψιμα για την GCO και, αφετέρου, να εξακριβώσει αν οι επίμαχες αποφάσεις της DNB είναι αρκούντως αιτιολογημένες ώστε να παρέχουν στην GCO τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το δικαίωμά της ασκήσεως αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος.
β) Επί της συμφωνίας με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ
55.
Κατά πάγια νομολογία, στην έκταση που το επίμαχο μέτρο επιφέρει περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, ο περιορισμός αυτός αποτελεί άμεση συνέπεια των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, που εξετάστηκαν πιο πάνω, με τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένος ( 41 ).
56.
Επομένως, το άρθρο 3:104 του Wft συνιστά επίσης περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Παρά ταύτα, αυτός δύναται, όπως ο περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, να δικαιολογηθεί από το γενικό συμφέρον της εγγυήσεως, της σταθερότητας και της ασφάλειας των στοιχείων ενεργητικού τα οποία διαχειρίζεται μια ασφαλιστική επιχείρηση. Πάντως, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να προβεί στις εξακριβώσεις που αναφέρει το σημείο 54 των προτάσεών μου.
Β ‐ Επί του δευτέρου ερωτήματος
57.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν όρους μη αναγκαίους για την έγκριση του σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής, δηλαδή όρους που δεν έχουν ως αντικείμενο την εκπλήρωση ενός από τα πέντε κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε.
58.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Όπως εξέθεσα πιο πάνω ( 42 ), τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προσθέτουν νέα κριτήρια στον κατάλογο αυτόν και οι εθνικές αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να επιβάλλουν όρους που δεν ικανοποιούν ένα από τα κριτήρια αυτά, όπως μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο.
59.
Επιπλέον, σημειώνω ότι, όπως παρατήρησε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι όροι πρέπει όχι μόνο να είναι αναγκαίοι για την ικανοποίηση ενός από τα κριτήρια αξιολογήσεως, αλλά και να είναι αναλογικοί, δηλαδή να μην υπερβαίνουν το απαιτούμενο προς εκπλήρωση των κριτηρίων αυτών. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν ερωτά το Δικαστήριο ως προς το αν οι όροι πρέπει να είναι αναλογικοί, το Δικαστήριο οφείλει, κατά την άποψή μου, να εξετάσει το ζήτημα αυτό, το οποίο απορρέει από εκείνο περί της αναγκαιότητας των όρων.
60.
Πράγματι, αφενός, μολονότι η οδηγία 2007/44 προβλέπει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας μόνον όσον αφορά τις πληροφορίες τις οποίες ο υποψήφιος αγοραστής οφείλει να παράσχει με την κοινοποίηση ( 43 ), οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕΕΑΑΕΣ αναφέρουν, σχετικά με τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή, ότι αυτός θα πρέπει να ικανοποιήσει μεγαλύτερες απαιτήσεις ιδίως όταν πρόκειται για απόκτηση ελέγχου και όχι για απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής ( 44 ). Εντεύθεν προκύπτει ότι οι όροι πρέπει να είναι αυστηρότεροι σε περίπτωση αποκτήσεως ελέγχου.
61.
Από την άλλη πλευρά, η αρχή της αναλογικότητας είναι γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν εφόσον η επίμαχη εθνική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ( 45 ). Κατά συνέπεια, στις αρμόδιες αρχές και στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσουν ότι οι όροι αυτοί είναι όχι μόνον αναγκαίοι αλλά και σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας.
62.
Τέλος, σημειώνω ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η GCO ανέφερε ότι «εξεπλάγη» από την έκδοση της αποφάσεως εγκρίσεως υπό όρους. Ασφαλώς, η οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε, ουδόλως αναφέρει δικαίωμα ακροάσεως, ούτε καν για την περίπτωση εναντιώσεως στο σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής. Παρά ταύτα, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των δικαιωμάτων άμυνας, γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης, εγγυάται σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει, κατά τρόπο λυσιτελή και αποτελεσματικό, την άποψή του κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του ( 46 ). Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν η εφαρμοστέα νομοθεσία της Ένωσης δεν προβλέπει ρητώς μια τέτοια διατύπωση ( 47 ). Κατά συνέπεια, οι αρμόδιες αρχές έχουν την υποχρέωση να πληροφορούν τον υποψήφιο αγοραστή για την πρόθεσή τους να επιβάλουν όρους και να του παρέχουν τη δυνατότητα να εκθέσει τις παρατηρήσεις του επί του θέματος πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί εγκρίσεως υπό όρους ( 48 ).
63.
Κατά συνέπεια, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν η CGO είχε τη δυνατότητα να υποβάλει συναφώς παρατηρήσεις πριν από την έκδοση των αποφάσεων της DNB.
Γ ‐ Επί του τρίτου ερωτήματος
64.
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλουν όρο σχετικά με την «εταιρική διακυβέρνηση» της επιχειρήσεως, δηλαδή αν μια τέτοια απαίτηση αποσκοπεί στην εκπλήρωση ενός από τα κριτήρια τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε. Εν προκειμένω, θα υπενθυμίσω, η DNB αξίωσε να είναι ανεξάρτητα των μετόχων τουλάχιστον τα μισά μέλη των εποπτικών συμβουλίων της ATNV και της ACINV, περιλαμβανομένων των προέδρων τους.
65.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η DNB δεν μπορούσε να επιβάλει όρο περί της εταιρικής διακυβερνήσεως, επειδή αυτή δεν συνδέεται με κανένα από τα κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, ούτε καν με το στοιχείο δʹ. Οι άλλοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις συμφωνούν να αναγνωριστεί ότι όρος μπορεί να αφορά την εταιρική διακυβέρνηση.
66.
Η θέση της Επιτροπής δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτή. Νομίζω ότι όρος σχετικός με τη διακυβέρνηση της επιχειρήσεως την οποία αφορά το σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής όντως ικανοποιεί το κριτήριο του άρθρου 15β, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε.
67.
Το κριτήριο αυτό προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές βεβαιώνονται για την «ικανότητα» της επιχειρήσεως να «ανταποκρίνεται και [να] εξακολουθήσει να ανταποκρίνεται» στις απαιτήσεις της προληπτικής εποπτείας, «ιδίως δε το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή τη διενέργεια αποτελεσματικής εποπτείας». Η αναφορά στη δομή του ομίλου προστέθηκε μετά από πρόταση της ΕΚΤ, η οποία την εξηγεί ως ακολούθως: «θα πρέπει […] να διασφαλιστεί ότι η αποτελεσματική εποπτεία του σκοπούμενου ιδρύματος δεν μπορεί να παρεμποδίζεται από την ανεπάρκεια διαφάνειας της διάρθρωσης του ομίλου, του οποίου αυτό θα αποτελούσε μέλος κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής» ( 49 ). Κατά συνέπεια, πρόκειται για την ανάγκη αποτροπής της αδικαιολόγητης επιρροής του υποψήφιου αγοραστή.
68.
Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει την αναλογικότητα του όρου ο οποίος προαναφέρθηκε στο σημείο 64. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να του παράσχει στοιχεία για την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ( 50 ). Συναφώς, σημειώνω ότι το ολλανδικό σύστημα προβλέπει δυαδική δομή διαχειρίσεως της εταιρίας, όπου δύο χωριστά όργανα ασκούν τις λειτουργίες διοικήσεως της εταιρίας και εποπτείας της διοικήσεως αυτής. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της DNB εξέθεσε ότι ο όρος που προαναφέρθηκε στο σημείο 64 αφορά τα όργανα εποπτείας της ATNV και της ACINV. Πάντως, νομίζω ότι όρος που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του οργάνου εποπτείας της επιχειρήσεως την οποία αφορά το σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής είναι κατάλληλος για την αποτροπή της αδικαιολόγητης επιρροής του υποψήφιου αγοραστή. Αν αυτός είχε τη δυνατότητα, λαμβανομένου υπόψη του βάρους του στη μετοχική σύνθεση της εταιρίας της επιχειρήσεως στόχου, να ορίζει την πλειοψηφία των μελών των οργάνων εποπτείας, τίποτε δεν θα τον εμπόδιζε να λαμβάνει αποφάσεις αντίθετες προς τη «χρηστή και συνετή διαχείριση» που απαιτείται από το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε ( 51 ). Άλλωστε, σημειώνω ότι οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕΕΑΑΕΣ αναφέρουν, στο πλαίσιο του κριτηρίου του άρθρου 15β, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, τη δυνατότητα επιβολής όρων αφορώντων την εταιρική διακυβέρνηση ( 52 ).
69.
Όσο για την αναλογικότητα του όρου ο οποίος επιβλήθηκε στην GCO, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το βάρος της GCO στη μετοχική σύνθεση της ATNV και της ACINV, στο οποίο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αναφέρθηκαν διάφοροι από τους υποβαλόντες παρατηρήσεις. Πρέπει επίσης να λάβει υπόψη ότι ο όρος που επιβλήθηκε από την DNB αφορά τη σύνθεση όχι του οργάνου διαχειρίσεως της ATNV και της ACINV αλλά του οργάνου εποπτείας. Τα δύο αυτά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της αναλογικότητας του όρου που επιβλήθηκε στην GCO. Όσο για την απαίτηση οι πρόεδροι των εποπτικών συμβουλίων να είναι επίσης ανεξάρτητοι των μετόχων, νομίζω ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει την αναλογικότητά του με γνώμονα το εθνικό εταιρικό δίκαιο και τις εξουσίες που αυτό αναγνωρίζει στον πρόεδρο του εποπτικού συμβουλίου.
V – Πρόταση
70.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του College van Beroep voor het bedrijfsleven:
1)
Τα άρθρα 15, 15α και 15β της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές τους να συνοδεύουν με όρους την έγκριση σχεδίου αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές τους όχι μόνο να δέχονται όρους προτεινόμενους από τον υποψήφιο αγοραστή, αλλά και να του επιβάλλουν μονομερώς όρους.
2)
Το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/44, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στις αρμόδιες αρχές να θέτουν μη αναγκαίους όρους, δηλαδή όρους οι οποίοι δεν αποβλέπουν στην ικανοποίηση ενός από τα κριτήρια αξιολογήσεως που ορίζονται από τη διάταξη αυτή. Η γενική αρχή της αναλογικότητας απαγορεύει στις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν όρους οι οποίοι δεν είναι αναλογικοί με την ικανοποίηση των κριτηρίων.
3)
Η γενική αρχή των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές υποχρέωση ακροάσεως του υποψήφιου αγοραστή πριν από την έκδοση αποφάσεως εγκρίσεως υπό όρους.
4)
Το άρθρο 15β, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/44, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να θέτουν όρο ο οποίος αφορά τη διακυβέρνηση της επιχειρήσεως στόχου. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα ενός τέτοιου όρου, με γνώμονα το βάρος του βασικού μετόχου στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως στόχου, τη διοικητική ή εποπτική λειτουργία που ασκείται από το όργανο το οποίο αφορά ο όρος, καθώς και τις εξουσίες που το εθνικό δίκαιο αναγνωρίζει στον πρόεδρο του οργάνου αυτού.
5)
Το εθνικό μέτρο που προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων και της ελευθερίας εγκαταστάσεως αντιβαίνοντα στα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 63 ΣΛΕΕ. Παρά ταύτα, δύναται να δικαιολογηθεί από το γενικό συμφέρον της εγγυήσεως της σταθερότητας και της ασφάλειας των στοιχείων ενεργητικού τα οποία διαχειρίζεται ασφαλιστική επιχείρηση. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει, αφενός, ότι οι όροι είναι αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπού αυτού και, αφετέρου, ότι είναι αναλογικοί. Για να εκτιμήσει την αναλογικότητα της αποφάσεως εγκρίσεως υπό όρους, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να βεβαιωθεί ότι η απόφαση αυτή ανταποκρίνεται σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και είναι εκ των προτέρων γνωστά, και ότι δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος. Η εξέταση αυτή πρέπει ιδίως να λάβει υπόψη την καθυστέρηση της μεταφοράς και των συνεπειών της για την προβλεψιμότητα των όρων, καθώς και την ύπαρξη επαρκούς αιτιολογίας της αποφάσεως εγκρίσεως, ως μόνης ικανής να παράσχει στον υποψήφιο αγοραστή τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το δικαίωμά του ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 228, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ L 247, σ. 1.
( 4 ) Φέρω στην προσοχή του Δικαστηρίου το γεγονός ότι, όπως σημείωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της De Nederlandsche Bank NV (στο εξής: DNB), οι διατάξεις της οδηγίας 2007/44, τις οποίες το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει, είναι πανομοιότυπες με αυτές της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176, σ. 338), βλ. άρθρα 22 και 23 της οδηγίας 2013/36. Πάντως, ενώ στον τομέα των ασφαλειών οι εθνικές αρχές έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για τη χορήγηση των αδειών και για την έγκριση των σχεδίων αποκτήσεως συμμετοχής, στον τραπεζικό τομέα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (στο εξής: ΕΚΤ) είναι αυτή που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη χορήγηση των αδειών και για την έγκριση των σχεδίων αποκτήσεως συμμετοχής, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287, σ. 63), βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού αυτού. Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι «η ΕΚΤ εφαρμόζει όλη την οικεία νομοθεσία και, αν το σχετικό ενωσιακό δίκαιο αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία μεταφοράς των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη» (βλ., συναφώς, Witte, A., «The Application of National Banking Supervision Law by the ECB: Three Parallel Modes of Executing EU Law», Maastricht journal of European and comparative law, τόμος 21, 2014, αριθ. 1, σ. 89 έως 109). Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που το Δικαστήριο ερμηνεύσει την οδηγία 2007/44 ως απαγορεύουσα στα κράτη μέλη να προβλέψουν δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους, δεν αποκλείεται να μπορέσει να θεωρηθεί, λόγω του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1024/2013, ότι η ΕΚΤ στερείται της δυνατότητας αυτής όταν αξιολογεί σχέδιο αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα.
( 5 ) Η «ειδική συμμετοχή» ορίζεται ως η κατοχή τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, ή η δυνατότητα ασκήσεως ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχειρήσεως (άρθρο 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 92/49). Υπόκειται σε γνωστοποίηση, δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, η απόκτηση ειδικής συμμετοχής έτσι ώστε ο αγοραστής να φθάσει ή να υπερβεί τα κατώτατα όρια του 20 %, του 30 % ή του 50 % των μεριδίων κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, ή προκειμένου η ασφαλιστική επιχείρηση να καταστεί θυγατρική του υποψήφιου αγοραστή. Υπόκειται σε γνωστοποίηση επίσης η μεταβίβαση ειδικής συμμετοχής έτσι ώστε ο αγοραστής να υπολειφθεί των ορίων αυτών.
( 6 ) Η «ειδική συμμετοχή» ορίζεται ως η κατοχή τουλάχιστον του 10 % του εγγεγραμμένου κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου σε επιχείρηση ή η δυνατότητα ασκήσεως ανάλογου ελέγχου σε επιχείρηση (άρθρο 1.1 του Wft).
( 7 ) Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει την οδηγία 2007/44 ως «οδηγία Antonveneta», από το όνομα της δημόσιας προσφοράς εξαγοράς (στο εξής: ΔΠΕ) που, το 2005, η ολλανδική τράπεζα ABN AMRO απηύθυνε στην Banca Antonveneta (βλ. υποσημείωση 17 των προτάσεών μου). Ακριβώς ως αντίδραση για την όχι πολύ διαφανή μεταχείριση της εν λόγω ΔΠΕ από τις ιταλικές αρχές, ο νομοθέτης της Ένωσης εξέδωσε την οδηγία 2007/44 (βλ. Raas, Ρ., «A Legislator’s Job Is Never Easy», European Company Law, 2009, τόμος 6, αριθ. 5, σ. 186).
( 8 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 9 ) Το άρθρο 15α, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι, «αν οι αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε». Η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής ορίζει ότι η περίοδος αξιολογήσεως δεν μπορεί να υπερβεί τις 60 εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της κοινοποιήσεως, και ότι οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν γραπτώς ότι την παρέλαβαν.
( 10 ) Committee of European Banking Supervisors, Committee of European Insurance and Occupational Pensions Supervisors and Committee of European Securities Regulators, Guidelines for the prudential assessment of acquisitions and increases in holdings in the financial sector required by Directive 2007/44/EC, σημείο 70. Το κείμενο αυτό είναι διαθέσιμο μόνο στην αγγλική γλώσσα.
( 11 ) ΕΕ L 228, σ. 3.
( 12 ) Το τμήμα A του τίτλου II της οδηγίας 73/239 επιγράφεται «Προϋποθέσεις αναλήψεως δραστηριότητος», ενώ το τμήμα Β του ίδιου τίτλου επιγράφεται «Όροι ασκήσεως δραστηριότητος». Στην ενοποιημένη μορφή της οδηγίας 73/239, η οποία ενσωματώνει τις τροποποιήσεις που επέφεραν τόσο η οδηγία 92/49 όσο και η οδηγία 2007/44, τα άρθρα 15α, 15β και 15γ της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, έχουν παρεμβληθεί στο εν λόγω τμήμα Β του κεφαλαίου II.
( 13 ) Το άρθρο 19 της οδηγίας 73/239 προβλέπει υποχρέωση ετήσιας και περιοδικής πληροφορήσεως των αρμόδιων αρχών από την ασφαλιστική επιχείρηση, έτσι ώστε οι εν λόγω αρχές να έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν την τήρηση των προϋποθέσεων ασκήσεως της ασφαλιστικής δραστηριότητας (ιδίως των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 15 έως 17 της ίδιας οδηγίας). Τα άρθρα 20 και 20α της εν λόγω οδηγίας καθορίζουν τα μέσα δράσεως των κρατών μελών όταν δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις αυτές.
( 14 ) Γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 18ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με πρόταση οδηγίας που τροποποιεί ορισμένες κοινοτικές οδηγίες όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολογήσεως για την προληπτική αξιολόγηση της αποκτήσεως και αυξήσεως συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο στον χρηματοπιστωτικό τομέα (ΕΕ 2007, C 27, σ. 1), σημείο 2.8.
( 15 ) Σημειώνω ότι η επιχειρηματολογία που η GCO ανέπτυξε με τις γραπτές παρατηρήσεις της είναι κάπως αντιφατική, στο μέτρο που υποστήριζε ότι η μέγιστη εναρμόνιση απαγορεύει στα κράτη μέλη τη θέσπιση «αυστηρότερων κανόνων», στους οποίους περιλαμβάνεται η δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους, πριν υποστηρίξει (δια μακρών) ότι η μέγιστη εναρμόνιση τους επιτρέπει μόνο τη θέσπιση μέτρων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2007/44.
( 16 ) Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τροποποίηση της οδηγίας 92/49/ΕΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολογήσεως για την προληπτική αξιολόγηση της αποκτήσεως και της αυξήσεως συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα [COM(2006) 507 τελικό, αιτιολογική έκθεση, σημείο 1.2].
( 17 ) Commission Staff Working Document Accompanying document to the Proposal for a directive of the European Parliament and of the Council [SEC(2006) 1118, σημείο 5.2]. Το κείμενο αυτό είναι διαθέσιμο μόνο στην αγγλική γλώσσα. Σχετικά με αυτές τις προσφυγές λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, που δεν ευδοκίμησαν, βλ. ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής IP/05/1595 της 14ης Δεκεμβρίου 2005 (προσπάθειες ΔΠΕ της Banca Nazionale del Lavoro από την Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, και της Banca Antonveneta από την ABN AMRO) και το ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής IP/99/551 της 20ής Ιουλίου 1999 (υπόθεση Champalimaud).
( 18 ) Απόφαση CA Consumer Finance (C‑449/13, EU:C:2014:2464, σκέψη 23).
( 19 ) Βλ. σημείο 25 ανωτέρω.
( 20 ) Άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ.
( 21 ) Απόφαση CA Consumer Finance (C‑449/13, EU:C:2014:2464, σκέψη 23).
( 22 ) Παρατηρώ, άλλωστε, ότι μόνο στο πεδίο των εξωτερικών αρμοδιοτήτων ή της κοινής γεωργικής πολιτικής το Δικαστήριο θεμελίωσε τη συλλογιστική του στο προβάδισμα της Ένωσης. Εκτός των τομέων αυτών, διστάζει να χρησιμοποιήσει τη συλλογιστική αυτή, μολονότι το έπραξε, για παράδειγμα, στην απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 77). Βλ. Christiaan Timmermans, ECJ Doctrines on Competences, στο The Question of Competence in the EU, επιμέλεια Azoulai, L., Oxford University Press, 2014, σ. 155 έως 167· Gormley, L., «Free Movement of Goods and Pre-emption of State Power», στο A Constitutional Order of States? Essays in EU Law in Order of Alan Dashwood, Hart Publishing, 2011, σ. 365 έως 374· και, όσον αφορά τις εξωτερικές αρμοδιότητες, Cremona, M., «External Relations and External Competence of the European Union: the Emergence of an Integrated Policy», στο The Evolution of EU Law, επιμέλεια Craig, P., και de Búrca, G., Oxford University Press, 2011, σ. 217 έως 268.
( 23 ) Άλλωστε, η προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 των προτάσεών μου ανάλυση επιπτώσεων της Επιτροπής ρητώς προέβλεπε αυτό στο σημείο 6.2.3, υπό b: «an amendment to the current rules could specifically state how decision notifications need to be carried out for both positive and negative determinations […]. Supervisory authorities would need to send a copy of their decisions within a certain time frame to all relevant parties involved» (η υπογράμμιση δική μου).
( 24 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 25 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 των προτάσεών μου πρόταση οδηγίας, αιτιολογική έκθεση, σημείο 1.4, τέταρτο εδάφιο.
( 26 ) Απόφαση CA Consumer Finance (C‑449/13, EU:C:2014:2464, σκέψη 26).
( 27 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 28 ) Βλ. σημεία 8 και 10 ανωτέρω.
( 29 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑233/10, EU:C:2010:791). Η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας 2007/44 έληξε στις 21 Μαρτίου 2009, οι όροι επιβλήθηκαν στην GCO με αποφάσεις της 25ης Μαΐου και 20ής Ιουλίου 2010 και ο ολλανδικός νόμος μεταφοράς της οδηγίας τέθηκε σε ισχύ στις 7 Μαΐου 2011.
( 30 ) ΕΕ L 24, σ. 1.
( 31 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που είναι αποδεκτά βάσει του κανονισμού (EΚ) 139/2004 του Συμβουλίου και του κανονισμού (EΚ) 802/2004 της Επιτροπής (ΕΕ 2008, C 267, σ. 1), σημείο 6.
( 32 ) Απόφαση Cipra και Kvasnicka (C‑439/01, EU:C:2003:31, σκέψη 24).
( 33 ) Απόφαση Deutscher Apothekerverband (C‑322/01, EU:C:2003:664, σκέψη 64).
( 34 ) Η Εσθονική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το εθνικό μέτρο που προβλέπει δυνατότητα εγκρίσεως υπό όρους αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 56 ΣΛΕΕ και 63 ΣΛΕΕ, επειδή όλα τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν τέτοια δυνατότητα, αλλά ότι ένας τέτοιος περιορισμός είναι δικαιολογημένος. Η Γαλλική Κυβέρνηση σημειώνει ότι μια απόφαση εγκρίσεως υπό όρους θίγει λιγότερο την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων απ’ ό,τι μια απόφαση διατυπώσεως αντιρρήσεων, και ότι επομένως συνάδει με τον σκοπό της οδηγίας 2007/44 η ερμηνεία των άρθρων 15α και 15β της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε, υπέρ της δυνατότητας των κρατών μελών να προβλέπουν έγκριση υπό όρους. Η Ιταλική Κυβέρνηση σημειώνει ότι οι όροι όχι μόνο δεν περιορίζουν, αλλά ενθαρρύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και την ελευθερία εγκαταστάσεως.
( 35 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑531/06, EU:C:2009:31, σκέψη 40).
( 36 ) Αποτελούν περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 63 ΣΛΕΕ τα μέτρα τα οποία «είναι ικανά να εμποδίσουν ή να περιορίσουν την απόκτηση μετοχών» στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή να «αποτρέψουν τους επενδυτές από άλλα κράτη μέλη να επενδύσουν στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων αυτών» (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑171/08, EU:C:2010:412, σκέψη 50).
( 37 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑271/09, EU:C:2011:855, σκέψη 57) και VBV –Vorsorgekasse (C‑39/11, EU:C:2012:327, σκέψη 31).
( 38 ) Βλ. αποφάσεις Église de scientologie (C‑54/99, EU:C:2000:124, σκέψεις 21 και 22)· Analir κ.λπ. (C‑205/99, EU:C:2001:107, σκέψη 38)· Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑207/07, EU:C:2008:428, σκέψη 48), καθώς και Carmen Media Group (C‑46/08, EU:C:2010:505, σκέψη 87).
( 39 ) Άρθρο 15α, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε. Το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά των αποφάσεων «που λαμβάνονται […] κατ’ εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία» προβλέπεται στο άρθρο 56 της οδηγίας 92/49.
( 40 ) Συναφώς, σημειώνω ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως είναι το «αναγκαίο συμπλήρωμα» του δικαιώματος ακροάσεως, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των δικαιωμάτων άμυνας, γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης (βλ. αποφάσεις M., C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 88, και Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 48). Έχει κρίνει επίσης ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως απορρέει από «την ουσιώδη απαίτηση κάθε απόφαση μιας εθνικής αρχής, η οποία αρνείται το ευεργέτημα ενός δικαιώματος που αναγνωρίζεται από το δίκαιο [της Ένωσης], να μπορεί να υποβληθεί σε δικαστικό έλεγχο που προορίζεται να εξασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος αυτού» [αποφάσεις Heylens κ.λπ., 222/86, EU:C:1987:442, σκέψη 15· BVBA Management, Training en Consultancy, C‑239/05, EU:C:2007:99, σκέψη 36, και Mellor, C‑75/08, EU:C:2009:279, σκέψη 59· καθώς και προτάσεις της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στην υπόθεση Housieaux (C‑186/04, EU:C:2005:70, σημείο 32) και στην υπόθεση Mellor (C‑75/08, EU:C:2009:32, σημεία 26 έως 34)].
( 41 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑171/08, EU:C:2010:412, σκέψη 80).
( 42 ) Βλ. σημεία 40 και 41 των προτάσεών μου.
( 43 ) Άρθρο 15β, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε.
( 44 ) Προαναφερθείσες, στην υποσημείωση 10 των προτάσεών μου κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕΕΑΑΕΣ, σημείο 44: «competence requirements are reduced for acquirers who are not in a position to exercise, or do not intend to exercise any influence over the target institution».
( 45 ) Απόφαση Dokter κ.λπ. (C‑28/05, EU:C:2006:408, σκέψη 71).
( 46 ) Απόφαση Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψεις 45 έως 48).
( 47 ) Απόφαση Sopropé (C‑349/07, EU:C:2008:746, σκέψη 38).
( 48 ) Η υποχρέωση των αρμόδιων αρχών προς ακρόαση του υποψήφιου αγοραστή πρέπει να αναγνωριστεί, όπως παρατήρησα στο σημείο 62 των προτάσεών μου, βάσει της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης που είναι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας (απόφαση Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 45). Παρά ταύτα, νομίζω ότι η υποχρέωση αυτή θα μπορούσε επίσης να αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), σχετικά με το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως. Πράγματι, η παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της διατάξεως αυτής ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει «το δικαίωμα σε προηγούμενη ακρόαση προτού ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του». Ασφαλώς, το άρθρο 41 του Χάρτη ρητώς αναγνωρίζει το δικαίωμα ακροάσεως μόνον από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και όχι από τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών. Πράγματι, η παράγραφός του 1 ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης» (η υπογράμμιση δική μου). Αυτό οδήγησε το Δικαστήριο να κρίνει ότι το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη δεν έχει εφαρμογή στα κράτη μέλη (βλ. αποφάσεις Cicala, C‑482/10, EU:C:2011:868, σκέψη 28· YS κ.λπ., C‑141/12 και C‑372/12, EU:C:2014:2081, σκέψη 67· Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 44, καθώς και Boudjlida, C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψεις 32 και 33). Παρά ταύτα, σημειώνω ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις διατάξεις του Χάρτη «όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης». Κατά συνέπεια, όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις του Χάρτη, περιλαμβανομένου, κατά την άποψή μου, του δικαιώματος του διοικουμένου σε ακρόαση, που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ. Πράγματι, κυριολεκτική ερμηνεία του άρθρου 41 του Χάρτη, συνιστάμενη σε αποκλεισμό της δυνατότητας εφαρμογής του στα κράτη μέλη, θα οδηγούσε στην παραδοχή ότι το δικαίωμα ακροάσεως που προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο 41 αποτελεί εξαίρεση από το άρθρο 51 του Χάρτη, το οποίο ορίζει ότι το σύνολο των «διατάξεων του Χάρτη» έχει εφαρμογή στα κράτη μέλη εφόσον εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας Μ. Wathelet, δεν είναι «συνεπές […] το να μπορεί το γράμμα του άρθρου 41 του Χάρτη να εισαγάγει κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαίρεση στον τιθέμενο στο άρθρο 51 του Χάρτη κανόνα, η οποία θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν ένα άρθρο του Χάρτη, ακόμα κι όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης» [προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2031, σημείο 56)· βλ., επίσης, γνώμη του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:553, σημεία 49 έως 52), καθώς και προτάσεις του στην υπόθεση Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2032, σημεία 46 έως 48)]. Eν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο φαίνεται να εφάρμοσε στα κράτη μέλη το άρθρο 41 του Χάρτη στις αποφάσεις M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 84) καθώς και N. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψεις 49 και 50). Βλ. επίσης, επί του θέματος, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις SECAP και Santorso (C‑147/06 και C‑148/06, EU:C:2007:711, σημεία 50 και 51)· αυτές της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στην υπόθεση Mellor (C‑75/08, EU:C:2009:32, σημείο 33)· προτάσεις μου στην υπόθεση Stoilov i Ko (C‑180/12, EU:C:2013:492, σημεία 75 έως 79), καθώς και εκείνες του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση N. (C‑604/12, EU:C:2013:714, σημείο 36). Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι αναγκαίο να κριθεί εδώ το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη στα κράτη μέλη. Πράγματι, όπως ανέφερα πιο πάνω, η υποχρέωση των διοικητικών αρχών των κρατών μελών προς ακρόαση του υποψήφιου αγοραστή πρέπει ούτως ή άλλως να αναγνωριστεί βάσει των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.
( 49 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14 των προτάσεών μου γνώμη της ΕΚΤ, σημείο 2.4.
( 50 ) Απόφαση Profaktor Kulesza, Frankowski, Jóźwiak, Orłowski (C‑188/09, EU:C:2010:454, σκέψη 30).
( 51 ) Μικρή σημασία έχει, συναφώς, το ότι ο Ολλανδός νομοθέτης δεν επανέλαβε, κατά τη μεταφορά του εν λόγω άρθρου 15β, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, την αναφορά στη «δομή» του «ομίλου» και το ότι αρκέστηκε στην πρόβλεψη της ικανότητας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προληπτικής εποπτείας. Πράγματι, η αναφορά στη δομή του ομίλου αποτελεί, κατά την ίδια τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου 15β, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, μόνον «ειδική» μορφή της περιπτώσεως την οποία αφορά το κριτήριο αυτό.
( 52 ) Προαναφερθείσες στην υποσημείωση 10 κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕΕΑΑΕΣ, σημείο 70: «these commitments could concern, for example, financial support in case of liquidity or solvency problems, corporate governance issues, the acquirer’s future target share in the institution, directions and goals for development, etc» (η υπογράμμιση δική μου).
Full & Egal Universal Law Academy