ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 12ης Μαρτίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑20/14
BGW Beratungs-Gesellschaft Wirtschaft mbH, πρώην BGW Marketing- & Management Service GmbH
κατά
Bodo Scholz
[αίτηση του Bundespatentgericht (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προσέγγιση νομοθεσιών — Σήματα — Οδηγία 2008/95/ΕΚ — Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ — Περαιτέρω λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας — Μεταγενέστερο σήμα αποτελούμενο από την παράθεση ακολουθίας γραμμάτων που αναπαράγουν το λεκτικό στοιχείο του προγενέστερου σήματος και συνδυασμού λέξεων τα αρχικά γράμματα των οποίων επαναλαμβάνουν τα γράμματα της ακολουθίας — Κίνδυνος συγχύσεως — Κριτήρια εκτιμήσεως»
1.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ ( 2 ) και υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς αφορώσας την απόρριψη της ανακοπής που άσκησε η εταιρεία BGW Beratungs‑Gesellschaft Wirtschaft mbH, πρώην BGW Marketing- & Management-Service GmbH (στο εξής: BGW) κατά της καταχωρίσεως από το Deutsches Patent- und Markenamt [γερμανικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων] (στο εξής: DPMΑ) του λεκτικού σήματος «BGW Bundesverband der deutschen Gesundheitswirtschaft».
I – Το νομικό πλαίσιο
2.
Η οδηγία 2008/95, που τέθηκε σε ισχύ στις 28 Νοεμβρίου 2008, κωδικοποίησε την οδηγία 89/104/ΕΟΚ ( 3 ).
3.
Το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/95, με τίτλο «Λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, στοιχεία βʹ και γʹ, τα εξής:
«1. Δεν καταχωρίζονται ή, εάν έχουν καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα:
[…]
β)
τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·
γ)
τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας·
[…]».
4.
Το άρθρο 4 της οδηγίας 2008/95, με τίτλο «Περαιτέρω λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας όσον αφορά συγκρούσεις με προγενέστερα δικαιώματα», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, στοιχεία αʹ και βʹ, τα εξής:
«1. Ένα σήμα δεν καταχωρίζεται ή, αν έχει καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθεί άκυρο:
α)
εάν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα, και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες το σήμα ζητείται ή έχει καταχωρισθεί, ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες προστατεύεται το προγενέστερο σήμα·
β)
εάν, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτόσημου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που τα δύο σήματα προσδιορίζουν, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.»
II – Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
5.
Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.
6.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2006, το λεκτικό σήμα «BGW Bundesverband der deutschen Gesundheitswirtschaft» (στο εξής: μεταγενέστερο σήμα) καταχωρίσθηκε στο DPMΑ για προϊόντα που εμπίπτουν στις κλάσεις 16, 35, 41 και 43, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε ( 4 ). Κατά της εν λόγω καταχωρίσεως ασκήθηκε ανακοπή στηριζόμενη στο ακόλουθο γερμανικό λεκτικό και εικονιστικό σήμα:
το οποίο είναι καταχωρισμένο από τις 21 Ιουλίου 2004 για προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 16, 35 και 41 κατά την έννοια του εν λόγω Διακανονισμού (στο εξής: προγενέστερο σήμα) ( 5 ).
7.
Με απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2009, το τμήμα σημάτων της κλάσης 44 του DPMΑ, έχοντας διαπιστώσει κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των επίμαχων σημάτων, διέγραψε εν μέρει το μεταγενέστερο σήμα και απέρριψε κατά τα λοιπά την ανακοπή. Κατόπιν ενδίκου βοηθήματος που άσκησε ο δικαιούχος του μεταγενέστερου σήματος, η απόφαση αυτή ανακλήθηκε με απόφαση του τμήματος σημάτων της κλάσης 44 του DPMΑ της 9ης Ιανουαρίου 2012, με το αιτιολογικό ότι δεν αποδείχθηκε ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος.
8.
Η BGW άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως της 9ης Ιανουαρίου 2012 ενώπιον του Bundespatentgericht.
9.
Το δικαστήριο αυτό εκτιμά, με βάση τα προσκομισθέντα ενώπιόν του από την BGW στοιχεία, ότι αποδείχθηκε ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος, τουλάχιστον όσον αφορά το «έντυπο υλικό» και τις υπηρεσίες «διαφημίσεως», «διοργανώσεως και διεξαγωγής σεμιναρίων» και «διοργανώσεως διαγωνισμών», που παρέχονται κατά κύριο λόγο σε επιχειρήσεις του τομέα της υγείας και ιδίως σε καταστήματα οπτικών και σε τεχνικούς ακουστικών βοηθημάτων. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα σήματα καλύπτουν ταυτόσημα προϊόντα, δηλαδή το έντυπο υλικό, και υπηρεσίες εν μέρει πανομοιότυπες και εν μέρει παρόμοιες.
10.
Όσον αφορά την ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το προγενέστερο σήμα κυριαρχεί αποκλειστικώς η ακολουθία γραμμάτων «BGW», ενώ το εικονιστικό μέρος του εν λόγω σήματος είναι αμελητέο από οπτικής απόψεως και δεν ασκεί επιρροή από φωνητικής απόψεως. Στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το μεταγενέστερο σήμα επίσης κυριαρχεί η ίδια ακολουθία γραμμάτων. Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, την οποία στηρίζει σε νομολογία του γερμανικού Bundesgerichtshof, ο συνδυασμός λέξεων «Bundesverband der deutschen Gesundheitswirtschaft» («Ομοσπονδιακή Ένωση των γερμανικών επιχειρήσεων υγείας»), που περιέχεται στο μεταγενέστερο σήμα, είναι περιγραφικής φύσεως και στερείται διακριτικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω συνδυασμός λέξεων δηλώνει απλώς και μόνον ότι τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες παρέχονται από μια ένωση επιχειρήσεων του τομέα της υγείας, η οποία δραστηριοποιείται σε ολόκληρη τη χώρα, χωρίς, εξάλλου, να καθιστά δυνατή τη συγκεκριμένη εξατομίκευση της εμπορικής προελεύσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, το Bundespatentgericht κρίνει ότι, ανεξαρτήτως του πώς θα εκτιμηθεί ο εν λόγω συνδυασμός λέξεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ακολουθία γραμμάτων «BGW» διαθέτει, εντός του μεταγενέστερου σήματος, τουλάχιστον αυτοτελή διακριτική δύναμη, κατά την έννοια της αποφάσεως Medion (C‑120/04, EU:C:2005:594). Κατά συνέπεια, κατά την άποψη του εν λόγω δικαστηρίου, το οικείο κοινό, όταν θα έρθει αντιμέτωπο με το εν λόγω σήμα στην αγορά, θα αναγνωρίσει το προγενέστερο σήμα, με μόνη διαφορά ότι το ακρωνύμιο «BGW», που από μόνο του δεν έχει κάποια έννοια, θα επεξηγείται αυτή τη φορά από την (περιγραφική) δήλωση «Bundesverband der deutschen Gesundheitswirtschaft».
11.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο, επικαλούμενο την απόφαση AMS κατά ΓΕΕΑ — American Medical Systems (AMS Advanced Medical Services) (T‑425/03, EU:T:2007:311), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι, όσον αφορά τα προαναφερθέντα στο σημείο 9 των παρουσών προτάσεων προϊόντα και υπηρεσίες, τα επίμαχα σήματα δημιουργούν κίνδυνο συγχύσεως στο οικείο κοινό.
12.
Εντούτοις, το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι κωλύεται να εκδώσει απόφαση υιοθετώντας την άποψη αυτή, λόγω της αποφάσεως Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2008/95 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση λεκτικού σήματος το οποίο αποτελείται από την παράθεση ενός περιγραφικού συνδυασμού λέξεων και μιας καθαυτό μη περιγραφικής ακολουθίας στοιχείων, όταν η εν λόγω ακολουθία γίνεται αντιληπτή από το κοινό ως συντομογραφία του ανωτέρω συνδυασμού λέξεων, καθόσον αποδίδει τα αρχικά κάθε λέξεως του συνδυασμού αυτού, ούτως ώστε το επίμαχο σήμα να μπορεί να εκληφθεί συνολικώς ως συνδυασμός περιγραφικών ενδείξεων ή συντομογραφιών. Το Bundespatentgericht υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι στη σκέψη 38 της εν λόγω αποφάσεως διευκρινίζεται ότι η ακολουθία στοιχείων που αποδίδει τα αρχικά των λέξεων που συνθέτουν τον συνδυασμό λέξεων κατέχει μόνο δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τον εν λόγω συνδυασμό. Κατά την άποψη όμως του εν λόγω δικαστηρίου, δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί σε ένα στοιχείο ενός σύνθετου σήματος —εν προκειμένω στην ακολουθία γραμμάτων «BGW» του μεταγενέστερου σήματος, η οποία γίνεται αντιληπτή ως ακρωνύμιο— κυρίαρχος χαρακτήρας ή, τουλάχιστον, αυτοτελής διακριτική δύναμη, εφόσον το στοιχείο αυτό κατέχει, στο πλαίσιο του σήματος αυτού, δευτερεύουσα μόνο θέση.
13.
Το γεγονός ότι η απόφαση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147) αφορούσε τους λόγους απαραδέκτου της καταχωρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/95 δεν δικαιολογεί, κατά την άποψη του Bundespatentgericht, διαφορετική κρίση στη διαφορά της κύριας δίκης που αφορά, αντιθέτως, τον περαιτέρω λόγο απαραδέκτου που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας. Τα πράγματα θα είχαν διαφορετικά, κατά την άποψη του εν λόγω δικαστηρίου, μόνο εάν το γεγονός ότι το προγενέστερο σήμα χρησιμοποιείται πράγματι στην αγορά μπορούσε να συνεκτιμηθεί κατά την εξέταση της συνολικής εντυπώσεως που προκαλεί το μεταγενέστερο σήμα, δυνατότητα που έχει όμως αποκλείσει το Δικαστήριο, συγκεκριμένα με τις αποφάσεις Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ (C‑254/09 P, EU:C:2010:488, σκέψεις 53 και 58) και Ferrero κατά ΓΕΕΑ (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 58).
14.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Bundespatentgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95 την έννοια ότι, σε περίπτωση ταυτόσημων ή όμοιων προϊόντων και υπηρεσιών, υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, όταν μια ακολουθία γραμμάτων με διακριτικό χαρακτήρα, η οποία αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του προγενέστερου έχοντος μέσο διακριτικό χαρακτήρα λεκτικού ή εικονιστικού σημείου, αναπαράγεται σε μεταγενέστερο λεκτικό σημείο ενός τρίτου με τέτοιον τρόπο, ώστε στην εν λόγω ακολουθία γραμμάτων να προστίθεται ένας αναφερόμενος σε αυτήν περιγραφικός συνδυασμός λέξεων, ο οποίος επεξηγεί την ακολουθία γραμμάτων ως συντομογραφία των περιγραφικών λέξεων;»
15.
Μόνον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Δημοκρατία της Πολωνίας κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Στηριζόμενες σε συγκλίνουσα, σε μεγάλο βαθμό, επιχειρηματολογία, προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
III – Ανάλυση
16.
Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, ως προς τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από την απόφαση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147) όσον αφορά την εκτίμηση της ομοιότητας των επίμαχων στη διαφορά της κύριας δίκης σημάτων, επιβάλλεται κατ’ αρχάς να υπομνησθεί εν συντομία το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως (υπό Α), προτού καθοριστεί η σημασία και εκτιμηθεί η λυσιτέλειά της για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (υπό Β). Ακολούθως θα υπενθυμίσω τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να εκτιμηθεί η ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων προκειμένου να διαπιστωθεί ενδεχόμενος κίνδυνος συγχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95 (υπό Γ).
Α — Η απόφαση Strigl και Securvita
17.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147), με δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο διαδικασιών που είχαν ως αντικείμενο, η μεν μία την καταχώριση ως λεκτικού σήματος του σημείου «Multi Markets Fund MMF», η δε άλλη αίτηση ακυρώσεως του λεκτικού σήματος «NAI — Der Natur-Aktien-Index», το Bundespatentgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα κατά πόσον οι λόγοι απαραδέκτου του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και/ή γʹ, της οδηγίας 2008/95 συντρέχουν στην περίπτωση λεκτικού σήματος το οποίο αποτελείται από την παράθεση ενός περιγραφικού συνδυασμού λέξεων και μιας καθαυτό μη περιγραφικής ακολουθίας στοιχείων, η οποία όμως αποδίδει τα αρχικά των λέξεων που συνθέτουν τον συνδυασμό αυτό.
18.
Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο, στηριζόμενο στις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου, επισήμανε, κατ’ αρχάς, ότι τα σημεία τα οποία αφορούσαν οι διαφορές των κύριων δικών αποτελούνταν, αφενός, από συνδυασμό λέξεων που προσδιόριζε, στις εμπορικές συναλλαγές, «ένα είδος υπηρεσιών και ορισμένα χαρακτηριστικά τους», ο οποίος έπρεπε να θεωρηθεί ως περιγραφικός των χαρακτηριστικών των προσφερομένων υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2008/95, και, αφετέρου, από ακολουθία στοιχείων η οποία, εξεταζόμενη αυτοτελώς, δεν είχε περιγραφικό χαρακτήρα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, διότι, αυτή καθεαυτήν, δεν μπορούσε «να προσδιορίσ[ει] κανένα χαρακτηριστικό των οικείων υπηρεσιών» ( 6 ).
19.
Ακολούθως το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε, στις σκέψεις 30 και 31 της εν λόγω αποφάσεως, τους σκοπούς που επιδιώκουν οι λόγοι απαραδέκτου της καταχωρίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2008/95, προέβη σε εκτίμηση των σημείων τα οποία αφορούσαν οι διαφορές της κύριας δίκης στο σύνολό τους. Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι τα τρία κεφαλαία γράμματα που περιλαμβάνονται σε καθένα από τα εν λόγω σημεία, ήτοι «MMF» και «NAI», αντιστοιχούσαν στα αρχικά των λέξεων που απάρτιζαν τους συνδυασμούς λέξεων που τα συνόδευαν και ότι «ο συνδυασμός λέξεων και η ακολουθία στοιχείων, σε κάθε περίπτωση, [ήταν] αμοιβαίως επεξηγούμενες και υπογρ[άμμιζαν] την υφιστάμενη μεταξύ τους σχέση», ενώ κάθε ακολουθία στοιχείων είχε «επινοηθεί για να ενισχύσει την εκ μέρους του κοινού αντίληψη του συνδυασμού λέξεων, απλουστεύοντας τη χρήση του και διευκολύνοντας την απομνημόνευσή του», χωρίς να έχει, συναφώς, οποιαδήποτε σημασία το γεγονός ότι η ακολουθία στοιχείων προηγείται ή έπεται του συνδυασμού λέξεων ( 7 ).
20.
Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι αν οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών ακολουθίες στοιχείων γίνονταν αντιληπτές από το οικείο κοινό ως συντομογραφίες των συνδυασμών λέξεων στους οποίους αντιστοιχούν, οι εν λόγω ακολουθίες «δεν [μπορούσαν] να υπερισχύουν του συνόλου των στοιχείων που συνθέτουν το σήμα εξεταζόμενο συνολικώς, και τούτο ακόμα και αν [μπορούσαν] να θεωρηθούν ως έχουσες διακριτικό χαρακτήρα αυτές καθαυτές». Αντιθέτως, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, το οποίο παραπέμπει συναφώς στο σημείο 56 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα ( 8 ), τέτοιες ακολουθίες κατέχουν, σε σχέση με τους συνδυασμούς λέξεων που τις συνοδεύουν, μόνο «δευτερεύουσα θέση» ( 9 ).
Β — Επί της σημασίας της αποφάσεως Strigl και Securvita και επί της λυσιτέλειάς της για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης
21.
Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι υποχρεούται να εφαρμόσει τις αρχές που καθιέρωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147) προκειμένου να εκτιμήσει την ομοιότητα των επίμαχων σημάτων της διαφοράς της κύριας δίκης. Στηρίζει το συμπέρασμα αυτό σε δύο παραδοχές, δηλαδή, αφενός, στο γεγονός ότι το μεταγενέστερο σήμα έχει στο σύνολό του διακριτικό χαρακτήρα και, αφετέρου, στο γεγονός ότι η εκτίμηση της συνολικής εντυπώσεως που μπορεί να δημιουργήσει το σήμα στο οικείο κοινό δεν μπορεί να μεταβάλλεται αναλόγως του αν εξετάζεται η συνδρομή απόλυτου ή σχετικού («περαιτέρω», σύμφωνα με τη διατύπωση της οδηγίας 2008/95) λόγου απαραδέκτου της καταχωρίσεως.
22.
Χωρίς να αμφισβητώ την ορθότητα των εν λόγω παραδοχών, θέλω να προβώ στις ακόλουθες διευκρινίσεις.
1. Ως προς την παραδοχή ότι το μεταγενέστερο σήμα διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα
23.
Τα κριτήρια βάσει των οποίων εκτιμάται η συνδρομή του λόγου απαραδέκτου της καταχωρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2008/95 ή του πανομοιότυπου λόγου που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 ( 10 ) έχουν εδώ και καιρό προσδιορισθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, με γνώμονα το γενικό συμφέρον που αποτελεί τη δικαιολογητική βάση του εν λόγω λόγου απαραδέκτου, δηλαδή να εμποδιστεί η αποκλειστική χρήση των σημείων ή ενδείξεων που αφορούν οι εν λόγω διατάξεις από μία μόνον επιχείρηση λόγω της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων ( 11 ). Συγκεκριμένα, έχει γίνει δεκτό ότι η εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου δεν μπορεί παρά να χωρεί, αφενός, σε σχέση με τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες και, αφετέρου, σε σχέση με την αντίληψη ενός συγκεκριμένου κοινού προς το οποίο απευθύνεται, το οποίο απαρτίζεται από τους καταναλωτές αυτών των προϊόντων ή υπηρεσιών ( 12 ). Διευκρινίστηκε επίσης ότι τα σημεία και οι ενδείξεις που μνημονεύονται στις προαναφερθείσες διατάξεις είναι εκείνα τα οποία δύνανται να χρησιμοποιηθούν, στο πλαίσιο συνήθους χρήσεως από την πλευρά του κοινού στο οποίο απευθύνονται, για να δηλώσουν είτε άμεσα είτε με μνεία ενός ουσιώδους χαρακτηριστικού το προϊόν ή την υπηρεσία για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση ( 13 ) και ότι, για να εμπίπτει ένα σημείο στο πεδίο εφαρμογής της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις αυτές απαγορεύσεως, πρέπει να παρουσιάζει μια αρκούντως άμεση και συγκεκριμένη σχέση με τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες, η οποία να παρέχει στο οικείο κοινό τη δυνατότητα να αντιληφθεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω σκέψη την περιγραφή της κατηγορίας των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών ή ενός εκ των χαρακτηριστικών τους ( 14 ). Μπορεί τα κριτήρια αυτά να εφαρμόστηκαν συχνά από τον δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τρόπο αυστηρό ( 15 ), εντούτοις δεν μπορεί να απορριφθεί η καταχώριση σημείου λόγω του περιγραφικού του χαρακτήρα παρά μόνον αν μπορεί ευλόγως να πιθανολογηθεί ότι οι οικείοι κύκλοι θα το αναγνωρίσουν πράγματι ως την περιγραφή ενός εκ των «χαρακτηριστικών» των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία έχει ζητηθεί η καταχώριση, δηλαδή «μια ευκόλως αναγνωρίσιμη από τους ενδιαφερόμενους κύκλους ιδιότητα» αυτών ( 16 ).
24.
Σε ποιο μέτρο πληρούνται τα προπεριγραφέντα κριτήρια όσον αφορά τον συνδυασμό λέξεων «Bundesverband der deutschen Gesundheitswirtschaft» που περιλαμβάνεται στο μεταγενέστερο σήμα; Λαμβανομένης υπόψη της περιγραφής των προϊόντων και των υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίσθηκε το εν λόγω σήμα ( 17 ), φαίνεται ότι τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες εν μέρει μόνον εμπίπτουν στον τομέα της υγείας ή προορίζονται ειδικώς για τον τομέα αυτό —ο οποίος γίνεται εξάλλου ως επί το πλείστον αντιληπτός με τη γενική έννοια του «fitness»— ( 18 ), με αποτέλεσμα να γεννάται ευλόγως το ερώτημα κατά πόσον ο εν λόγω συνδυασμός λέξεων παρουσιάζει με τα εν λόγω προϊόντα και τις υπηρεσίες, όπως απαιτεί η αναφερθείσα στο προηγούμενο σημείο νομολογία, «μια αρκούντως άμεση και συγκεκριμένη σχέση», ικανή να παράσχει στο οικείο κοινό τη δυνατότητα «να αντιληφθεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω σκέψη» μια περιγραφή της κατηγορίας των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών ή ενός εκ των χαρακτηριστικών τους.
25.
Όπως εξέθεσα στο σημείο 10 των παρουσών προτάσεων, το Bundespatentgericht κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το στοιχείο «Bundesverband der deutschen Gesundheitswirtschaft» του μεταγενέστερου σήματος έχει περιγραφικό χαρακτήρα, στηριζόμενο στην παραδοχή ότι συνδυασμοί λέξεων που δηλώνουν απλώς και μόνον ότι τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες παρέχονται από υποκείμενο που δραστηριοποιείται σε συγκεκριμένο τομέα (στην περίπτωση του μεταγενέστερου σήματος, από ένωση επιχειρήσεων που δραστηριοποιείται στον τομέα της υγείας) έχουν, από την ίδια τη φύση τους, περιγραφικό χαρακτήρα. Εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό πρέπει, στο πλαίσιο της συλλογιστικής του αιτούντος δικαστηρίου, να νοηθεί ως αναφερόμενο όχι στο σύνολο των προϊόντων και των υπηρεσιών για τα οποία είχε καταχωρισθεί το μεταγενέστερο σήμα, όπως αυτά αναφέρονται στην περιγραφή που περιλαμβάνεται στην υποσημείωση 4 των παρουσών προτάσεων, αλλά μόνον στα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία τα επίμαχα σήματα είναι δυνατόν να συναντηθούν συγκεκριμένα στην αγορά, όπως οριοθετούνται από το αιτούν δικαστήριο, δηλαδή στο «έντυπο υλικό» και στις υπηρεσίες «διαφημίσεως», «διοργανώσεως και διεξαγωγής σεμιναρίων» και «διοργανώσεως διαγωνισμών», «που παρέχονται σε επιχειρήσεις του τομέα της υγείας και ιδίως σε καταστήματα οπτικών και σε τεχνικούς ακουστικών βοηθημάτων».
26.
Γεννάται, κατά συνέπεια, το ερώτημα κατά πόσον το μεταγενέστερο σήμα εμπίπτει, όπως τα επίμαχα σήματα στις διαφορές των κύριων δικών επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147), στον λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως ή ακυρότητας που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2008/95, όπως έχει ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση. Μια αρνητική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα δεν θα ήταν, αυτή καθεαυτήν, ικανή να αποκλείσει τη λυσιτέλεια των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147) για την επίλυση των διαφορών των κύριων δικών, αλλά τουλάχιστον θα συνηγορούσε υπέρ της άποψης ότι δεν υφίσταται πλήρης αντιστοιχία μεταξύ των υποθέσεων των κύριων δικών που οδήγησαν στην έκδοση εκείνης της αποφάσεως και της εκκρεμούσας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποθέσεως.
2. Ως προς την παραδοχή ότι η εκτίμηση της συνολικής εντυπώσεως που μπορεί να δημιουργήσει το σήμα στο οικείο κοινό δεν μπορεί να μεταβάλλεται αναλόγως του αν εξετάζεται η συνδρομή απόλυτου ή σχετικού λόγου απαραδέκτου της καταχωρίσεως
27.
Κατά πάγια νομολογία, τόσο για την εκτίμηση του περιγραφικού και διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου όσο και για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως μεταξύ σημείων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ίδιες παράμετροι, δηλαδή, αφενός, τα οικεία προϊόντα και/ή υπηρεσίες και, αφετέρου, η αντίληψη του οικείου κοινού ( 19 ). Εξάλλου, και στις δύο περιπτώσεις, η εκτίμηση πρέπει, όταν πρόκειται για σύνθετα σημεία, να λαμβάνει υπόψη τη συνολική εντύπωση που αυτά δημιουργούν ( 20 ). Κατά συνέπεια, η εξέταση της υπάρξεως απόλυτων λόγων απαραδέκτου και αυτή της υπάρξεως σχετικών λόγων απαραδέκτου, κατά την έννοια, αντιστοίχως, των άρθρων 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, και 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95 (καθώς και των αντίστοιχων διατάξεων του κανονισμού 207/2009), διεξάγονται βάσει κοινών στοιχείων.
28.
Εντούτοις, πρέπει να υπογραμμισθεί, αφενός, ότι οι εν λόγω διατάξεις επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς και στοχεύουν στην προστασία διαφορετικών συμφερόντων. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2008/95 (και το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009), το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το γενικό συμφέρον στο οποίο στηρίζεται η εν λόγω διάταξη συνίσταται στην εξασφάλιση του ότι τα σημεία που είναι περιγραφικά ενός ή πλειόνων χαρακτηριστικών των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση σήματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα από το σύνολο των επιχειρηματιών που προσφέρουν αυτά τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες ( 21 ). Αντιθέτως, η έννοια του γενικού συμφέροντος που διέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της αυτής οδηγίας (και το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009) συμπίπτει με τη βασική λειτουργία του σήματος, η οποία έγκειται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την ταυτότητα προελεύσεως του φέροντος το σήμα προϊόντος ή υπηρεσίας, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το προϊόν αυτό ή την υπηρεσία αυτήν από προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως ( 22 ). Όσον αφορά τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/95 (καθώς και στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009), αυτοί αφορούν περιπτώσεις στις οποίες ελλείπει το στοιχείο της καινοτομίας από το μεταγενέστερο σήμα, λόγω του κινδύνου συγχύσεως με προγενέστερα σήματα. Υφίσταται σαφής δεσμός μεταξύ αυτών των λόγων απαραδέκτου της καταχωρίσεως και της αρχικής λειτουργίας του σήματος ( 23 ), οι λόγοι όμως αυτοί αποσκοπούν κυρίως στην προστασία των ατομικών συμφερόντων των δικαιούχων των προγενέστερων σημάτων που συγκρούονται με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι η εξέτασή τους χωρεί μόνον κατ’ ένσταση, ενώ οι απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου εξετάζονται αυτεπαγγέλτως ( 24 ).
29.
Αφετέρου —όπως ορθώς παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο— ναι μεν ο τρόπος με τον οποίο ένα σημείο γίνεται αντιληπτό από το οικείο κοινό δεν μπορεί να εξαρτάται από τον λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως που λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως η οπτική γωνία υπό την οποία εκτιμάται αυτή η αντίληψη ποικίλλει αναλόγως του αν η εκτίμηση αφορά τον περιγραφικό χαρακτήρα ενός σημείου ή την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ δύο σημείων. Στην πρώτη περίπτωση, η προσοχή επικεντρώνεται στις νοητικές διεργασίες που μπορούν να οδηγήσουν σε συσχετισμό του σημείου ή των διαφόρων συστατικών στοιχείων του και των οικείων προϊόντων και/ή υπηρεσιών, στη δεύτερη όμως περίπτωση η εξέταση αναφέρεται περισσότερο στη διαδικασία απομνημονεύσεως, αναγνωρίσεως και ανακλήσεως του σημείου στη μνήμη, καθώς και στους μηχανισμούς συσχετισμού ( 25 ). Όσον αφορά τα σύνθετα σημεία, η εξέταση αυτή συνεπάγεται την εκτίμηση της δυνατότητας των διαφόρων συστατικών στοιχείων του σημείου να επιβάλλονται στην προσοχή του κοινού και να δημιουργούν τη συνολική εντύπωση του σημείου, επηρεάζοντας με τον τρόπο αυτό τις νοητικές διεργασίες και μηχανισμούς που προαναφέρθηκαν.
30.
Οι δυο προαναφερθείσες οπτικές γωνίες δεν είναι, προφανώς, εντελώς ανεξάρτητες μεταξύ τους. Παραδείγματος χάριν, κατά πάγια νομολογία, το κοινό δεν θα θεωρήσει κατά κανόνα ένα περιγραφικό στοιχείο, που αποτελεί τμήμα ενός σύνθετου σήματος, ως το διακριτικό και κυρίαρχο στοιχείο της συνολικής εντυπώσεως που προκαλείται απ’ αυτό ( 26 ). Διατηρούν, εντούτοις, την αυτοτέλειά τους. Έτσι, παρά τον κανόνα που μόλις προανέφερα, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «ο περιορισμένος διακριτικός χαρακτήρας ενός στοιχείου κάποιου συνθέτου σήματος ( 27 ) δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να είναι κυρίαρχο, εφόσον, λόγω ιδίως της θέσης του στο σημείο ή των διαστάσεών του, μπορεί να επιβληθεί στην αντίληψη του καταναλωτή και να φυλαχθεί στη μνήμη του» ( 28 ).
3. Επί της σημασίας της αποφάσεως Strigl και Securvita
31.
Από το σκεπτικό της αποφάσεως Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147) προκύπτει ότι ο μη καταχωρίσιμος, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2008/95, χαρακτήρας ενός σημείου που αποτελείται από ακολουθία στοιχείων συνοδευόμενη από συνδυασμό λέξεων πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση, όχι βάσει αντικειμενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων, αλλά σύμφωνα με την αντίληψη του οικείου κοινού σχετικά με την αλληλεξάρτηση των διαφόρων στοιχείων του σημείου, καθώς και σχετικά με το σημείο στο σύνολό του. Συγκεκριμένα, στις σκέψεις 32 και 34 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο στηρίζεται σε μια σειρά επιχειρημάτων που αντλούνται από την εμπειρική ανάλυση των εν λόγω σημείων, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον υφίσταται, μεταξύ των διαφόρων συστατικών στοιχείων των εν λόγω σημείων, σχέση δυνάμενη να επηρεάσει την αντίληψη του οικείου κοινού σχετικά με τα εν λόγω σημεία, καθώς και τη νοητική διεργασία που οδηγεί στην απομνημόνευσή τους. Κατά συνέπεια, η εν λόγω απόφαση δεν αφήνει περιθώριο σε αυτοματισμούς αλλά, αντιθέτως, παραπέμπει στην εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την αντίληψη ( 29 ).
32.
Υπό την έννοια αυτή πρέπει, κατά την άποψή μου, να ερμηνεύεται και η περιεχόμενη στη σκέψη 38 της εν λόγω αποφάσεως παραδοχή, την οποία επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία «η ακολουθία στοιχείων που αποδίδει τα αρχικά των λέξεων που συνθέτουν τον συνδυασμό λέξεων κατέχει μόνο δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τον εν λόγω συνδυασμό». Πράγματι, η παραδοχή αυτή ουδόλως αποτελεί έκφραση γενικού κανόνα εκτιμήσεως, αλλά απλώς και μόνο διευκρινίζει, προς τον σκοπό εφαρμογής των λόγων απαραδέκτου που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2008/95, ότι μια ακολουθία στοιχείων, έστω και αν έχει, αυτή καθεαυτήν, διακριτικό χαρακτήρα, μπορεί να αποκτήσει περιγραφικό χαρακτήρα όταν εντάσσεται σε σύνθετο σήμα, όπου συνδυάζεται με μια περιγραφική κύρια έκφραση, γενόμενη αντιληπτή ως συντομογραφία αυτής, πράγμα που πρέπει να αποδειχθεί κατόπιν εκτιμήσεως κατά περίπτωση.
33.
Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται, η προαναφερθείσα παραδοχή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι σκοπό έχει να αποκλείσει, υφισταμένης της σχέσεως αλληλεξαρτήσεως που περιγράφεται στις σκέψεις 32 έως 35 της αποφάσεως Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147) μεταξύ των οικείων ακολουθιών στοιχείων και των συνδυασμών λέξεων που τις συνοδεύουν, τη δυνατότητα του διακριτικού χαρακτήρα που έχουν οι εν λόγω ακολουθίες, αν θεωρηθούν μεμονωμένα, να αντανακλά στο σύνολο των εν λόγω σημείων προσδίδοντάς τους, παρά την περιγραφική φύση των συνδυασμών λέξεων, συνολικά διακριτικό χαρακτήρα. Η αναφορά στον «δευτερεύοντα χαρακτήρα» των εν λόγω ακολουθιών δεν πρέπει, κατά συνέπεια, να νοείται ως εκτίμηση της δυνατότητάς τους, ως στοιχείων συνθέτου σήματος, να προσελκύουν την προσοχή του οικείου κοινού και να εντάσσονται στη διεργασία απομνημονεύσεως και ανακλήσεως του σημείου στη μνήμη.
4. Συμπέρασμα ως προς τη λυσιτέλεια της αποφάσεως Strigl και Securvita για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης
34.
Λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού πραγματικού και νομικού πλαισίου των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147), καθώς και του κατ’ ουσίαν εμπειρικού χαρακτήρα του σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως, και της σημασίας που πρέπει να της αποδοθεί, οι περιεχόμενες σε αυτή διαπιστώσεις δεν φαίνεται να μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως στην υπόθεση της κύριας δίκης. Κατά συνέπεια, η σύγκριση των επίμαχων στην υπόθεση αυτή σημείων, καθώς και η εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως θα πρέπει να λάβουν χώρα βάσει των κριτηρίων που εφαρμόζονται συνήθως στον εν λόγω τομέα και τα οποία θα υπενθυμίσω κατωτέρω εν συντομία.
Γ — Κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να εκτιμάται ο κίνδυνος συγχύσεως των επίμαχων σημάτων στη διαφορά της κύριας δίκης
35.
Ο κίνδυνος συγχύσεως αποτελεί την ειδική προϋπόθεση της προστασίας που παρέχει το καταχωρισμένο σήμα, ιδίως δε της προστασίας από την εκ μέρους τρίτων χρήση σημείων που δεν είναι πανομοιότυπα του σήματος. Το Δικαστήριο έχει ορίσει την εν λόγω προϋπόθεση ως τον κίνδυνο να δημιουργηθεί στο κοινό η πεποίθηση ότι τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από οικονομικά συνδεόμενες επιχειρήσεις ( 30 ).
36.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2008/95, η εκτίμηση περί του αν υφίσταται ένας τέτοιος κίνδυνος «εξαρτάται από πολυάριθμους παράγοντες, και ιδίως από το κατά πόσον είναι γνωστό το σήμα στην αγορά, από την ενδεχόμενη συσχέτιση με το χρησιμοποιούμενο ή καταχωρισμένο σημείο, από τον βαθμό ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου και μεταξύ των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών». Επομένως, η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση ( 31 ).
37.
Προς εκτίμηση του βαθμού ομοιότητας μεταξύ των οικείων σημάτων, πρέπει να προσδιοριστεί ο βαθμός οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής ομοιότητάς τους και, ενδεχομένως, να εκτιμηθεί η σημασία που πρέπει να αποδοθεί στα διάφορα αυτά στοιχεία, αφού ληφθούν υπόψη η κατηγορία των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών και οι συνθήκες υπό τις οποίες διατίθενται στην αγορά ( 32 ).
38.
Οι οπτικές, φωνητικές και εννοιολογικές ομοιότητες μεταξύ των εν λόγω σημείων πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συνολικής εκτιμήσεως, στο πλαίσιο της οποίας καθοριστικό ρόλο παίζει η αντίληψη των σημάτων που έχει ο μέσος καταναλωτής των προϊόντων ή των υπηρεσιών ( 33 ). Η νομολογία έχει διευκρινίσει, συναφώς, ότι ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως μια ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του ( 34 ). Συνεπώς, η συνολική αυτή εκτίμηση πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα επίμαχα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους ( 35 ). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων δεν σημαίνει ότι μόνον ένα από τα στοιχεία που συναποτελούν το σύνθετο σήμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να συγκρίνεται με το άλλο σήμα, αλλά, αντιθέτως, κατά τη σύγκριση αυτή, τα επίμαχα σήματα πρέπει να εξετάζονται το καθένα ως ενιαίο σύνολο ( 36 ).
39.
Στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του οικείου κοινού μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να κυριαρχούν ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το συναποτελούν, το δεσπόζον όμως στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση στην οποία όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα ( 37 ). Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει, αρχής γενομένης με την απόφαση Medion (C‑120/04, EU:C:2005:594) την οποία επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, ότι, ακόμη και αν το στοιχείο συνθέτου σήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κυρίαρχο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της ομοιότητας του εν λόγω σήματος με προγενέστερο σήμα, στο μέτρο που το ίδιο το στοιχείο αυτό αποτελεί το προγενέστερο σήμα και διατηρεί αυτοτελή διακριτική δύναμη εντός του συνθέτου σήματος. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση στην οποία κοινό στοιχείο διατηρεί αυτοτελή διακριτική δύναμη στο σύνθετο σημείο, η συνολική εντύπωση που δημιουργεί το εν λόγω σημείο μπορεί να οδηγήσει το κοινό να πιστέψει ότι τα εν λόγω προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται, τουλάχιστον, από οικονομικώς συνδεόμενες επιχειρήσεις, οπότε η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως πρέπει να γίνει δεκτή ( 38 ). Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι ένα στοιχείο συνθέτου σημείου δεν διατηρεί τέτοια αυτοτελή διακριτική δύναμη εφόσον το εν λόγω στοιχείο αποτελεί, από κοινού με το ή τα υπόλοιπα στοιχεία του σημείου, στο σύνολό τους, μια ενότητα που έχει διαφορετική έννοια σε σχέση με την έννοια των εν λόγω στοιχείων θεωρουμένων χωριστά ( 39 ).
40.
Τέλος, υπενθυμίζω ότι, κατ’ αρχήν, ακόμη και ένα στοιχείο που έχει χαμηλού βαθμού διακριτικό χαρακτήρα μπορεί να κυριαρχεί στη συνολική εντύπωση σύνθετου σήματος ή να αποκτά, στο πλαίσιο του εν λόγω σήματος, αυτοτελή διακριτική δύναμη κατά την έννοια της νομολογίαςMedion (C‑120/04, EU:C:2005:594), εφόσον, λόγω ιδίως της θέσης του στο σημείο ή των διαστάσεών του, «μπορεί να επιβληθεί στην αντίληψη του καταναλωτή και να φυλαχθεί στη μνήμη του» ( 40 ).
41.
Το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει την ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων και την ύπαρξη ενδεχόμενου κινδύνου συγχύσεως βάσει των προαναφερθεισών αρχών.
42.
Απόκειται, ιδιαίτερα, στο εν λόγω δικαστήριο να αναλύσει τα διάφορα συστατικά στοιχεία του μεταγενέστερου σήματος, το σχετικό βάρος τους στο πλαίσιο του σήματος καθώς και τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις τους, προκειμένου να καθορίσει, προβαίνοντας σε σύνθεση, τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το εν λόγω σήμα το οποίο μπορεί να απομνημονεύσει το οικείο κοινό. Προς τον σκοπό μιας τέτοιου είδους εξετάσεως θα πρέπει, υπό τις συνθήκες της διαφοράς της κύριας δίκης, όπου το μεταγενέστερο σήμα αποτελείται από ένα σημείο το οποίο επαναλαμβάνει την ακολουθία στοιχείων που αποτελεί το μοναδικό λεκτικό στοιχείο του προγενέστερου σήματος και από έναν συνδυασμό λέξεων, να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων παραγόντων, την αντίστοιχη θέση, εντός του σημείου, της ακολουθίας στοιχείων και του συνδυασμού λέξεων ( 41 ), καθώς και την έκταση του τελευταίου ( 42 ) και τον ενδεχομένως περιγραφικό χαρακτήρα του ( 43 ), τον συσχετισμό που μπορεί να κάνει το οικείο κοινό μεταξύ της ακολουθίας στοιχείων και του συνδυασμού λέξεων —ιδίως τη δυνατότητα η πρώτη να γίνει αντιληπτή ως ακρωνύμιο του δεύτερου—, το κατά πόσον ο συσχετισμός αυτός γίνεται άμεσα αντιληπτός ή όχι, καθώς και τις συνέπειες που έχει η αντίληψη του συσχετισμού αυτού στην ανάκληση του σημείου στη μνήμη ( 44 ), την τυπολογία των οικείων προϊόντων καθώς και τα χαρακτηριστικά του οικείου κοινού και το επίπεδο προσοχής του, και το είδος της απαιτούμενης μνήμης (βραχυπρόθεσμης, μεσοπρόθεσμης ή μακροπρόθεσμης). Ομοίως, απόκειται, ενδεχομένως, στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει κατά πόσον το γεγονός ότι τα στοιχεία του μεταγενέστερου σήματος σχηματίζουν, λόγω του συσχετισμού που μπορεί να κάνει το οικείο κοινό μεταξύ της ακολουθίας στοιχείων και του συνδυασμού λέξεων, διακριτή λογική ενότητα μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη δυνατότητα η εν λόγω ακολουθία στοιχείων, που αποτελεί το κοινό στοιχείο των επίμαχων σημάτων, να γίνει αντιληπτή και να απομνημονευτεί από το εν λόγω κοινό αυτοτελώς και, κατά συνέπεια, να συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία της συνολικής εικόνας του μεταγενέστερου σήματος που το εν λόγω κοινό διατηρεί στη μνήμη του. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος αυτού καθώς και της εννοιολογικής ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων σημάτων, θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η πιθανότητα οι καταναλωτές που έχουν δει το προγενέστερο σήμα να μπορούν να αποδώσουν στην ακολουθία στοιχείων από την οποία αυτό αποτελείται την ίδια σημασία με εκείνη που έχει στο μεταγενέστερο σήμα ( 45 ).
43.
Αντιθέτως, όπως εξέθεσα ανωτέρω, το αιτούν δικαστήριο δεν δεσμεύεται, στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως, από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη, σε διαφορετικό πραγματικό και νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο στην υπόθεση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147).
IV – Πρόταση
44.
Με βάση το σύνολο των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Bundespatentgericht:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση πανομοιότυπων ή παρόμοιων προϊόντων και υπηρεσιών, υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του κοινού μεταξύ δύο σημείων, όταν η ακολουθία γραμμάτων που αποτελεί το μόνο λεκτικό στοιχείο του προγενέστερου σημείου αναπαράγεται στο μεταγενέστερο λεκτικό σημείο και ακολουθείται από περιγραφικό συνδυασμό λέξεων, αποτελούμενο από λέξεις τα αρχικά των οποίων επαναλαμβάνουν τα γράμματα της εν λόγω ακολουθίας, με αποτέλεσμα αυτή να γίνεται αντιληπτή από το οικείο κοινό ως συντομογραφία του συνδυασμού λέξεων που τη συνοδεύει. Η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται συνολικώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 299, σ. 25).
( 3 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 40, σ. 1).
( 4 ) Τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή:
«Έντυπο υλικό», που εμπίπτει στην κλάση 16·
«Διαφήμιση· διοίκηση επιχειρήσεων· διαχείριση επιχειρήσεων· εργασίες γραφείου· παροχή συμβουλών σε οικονομικά θέματα επιχειρήσεων· παροχή συμβουλών σε θέματα οργάνωσης επιχειρήσεων· παροχή συμβουλών σε θέματα διοίκησης επιχειρήσεων· οργάνωση εκθέσεων για οικονομικούς και διαφημιστικούς σκοπούς· δημόσιες σχέσεις», που εμπίπτουν στην κλάση 35·
«Εκπαίδευση· επιμόρφωση· ψυχαγωγία· αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες· διοργάνωση εκθέσεων για πολιτιστικούς ή διδακτικούς σκοπούς· [λειτουργία εγκαταστάσεων αναψυχής· αθλητικές λέσχες («Betrieb von Gesundheits-Klubs» στα γερμανικά)]· διοργάνωση και συντονισμός συνεδρίων· οργάνωση και διεξαγωγή διασκέψεων, συνεδρίων και συμποσίων· λειτουργία αθλητικών εγκαταστάσεων· ενοικίαση αθλητικού εξοπλισμού· υπηρεσίες εκπαιδευτή φυσικής αγωγής· οργάνωση και διεξαγωγή σεμιναρίων, εργαστηρίων, διαλέξεων, συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης και κύκλων μαθημάτων· παροχή συμβουλών σε θέματα οργάνωσης ελεύθερου χρόνου· οργάνωση και διεξαγωγή σεμιναρίων επιμόρφωσης και συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης· υπηρεσίες πληροφόρησης των επισκεπτών στα κέντρα ευεξίας […] σχετικά με αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις· ενημέρωση για θεραπείες», που εμπίπτουν στην κλάση 41, και
«Υπηρεσίες εστίασης και παροχής προσωρινού καταλύματος σε επισκέπτες· κράτηση και εύρεση καταλυμάτων για επισκέπτες, ιδίως επισκέπτες κέντρων ευεξίας· παροχή υπηρεσιών οίκων ευγηρίας· λειτουργία κατασκηνώσεων», που εμπίπτουν στην κλάση 43.
( 5 ) Πρόκειται για προϊόντα και υπηρεσίες που αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή:
«Χαρτί, χαρτόνι και προϊόντα από τα υλικά αυτά, εφόσον εμπίπτουν στην κλάση 16· έντυπο υλικό· υλικό βιβλιοδεσίας· φωτογραφίες· γραφική ύλη· κόλλες για χαρτικά και γραφική ύλη ή για οικιακή χρήση· υλικά για καλλιτέχνες· χρωστήρες (πινέλα)· γραφομηχανές και είδη γραφείου (εκτός των επίπλων)· παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό υλικό (εκτός των συσκευών)· πλαστικό υλικό συσκευασίας, εφόσον εμπίπτει στην κλάση 16 […]», που εμπίπτουν στην κλάση 16·
«Διαφήμιση· διοίκηση επιχειρήσεων· διαχείριση επιχειρήσεων· εργασίες γραφείου», που εμπίπτουν στην κλάση 31, και
«Εκπαίδευση· επιμόρφωση· ψυχαγωγία· αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες· δημοσίευση και έκδοση εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων· […] διοργάνωση εκθέσεων για ψυχαγωγικούς, πολιτιστικούς και αθλητικούς σκοπούς· κινηματογραφική παραγωγή· διανομή ταινιών· ενοικίαση συσκευών εικονοληψίας, συσκευών εγγραφής ήχου, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών συσκευών· διδασκαλία εξ αποστάσεως· οργάνωση και διεξαγωγή διασκέψεων, συνεδρίων και συμποσίων· δημοσίευση ηλεκτρονικών βιβλίων και περιοδικών στο διαδίκτυο· ραδιο[φωνική] ψυχαγωγία· διοργάνωση και διεξαγωγή σεμιναρίων και εργαστηρίων· μεταφράσεις· διδασκαλία και εκπαίδευση· διοργάνωση και συντονισμός συνεδρίων· συγγραφή σεναρίων· παραγωγή βιντεοταινιών· διοργάνωση διαγωνισμών», που εμπίπτουν στην κλάση 41.
( 6 ) Βλ. σκέψεις 25 έως 28.
( 7 ) Βλ. σκέψεις 32 και 33.
( 8 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στην υπόθεση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:42).
( 9 ) Βλ. σκέψεις 37 και 38.
( 10 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).
( 11 ) Βλ. αποφάσεις Eurohypo κατά ΓΕΕΑ (C‑304/06 P, EU:C:2008:261, σκέψεις 55 και 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Βλ. αποφάσεις Matratzen Concord (C‑421/04, EU:C:2006:164, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και Eurocool Logistik κατά ΓΕΕΑ (EUROCOOL) (T‑34/00, EU:T:2002:41, σκέψη 38).
( 13 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφασηProcter & Gamble κατά ΓΕΕΑ (C‑383/99 P, EU:C:2001:461, σκέψη 39).
( 14 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Metso Paper Automation κατά ΓΕΕΑ (PAPERLAB) (T‑19/04, EU:T:2005:247, σκέψη 25).
( 15 ) Σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και μια πολύ ισχνή σχέση θεωρήθηκε επαρκής, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Ellos κατά ΓΕΕΑ (ELLOS) (T‑219/00, EU:T:2002:44).
( 16 ) Βλ. αποφάσεις Windsurfing Chiemsee (C‑108/97 και C‑109/97, EU:C:1999:230, σκέψη 31), Koninklijke KPN Nederland (C‑363/99, EU:C:2004:86, σκέψη 56), και Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 50).
( 17 ) Αυτή η περιγραφή επαναλαμβάνεται στην υποσημείωση 4 των παρουσών προτάσεων.
( 18 ) Πρόκειται για τις «υπηρεσίες πληροφόρησης των επισκεπτών στα κέντρα ευεξίας […] σχετικά με αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις», για την «ενημέρωση για θεραπείες» και για την «κράτηση και εύρεση καταλυμάτων για επισκέπτες, ιδίως επισκέπτες κέντρων ευεξίας» και «οίκων ευγηρίας», ή ορισμένες υπηρεσίες που εμπίπτουν στην κλάση 41 και σχετίζονται με τον αθλητισμό και την ευεξία («αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες»· [«αθλητικές λέσχες»]· «λειτουργία αθλητικών εγκαταστάσεων»· «ενοικίαση αθλητικού εξοπλισμού»· «υπηρεσίες εκπαιδευτή φυσικής αγωγής»).
( 19 ) Όσον αφορά την εκτίμηση του περιγραφικού και διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου, βλ. σημείο 23 των παρουσών προτάσεων. Όσον αφορά την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο έχουν επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι «ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής του επίμαχου είδους προϊόντος ή υπηρεσίας προσλαμβάνει τα σήματα έχει καθοριστική σημασία για τη συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως». Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 23).
( 20 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147, σκέψη 34). Βλ. κατωτέρω, σημεία 35 επ.
( 21 ) Βλ. αποφάσεις Windsurfing Chiemsee (C‑108/97 και C‑109/97, EU:C:1999:230, σκέψη 25), ΓΕΕΑ κατά Wrigley (C‑191/01 P, EU:C:2003:579, σκέψη 31), Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147, σκέψη 31), και Streamserve κατά ΓΕΕΑ (STREAMSERVE) (T‑106/00, EU:T:2002:43, σκέψη 36).
( 22 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Eurohypo κατά ΓΕΕΑ (C‑304/06 P, EU:C:2008:261, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Canon (C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψη 27).
( 24 ) Η απόφαση adidas και adidas Benelux (C‑102/07, EU:C:2008:217) καταδεικνύει επιτυχώς αυτή τη διαφορά προοπτικής, συγκεκριμένα μεταξύ του απόλυτου λόγου απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2008/95 και του σχετικού λόγου απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της αυτής οδηγίας. Το Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως εξαρτάται από πολυάριθμους παράγοντες, διευκρινίζει στη σκέψη 30 της εν λόγω αποφάσεως ότι «η ανάγκη ελεύθερης χρήσεως του σημείου εκ μέρους των επιχειρήσεων δεν καταλέγεται μεταξύ των ασκούντων επιρροή παραγόντων». Συγκεκριμένα, συνεχίζει το Δικαστήριο, «όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας και από την προπαρατεθείσα νομολογία, η απάντηση στο αν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να στηρίζεται στο πώς αντιλαμβάνεται το κοινό, αφενός, τα προϊόντα που καλύπτει το σήμα του δικαιούχου και, αφετέρου, τα προϊόντα που καλύπτει το σημείο που χρησιμοποιεί ο τρίτος».
( 25 ) Πράγμα που συνεπάγεται τη συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, του επιπέδου προσοχής του κοινού, της τυπολογίας των προϊόντων, της δυνατότητας άμεσης συγκρίσεως των σημάτων και, συνεπώς, του τρόπου διαθέσεώς τους στην αγορά, βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer (C‑342/97, EU:C:1999:323, σκέψεις 26 και 27).
( 26 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Alejandro κατά ΓΕΕΑ — Anheuser-Busch (BUDMEN) (T‑129/01, EU:T:2003:184, σκέψη 53), και New Look κατά ΓΕΕΑ — Naulover (NLSPORT, NLJEANS, NLACTIVE και NLCollection) (T‑117/03 έως T‑119/03 και T‑171/03, EU:T:2004:293, σκέψη 34).
( 27 ) Στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για εικονιστικό στοιχείο αποτελούμενο από το σχέδιο δέρματος αγελάδας, που περιέγραφε επαγωγικά τα οικεία προϊόντα (γαλακτοκομικά προϊόντα).
( 28 ) Βλ. αποφάσεις AVEX κατά ΓΕΕΑ — Ahlers (a) (T‑115/02, EU:T:2004:234, σκέψη 20), και Inex κατά ΓΕΕΑ — Wiseman (παράσταση δέρματος αγελάδας) (T‑153/03, EU:T:2006:157, σκέψη 32).
( 29 ) Βλ., συναφώς, Sandri, S., «Serie di lettere e serie di parole», Giurisprudenza comunitaria del marchio e del design, Commento tematico II, 2012, σ. 39 έως 45.
( 30 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Lloyd Schuhfabrik Meyer (C‑342/97, EU:C:1999:323, σκέψη 17), Medion (C‑120/04, EU:C:2005:594, σκέψεις 24 και 26), και adidas και adidas Benelux (C‑102/07, EU:C:2008:217, σκέψη 28).
( 31 ) Βλ. αποφάσεις SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 22), Marca Mode (C‑425/98, EU:C:2000:339, σκέψη 40), Medion (C‑120/04, EU:C:2005:594, σκέψη 27), adidas και adidas Benelux (C‑102/07, EU:C:2008:217, σκέψη 29), ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 34), καθώς και Nestlé κατά ΓΕΕΑ (C‑193/06 P, EU:C:2007:539, σκέψη 33).
( 32 ) Αποφάσεις ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 36), και Ferrero κατά ΓΕΕΑ (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 85).
( 33 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 23).
( 34 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 23), ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 35), και Nestlé κατά ΓΕΕΑ (C‑193/06 P, EU:C:2007:539, σκέψη 34).
( 35 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 23), Lloyd Schuhfabrik Meyer (C‑342/97, EU:C:1999:323, σκέψη 25), ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 35), και Aceites del Sur-Coosur κατά Koipe (C‑498/07 P, EU:C:2009:503, σκέψη 60).
( 36 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 41), και Aceites del Sur-Coosur κατά Koipe (C‑498/07 P, EU:C:2009:503, σκέψη 61).
( 37 ) Αποφάσεις ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψεις 41 και 42), και Nestlé κατά ΓΕΕΑ (C‑193/06 P, EU:C:2007:539, σκέψεις 42 και 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 38 ) Βλ., ως προς τη διατύπωση αυτή, διάταξη ecoblue κατά ΓΕΕΑ και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑23/09 P, EU:C:2010:35, σκέψη 45). Βλ., επίσης, απόφαση Medion (C‑120/04, EU:C:2005:594, σκέψεις 30 και 36), διάταξη Perfetti Van Melle κατά ΓΕΕΑ (C‑353/09 P, EU:C:2011:73, σκέψη 36), τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Bimbo κατά ΓΕΕΑ (C‑591/12 P, EU:C:2014:34, σημείο 24), καθώς και την απόφαση Bimbo κατά ΓΕΕΑ (C‑591/12 P, EU:C:2014:305, σκέψη 24).
( 39 ) Βλ., συναφώς, διάταξη ecoblue κατά ΓΕΕΑ και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑23/09 P, EU:C:2010:35, σκέψη 47), απόφαση Becker κατά Harman International Industries (C‑51/09 P, EU:C:2010:368, σκέψεις 37 και 38), καθώς και διάταξη Perfetti Van Melle κατά ΓΕΕΑ (C‑353/09 P, EU:C:2011:73, σκέψεις 36 και 37).
( 40 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις AVEX κατά ΓΕΕΑ — Ahlers (a) (T‑115/02, EU:T:2004:234, σκέψη 20), και Inex κατά ΓΕΕΑ — Wiseman (παράσταση δέρματος αγελάδας) (T‑153/03, EU:T:2006:157, σκέψη 32).
( 41 ) Ανεξαρτήτως του τι αποφάνθηκε το Δικαστήριο στη σκέψη 33 της αποφάσεως Strigl και Securvita (C‑90/11 και C‑91/11, EU:C:2012:147), το γεγονός ότι μια ακολουθία στοιχείων προηγείται ή έπεται του συνδυασμού λέξεων δεν μου φαίνεται, a priori, ότι στερείται σημασίας, καθόσον δύναται, αντιθέτως, να επηρεάσει τη διεργασία με την οποία το σημείο γίνεται αντιληπτό και απομνημονεύεται από το κοινό. Βλ., συναφώς, και την απόφαση AMS κατά ΓΕΕΑ — American Medical Systems (AMS Advanced Medical Services) (T‑425/03, EU:T:2007:311, ιδίως σκέψη 79).
( 42 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ — Zafra Marroquineros (CK CREACIONES KENNYA) (T‑185/07, EU:T:2009:147, σκέψη 42).
( 43 ) Βλ. απόφαση AMS κατά ΓΕΕΑ — American Medical Systems (AMS Advanced Medical Services) (T‑425/03, EU:T:2007:311, σκέψη 81).
( 44 ) Βλ., όσον αφορά τη φωνητική πτυχή του σήματος, απόφαση AMS κατά ΓΕΕΑ — American Medical Systems (AMS Advanced Medical Services) (T‑425/03, EU:T:2007:311, σκέψη 84). Βλ., επίσης, απόφαση Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ — Zafra Marroquineros (CK CREACIONES KENNYA) (T‑185/07, EU:T:2009:147, σκέψεις 44 και 45).
( 45 ) Βλ. απόφαση AMS κατά ΓΕΕΑ — American Medical Systems (AMS Advanced Medical Services) (T‑425/03, EU:T:2007:311, σκέψη 86).
Full & Egal Universal Law Academy