ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 18ης Ιουνίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑33/14 P
Mory SA, υπό εκκαθάριση
Mory Team, υπό εκκαθάριση
Superga Invest
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Κρατική ενίσχυση — Προσφυγή ακυρώσεως — Παράνομη και ασύμβατη ενίσχυση — Υποχρέωση ανακτήσεως — Οικονομική συνέχεια — Απόφαση “sui generis” — Παραδεκτό — Έννομο συμφέρον — Ένδικο βοήθημα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων — Ενεργητική νομιμοποίηση»
1.
Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, οι Mory SA, Mory Team και Superga Invest (στο εξής, από κοινού: αναιρεσείουσες) ζητούν την ακύρωση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία αυτό απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την προσφυγή τους με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2012, περί εξαγοράς των στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam στο πλαίσιο της δικαστικής του εξυγιάνσεως ( 3 ) (στο εξής: επίδικη απόφαση).
2.
Η παρούσα υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας αναδιαρθρώσεως του ομίλου Sernam, που δραστηριοποιείται στην αγορά της ταχυμεταφοράς δεμάτων και παλετών, για την οποία εξεδόθησαν πολλές αποφάσεις της Επιτροπής περί των κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στον όμιλο αυτόν. Η επίδικη απόφαση είναι η τέταρτη, και η τελευταία, από τις αποφάσεις αυτές. Με τη συγκεκριμένη απόφαση, η οποία χαρακτηρίζεται από την Επιτροπή ως «sui generis», το εν λόγω θεσμικό όργανο, κατόπιν αιτήματος της Γαλλικής Κυβερνήσεως, διαπίστωσε την έλλειψη οικονομικής συνέχειας μεταξύ του ομίλου Sernam και των αγοραστών των στοιχείων του ενεργητικού του και ενημέρωσε την εν λόγω κυβέρνηση για το γεγονός ότι δεν συνέτρεχε λόγος να επεκταθεί στους δεύτερους η ανάκτηση των παράνομων και ασύμβατων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στον όμιλο Sernam. Οι αναιρεσείουσες, οι οποίες εμφανίζονται ως πρώην άμεσες ανταγωνίστριες αυτού του ομίλου, προσέβαλαν την απόφαση αυτή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, εν τω μεταξύ ετέθησαν υπό εκκαθάριση, όπως και ο όμιλος Sernam, με συνέπεια να τεθεί το ζήτημα του εννόμου συμφέροντός τους να προσφύγουν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
3.
Εν συνόψει, η υπόθεση αυτή θέτει πλειάδα σημαντικών ζητημάτων που αφορούν, αφ’ ενός, το έννομο συμφέρον, και ειδικότερα τις σχέσεις του με την ενεργητική νομιμοποίηση και τις αναγκαίες προϋποθέσεις προκειμένου να υπάρχει ένα τέτοιο συμφέρον λόγω της υπάρξεως αγωγών που έχουν κατατεθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και, αφ’ ετέρου, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού για την προσβολή των αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή σχετικά με την οικονομική συνέχεια μεταξύ του δικαιούχου ενισχύσεως και του αγοραστή ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού του.
I – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
4.
Με απόφαση που εξεδόθη στις 23 Μαΐου 2001 ( 4 ) (στο εξής: απόφαση Sernam 1), η Επιτροπή επέτρεψε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη χορήγηση ενισχύσεως για την αναδιάρθρωση του ομίλου Sernam, συνολικού ποσού 503 εκατομμυρίων ευρώ.
5.
Με δεύτερη απόφαση που εξέδωσε το 2004 ( 5 ) (στο εξής: απόφαση Sernam 2), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ορισμένες από τις προϋποθέσεις που είχαν επιβληθεί με την απόφαση Sernam 1 δεν είχαν τηρηθεί, πράγμα το οποίο συνιστούσε καταχρηστική εφαρμογή της επιτραπείσας ενισχύσεως. Στη συνάφεια αυτή, αφ’ ενός, δήλωσε ότι, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των νέων προϋποθέσεων, η ενίσχυση των 503 εκατομμυρίων ευρώ που είχε εγκριθεί με την απόφαση Sernam 1 ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά και, αφ’ ετέρου, επισήμανε την ύπαρξη περαιτέρω ενισχύσεως ύψους 41 εκατομμυρίων ευρώ, που δεν ήταν ασύμβατη με την εσωτερική αγορά και η οποία, ως εκ τούτου, έπρεπε να αναζητηθεί από τις γαλλικές αρχές.
6.
Κατόπιν καταγγελιών που υπέβαλαν ορισμένοι ανταγωνιστές, μεταξύ των οποίων και μια εταιρία του ομίλου Mory, που υποστήριζαν ότι η απόφαση Sernam 2 είχε εφαρμοστεί καταχρηστικώς, η Επιτροπή ενημέρωσε, με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2008 ( 6 ), τη Γαλλική Δημοκρατία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ σχετικά με την εφαρμογή της αποφάσεως Sernam 2 από αυτήν.
7.
Στις 27 Ιουνίου 2011, οι Mory SA και Mory Team (στο εξής: εταιρίες Mory) ετέθησαν υπό καθεστώς δικαστικής εξυγιάνσεως από το tribunal de commerce του Bobigny. Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο 2012, οι εταιρίες που αποτελούσαν τον όμιλο Sernam επίσης ετέθησαν υπό καθεστώς δικαστικής εξυγιάνσεως.
8.
Στις 9 Μαρτίου 2012, η Επιτροπή εξέδωσε μια τρίτη απόφαση ( 7 ) (στο εξής: απόφαση Sernam 3). Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η κρατική ενίσχυση ύψους 503 εκατομμυρίων ευρώ που είχε εγκριθεί με την απόφαση Sernam 2 είχε τύχει καταχρηστικής εφαρμογής, ότι ο όμιλος Sernam είχε λάβει την ενίσχυση αυτή, καθώς και την κρατική ενίσχυση ύψους 41 εκατομμυρίων ευρώ και άλλες κρατικές ενισχύσεις ασύμβατες με την κοινή αγορά. Κατά το άρθρο 2 του διατακτικού της αποφάσεως αυτής, η Γαλλική Δημοκρατία υποχρεωνόταν να ανακτήσει όλες αυτές τις ενισχύσεις από τον όμιλο Sernam.
9.
Αυθημερόν, δύο προσφορές εξαγοράς διαβιβάστηκαν στον διαχειριστή της δικαστικής εξυγιάνσεως του ομίλου Sernam, εκ των οποίων η πρώτη προερχόταν από την Geodis Calberson (στο εξής: Calberson), θυγατρική του ομίλου Geodis (στο εξής: Geodis) δραστηριοποιούμενη στον τομέα των ταχυμεταφορών, η δε δεύτερη από την BMV. Η προσφορά της εξαγοράς της Calberson εξηρτάτο από την προϋπόθεση ότι «καμία επιβάρυνση συνιστώμενη σε επιστροφή του συνόλου ή μέρους των παράνομων ενισχύσεων που είχαν καταβληθεί στη Sernam δεν μπορεί να μεταβιβαστεί με τα εξαγοραζόμενα στοιχεία του ενεργητικού ή λόγω της εξαγοράς, ή να επιβαρύνει τον αγοραστή». Η προσφορά που υπέβαλε η BMV δεν συνοδευόταν από μια τέτοια προϋπόθεση, αλλά είχε υποβληθεί ως ούσα αναπόσπαστη από την προσφορά της Calberson και έπαυε να ισχύει εάν η προσφορά αυτής της τελευταίας απερρίπτετο.
10.
Στις 23 Μαρτίου 2012, οι γαλλικές αρχές ζήτησαν από την Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι η υποχρέωση περί ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων που είχε επιβληθεί στον όμιλο Sernam με την απόφαση Sernam 3 δεν θα επεκτεινόταν στην Geodis ούτε την BMV, σε περίπτωση εξαγοράς από αυτές μέρους των στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam στο πλαίσιο της δικαστικής του εξυγιάνσεως.
11.
Στις 4 Απριλίου 2012, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Την χαρακτήρισε ως απόφαση «sui generis» βάσει της αρμοδιότητας που έχει παρασχεθεί στην Επιτροπή για τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων που προβλέπει το άρθρο 108 ΣΛΕΕ, καθώς και βάσει της υποχρεώσεως καλόπιστης συνεργασίας με τα κράτη μέλη που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ ( 8 ). Διευκρίνισε ότι η απόφαση αυτή δεν αφορούσε παρά μόνον το αντικείμενο της ληφθείσας κοινοποιήσεως και όχι το κατά πόσον είναι συνετή ή όχι η επένδυση που αφορά την εξαγορά ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam και ότι δεν προδίκαζε την εκτίμηση των επενδύσεων αυτών υπό το πρίσμα του άρθρου 107 ΣΛΕΕ ( 9 ). Κατόπιν της αναλύσεως διαφόρων παραγόντων, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οικονομική συνέχεια μεταξύ του ομίλου Sernam και των αγοραστών ενός μέρους των στοιχείων του ενεργητικού του, ήτοι των Geodis και BMV. Ενημέρωσε έτσι τη Γαλλική Δημοκρατία ότι, βάσει της εν λόγω αναλύσεως και λαμβανομένων υπόψη των δεσμεύσεών της, δεν συνέτρεχε λόγος να επεκταθεί στην Geodis και την BMV η ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων που κηρύχθηκαν, με την απόφαση Sernam 3, παράνομες και ασύμβατες και τις οποίες είχε λάβει ο όμιλος Sernam ( 10 ).
12.
Στις 13 Απριλίου 2012, το tribunal de commerce της Nanterre επέλεξε τις προσφορές εξαγοράς που είχαν καταθέσει η Calberson, καθώς και η BMV, και διέταξε την υπέρ αυτών μεταβίβαση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam με ημερομηνία επελεύσεως των εννόμων αποτελεσμάτων την 7η Μαΐου 2012.
13.
Στις 10 Ιουλίου 2012, οι εταιρίες Mory ετέθησαν υπό δικαστική εκκαθάριση από το tribunal de commerce του Bobigny.
II – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
14.
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 2012, οι αναιρεσείουσες άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
15.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών.
16.
Αφού υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία, στον προσφεύγοντα εναπόκειται να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία περί του εννόμου συμφέροντός του, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι κανένα από τα τέσσερα επιχειρήματα που είχαν προβάλει οι αναιρεσείουσες δεν μπορούσε να αποδείξει ότι διέθεταν έννομο συμφέρον ( 11 ). Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα των αναιρεσειουσών κατά το οποίο η ιδιότητα του ενδιαφερομένου μέρους μιας εξ αυτών στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως Sernam 3 και η προσωπική συμμετοχή της στη διαδικασία αυτή δικαιολογούσε το έννομο συμφέρον τους κατά της επίδικης αποφάσεως ( 12 ). Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα κατά το οποίο το έννομο συμφέρον των αναιρεσειουσών δικαιολογείτο υπό το πρίσμα των δύο αγωγών που είχαν καταθέσει ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων, εκ των οποίων η μία αφορούσε την ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί στον όμιλο Sernam και η άλλη την καταβολή αποζημιώσεως ( 13 ). Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα που αντλείτο από το γεγονός ότι το έννομο συμφέρον των αναιρεσειουσών δικαιολογείτο από την περίσταση ότι η Superga Invest, ως κύρια μέτοχος της Mory, υφίστατο ευθέως τις συνέπειες της νοθεύσεως του ανταγωνισμού ( 14 ). Τέλος, τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα που αντλείτο από το γεγονός ότι, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή απέρριψε σιωπηρώς το ενδεχόμενο να κινηθεί επίσημη διαδικασία ελέγχου, στερώντας έτσι τις αναιρεσείουσες από το πλεονέκτημα του διαδικαστικού δικαιώματος παρεμβάσεως προς υποβολή των παρατηρήσεών τους ( 15 ).
17.
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε ότι, δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν δικαιολογήσει το έννομο συμφέρον τους να στραφούν κατά της επίδικης αποφάσεως, η προσφυγή τους έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
18.
Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
—
να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να εξεταστεί επί της ουσίας, και
—
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
19.
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα.
20.
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Μαΐου 2014, η Calberson SAS ζήτησε, επί τη βάσει του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να παρέμβει στην παρούσα υπόθεση προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2015, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε.
IV – Ανάλυση
21.
Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν δύο λόγους: ο πρώτος αντλείται από την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά τον έλεγχο του εννόμου συμφέροντός τους προς ακύρωση της επίδικης αποφάσεως· ο δεύτερος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, στον βαθμό που το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να διαπιστώσει ότι η απόφαση αυτή τις αφορούσε άμεσα και ατομικά.
Α — Εισαγωγικές παρατηρήσεις: οι σχέσεις μεταξύ ενεργητικής νομιμοποιήσεως και εννόμου συμφέροντος
22.
Πριν εξετάσω τους δύο λόγους αναιρέσεως που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες, πρέπει πρώτα να αναλύσω την επιχειρηματολογία που προέταξαν κατά την οποία δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή μεταξύ, αφ’ ενός, της εννοίας του εννόμου συμφέροντος και, αφ’ ετέρου, της εννοίας της πράξεως που αφορά άμεσα και ατομικά τον προσφεύγοντα (ήτοι, της εννοίας της ενεργητικής νομιμοποιήσεως), καθώς οι έννοιες αυτές συγχέονται και μάλιστα απολύτως. Κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο ότι οι έννοιες αυτές είναι διακριτές, παρέβη το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, η απόδειξη και μόνον ότι μια πράξη αφορά άμεσα και ατομικά ένα πρόσωπο αρκεί προκειμένου να θεμελιωθεί το παραδεκτό της προσφυγής του.
23.
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τελεί σε πρόδηλη αντίφαση τόσο προς τον σκοπό των εννοιών αυτών όσο και προς την πάγια νομολογία από την οποία σαφώς συνάγεται ότι η ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον αποτελούν δύο διακριτές προϋποθέσεις του παραδεκτού που αναλύονται χωριστά από τους δικαστές της Ένωσης ( 16 ).
24.
Έτσι, η ενεργητική νομιμοποίηση είναι η προϋπόθεση του παραδεκτού βάσει της οποίας μπορούν να προσδιοριστούν, μεταξύ του συνόλου των φυσικών και νομικών προσώπων, τα πρόσωπα αυτά που μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως της Ένωσης. Πράγματι, η δυνατότητα προσβολής ενώπιον δικαστηρίου πράξεως της Ένωσης δεν παρέχεται αδιακρίτως σε όλους. Παρέχεται μόνο σε αυτούς που μπορούν να υποστηρίξουν ότι βρίσκονται σε μια ιδιαίτερη κατάσταση σε σχέση προς την πράξη της Ένωσης της οποίας τη νομιμότητα επιθυμούν να αμφισβητήσουν. Αυτή η ιδιαίτερη κατάσταση τους παρέχει το δικαίωμα να αναζητήσουν από τον δικαστή της Ένωσης αποτελεσματική δικαστική προστασία έναντι της πράξεως αυτής.
25.
Το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ διευκρινίζει υπό ποιες προϋποθέσεις ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί παραδεκτώς να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως της Ένωσης. Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή, βρίσκονται σε ιδιαίτερη κατάσταση που τους δίνει το δικαίωμα να ασκήσουν μια τέτοια προσφυγή: πρώτον, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία είναι αποδέκτες της εν λόγω πράξεως, δεύτερον, τα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά, τρίτον, τα πρόσωπα τα οποία αφορά άμεσα κανονιστική πράξη που δεν επάγεται εκτελεστικά μέτρα ( 17 ).
26.
Αντιθέτως, το έννομο συμφέρον, μολονότι είναι επίσης προϋπόθεση του παραδεκτού η οποία συνδέεται με το πρόσωπο του προσφεύγοντα, αφορά μια διαφορετική απαίτηση.
27.
Πράγματι, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, έστω και αν το πρόσωπο το οποίο αμφισβητεί τη νομιμότητα πράξεως της Ένωσης ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης νομιμοποιείται ενεργητικώς, το γεγονός αυτό δεν αρκεί κατ’ ανάγκην προκειμένου να διασφαλίσει το παραδεκτό της προσφυγής του. Προκειμένου να μπορεί να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης προσφυγή ακυρώσεως, ο προσφεύγων πρέπει επίσης να έχει έννομο συμφέρον, ήτοι συμφέρον να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη.
28.
Κατά τη νομολογία, ένα τέτοιο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως δύναται, αυτή καθ’ εαυτήν, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε ( 18 ). Ως εκ τούτου, προκειμένου η προσφυγή του να μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτή, όχι μόνον ο προσφεύγων πρέπει να βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη κατάσταση σε σχέση με την πράξη της οποίας προτίθεται να αμφισβητήσει τη νομιμότητα, αλλά πρέπει επίσης η ακύρωση της πράξεως αυτής να επάγεται θετικά αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεώς του. Το συμφέρον το οποίο πρέπει να έχει ο προσφεύγων δεν πρέπει κατά ανάγκην να έχει τον χαρακτήρα οικονομικού συμφέροντος ή πλεονεκτήματος. Μπορεί επίσης να συνδέεται με την απαίτηση ή την ανάγκη έννομης προστασίας ( 19 ). Ακριβώς η ύπαρξη αυτής της απαιτήσεως ή της ανάγκης δικαιολογεί τη δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Εάν ο προσφεύγων δεν μπορεί να επωφεληθεί από το ενδεχόμενο να γίνει δεκτή η προσφυγή του, δεν δικαιολογείται η προσφυγή ενώπιον της δικαιοσύνης. Επομένως, ο λόγος για τον οποίον κάθε πρόσωπο που προσφεύγει ενώπιον των δικαστηρίων πρέπει, ανεξαρτήτως του επιλεγέντος ένδικου βοηθήματος, να έχει έννομο συμφέρον είναι προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αποτρέποντας το ενδεχόμενο να επιλαμβάνεται ο δικαστής της Ένωσης αμιγώς θεωρητικώς ζητημάτων των οποίων η επίλυση δεν μπορεί να έχει νομικές συνέπειες για τον προσφεύγοντα ή να του παράσχει κάποιο πλεονέκτημα ( 20 ).
29.
Το έννομο συμφέρον, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη νομολογία ως πρώτη και βασική προϋπόθεση για την άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος ( 21 ), πρέπει, εν όψει του σκοπού της προσφυγής, να υφίσταται κατά το στάδιο της ασκήσεώς της, επί ποινή απαραδέκτου ( 22 ) και πρέπει, κατά την ημερομηνία αυτή, να είναι γεγενημένο και ενεστώς ( 23 ). Συνεπώς, δεν μπορεί να εκτιμάται με γνώμονα κάποιο μελλοντικό και υποθετικό γεγονός ( 24 ). Περαιτέρω, αυτό το έννομο συμφέρον πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται έως την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως καταργείται η δίκη ( 25 ). Τέλος, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, στον προσφεύγοντα εναπόκειται να αποδείξει το έννομο συμφέρον του.
30.
Από τις εκτιμήσεις που προηγήθηκαν συνάγεται ότι, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, στο δίκαιο της Ένωσης, η ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον αποτελούν δύο διαφορετικές προϋποθέσεις του παραδεκτού ( 26 ). Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται εξάλλου από το γεγονός ότι, σε ορισμένες υποθέσεις, ο δικαστής της Ένωσης αναγνώρισε την ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του προσφεύγοντος, αλλά αρνήθηκε την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος ( 27 ).
Β — Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται σε σφάλματα κατά τον έλεγχο του εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών
31.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, παραλείποντας να διαπιστώσει ότι είχαν έννομο συμφέρον κατά της επίδικης αποφάσεως, υπέπεσε σε πλάνη. Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε τέσσερα σκέλη που αντιστοιχούν σε έκαστο εκ των τεσσάρων επιχειρημάτων —που παρατίθενται στο σημείο 16 των παρουσών προτάσεων— τα οποία προβλήθηκαν από τις αναιρεσείουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προς στήριξη της υπάρξεως του εννόμου συμφέροντός τους και απορρίφθηκαν από αυτό με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
32.
Μολονότι, στο πλαίσιο του πρώτου και του τετάρτου σκέλους, οι αναιρεσείουσες συγχέουν επιχειρήματα σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον και, μολονότι το τρίτο σκέλος έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με τα λοιπά σκέλη, αντιθέτως, στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους, σε σχέση με την πιθανή στήριξη του εννόμου συμφέροντος σε δύο αγωγές τις οποίες κατέθεσαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών αφορά αμιγώς το έννομο συμφέρον τους. Συνεπώς, φρονώ ότι ενδείκνυται να αναλύσω κατ’ αρχάς το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
1. Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως: έννομο συμφέρον και ένδικα βοηθήματα ασκηθέντα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων
33.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά των σκέψεων 36 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και πλάνη εκτιμήσεως αποφαινόμενο ότι τα δύο ένδικα βοηθήματα που ασκήθηκαν ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων με δική τους πρωτοβουλία δεν απεδείκνυαν το έννομο συμφέρον τους. Το πρώτο εξ αυτών ασκήθηκε από τις αναιρεσείουσες ενώπιον του tribunal administratif de Paris στις 25 Απριλίου 2007 και με αυτό ζητείται να υποχρεωθεί το Γαλλικό Δημόσιο να αναζητήσει τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στον όμιλο Sernam. Το δεύτερο ασκήθηκε ενώπιον του tribunal de commerce de Paris στις 7 Μαΐου 2013, ήτοι μετά την άσκηση της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της επίδικης αποφάσεως, και με αυτό ζητείται να υποχρεωθεί ο όμιλος Sernam και η Geodis να αποκαταστήσουν τις ζημίες που οι εταιρίες αυτές τους προκάλεσαν συνεπεία των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων τα οποία είχαν λόγω της χορηγήσεως των παράνομων ενισχύσεων. Επιβάλλεται να εξεταστούν χωριστά οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών που αφορούν έκαστο εξ αυτών των δύο ενδίκων βοηθημάτων.
α) Επί της προσφυγής περί ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων η οποία ασκήθηκε ενώπιον του tribunal administratif de Paris
i) Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
34.
Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν την ορθότητα των σκέψεων 39 έως 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο απέκλεισε ότι το έννομο συμφέρον τους μπορεί να στηρίζεται στην προσφυγή που άσκησαν ενώπιον του tribunal administratif de Paris το 2007 προκειμένου να υποχρεωθεί το Γαλλικό Δημόσιο να ανακτήσει τις κρατικές ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί στον όμιλο Sernam. Προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, αφ’ ενός, ότι αίτημα της προσφυγής αυτής δεν ήταν η αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας, αλλά η ανάκτηση των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί στον όμιλο Sernam και, αφ’ ετέρου, ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν προβεί σε κανένα διάβημα για διάστημα πολλών ετών προκειμένου να αποζημιωθούν για τη δήθεν ζημία από τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκάλεσαν οι εν λόγω ενισχύσεις.
ii) Επιχειρήματα των διαδίκων
35.
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη απορρίπτοντας τη δυνατότητά τους να στηρίξουν το έννομο συμφέρον τους στην προσφυγή περί ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων που άσκησαν ενώπιον tribunal administratif de Paris. Εν αντιθέσει προς όσα αφήνει να εννοηθεί το Γενικό Δικαστήριο, εξ ουδεμίας διατάξεως συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον κατά πράξεως της Ένωσης μπορεί να δικαιολογηθεί αποκλειστικά από την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Και άλλα ένδικα βοηθήματα νομοτύπως ασκηθέντα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου θα μπορούσαν απολύτως να δικαιολογήσουν ένα τέτοιο συμφέρον, όπως είναι η προσφυγή που άσκησαν ενώπιον του tribunal administratif de Paris. Με την προσφυγή αυτή ζητείται η αναζήτηση από το Γαλλικό Δημόσιο των ασύμβατων ενισχύσεων από όλους τους διαδοχικούς δικαιούχους τους, περιλαμβανομένης της Geodis. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι εστράφησαν ρητώς κατά της Geodis στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής, πράγμα το οποίο προκύπτει από ορισμένα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, η απόφαση του tribunal administratif επί της προσφυγής αυτής περί αναζητήσεως κρατικών ενισχύσεων εξηρτάτο από το ενδεχόμενο ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, στον βαθμό που η ακύρωση αυτή θα παρείχε τη δυνατότητα στις αναιρεσείουσες να επεκτείνουν επί της Geodis το αίτημά τους ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι ενδεχόμενη ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα είχε έννομες συνέπειες επί της προσφυγής περί ανακτήσεως κρατικών ενισχύσεων και ότι θα προσπόριζε έτσι ένα πλεονέκτημα στις αναιρεσείουσες, πράγμα το οποίο δικαιολογούσε το έννομο συμφέρον τους. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν επίσης ότι τυχόν απόφαση του tribunal administratif de Paris η οποία θα υποχρέωνε το Γαλλικό Δημόσιο να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις από την Geodis θα ενίσχυε τις πιθανότητες να ευδοκιμήσει η αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκηθεί ενώπιον του tribunal de commerce de Paris.
36.
Η Επιτροπή παρατηρεί, αντιθέτως, ότι οι εταιρίες Mory δεν υφίσταντο παρά μόνο για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεώς τους. Επομένως, δεν μπορούν να στηρίζουν το έννομο συμφέρον τους στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικής του θέσεως χάρη στην αναζήτηση των παράνομων και ασύμβατων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στη Sernam. Εξάλλου, με το δικόγραφο της προσφυγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν απλώς τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως για τις προκληθείσες ζημίες στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Περαιτέρω, το επιχείρημα που αντλείται από την επέκταση του αιτήματος αναζητήσεως των ενισχύσεων στην Geodis είναι απαράδεκτο, στον βαθμό που η επέκταση αυτή θα ελάμβανε χώρα μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και έτσι δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί η νομιμότητά της. Εξάλλου, το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν περιελάμβανε το επιχείρημα αυτό, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο αυτόν, η Geodis δεν είχε εισέτι αγοράσει τα στοιχεία του ενεργητικού της Sernam. Επομένως, η επέκταση της προσφυγής στην Geodis δεν θα χωρούσε αυτομάτως. Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, ουδόλως αποδεικνύεται ότι το εν λόγω επιχείρημα έχει το παραμικρό έρεισμα ή την ελάχιστη πιθανότητα επιτυχίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου.
37.
Επιπλέον, φαίνεται, κατά την Επιτροπή, ότι το tribunal administratif de Paris προσανατολιζόταν στην έκδοση διατάξεως για την κατάργηση της δίκης. Συγκεκριμένα, άπαξ η Επιτροπή αποφάσισε να κηρύξει τις επίμαχες ενισχύσεις ασύμβατες και να διατάξει την ανάκτησή τους, όπως εν προκειμένω, το ένδικο βοήθημα που είχε ασκηθεί προηγουμένως ενώπιον του εθνικού δικαστή καθίστατο άνευ αντικειμένου. Τέλος, το επιχείρημα ότι τυχόν ευνοϊκή για τις αναιρεσείουσες απόφαση του tribunal administratif de Paris θα ενίσχυε τις πιθανότητες να ευδοκιμήσει η αγωγή τους αποζημιώσεως αποτελεί νέο και, επομένως, απαράδεκτο επιχείρημα το οποίο είναι εν πάση περιπτώσει αβάσιμο.
iii) Ανάλυση
38.
Πρέπει, εισαγωγικώς, να τονιστεί ότι από την ανάγνωση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, καθώς και των παρατηρήσεων επί της ενστάσεως απαραδέκτου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει άνευ ουδεμίας αμφιβολίας ότι αυτές παρέπεμψαν πλειστάκις στην προσφυγή περί ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων την οποία άσκησαν ενώπιον του tribunal administratif de Paris και ότι στηρίχθηκαν σε αυτήν την προσφυγή προκειμένου να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον τους. Επομένως, το επιχείρημα που αντλείται από την προσφυγή αυτή δεν συνιστά, καθαυτό, νέο στοιχείο στο πλαίσιο της αναιρέσεως και πρέπει έτσι να θεωρηθεί παραδεκτό.
39.
Τούτων λεχθέντων, το επιχείρημα που χρησιμοποίησε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως για να αρνηθεί την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών, το οποίο ερείδεται στην ασκηθείσα ενώπιον του tribunal administratif de Paris προσφυγή περί ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων —ήτοι ότι η προσφυγή αυτή δεν αφορούσε την αποκατάσταση των ενδεχόμενων ζημιών τους—, καθώς και η σχετική επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών θέτουν το γενικότερο ζήτημα σχετικά με το ποιο είδος ένδικου βοηθήματος που ασκείται από τον προσφεύγοντα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μπορεί να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον του ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Μπορεί μόνο μια αγωγή αποζημιώσεως να θεμελιώσει ένα τέτοιο συμφέρον ή, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, και οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα σκοπεί στην άρση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προκαλείται από ασύμβατες ενισχύσεις;
40.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό βρίσκεται, κατά την άποψή μου, στον ορισμό του εννόμου συμφέροντος, όπως έχει αναπτυχθεί από τη νομολογία ( 28 ), κατά τον οποίον το έννομο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως μπορεί να προσπορίσει κάποιο πλεονέκτημα στον προσφεύγοντα. Υπό το φως του ορισμού αυτού, πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον ενώπιον του δικαστή της Ένωσης κάθε ένδικο βοήθημα που ασκείται από τον προσφεύγοντα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου στο πλαίσιο του οποίου η ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως ενώπιον του δικαστή της Ένωσης μπορεί να προσπορίσει κάποιο πλεονέκτημα στον προσφεύγοντα, ιδίως σε σχέση με αυτό το ένδικο βοήθημα. Αυτή η ερμηνεία του εννόμου συμφέροντος επιρρωννύεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος λόγω της ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων άλλων πλην της αγωγής αποζημιώσεως ( 29 ).
41.
Φρονώ επομένως ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η προσφυγή που άσκησαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του tribunal administratif de Paris δεν είναι δυνατό να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον τους ενώπιον του για τον λόγο και μόνον ότι η εν λόγω προσφυγή δεν αφορούσε την αποκατάσταση των ζημιών που ενδεχομένως υπέστησαν οι αναιρεσείουσες. Το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε πράγματι να ελέγξει εάν, στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησαν ενώπιον του εν λόγω εθνικού δικαστή, οι αναιρεσείουσες θα μπορούσαν να αντλήσουν κάποιο πλεονέκτημα από την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
42.
Επομένως, τίθεται το ερώτημα εάν οι αναιρεσείουσες θα μπορούσαν πράγματι να αντλήσουν κάποιο πλεονέκτημα από την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως στο πλαίσιο της προσφυγής τους ενώπιον του tribunal administratif de Paris.
43.
Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο η προσφυγή αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου κατόπιν της αποφάσεως Sernam 3. Πράγματι, μολονότι το έγγραφο που απεστάλη από το tribunal administratif στις αναιρεσείουσες και το οποίο προσκομίστηκε από αυτές ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση ότι το tribunal administratif είχε επιφυλάξεις ως προς την πρόθεσή τους να εμμείνουν στην προσφυγή τους ( 30 ), εντούτοις επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν στηρίζει το επιχείρημα της Επιτροπής και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν εναπόκειται στα δικαστήρια της Ένωσης να αποφαίνονται, στο πλαίσιο αναιρέσεως, ότι ένδικο βοήθημα ασκηθέν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.
44.
Ωστόσο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι θα μπορούσαν να αντλήσουν δύο ειδών πλεονεκτήματα συνδεόμενα με την ασκηθείσα ενώπιον του tribunal administratif de Paris προσφυγή τους τα οποία θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον τους. Αφ’ ενός, η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα τους παρείχε τη δυνατότητα, στο πλαίσιο αυτής της προσφυγής, να επεκτείνουν στην Geodis το αίτημα περί επιστροφής των κρατικών ενισχύσεων. Αφ’ ετέρου, τυχόν ευνοϊκή απόφαση του tribunal administratif de Paris θα ενίσχυε τις πιθανότητες να ευδοκιμήσει η ασκηθείσα ενώπιον του tribunal de commerce αγωγή τους αποζημιώσεως.
45.
Όσον αφορά, πρώτον, την ενδεχόμενη διεύρυνση προκειμένου να περιληφθεί η Geodis στον κύκλο των προσώπων από τα οποία το κράτος θα έπρεπε να αναζητήσει τις ασύμβατες ενισχύσεις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο, διότι δεν περιλαμβάνεται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και διότι η επέκταση στην Geodis του αιτήματος περί επιστροφής των κρατικών ενισχύσεων αποτελεί μεταγενέστερο της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως στοιχείο το οποίο, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί η νομιμότητά της. Υποστηρίζει ότι δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο που το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, δεν υφίστατο ένδικο βοήθημα νομοτύπως ασκηθέν από τις αναιρεσείουσες κατά της Geodis ενώπιον του tribunal administratif de Paris.
46.
Εντούτοις, επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι, όπως ήδη ελέχθη στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων, στην πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή τους και στις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες πράγματι εξέθεσαν ότι είχαν ασκήσει προσφυγή περί ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων ενώπιον του tribunal administratif de Paris. Στη συνάφεια αυτή, εξέθεσαν, αφ’ ενός, ότι η εν λόγω προσφυγή σκοπούσε να υποχρεώσει το γαλλικό Υπουργείο Οικονομικών να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις από κάθε δικαιούχο και τυχόν κάτοχο των ενισχύσεων αυτών, πράγμα το οποίο η Επιτροπή συνομολογεί, και, αφ’ ετέρου, ότι υφίστατο άμεση σχέση μεταξύ της προσφυγής αυτής και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στον βαθμό που, εάν εθεωρείτο ότι μεταβιβάστηκαν στην Geodis οι παράνομες ενισχύσεις που κατά το παρελθόν είχαν χορηγηθεί στον όμιλο Sernam, η εταιρία αυτή θα έπρεπε να τις επιστρέψει στο κράτος.
47.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι το εν λόγω επιχείρημα είναι νέο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο. Ένα άλλο ζήτημα, στο οποίο θα επανέλθω ευθύς αμέσως, είναι εάν το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο που το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η προσφυγή περί ανακτήσεως δεν είχε εισέτι επεκταθεί στην Geodis επηρεάζει τον χαρακτήρα του ενδεχόμενου εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών ως γεγενημένου και ενεστώτος.
48.
Δεκτού γενομένου του παραδεκτού του επιχειρήματος αυτού, πρέπει να ελεγχθεί η βασιμότητά του. Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι, όπως ήδη εξέθεσα στο σημείο 11 των παρουσών προτάσεων, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν υφίστατο οικονομική συνέχεια μεταξύ, αφ’ ενός, του ομίλου Sernam και, αφ’ ετέρου, της Geodis και της BMV και ότι, για τον λόγο αυτόν, δεν συνέτρεχε λόγος όπως οι γαλλικές αρχές επεκτείνουν σε αυτές τις δύο τελευταίες εταιρίες την επιστροφή των κρατικών ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί στον όμιλο Sernam. Ωστόσο, στον βαθμό που η προσφυγή που εκκρεμεί ενώπιον του tribunal administratif de Paris αφορά την επιστροφή των ιδίων αυτών ενισχύσεων από οποιονδήποτε δικαιούχο, φρονώ ότι δυσχερώς μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη άμεσης συνάφειας μεταξύ της επίδικης αποφάσεως και της εθνικής διαδικασίας. Πράγματι, η επίδικη απόφαση, αποκλείοντας την υποχρέωση επιστροφής των επίμαχων ενισχύσεων από την Geodis και την BMV, μπορεί να έχει συνέπειες επί της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του tribunal administratif de Paris στον βαθμό που το εν λόγω δικαστήριο δεν θα μπορέσει, ενδεχομένως, να διατάξει την ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων από τα πρόσωπα αυτά. Επομένως, αίροντας κατ’ αρχήν ένα εμπόδιο στην πιθανή διεύρυνση του κύκλου των προσώπων από τα οποία μπορούν να αναζητηθούν οι ενισχύσεις, η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα προσπόριζε κάποιο πλεονέκτημα στις αναιρεσείουσες σε σχέση με την προσφυγή που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω εθνικού δικαστή. Εντούτοις, φρονώ ότι τρία σημεία είναι συναφώς κρίσιμα.
49.
Πρώτον, η ύπαρξη πραγματικού πλεονεκτήματος για τις αναιρεσείουσες σε σχέση με την προσφυγή που εκκρεμεί ενώπιον του tribunal administratif de Paris σε περίπτωση ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, πλεονεκτήματος που θα δικαιολογούσε το έννομο συμφέρον, εξαρτάται από το αποτέλεσμα που η εν λόγω απόφαση παράγει επί της εθνικής ένδικης διαδικασίας. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξεταστεί εάν ο εθνικός δικαστής δεσμεύεται από την επίδικη απόφαση.
50.
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 288, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές ως προς όλα τα μέρη τους για τους αποδέκτες που ορίζουν. Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης αποφάσεως της Επιτροπής η οποία το υποχρεώνει να ανακτήσει παράνομες και ασύμβατες προς την εσωτερική αγορά ενισχύσεις οφείλει, δυνάμει του άρθρου αυτού, να λάβει όλα τα πρόσφορα μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως. Ο υποχρεωτικός αυτός χαρακτήρας ισχύει έναντι όλων των οργάνων του κράτους αποδέκτη, περιλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών οργάνων του ( 31 ).
51.
Εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση περιβάλλεται τη μορφή αποφάσεως του άρθρου 288, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ η οποία απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία. Υπό το φως της προαναφερθείσας στο ανωτέρω σημείο νομολογίας, το περιεχόμενό της δεσμεύει το κράτος μέλος αποδέκτη, περιλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών οργάνων του. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το tribunal administratif de Paris δεσμεύεται από μια τέτοια απόφαση και, πλην περιπτώσεως ακυρώσεως, δεν θα μπορεί να την αμφισβητήσει διατάσσοντας την ανάκτηση από την Geodis και την BMV των χορηγηθεισών στον όμιλο Sernam κρατικών ενισχύσεων ( 32 ).
52.
Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί εάν το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο που το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η προσφυγή περί ανακτήσεως δεν είχε εισέτι επεκταθεί στην Geodis εμποδίζει να αναγνωριστεί υπέρ των αναιρεσειουσών η ύπαρξη γεγενημένου και ενεστώτος εννόμου συμφέροντος. Συναφώς, είναι αληθές, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, ότι η in concreto επέκταση της προσφυγής περί ανακτήσεως κρατικών ενισχύσεων στην Geodis έγινε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όταν ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η προσφυγή, το εν λόγω ένδικο βοήθημα είχε ήδη κατατεθεί και εξακολουθούσε η εκκρεμοδικία κατά τον χρόνο της εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Το εν λόγω ένδικο βοήθημα αφορούσε όλους τους δικαιούχους και τους πιθανούς κατόχους των επίμαχων κρατικών ενισχύσεων, περιλαμβανόμενης επομένως της Geodis, στην περίπτωση που, εν αντιθέσει προς όσα διαπίστωνε η επίδικη απόφαση, αυτή αναγνωριζόταν ως κατ’ ακολουθία δικαιούχος των ενισχύσεων αυτών. Περαιτέρω, με τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου η οποία προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες τόνισαν το συμφέρον που είχαν να επεκταθεί η επιστροφή των κρατικών ενισχύσεων στην Geodis και την ευθεία σχέση μεταξύ της επίδικης αποφάσεως και της εκβάσεως της εκκρεμούσας ενώπιον του εθνικού δικαστή δίκης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είμαι της γνώμης ότι η επέκταση της προσφυγής περί ανακτήσεως στην Geodis μπορεί να θεωρηθεί ως ένα αμιγώς υποθετικό γεγονός που δεν μπορεί να θεμελιώσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος γεγενημένου και ενεστώτος.
53.
Τρίτον, πρέπει να αναλυθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, δεδομένου ότι οι εταιρίες Mory τελούν υπό εκκαθάριση και, ως εκ τούτου, δεν δραστηριοποιούνται πλέον στην αγορά, δεν έχουν συμφέρον να αποκατασταθεί η θέση τους στον ανταγωνισμό με την ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων και έτσι δεν έχουν έννομο συμφέρον κατά της επίδικης αποφάσεως.
54.
Εντούτοις, με το επιχείρημα αυτό, η Επιτροπή συγχέει, κατά την άποψή μου, το έννομο συμφέρον στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστή με το απαιτούμενο έννομο συμφέρον ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Πράγματι, όπως πλειστάκις έχω υπομνήσει, κατά τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, το έννομο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως μπορεί να προσπορίσει κάποιο πλεονέκτημα στον προσφεύγοντα. Ωστόσο, έχω επισημάνει ότι ενδεχόμενη ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα ήρε ένα εμπόδιο το οποίο δεν επιτρέπει να επεκταθεί η προσφυγή περί ανακτήσεως που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστή και σε άλλους πιθανούς δικαιούχους των κρατικών ενισχύσεων που κηρύχθηκαν ασύμβατες. Αυτό ακριβώς είναι το πλεονέκτημα για τις αναιρεσείουσες που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον τους κατά της επίδικης αποφάσεως.
55.
Αντιθέτως, η ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων ζητήθηκε από το tribunal administratif de Paris και όχι από τα δικαστήρια της Ένωσης. Ωστόσο, το να θεωρείται ότι οι αναιρεσείουσες δεν έχουν πλέον συμφέρον να ζητήσουν την ανάκτηση των εν λόγω κρατικών ενισχύσεων θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή ότι δεν έχουν πλέον συμφέρον να εξακολουθήσει η εθνική διαδικασία, πράγμα το οποίο δεν εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να κρίνει. Επομένως, εν αντιθέσει προς όσα υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ίδια η Επιτροπή είναι αυτή που με το επιχείρημά της δημιουργεί τον κίνδυνο να εισαχθεί στη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης η προϋπόθεση περί του παραδεκτού του ασκηθέντος ενώπιον του εθνικού δικαστή ενδίκου βοηθήματος. Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
56.
Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα των αναιρεσειουσών κατά το οποίο το έννομο συμφέρον τους δικαιολογείται από το γεγονός ότι τυχόν ευνοϊκή απόφαση του tribunal administratif de Paris θα ενίσχυε τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής τους αποζημιώσεως που άσκησαν ενώπιον του tribunal de commerce, επισημαίνω ότι, ανεξαρτήτως του ζητήματος του παραδεκτού του, οι αναιρεσείουσες δεν διευκρινίζουν ποια είναι η σχέση μεταξύ των δύο ενδίκων βοηθημάτων που θα δικαιολογούσε την προβαλλόμενη αύξηση των πιθανοτήτων επιτυχίας της αγωγής αποζημιώσεως. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το επιχείρημα αυτό δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει.
57.
Στον βαθμό που το επιχείρημα αυτό έχει την έννοια ότι, εάν το tribunal administratif de Paris έπρεπε να αναγνωρίσει την υποχρέωση ανακτήσεως των ενισχύσεων από την Geodis ως δικαιούχο των ενισχύσεων, τότε η Geodis θα μπορούσε ενδεχομένως να αναγνωριστεί ως υπεύθυνη για τις ζημίες που υπέστησαν οι εταιρίες Mory, ταυτίζεται με την επιχειρηματολογία σχετικά με την αγωγή αποζημιώσεως και θα εξεταστεί στην οικεία θέση.
58.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, παραλείποντας να διαπιστώσει ότι οι αναιρεσείουσες, στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησαν ενώπιον του tribunal administratif de Paris, μπορούσαν να αντλήσουν κάποιο πλεονέκτημα από την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, υπέπεσε, κατά την άποψή μου, σε πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, προτείνω να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
β) Επί της αγωγής αποζημιώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του tribunal de commerce de Paris
i) Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
59.
Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν εν συνεχεία την ορθότητα των σκέψεων 42 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν απέδειξαν ότι τυχόν ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα καθιστούσε ευχερέστερη την ευδοκίμηση της αγωγής αποζημιώσεως που άσκησαν ενώπιον του tribunal de commerce de Paris, με την οποία ζητείται να υποχρεωθούν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο όμιλος Sernam και η Geodis να επανορθώσουν τις ζημίες που προκάλεσαν στις εταιρίες αυτές λαμβάνοντας τις παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, αφ’ ενός, ότι η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως δεν θα προσπόριζε κανένα πλεονέκτημα στις αναιρεσείουσες στον βαθμό που η αγωγή αφορά τον όμιλο Sernam, καθώς η απόφαση Sernam 2 είχε ήδη επισημάνει ότι οι ενισχύσεις που είχε λάβει ο όμιλος Sernam ήσαν παράνομες και ασύμβατες. Έτσι, οι αναιρεσείουσες μπορούσαν να απαιτήσουν αποζημίωση από της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής.
60.
Αφ’ ετέρου, ως προς την Geodis, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι ανέλαβε τις δραστηριότητες του ομίλου Sernam σε ημερομηνία μεταγενέστερη της εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, η Geodis δεν μπορούσε να ευθύνεται για την κακή οικονομική κατάσταση των αναιρεσειουσών. Αυτές δεν απέδειξαν ούτε ότι η Geodis μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου για την προβαλλόμενη ζημία που προκλήθηκε από τον όμιλο Sernam εκ του λόγου και μόνον ότι εξαγόρασε ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού αυτού του ομίλου. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι οι εταιρίες Mory είχαν παύσει οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα από της θέσεώς τους σε εκκαθάριση, δεν μπορούσαν να υποστούν εν συνεχεία καμία ζημία από την εξαγορά των στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam από την Geodis.
ii) Επιχειρήματα των διαδίκων
61.
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η αγωγή αποζημιώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του tribunal de commerce de Paris δεν μπορεί να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον τους. Κατ’ αρχάς, η αγωγή αυτή δεν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Συγκεκριμένα, δεν ήταν δυνατή η άσκησή της παρά μόνον από της εκδόσεως της αποφάσεως Sernam 3 η οποία κήρυξε τις ενισχύσεις ασύμβατες, δεδομένου ότι οι αποφάσεις Sernam 1 και 2 αποτελούσαν αποφάσεις περί εγκρίσεως υπό όρους. Εν συνεχεία, το γεγονός ότι η αγωγή αποζημιώσεως δεν είχε εισέτι ασκηθεί όταν το Γενικό Δικαστήριο επιλήφθηκε της προσφυγής ακυρώσεως δεν μπορούσε να οδηγήσει στη διαπίστωση περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, αφ’ ενός, η αγωγή αυτή είχε ρητώς προαναγγελθεί με το δικόγραφο που κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, αφ’ ετέρου, είχε ασκηθεί προ της εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε —προς τον σκοπό του καθορισμού της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος ενώπιόν του— να υποκαταστήσει την εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου με τη δική του εκτίμηση επί του βασίμου της αγωγής αποζημιώσεως κατά της Geodis και να αποφανθεί ότι η αγωγή αυτή θα απορριπτόταν. Εν πάση περιπτώσει, η άσκηση αγωγής κατά της Geodis ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι αυτή, αφ’ ενός, ήταν υπεύθυνη για τη μη εφαρμογή της αποφάσεως Sernam 1 και, αφ’ ετέρου, έπρεπε να θεωρηθεί ως η νυν δικαιούχος ασύμβατων ενισχύσεων και, με την ιδιότητα αυτή, ως υπόχρεος για την αποκατάσταση των επιζήμιων συνεπειών για τις εταιρίες Mory, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετά των διαδοχικών δικαιούχων των εν λόγω ενισχύσεων και του χορηγού τους. Τέλος, εάν η επίδικη απόφαση ακυρωθεί, οι αναιρεσείουσες θα μπορούν να προβάλουν κατά της Geodis αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ως προς το επιχείρημα που προβλήθηκε προς στήριξη ενός γενικότερου λόγου ακυρώσεως που ήδη αναπτύχθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, υποστηρίζουν ότι το επιχείρημα αυτό παραδεκτώς προβάλλεται στο πλαίσιο της αναιρέσεως.
62.
Κατά την Επιτροπή, προκειμένου να δικαιολογηθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, δεν αρκεί η επίκληση της ασκήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου οποιασδήποτε αγωγής αποζημιώσεως μελλοντικής ή ενεστώσας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ευδοκιμήσεώς της. Κατά τη νομολογία, ο προσφεύγων πρέπει να αποδεικνύει πραγματικό και συγκεκριμένο συμφέρον για την αιτούμενη ακύρωση στο πλαίσιο αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης (έστω και πιθανό) ασκηθείσας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το οποίο, εντούτοις, να μην είναι αμιγώς υποθετικό. Στις λοιπές περιπτώσεις, το δικαίωμα του προσφεύγοντος ασκείται, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, διά της προβολής ενστάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, πράγμα το οποίο θα απέτρεπε την εκδίκαση άσκοπων διαφορών από τα δικαστήρια της Ένωσης. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι, εν προκειμένω, είναι προφανές ότι πρωτοδίκως δεν αποδείχθηκε πραγματικό συμφέρον για την αιτούμενη ακύρωση. Οι αναιρεσείουσες δεν κατέθεσαν την αγωγή τους λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης παρά μόνον προκειμένου να απαντήσουν στην ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής, και μάλιστα ένα και πλέον έτος μετά την απόφαση Sernam 3. Το επιχείρημα κατά το οποίο η Geodis μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη μη εφαρμογή της αποφάσεως Sernam 1 αποτελεί νέο επιχείρημα το οποίο απαραδέκτως προβάλλεται στο πλαίσιο της αναιρέσεως. Περαιτέρω, είναι προδήλως αβάσιμο, διότι η απόφαση αυτή επέβαλε υποχρέωση όχι στην Geodis, αλλά στο Γαλλικό Δημόσιο. Τέλος, το επιχείρημα που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό επίσης είναι προδήλως απαράδεκτο, διότι προβλήθηκε το πρώτον στο πλαίσιο της αναιρέσεως. Εν πάση περιπτώσει, κανένα σοβαρό επιχείρημα δεν προβλήθηκε προς στήριξη της θεωρίας αυτής.
iii) Ανάλυση
63.
Είναι αναγκαίο, προκειμένου ο προσφεύγων να μπορεί να έχει έννομο συμφέρον γεγενημένο και ενεστώς ενώπιον του δικαστή της Ένωσης στηριζόμενο σε ένδικο βοήθημα, μεταξύ άλλων σε αγωγή αποζημιώσεως, ασκηθέν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, να έχει ήδη ασκήσει αυτό το ένδικο βοήθημα κατά τον χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης; Πρέπει αυτός ο προσφεύγων να αποδείξει —και, εάν ναι, με ποιο βαθμό αποδεικτικής ισχύος— ότι το ασκηθέν ενώπιον του εθνικού δικαστή ένδικο βοήθημα έχει πιθανότητες να ευδοκιμήσει; Και μέχρι ποιου σημείου ο δικαστής της Ένωσης πρέπει —ή ακόμη και μπορεί— να εκτιμήσει τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως του ασκηθέντος ενώπιον του εθνικού δικαστή ενδίκου βοηθήματος προκειμένου να καταλήξει ότι μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος γεγενημένου και ενεστώτος ενώπιον του;
64.
Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που τίθενται σε αυτό το τμήμα της αναιρέσεως των αναιρεσειουσών.
65.
Προκειμένου να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά, πρέπει, κατά την άποψή μου, αφ’ ενός, να υπομνησθεί ότι η νομολογία έχει χαρακτηρίσει το έννομο συμφέρον ως συμφέρον γεγενημένο και ενεστώς το οποίο δεν μπορεί να εκτιμάται εν συναρτήσει προς κάποιο μελλοντικό και υποθετικό γεγονός ( 33 ). Αφετέρου, φρονώ χρήσιμο να προβώ σε ανάλυση της νομολογίας και, μεταξύ άλλων, των υποθέσεων στις οποίες το έννομο συμφέρον ενώπιον του δικαστή της Ένωσης εξετάστηκε υπό το πρίσμα των σχέσεων μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και κάποιου άλλου ένδικου βοηθήματος. Πράγματι, η ανάλυση αυτή οδηγεί σε χρήσιμα συμπεράσματα.
– Ανάλυση της νομολογίας: έννομο συμφέρον και ένδικα βοηθήματα
66.
Από την ανάλυση της συναφούς νομολογίας μπορούν να προσδιοριστούν τρία είδη υποθέσεων.
67.
Η πρώτη ομάδα υποθέσεων αφορά περιπτώσεις στις οποίες η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος εξετάστηκε σε σχέση με την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως κατά της Ένωσης ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Σε αυτό το είδος υποθέσεων, κατά πάγια νομολογία, ένας προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση πράξεως που τον επηρεάζει άμεσα προκειμένου να επιτύχει τη διαπίστωση, από τον δικαστή της Ένωσης, της παρανομίας που διαπράχθηκε σε βάρος του, οπότε η διαπίστωση αυτή μπορεί να αποτελέσει τη βάση ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως με σκοπό την ενδεδειγμένη αποκατάσταση της προκληθείσης από την προσβαλλομένη πράξη ζημίας ( 34 ). Στη συνάφεια αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η διατήρηση (και επομένως, κατά μείζονα λόγο, η υπόσταση) του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος πρέπει να εκτιμάται in concreto, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των συνεπειών της προβαλλόμενης παρανομίας και της φύσεως της ζημίας που φέρεται να υπέστη ( 35 ).
68.
Έτσι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τη νομολογία, σε αυτή την πρώτη ομάδα υποθέσεων, το απλό ενδεχόμενο της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως επαρκεί προκειμένου να θεμελιώσει έννομο συμφέρον γεγενημένο και ενεστώς. Αντιθέτως, ουδόλως απαιτείται για τον σκοπό αυτόν όπως η αγωγή αποζημιώσεως έχει ήδη ασκηθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως.
69.
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, αφ’ ενός, ότι, στην περίπτωση αυτή, η διαπίστωση της παρανομίας εκ μέρους της Ένωσης συνιστά κατ’ ανάγκην προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως κατά της ίδιας της Ένωσης, και, αφ’ ετέρου, ότι, κατά τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 29 και 65 των παρουσών προτάσεων, η άσκηση μιας τέτοιας αγωγής αποζημιώσεως δεν πρέπει, εν ουδεμία περιπτώσει, να είναι αμιγώς υποθετική. Έτσι, στην υπόθεση Socratec κατά Επιτροπής ( 36 ), το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, επί τη βάσει σειράς στοιχείων, ότι η αγωγή αποζημιώσεως κατά της Ένωσης την οποία επικαλείτο, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα προκειμένου να δικαιολογήσει το έννομο συμφέρον της είχε χαρακτήρα αμιγώς υποθετικό. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε έτσι την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας και, ως εκ τούτου, απέρριψε την προσφυγή της ως απαράδεκτη ( 37 ).
70.
Η δεύτερη ομάδα υποθέσεων, όλες εκδικασθείσες από το Γενικό Δικαστήριο μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι υποθέσεις Sniace κατά Επιτροπής ( 38 ) και Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 39 ), στις οποίες παρέπεμψε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της, αφορά μια διαφορετική κατάσταση ( 40 ). Πράγματι, στις υποθέσεις αυτές, οι προσφεύγουσες επεχείρησαν να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον τους στον κίνδυνο ασκήσεως ένδικων βοηθημάτων από τρίτους κατ’ αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Το Γενικό Δικαστήριο επέλεξε την προσέγγιση βάσει της οποίας το έννομο συμφέρον μπορεί να συναχθεί είτε από την ύπαρξη βεβαιωμένου κινδύνου ότι η νομική κατάσταση των προσφευγόντων θα επηρεαστεί από την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων είτε από την ύπαρξη γεγενημένου και ενεστώτος κινδύνου εξ ένδικων βοηθημάτων ( 41 ).
71.
Ενώ, στις υποθέσεις Sniace κατά Επιτροπής και Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής, τις οποίες παραθέτει η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε βεβαιωμένος κίνδυνος, στη δε υπόθεση TV2 κατά Δανίας κ.λπ. κατά Επιτροπής κατέληξε, αντιθέτως, ότι υπήρχε τέτοιος κίνδυνος. Προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε μεταξύ άλλων υπόψη του το γεγονός ότι, μετά την κατάθεση της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιόν του, είχε πράγματι ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως από τρίτον κατά της προσφεύγουσας προκειμένου να επιδικαστεί αποζημίωση για τη ζημία που φερόταν να έχει προκαλέσει η χορήγηση της επίμαχης παράνομης κρατικής ενισχύσεως. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η άσκηση της αγωγής αυτής αποτελούσε επέλευση βεβαιωμένου κινδύνου ασκήσεως μιας τέτοιας αγωγής ( 42 ).
72.
Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, και σε αυτή τη δεύτερη ομάδα υποθέσεων, όπως και στην πρώτη, κατά τη νομολογία, η ύπαρξη, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, κινδύνου ασκήσεως ένδικων βοηθημάτων που μπορούν να επηρεάσουν τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος σε σχέση με την προσβαλλόμενη πράξη, υπό την προϋπόθεση ότι είναι βεβαιωμένος, αρκεί προκειμένου να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον, χωρίς να απαιτείται να έχει προηγηθεί η άσκηση ένδικου βοηθήματος.
73.
Στην τρίτη ομάδα υποθέσεων, ο δικαστής της Ένωσης ανέλυσε το έννομο συμφέρον ενός προσφεύγοντος υπό το πρίσμα της ενδεχόμενης ασκήσεως ένδικων βοηθημάτων από τον ίδιο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Έτσι, στην υπόθεση Lech‑Stahlwerke κατά Επιτροπής ( 43 ), το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας στηριζόμενου στο ενδεχόμενο ότι θα μπορούσε να ασκήσει ένδικο βοήθημα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ( 44 ). Αντιθέτως, στη διάταξη First Data κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 45 ), που αφορούσε το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι οι προσφεύγοντες είχαν έννομο συμφέρον εκτιμώντας ότι η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως δεν ήταν αναγκαία προκειμένου να θεμελιωθεί η ενδεχομένη αγωγή τους αποζημιώσεως κατά του δικαιούχου αποφάσεως περί χορηγήσεως αρνητικής πιστοποιήσεως ( 46 ).
74.
Ωστόσο, από την ανωτέρω ανάλυση της νομολογίας μπορούν, κατά την άποψή μου, να συναχθούν ορισμένα συμπεράσματα ως προς τη δυνατότητα επικλήσεως του ενδεχομένου ασκήσεως άλλων ενδίκων βοηθημάτων προκειμένου να θεμελιωθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.
75.
Πρώτον, προκειμένου ένα ένδικο βοήθημα, ιδίως μια αγωγή αποζημιώσεως, να μπορεί να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον του ασκούντος αυτό, ουδόλως απαιτείται όπως αυτό το ένδικο βοήθημα έχει ασκηθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Ωστόσο, είναι αναγκαίο, κατά τον χρόνο αυτόν, να μην είναι απολύτως υποθετική η άσκηση ενός τέτοιου ένδικου βοηθήματος, αλλά να υφίσταται ισχυρή πιθανότητα ότι ένα τέτοιο ένδικο βοήθημα θα ασκηθεί. Το γεγονός ότι ένα τέτοιο ένδικο βοήθημα ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας θεωρήθηκε ως επιβεβαίωση μιας τέτοιας ισχυρής πιθανότητας.
76.
Δεύτερον, είναι αναγκαίο να υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ της ενδεχόμενης ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως της Ένωσης και του επικαλούμενου ένδικου βοηθήματος (ιδίως της αγωγής αποζημιώσεως) προκειμένου να θεμελιωθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την ακύρωση της πράξεως αυτής. Αυτή η άμεση σχέση προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως είναι αναγκαία προκειμένου η νομική κατάσταση του προσφεύγοντος να επηρεάζεται εκ της επικαλούμενης ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος. Όπως διέλαβα στο σημείο 29 των παρουσών προτάσεων, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει την ύπαρξη αυτής της άμεσης σχέσεως που υφίσταται μεταξύ της ενδεχόμενης ακυρώσεως της πράξεως της Ένωσης και του επηρεασμού της νομικής καταστάσεώς του.
77.
Τρίτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι σε ουδεμία εκ των εκδικασθεισών υποθέσεων ο δικαστής της Ένωσης δεν προέβη σε ανάλυση (ακόμη λιγότερο σε ενδελεχή ανάλυση) των πιθανοτήτων ευδοκιμήσεως του επικαλούμενου ένδικου βοηθήματος προκειμένου να αναγνωρίσει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, και τούτο ανεξαρτήτως της περιστάσεως ότι αυτό το ένδικο βοήθημα είχε (πιθανώς) ασκηθεί ενώπιον του ίδιου του δικαστή της Ένωσης ή ενώπιον του εθνικού δικαστή. Σε ουδεμία εκ των υποθέσεων αυτών τα δικαστήρια της Ένωσης δεν αρνήθηκαν την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κατόπιν επί της ουσίας αναλύσεως των πιθανοτήτων ευδοκιμήσεως του επικαλούμενου ένδικου βοηθήματος.
78.
Ωστόσο, το ζήτημα του βαθμού πιθανολογήσεως του ασκούμενου ενώπιον του εθνικού δικαστή ένδικου βοηθήματος, στον οποίο θα πρέπει να ανταποκρίνονται τα αποδεικτικά στοιχεία του προσφεύγοντος προκειμένου να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον του, καθώς και το συναφές ζήτημα της εκτιμήσεως στην οποία θα πρέπει να προβεί συναφώς ο δικαστής της Ένωσης αποτελούν λεπτά ζητήματα. Πράγματι, προϋποθέτουν την εξισορρόπηση διαφορετικών απαιτήσεων: αφ’ ενός, της απαιτήσεως να μην επιλαμβάνεται ο δικαστής της Ένωσης αμιγώς θεωρητικών ζητημάτων, των οποίων η επίλυση δεν δύναται να παράγει νομικές συνέπειες, και, αφ’ ετέρου, της απαιτήσεως να γίνονται σεβαστοί οι αντίστοιχοι τομείς αρμοδιοτήτων του δικαστή της Ένωσης και των εθνικών δικαστών.
79.
Υπό το πρίσμα αυτό, μολονότι ο δικαστής της Ένωσης πρέπει, βεβαίως, να ελέγχει κατά πόσον ο προσφεύγων αποδεικνύει την ύπαρξη πραγματικού συμφέροντος προς την αιτούμενη ακύρωση στο πλαίσιο ένδικου βοηθήματος, έστω και ενδεχόμενου, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αντιθέτως, δεν πρέπει —ούτε μπορεί— να υποκαταστήσει το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί επί της βασιμότητας αυτού του ένδικου βοηθήματος, όπως ορθώς επισήμανε η ίδια η Επιτροπή.
80.
Υπό τις συνθήκες αυτές, βάσει της αναλύσεως της νομολογίας στα σημεία 67 έως 73 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι, εάν ο προσφεύγων αποδείξει ότι δεν έχει υποθετικό χαρακτήρα το ένδικο βοήθημα που επικαλείται προς στήριξη του εννόμου συμφέροντος του, καθώς και εάν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της ενδεχόμενης ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως της Ένωσης και του επηρεασμού της νομικής καταστάσεώς του εκ της ασκήσεως του εν λόγω ένδικου βοηθήματος, τούτο θα πρέπει να αρκεί προκειμένου να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον του, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία αυτό το ένδικο βοήθημα έχει τεχνητό ή πλασματικό χαρακτήρα ή είναι προδήλως εκτός πραγματικότητας. Πράγματι, η εκτίμηση των πιθανοτήτων ευδοκιμήσεως ένδικου βοηθήματος ασκηθέντος ενώπιον του εθνικού δικαστή, έστω και συνοπτική, συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την επί της ουσίας εξέταση αυτού του ένδικου βοηθήματος επί τη βάσει του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, μια τέτοια ανάλυση δεν αποτελεί, κατά την άποψή μου, έργο του δικαστή της Ένωσης.
81.
Συναφώς, πρέπει επίσης να τονιστεί ότι είναι αληθές, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι τυχόν απόρριψη προσφυγής ακυρώσεως ελλείψει εννόμου συμφέροντος ουδόλως θίγει τη δυνατότητα αυτού του τελευταίου να αμφισβητήσει το κύρος της πράξεως της Ένωσης που αποτελούσε το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, εάν εκ των υστέρων φανεί ότι η νομιμότητα της πράξεως αυτής μπορεί να θεωρηθεί ως καθοριστικής σημασίας από τον εθνικό δικαστή προκειμένου να αποφανθεί επί του ενδίκου βοηθήματος που εκκρεμεί ενώπιόν του. Η περίσταση αυτή έχει εξάλλου αναφερθεί στη νομολογία ( 47 ). Ωστόσο, αυτή η δυνατότητα ουδόλως επηρεάζει το γεγονός ότι ο προσφεύγων που έχει έννομο συμφέρον γεγενημένο και ενεστώς, όπως αυτό ορίζεται από τη νομολογία ( 48 ), καθώς και ενεργητική νομιμοποίηση, πρέπει να είναι σε θέση να προσβάλει την πράξη ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης.
– Εφαρμογή εν προκειμένω
82.
Επομένως, υπό το φως των αρχών αυτών πρέπει να αναλυθούν οι αιτιάσεις που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες κατά της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Ειδικότερα, πρέπει να εξεταστεί εάν, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως δεν θα προσπόριζε στις αναιρεσείουσες κανένα πλεονέκτημα στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του tribunal de commerce de Paris και εάν, ως εκ τούτου, δεν είχαν έννομο συμφέρον να στραφούν κατά της αποφάσεως αυτής.
83.
Συναφώς, πρέπει, εισαγωγικώς, να απορριφθεί το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή (και το οποίο παρατίθεται στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως), κατά το οποίο μια τέτοια αγωγή θα ήταν εκπρόθεσμη. Πράγματι, μολονότι η αγωγή αποζημιώσεως κατά του ομίλου Sernam και της Geodis δεν είχε εισέτι ασκηθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως επισήμανα ανωτέρω, η περίσταση αυτή δεν είναι, κατά τη νομολογία, αποφασιστικής σημασίας. Εν προκειμένω, αντιθέτως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αναιρεσείουσες ορθώς προέβησαν σε μνεία της αγωγής αυτής στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφό τους. Η δικαστική αυτή ενέργεια πραγματοποιήθηκε εν συνέχεια κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας με την άσκηση της αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης ενώπιον του tribunal de commerce de Paris. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, μια τέτοια αγωγή είχε αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα ( 49 ). Εξάλλου, μολονότι είναι αληθές ότι η αγωγή αποζημιώσεως κατά του ομίλου Sernam θα μπορούσε να ασκηθεί νωρίτερα, εντούτοις, η αγωγή αποζημιώσεως κατά της Geodis δεν μπορούσε να ασκηθεί πριν αυτή αποκτήσει τα στοιχεία του ενεργητικού του ομίλου Sernam, πράγμα το οποίο κατέστη βεβαίως πραγματοποιήσιμο μετά την επίδικη απόφαση, όπως επισήμανε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
84.
Εν συνεχεία, στον βαθμό που με την αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του tribunal de commerce de Paris ζητείτο να υποχρεωθούν ο όμιλος Sernam και η Geodis αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην καταβολή αποζημιώσεως, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε διάκριση μεταξύ της ζημίας που φέρεται να προκλήθηκε στις αναιρεσείουσες από τον όμιλο Sernam και της ζημίας που φέρεται να προκλήθηκε από την Geodis.
85.
Όσον αφορά, πρώτον, την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται να προκλήθηκε στις αναιρεσείουσες από τον όμιλο Sernam λόγω των πλεονεκτημάτων από τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, συμμερίζομαι την ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου που εκτίθεται στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, κατά την οποία η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως δεν θα μπορούσε να προσπορίσει κανένα πλεονέκτημα συναφώς στις αναιρεσείουσες. Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις Sernam 2 και Sernam 3 είχαν ήδη διαπιστώσει ότι ο όμιλος Sernam είχε λάβει παράνομες και ασύμβατες ενισχύσεις και, ως εκ τούτου, οι εν λόγω αποφάσεις μπορούσαν ήδη να αποτελέσουν τη βάση αγωγής αποζημιώσεως κατά του ομίλου Sernam. Αντιθέτως, η επίδικη απόφαση αφορά αποκλειστικώς το ζήτημα της υπάρξεως οικονομικής συνέχειας μεταξύ του ομίλου Sernam και της Geodis. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκλησή της προς στήριξη ενδεχόμενης ευθύνης του ομίλου Sernam. Η ακύρωσή της δεν θα παρήγαγε καμία συνέπεια συναφώς. Με άλλα λόγια, δεν υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ της ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως και της αγωγής αποζημιώσεως κατά του ομίλου Sernam ( 50 ).
86.
Όσον αφορά, δεύτερον, την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται να προκάλεσε στις αναιρεσείουσες η Geodis, το Γενικό Δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο να ευθύνεται η Geodis για την κακή οικονομική κατάσταση των αναιρεσειουσών και της πτωχεύσεώς τους ( 51 ). Εν συνεχεία, έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν αποδείξει ότι βάσει του εθνικού δικαίου η Geodis θα μπορούσε θεωρητικώς να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη ζημία που φέρεται να προκλήθηκε στις αναιρεσείουσες από τον όμιλο Sernam εκ του γεγονότος και μόνον ότι εξαγόρασε ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού τους ( 52 ). Τέλος, έκρινε ότι, δεδομένου ότι οι εταιρίες Mory είχαν παύσει οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα από της θέσεώς τους υπό εκκαθάριση, δεν μπορούσαν να υποστούν ζημία από την Geodis.
87.
Ωστόσο, κατά την άποψή μου, αυτού του είδους οι διαπιστώσεις εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου έχουν τον χαρακτήρα —και μάλιστα, τουλάχιστον εν μέρει, εμπίπτουν στο πλαίσιο μιας— επί της ουσίας εκτιμήσεως της αγωγής που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστή, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί έργο του δικαστή της Ένωσης, όπως επισήμανα στο σημείο 80 των παρουσών προτάσεων. Το θεμελιώδες ζήτημα προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι αναιρεσείουσες έχουν ή όχι έννομο συμφέρον δεν είναι το κατά πόσον η Geodis ευθύνεται ή όχι για τις ζημίες που φέρεται να υπέστησαν οι αναιρεσείουσες, πράγμα το οποίο εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να πράξει.
88.
Άπαξ διαπιστωθεί ότι το ένδικο βοήθημα δεν είναι προδήλως εκτός πραγματικότητας ( 53 ), το κρίσιμο ζήτημα είναι μάλλον να εκτιμηθεί κατά πόσον οι αναιρεσείουσες απέδειξαν επαρκώς κατά νόμον την ύπαρξη άμεσης σχέσεως μεταξύ της ενδεχόμενης ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως και της αγωγής αποζημιώσεως που ασκήθηκε κατά της Geodis και της οποίας έγινε επίκληση προς στήριξη του εννόμου συμφέροντός τους ούτως ώστε η ακύρωσή της να μπορεί να προσπορίσει κάποιο πλεονέκτημα στις αναιρεσείουσες στο πλαίσιο της εν λόγω ένδικης αγωγής. Συναφώς, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν δύο επιχειρήματα.
89.
Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, το επιχείρημα κατά το οποίο τυχόν αγωγή κατά της Geodis θα ήταν νόμιμη εκ του λόγου ότι η Geodis ευθύνεται για τη μη εφαρμογή της αποφάσεως Sernam 1, ανεξαρτήτως του ζητήματος του παραδεκτού του επιχειρήματος αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αφορά πραγματικό γεγονός που διαπιστώθηκε με την απόφαση Sernam 2 και είναι άσχετο προς την επίδικη απόφαση. Επομένως, δεν μπορεί να δημιουργήσει κάποια σχέση μεταξύ της ενδεχόμενης ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως και της αγωγής αποζημιώσεως. Επομένως, το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές.
90.
Εν συνεχεία, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, εάν η Geodis ήθελε θεωρηθεί ως η νυν δικαιούχος ασύμβατων ενισχύσεων, θα έπρεπε, εκ του λόγου αυτού, να θεωρηθεί ως φέρουσα την υποχρέωση να επανορθώσει τις εντεύθεν επιζήμιες συνέπειες για τις εταιρίες Mory, από κοινού και εις ολόκληρον με τους λοιπούς δικαιούχους και χορηγούς τους. Η άποψη αυτή συνιστά τον πυρήνα της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του tribunal de commerce de Paris, με την οποία οι αναιρεσείουσες ζήτησαν από τον εθνικό δικαστή να αποφανθεί ότι η Geodis (και οι λοιποί προηγούμενοι δικαιούχοι και ο χορηγός τους), λαμβάνοντας ασύμβατες κρατικές ενισχύσεις, ενήργησε αδίκως και πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις επιζήμιες συνέπειες της ενέργειας αυτής.
91.
Συναφώς, έχει ήδη πλειστάκις επισημανθεί ότι, στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή, αποκλείοντας την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας μεταξύ του ομίλου Sernam και της Geodis, διαπίστωσε ότι η Geodis, εξαγοράζοντας τα στοιχεία του ενεργητικού του ομίλου Sernam, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιούχος των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί στον όμιλο αυτόν. Ωστόσο, χωρίς να απαιτείται να αναλυθεί η βάση αυτής της αγωγής στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, φρονώ ότι το συμπέρασμα αυτό που περιλαμβάνεται στην επίδικη απόφαση δύναται να επηρεάσει την τύχη της αγωγής που άσκησαν οι αναιρεσείουσες κατά της Geodis, διότι αναιρεί τη βάση επί της οποίας ερείδεται η αγωγή αυτή, ήτοι ότι η Geodis μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιούχος των κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στον όμιλο Sernam. Περαιτέρω, όπως επισήμανα στα σημεία 49 έως 51 των παρουσών προτάσεων, η απόφαση αυτή δεσμεύει τον εθνικό δικαστή.
92.
Επομένως, η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα μπορούσε να παραγάγει αποτελέσματα στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του tribunal de commerce de Paris. Επομένως, η ύπαρξη της αγωγής αυτής, κατά την άποψή μου, μπορεί να δικαιολογήσει το έννομο συμφέρον των αναιρεσειουσών να προσβάλουν την επίδικη απόφαση. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο, αρνούμενο την ύπαρξη ενός τέτοιους συμφέροντος στηριζόμενου στην εν λόγω αγωγή, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
93.
Τέλος, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το έννομο συμφέρον τους δικαιολογείται επίσης από το γεγονός ότι, εάν η απόφαση ακυρωνόταν, θα μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του tribunal de commerce de Paris ένα ακόμη επιχείρημα στηριζόμενο στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ( 54 ). Η Επιτροπή φρονεί ότι πρόκειται για νέο επιχείρημα που προβάλλεται το πρώτον και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
94.
Ωστόσο, χωρίς να εμβαθύνω στο ζήτημα, το οποίο είχα ήδη την ευκαιρία να χαρακτηρίσω ως «λεπτό» ( 55 ), της διακρίσεως μεταξύ νέου επιχειρήματος (παραδεκτού) και νέου ισχυρισμού (απαράδεκτου), αρκεί να υπομνησθεί στο σημείο αυτό ότι, κατά τη νομολογία, ο διάδικος δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να προβάλει το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό τον οποίον δεν προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Εντούτοις, νέο επιχείρημα που αποτελεί απλή ανάπτυξη ή διεύρυνση της επιχειρηματολογίας που προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν συνιστά νέον ισχυρισμό, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ως νόμιμη ανάπτυξη ισχυρισμού προβληθέντος ήδη σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και, ως εκ τούτου, παραδεκτώς προβαλλομένου ( 56 ).
95.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες, σε απάντηση στην ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, υποστήριξαν ότι είχαν έννομο συμφέρον να στραφούν κατά της επίδικης αποφάσεως λόγω του άμεσου αντίκτυπου που η απόφαση αυτή θα είχε επί της αγωγής αποζημιώσεως που είχαν ασκήσει ενώπιον του tribunal de commerce de Paris. Δεν αμφισβητείται ότι, πρωτοδίκως, ουδέποτε έκαναν λόγο περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
96.
Ωστόσο, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί εάν η άσκηση μιας τέτοιας αγωγής ενώπιον του εθνικού δικαστή θα ήταν παραδεκτή ενώπιόν του στο πλαίσιο της εκκρεμούσας προσφυγής, παρατηρώ ότι τυχόν αγωγή βάσει του αδικαιολογήτου πλουτισμού θα στηριζόταν σε διαφορετικό νομικό έρεισμα από αυτό της αγωγής αποζημιώσεως.
97.
Κατά την άποψή μου, η επιχειρηματολογία που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες κατά την οποία το συμφέρον τους να ζητήσουν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα μπορούσε να στηρίζεται σε αγωγή με διαφορετική νομική βάση από αυτήν την οποία επικαλέστηκαν πρωτοδίκως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται στον ήδη προβληθέντα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ισχυρισμό. Επομένως, μια τέτοια επιχειρηματολογία συνιστά νέον ισχυρισμό επί τη βάσει του οποίου δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί η νομιμότητα της αναλύσεως του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, απαραδέκτως προβάλλεται στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
98.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω, φρονώ ότι το δεύτερο σκέλος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό και ότι, ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί.
2. Επί του πρώτου και του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως: επί της ιδιότητας του ενδιαφερομένου μέρους και επί της φύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως
99.
Το πρώτο και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει, κατά την άποψή μου, να αναλυθούν από κοινού στον βαθμό που ορισμένα σημεία της επιχειρηματολογίας που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο αυτών των σκελών αλληλεπικαλύπτονται, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα του χαρακτηρισμού της επίδικης αποφάσεως. Με τα δύο αυτά σκέλη, οι αναιρεσείουσες βάλλουν αντιστοίχως κατά των σκέψεων 29 έως 35 και 55 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε πλειστάκις σε πλάνη περί το δίκαιο και προσέβαλε τα δικαιώματά τους.
α) Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
100.
Στις σκέψεις 29 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα των αναιρεσειουσών κατά το οποίο η συμμετοχή μιας εξ αυτών στη διοικητική διαδικασία που κατέληξε στην απόφαση Sernam 3 θεμελίωνε το έννομο συμφέρον τους να στραφούν κατά της επίδικης αποφάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, κατ’ αρχάς, ότι το επιχείρημα αυτό μάλλον αποδείκνυε την ενεργητική τους νομιμοποίηση παρά το έννομο συμφέρον τους. Εν συνεχεία, έκρινε ότι, κατά τη νομολογία, προκειμένου να αποδειχθεί η ενεργητική τους νομιμοποίηση, οι αναιρεσείουσες θα έπρεπε να αποδείξουν ότι η επίδικη απόφαση θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς τη θέση τους στην αγορά, πράγμα το οποίο δεν ήταν δυνατό, δεδομένου ότι οι εταιρίες Mory είχαν παύσει τη δραστηριότητά τους από της θέσεώς τους υπό εκκαθάριση. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο, παραπέμποντας στην όλη οικονομία της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων και, ιδίως, του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 ( 57 ), χαρακτήρισε την επίδικη απόφαση ως απόφαση με την οποία θεσπίζονται λεπτομερείς κανόνες ανακτήσεως των παράνομων και ασύμβατων ενισχύσεων, ζήτημα το οποίο αφορούσε αποκλειστικώς την Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος.
101.
Στις σκέψεις 55 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή εμμέσως πλην σαφώς απέρριψε το ενδεχόμενο να κινηθεί επίσημη διαδικασία ελέγχου, στερώντας έτσι τις αναιρεσείουσες από το πλεονέκτημα του διαδικαστικού δικαιώματος παρεμβάσεως για την υποβολή παρατηρήσεων. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, συναφώς, αφ’ ενός, ότι, εάν οι αναιρεσείουσες επιθυμούσαν να κινήσει η Επιτροπή επίσημη διαδικασία ελέγχου, είχαν τη δυνατότητα να της απευθύνουν σχετικό αίτημα και όχι να προσβάλουν μια απόφαση η οποία, δεδομένου ότι έχει ως αντικείμενο τις σχέσεις που αφορούν το ζήτημα των λεπτομερών κανόνων ανακτήσεως των παράνομων και ασύμβατων ενισχύσεων, δεν αφορά παρά μόνον τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Αφ’ ετέρου, κατά το Γενικό Δικαστήριο, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή δεν εξέτασε το ζήτημα της υπάρξεως και της συμβατότητας ενδεχομένων ενισχύσεων επί τη βάσει του άρθρου 108 ΣΛΕΕ, αλλά απάντησε μόνο στο ζήτημα που έθεσαν οι γαλλικές αρχές σε σχέση με το εάν η υποχρέωση ανακτήσεως των ενισχύσεων που είχε επιβληθεί στον όμιλο Sernam με την απόφαση Sernam 2 επεκτεινόταν σε αυτούς που ενδεχομένως τον εξαγόραζαν, ήτοι την Geodis και την BMV.
β) Επιχειρήματα των διαδίκων
i) Επιχειρήματα των αναιρεσειουσών
102.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου τους αναιρέσεως, που στρέφεται κατά των σκέψεων 29 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντιφάσεις στον βαθμό που, προκειμένου να αμφισβητήσει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, στηρίχθηκε στη νομολογία βάσει της οποίας ο προσφεύγων πρέπει πάντοτε να αποδεικνύει ότι η απόφαση περί συμβατότητας μιας κρατικής ενισχύσεως δύναται να επηρεάσει τη θέση του στην αγορά, ενώ εν συνεχεία θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν έταμε, με την επίδικη απόφαση, το ζήτημα της υπάρξεως και της συμβατότητας των ενδεχόμενων ενισχύσεων προς το άρθρο 108 ΣΛΕΕ.
103.
Δεύτερον, η προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο συνήγαγε εκ του άρθρου 14 του κανονισμού 659/1999 ότι το ζήτημα των λεπτομερών κανόνων ανακτήσεως των ασύμβατων ενισχύσεων αφορά αποκλειστικώς την Επιτροπή και το κράτος μέλος που ενδιαφέρεται για την ανάκτηση, θα κατέληγε να αποκλείεται εξ ορισμού να έχει άλλος διάδικος, πλην αυτού του κράτους μέλους, έννομο συμφέρον κατά της αποφάσεως που αφορά τους λεπτομερείς κανόνες ανακτήσεως των ενισχύσεων. Εντούτοις, μια τέτοια προσέγγιση θα αντέβαινε προς τις διατάξεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά τις οποίες κάθε πρόσωπο που θίγεται άμεσα και ατομικά από κάποια απόφαση μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατ’ αυτής.
104.
Τρίτον, υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο διατήρησε τη σύγχυση σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης αποφάσεως προκειμένου να αποφύγει να αναδείξει τη διαφορετική προσέγγιση από αυτήν που είχε ακολουθήσει στην υπόθεση Ryanair κατά Επιτροπής ( 58 ), η οποία αφορούσε κατάσταση πανομοιότυπη με αυτήν που εξετάστηκε με την επίδικη απόφαση.
105.
Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου τους αναιρέσεως, που αφορά τις σκέψεις 55 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, οι αναιρεσείουσες υπογραμμίζουν, κατ’ αρχάς, ότι, εν αντιθέσει προς όσα αφήνει να εννοηθούν το Γενικό Δικαστήριο, από τη δικογραφία συνάγεται ότι είχαν πράγματι ενημερώσει την Επιτροπή για τον κίνδυνο η τυχόν εξαγορά των στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam από την Geodis να συνιστά περαιτέρω μεταβίβαση των παράνομων ενισχύσεων και, ως εκ τούτου, για τους κινδύνους καταστρατηγήσεως της αποφάσεως Sernam 3. Η Επιτροπή, εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, δεν προέβη στην κίνηση της διαδικασίας εμπεριστατωμένης έρευνας σχετικά με την καταχρηστική εφαρμογή της αποφάσεως Sernam 3 και έτσι έθιξε τα διαδικαστικά δικαιώματα των αναιρεσειουσών, στερώντας τους το δικαίωμα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των όρων μεταβιβάσεως στην Geodis των στοιχείων του ενεργητικού σε σχέση με τα οποία ελήφθησαν παράνομες ενισχύσεις. Κατά τις αναιρεσείουσες, η κατάσταση αυτή αντιστοιχεί απολύτως προς την κατάσταση που αναλύθηκε στην υπόθεση Ryanair κατά Επιτροπής ( 59 ). Συγκεκριμένα, όπως και στην εν λόγω υπόθεση, οι αναιρεσείουσες στερήθηκαν, με την επίδικη απόφαση, της δυνατότητας να διενεργηθεί εμπεριστατωμένη έρευνα, έστω και αν αυτή θα αφορούσε, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, όχι τυχόν νέες ενισχύσεις, αλλά την καταχρηστική εφαρμογή της αποφάσεως Sernam 3.
106.
Εν συνεχεία, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν τον χαρακτηρισμό από την Επιτροπή της επίδικης αποφάσεως ως αποφάσεως «sui generis» και προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέφυγε να εξετάσει κατά πόσον αυτή τους αφορούσε ατομικώς προκειμένου να αποφύγει το ζήτημα αυτού του χαρακτηρισμού. Αμφισβητούν επίσης τον χαρακτηρισμό της επίδικης αποφάσεως —στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως— ως αποφάσεως που αφορά τους λεπτομερείς κανόνες ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων. Υποστηρίζουν ότι το ζήτημα που τίθεται με την επίδικη απόφαση δεν είναι το κατά πόσο χορηγήθηκαν στην Geodis νέες ενισχύσεις, αλλά εάν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες έπρεπε να πραγματοποιηθεί η εξαγορά των στοιχείων του ενεργητικού της Sernam από την Geodis συνιστούν ορθή εφαρμογή της αποφάσεως Sernam 3 (την απουσία οικονομικής συνέχειας συνεπαγόμενη την απουσία συνέχειας στην άντληση ωφέλειας από τις κρατικές ενισχύσεις) ή, αντιθέτως, καταχρηστική εφαρμογή της αποφάσεως αυτής (ήτοι καταστρατήγηση εκ μέρους των γαλλικών αρχών). Θα ήταν πιθανό να συνδυαστούν τα άρθρα 14 και 16 του κανονισμού 659/1999 και να χαρακτηριστεί ο τρόπος ανακτήσεως ασύμβατης ενισχύσεως ως καταστρατήγηση της υποχρεώσεως ανακτήσεως και, ως εκ τούτου, ως καταχρηστική εφαρμογή κατά την έννοια του άρθρου 16 του εν λόγω κανονισμού.
107.
Τέλος, κατά τις αναιρεσείουσες, το σκεπτικό στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να τους επιτρέψει, μολονότι τελούν υπό εκκαθάριση, να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε η SNCF κατά της αποφάσεως Sernam 3 ( 60 ) επιβεβαιώνουν το έννομο συμφέρον τους στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας που αφορά απόφαση η οποία είναι προέκταση της αποφάσεως Sernam 3.
ii) Επιχειρήματα της Επιτροπής
108.
Όσον αφορά το πρώτο και το τέταρτο σκέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών αφορούν την ενεργητική τους νομιμοποίηση και όχι το έννομο συμφέρον τους. Επομένως, αυτά τα επιχειρήματα δεν αποδεικνύουν ότι έχουν έννομο συμφέρον να στραφούν κατά της επίδικης αποφάσεως. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά το πρώτο σκέλος, δεδομένου ότι η ιδιότητα του ενδιαφερομένου μέρους βάσει των πρώτων αποφάσεων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την ιδιότητα του ενδιαφερομένου μέρους βάσει μεταγενέστερης αποφάσεως, δεδομένου ότι η κατάσταση ενός επιχειρηματία μπορεί, περαιτέρω, να τροποποιηθεί με την πάροδο του χρόνου. Ως προς το τέταρτο σκέλος, υποστηρίζει ότι δεν λαμβάνει υπόψη τη θέση υπό εκκαθάριση των εταιριών Mory που πραγματοποιήθηκε πριν από την κατάθεση της προσφυγής τους ακυρώσεως. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι εταιρίες αυτές δεν είναι πλέον ανταγωνίστριες της Sernam και δεδομένου ότι δεν είναι ανταγωνίστριες της Geodis, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό, κατά την Επιτροπή, ποιο πλεονέκτημα θα μπορούσε να προσπορίσει στις αναιρεσείουσες ενδεχόμενη απόφαση περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως.
109.
Εν συνεχεία, υποστηρίζει ότι η ιδιότητα του ενδιαφερομένου μέρους δεν θα ασκούσε επιρροή παρά μόνον εάν οι αναιρεσείουσες ζητούσαν την ακύρωση αποφάσεως ληφθείσας κατά το πέρας του προκαταρκτικού σταδίου ελέγχου με την οποία η Επιτροπή αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά κοινοποιηθέντος μέτρου. Ωστόσο, η επίδικη απόφαση δεν συνιστούσε τέτοιου είδους απόφαση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είχε ήδη εκδώσει τελική απόφαση, ήτοι την απόφαση Sernam 3, με την οποία αποφάνθηκε επί του ζητήματος της υπάρξεως ενισχύσεων προς τη Sernam, επί της μη συμβατότητάς τους και επί της ανακτήσεώς τους. Στην πραγματικότητα, η επίδικη απόφαση εντασσόταν στο πλαίσιο της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ του κράτους μέλους και της Επιτροπής ως προς τους λεπτομερείς κανόνες ανακτήσεως. Εν γένει, ζητήματα παρεμφερή προς αυτό που ανακίνησαν οι γαλλικές αρχές αντιμετωπίζονται μέσω της απλής ανταλλαγής επιστολών μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των εθνικών αρχών.
110.
Τέλος, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η επίδικη απόφαση δεν αποτελεί απλή έκφραση μιας διαδικασίας καλόπιστης συνεργασίας, δεν θα μπορούσε να εξομοιωθεί παρά μόνον προς τελική απόφαση. Εν προκειμένω, θα συσχετιζόταν εν ανάγκη προς την απόφαση Sernam 3, η οποία είναι τελική απόφαση, και της οποίας θα αποτελούσε, κατά κάποιο τρόπο, παρεπόμενο και άμεσο συμπλήρωμά της. Ως εκ τούτου, οι αναιρεσείουσες θα έπρεπε να αποδείξουν ότι η θέση τους στον ανταγωνισμό επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από την επίδικη απόφαση και όχι μόνον ότι εθίγησαν τα διαδικαστικά τους δικαιώματα.
111.
Συναφώς, η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση Ryanair κατά Επιτροπής ( 61 ). Εν αντιθέσει προς την υπόθεση αυτή, η Επιτροπή δεν κλήθηκε εν προκειμένω να αποφανθεί κατά πόσον είχε χαρακτήρα ενισχύσεως η σχεδιαζόμενη μεταβίβαση, δεδομένου ότι η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου στο οποίο το κράτος δεν είναι πλέον μέτοχος, η δε Επιτροπή δεν αποφάνθηκε κατά πόσον ο αγοραστής συμπεριφέρθηκε ή όχι ως ιδιώτης επιχειρηματίας στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς. Ακολούθως, υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να εξομοιωθεί ούτε με απόφαση ληφθείσα επί τη βάσει του άρθρου 16 του κανονισμού 659/1999.
γ) Ανάλυση
112.
Τόσο η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη όσο και η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών σε σχέση με τα εξεταζόμενα δύο σκέλη συγχέουν ορισμένα επιχειρήματα που αφορούν την ενεργητική νομιμοποίηση με το ζήτημα κατά πόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Έχω ήδη εκθέσει ότι πρόκειται για διαφορετικές προϋποθέσεις του παραδεκτού ( 62 ).
113.
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ελλείψει έννομου συμφέροντος των αναιρεσειουσών ( 63 ) και ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως στηρίζεται στην ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο όσον αφορά τη διαπίστωση περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Επομένως, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τα δύο σκέλη που αναλύονται εν προκειμένω πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του εννόμου συμφέροντος.
i) Επί του πρώτου σκέλους
114.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν την ορθότητα της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου ότι η ιδιότητα του ενδιαφερομένου μέρους μιας εξ αυτών στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση Sernam 3 δεν δικαιολογεί το έννομο συμφέρον τους κατά της επίδικης αποφάσεως.
115.
Εντούτοις, ανεξαρτήτως της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου που αναπτύσσεται στις σκέψεις 31 έως 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προς θεμελίωση του συμπεράσματος αυτού, συλλογιστική η οποία, αφ’ ενός, αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση και, αφ’ ετέρου, περιλαμβάνει κατά την άποψή μου εσφαλμένες παραδοχές στις οποίες θα επανέλθω κατωτέρω, φρονώ ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι, καθ’ αυτό, εσφαλμένο.
116.
Πράγματι, εάν, στα ζητήματα που αφορούν κρατικές ενισχύσεις, η ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους στη διαδικασία η οποία κατέληξε στην έκδοση αποφάσεως μπορεί να αποτελεί κρίσιμη περίσταση προκειμένου να αποδειχθεί η ενεργητική νομιμοποίηση ( 64 ), δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην, αυτή καθαυτή, την ύπαρξη συμφέροντος προς ακύρωση της εκδοθείσας κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας αποφάσεως, ακόμη δε λιγότερο προς ακύρωση μιας αποφάσεως η οποία, έστω και αν συνδέεται με την πρώτη, συνιστά διαφορετική απόφαση. Όπως επισήμανα στο σημείο 28 των παρουσών προτάσεων, προκειμένου να θεμελιωθεί το έννομο συμφέρον, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως μπορεί να προσπορίσει, αφ’ εαυτής, κάποιο πλεονέκτημα στον προσφεύγοντα. Ωστόσο, το γεγονός και μόνον ότι είχε την ιδιότητα του ενδιαφερομένου μέρους στη διοικητική διαδικασία δεν συνεπάγεται, αυτό καθαυτό, ότι η ακύρωση θα προσπορίσει ένα τέτοιο πλεονέκτημα.
117.
Υπό το πρίσμα αυτό, το επιχείρημα των αναιρεσειουσών που παρατίθεται στο σημείο 102 των παρουσών προτάσεων και στηρίζεται σε δήθεν αντίφαση στη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψή μου, αλυσιτελές, στον βαθμό που η νομολογία που παρατίθεται από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση και όχι το έννομο συμφέρον. Έτσι, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι υπάρχει αντίφαση στη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο ουδόλως θα αναιρούσε το ορθό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε. Ομοίως, τα επιχειρήματα που οι αναιρεσείουσες αντλούν από την απόφαση Ryanair κατά Επιτροπής ( 65 ) είναι, κατά την άποψή μου, αλυσιτελή σε σχέση με το πρώτο σκέλος. Πράγματι, οι αναπτύξεις που αφιερώνονται στην απόφαση αυτή για το παραδεκτό του ακυρωτικού αιτήματος αφορούν την ενεργητική νομιμοποίηση και όχι το έννομο συμφέρον. Εντούτοις, αναγνωρίζοντας το παραδεκτό της προσφυγής της Ryanair, τόσο το Γενικό Δικαστήριο όσο και το Δικαστήριο αναγνώρισαν εμμέσως πλην σαφώς ότι η εταιρία αυτή είχε έννομο συμφέρον, οπότε η τυχόν ομοιότητα μεταξύ των υποθέσεων αυτών θα μπορούσε να είναι κρίσιμη. Θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό κατωτέρω, στο πλαίσιο της αναλύσεως του τέταρτου σκέλους, στο οποίο θα εξετάσω επίσης το επιχείρημα που παρατίθεται στο σημείο 103 των παρουσών προτάσεων, του οποίου η απάντηση προϋποθέτει το ερώτημα περί του χαρακτηρισμού της επίδικης αποφάσεως ( 66 ).
118.
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ii) Επί του τέταρτου σκέλους
119.
Στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν την ορθότητα της αναλύσεως του Γενικού Δικαστηρίου βάσει της οποίας αυτό δεν δέχθηκε ότι είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την επίδικη απόφαση απορρίπτοντας το επιχείρημά τους που αντλείτο από το γεγονός ότι, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή απέκλεισε εμμέσως πλην σαφώς το ενδεχόμενο να κινηθεί επίσημη διαδικασία ελέγχου, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ασκήσουν το διαδικαστικό δικαίωμά τους να παρέμβουν προκειμένου να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Επίσης, αμφισβητούν την ορθότητα του χαρακτηρισμού της επίδικης αποφάσεως ως αποφάσεως «sui generis» στον οποίον προέβη η Επιτροπή ( 67 ), καθώς και του χαρακτηρισμού της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ως αποφάσεως που αφορά τον τρόπο ανακτήσεως των κρατικών ενισχύσεων, ζήτημα αποκλειστικώς της Επιτροπής και του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ( 68 ).
120.
Ωστόσο, εάν η επίδικη απόφαση έπρεπε πράγματι να χαρακτηριστεί ως απόφαση που αποκλείει την κίνηση επίσημης διαδικασίας ελέγχου, όπως φρονούν οι αναιρεσείουσες, η ακύρωσή της θα μπορούσε να παράσχει σε αυτές τη δυνατότητα —υπό την προϋπόθεση ότι έχουν το σχετικό δικαίωμα ως ενδιαφερόμενα μέρη, πράγμα το οποίο αποτελεί διαφορετικό ζήτημα— να μετάσχουν σε ενδεχόμενη επίσημη διαδικασία ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή, η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα μπορούσε με τον τρόπο αυτόν, τουλάχιστον δυνητικώς, να προσπορίσει κάποιο πλεονέκτημα στις αναιρεσείουσες, ήτοι την αποκατάσταση των διαδικαστικών δικαιωμάτων τους. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα μπορούσε επομένως να αποκλειστεί ότι μπορούν να έχουν έννομο συμφέρον να στραφούν κατά της επίδικης αποφάσεως.
121.
Επομένως, τίθεται το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης αποφάσεως.
– Οι αποφάσεις που αφορούν την οικονομική συνέχεια και η νομολογία
122.
Μια τέτοιου είδους απόφαση όπως είναι η επίδικη απόφαση, η οποία αφορά αποκλειστικώς το ζήτημα της υπάρξεως οικονομικής συνέχειας, δεν έχει, εάν δεν πλανώμαι, μέχρι τούδε εξεταστεί στη νομολογία. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα αυτό ( 69 ).
123.
Στην υπόθεση Seleco, επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση Ιταλία και SIM 2 MultiMedia κατά Επιτροπής ( 70 ), η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας μεταξύ του δικαιούχου των ασύμβατων κρατικών ενισχύσεων (εν προκειμένω, Seleco SpA) και του αγοραστή των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας αυτής (Multimedia). Η διαπίστωση αυτή έγινε στο πλαίσιο αποφάσεως ( 71 ) διαπιστώνουσας την ύπαρξη ασύμβατων κρατικών ενισχύσεων η οποία εξεδόθη μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας ελέγχου βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ( 72 ).
124.
Ομοίως, στην υπόθεση Olympic Airlines ( 73 ), η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας μεταξύ του δικαιούχου των ενισχύσεων που είχαν κηρυχθεί παράνομες και ασύμβατες με προγενέστερη απόφαση (του 2002) ( 74 ) και του αγοραστή των στοιχείων του ενεργητικού της. Όπως και στην υπόθεση Seleco, η διαπίστωση αυτή έγινε στο πλαίσιο αποφάσεως που εξεδόθη μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας ελέγχου ( 75 ). Εντούτοις, με την ίδια αυτή απόφαση, η Επιτροπή είχε, μεταξύ άλλων, διαπιστώσει τη χορήγηση νέας κρατικής ενισχύσεως υπέρ του αγοραστή των στοιχείων του ενεργητικού ( 76 ). Η διαπίστωση σχετικά με την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας έγινε στο πλαίσιο αναλύσεως περί της υπάρξεως αυτής της νέας κρατικής ενισχύσεως υπέρ του αγοραστή των στοιχείων του ενεργητικού. Στην ίδια συνάφεια, η Επιτροπή κατέληξε ότι η νέα διακριτή νομική οντότητα που είχε εξαγοράσει τα στοιχεία του ενεργητικού του πρώην δικαιούχου είχε δημιουργηθεί με σκοπό την καταστρατήγηση της υποχρεώσεως ανακτήσεως ούτως ώστε να αποφευχθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων που κηρύχθηκαν παράνομες και ασύμβατες με την απόφαση του 2002 ( 77 ).
125.
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, στην υπόθεση αυτή, το ζήτημα ενδεχόμενης καταστρατηγήσεως της υποχρεώσεως ανακτήσεως των ενισχύσεων μέσω ενός νομικού τεχνάσματος είχε εξεταστεί με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας ( 78 ) στο πλαίσιο αναλύσεως άλλων μέτρων που μπορούσαν να συνιστούν κρατικές ενισχύσεις. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι υπήρχαν σοβαρές επιφυλάξεις λόγω της ενδεχόμενου να αποτελούσε καθ’ εαυτήν κρατική ενίσχυση η σύσταση της εταιρίας η οποία εξαγόρασε τα στοιχεία του ενεργητικού ( 79 ).
126.
Εν συνεχεία, το ζήτημα σχετικά με την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας ετέθη στην υπόθεση Alitalia επί της οποίας εξεδόθησαν οι αποφάσεις Ryanair κατά Επιτροπής του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου ( 80 ) τις οποίες πλειστάκις επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες.
127.
Στην υπόθεση αυτή, η Επιτροπή, με μια πρώτη απόφασή της ( 81 ), που εξεδόθη κατά το πέρας επίσημης διαδικασίας ελέγχου, είχε διαπιστώσει την ύπαρξη ασύμβατης ενισχύσεως υπέρ της Alitalia και απαίτησε την επιστροφή της από αυτήν. Εν συνεχεία, με δεύτερη απόφασή της ( 82 ), που εξεδόθη την ίδια ημερομηνία με την πρώτη, η Επιτροπή είχε εξετάσει, κατόπιν κοινοποιήσεως των ιταλικών αρχών, το μέτρο σχετικά με την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της Alitalia. Στη συνάφεια αυτή, είχε διαπιστώσει, αφ’ ενός, ότι η διαδικασία που είχε ακολουθηθεί για τη μεταβίβαση αυτών των στοιχείων του ενεργητικού δεν συνιστούσε χορήγηση ενισχύσεως στους αγοραστές ( 83 ) και, αφ’ ετέρου, ότι η μεταβίβαση των εν λόγω στοιχείων του ενεργητικού κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας αυτής δεν συνεπαγόταν την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας μεταξύ της Alitalia και των αγοραστών των στοιχείων αυτών του ενεργητικού ( 84 ). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το κοινοποιηθέν μέτρο, όπως τροποποιήθηκε με τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν οι ιταλικές αρχές, δεν συνιστούσε ενίσχυση, στον βαθμό που θα ετηρούντο πλήρως οι δεσμεύσεις αυτές.
128.
Κληθέν να απαντήσει στο ερώτημα περί του παραδεκτού της προσφυγής που άσκησε η Ryanair, ανταγωνίστρια της Alitalia, τόσο κατά της πρώτης όσο και κατά της δεύτερης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση αποτελούσε απόφαση εκδοθείσα μετά το πέρας του προκαταρκτικού σταδίου ελέγχου, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999, με την οποία η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δεν αποτελούσε ενίσχυση και ότι, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή αρνήθηκε εμμέσως πλην σαφώς να κινήσει την επίσημη διαδικασία ελέγχου ( 85 ). Η παραδοχή αυτή επικυρώθηκε (σιωπηρώς) κατ’ αναίρεση από το Δικαστήριο ( 86 ).
129.
Η υπόθεση Λάρκο ( 87 ) αφορά την ιδιωτικοποίηση της εταιρίας Λάρκο η οποία ελεγχόταν από το Ελληνικό Δημόσιο. Κατόπιν κοινοποιήσεως των ελληνικών αρχών, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι λεπτομέρειες της ιδιωτικοποιήσεως αυτής, όπως είχαν οριστεί από τις ελληνικές αρχές, και, μεταξύ άλλων, οι όροι πωλήσεως ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας αυτής δεν συνιστούσαν κρατική ενίσχυση. Με την ίδια απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι η πώληση των στοιχείων του ενεργητικού, όπως καθορίστηκε, δεν δημιουργούσε οικονομική συνέχεια με τον μελλοντικό αγοραστή αυτών των στοιχείων του ενεργητικού, οπότε, σε περίπτωση εκδόσεως αρνητικής αποφάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας από την Επιτροπή σχετικά με ορισμένα μέτρα που είχαν ληφθεί υπέρ της Λάρκο, η ενδεχόμενη υποχρέωση ανακτήσεως δεν θα εκτεινόταν στον αγοραστή. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή χαρακτήρισε ρητώς το τμήμα που αφορούσε την οικονομική συνέχεια ως απόφαση «sui generis», ακριβώς όπως έπραξε με την επίδικη απόφαση ( 88 ).
130.
Με την απόφαση Airport Handling ( 89 ), η Επιτροπή εξέτασε, αντιθέτως, το ζήτημα σχετικά με την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας στο πλαίσιο αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας ελέγχου βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ( 90 ). Η απόφαση αυτή αποτελούσε τη συνέχεια αποφάσεως με την οποία διαπιστωνόταν η χορήγηση ασύμβατων ενισχύσεων στη Sea Handling ( 91 ). Οι ιταλικές αρχές είχαν ζητήσει από την Επιτροπή να επιβεβαιώσει, αφ’ ενός, ότι η καθορισθείσα διαδικασία για την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της Sea Handling και η σύσταση μιας νέας εταιρίας (Airport Handling) που θα αγόραζε αυτά τα στοιχεία του ενεργητικού δεν δημιουργούσαν οικονομική συνέχεια η οποία θα είχε ως συνέπεια τη μεταβίβαση της υποχρεώσεως επιστροφής των ασύμβατων ενισχύσεων από την Airport Handling. Αφ’ ετέρου, οι ιταλικές αρχές είχαν ζητήσει από την Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι η κεφαλαιοποίηση της Airport Handling (μέσω επενδύσεως ύψους 25 εκατομμυρίων ευρώ) δεν αποτελούσε κρατική ενίσχυση. Η Επιτροπή, δεδομένου ότι είχε επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσον τα εν λόγω μέτρα αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις, κίνησε την επίσημη διαδικασία ελέγχου.
131.
Αυτή η επισκόπηση των αποφάσεων που αφορούν την οικονομική συνέχεια μεταξύ του δικαιούχου της ενισχύσεως και του αγοραστή των στοιχείων του ενεργητικού του μπορεί να οδηγήσει σε ορισμένα συμπεράσματα.
132.
Αφ’ ενός, η διαπίστωση σχετικά με την ύπαρξη ή μη οικονομικής συνέχειας μπορεί να εντάσσεται σε διαφορετικά πλαίσια. Έτσι, όπως στην υπόθεση Seleco, μπορεί να εντάσσεται στο πλαίσιο διατάξεων που αφορούν την ανάκτηση ενισχύσεων που κηρύχθηκαν ασύμβατες με τελική απόφαση εκδοθείσα κατόπιν της επίσημης διαδικασίας ελέγχου. Ωστόσο, όπως στην υπόθεση Olympic Airlines, ενδέχεται επίσης να συγχέεται με την ανάλυση σχετικά με την ύπαρξη ενισχύσεων, οσάκις, η ίδια η συναλλαγή, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η πώληση των στοιχείων του ενεργητικού, ενδέχεται να αποτελεί καθ’ εαυτή ενίσχυση ( 92 ). Τέλος, όπως στην υπόθεση Ryanair κατά Επιτροπής, μπορεί να συνδέεται, διαφοροποιούμενη ταυτοχρόνως από αυτήν, με την ανάλυση σχετικά με την ύπαρξη νέας ενισχύσεως ( 93 ). Επομένως, η εκτίμηση της νομικής φύσεως αποφάσεως η οποία αφορά τη διαπίστωση περί υπάρξεως ή μη οικονομικής συνέχειας δεν μπορεί να επιχειρείται παρά μόνον κατά περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου πραγματοποιείται η ανάλυση αυτή.
133.
Αφ’ ετέρου, η διαπίστωση περί υπάρξεως ή μη οικονομικής συνέχειας μεταξύ του δικαιούχου κρατικών ενισχύσεων και του αγοραστή των στοιχείων του ενεργητικού του προϋποθέτει πάντοτε, εν πάση περιπτώσει, την έκδοση αποφάσεως διαπιστώνουσας την ασυμβατότητα των εν λόγω ενισχύσεων οι οποίες πρέπει να ανακτηθούν από τον δικαιούχο ( 94 ). Πράγματι, η διαπίστωση περί υπάρξεως ή μη οικονομικής συνέχειας έχει ως σκοπό να εξετάσει εάν τα στοιχεία του ενεργητικού που εξαγοράζονται διατηρούν ή όχι το πλεονέκτημα των κηρυχθεισών ως ασύμβατων ενισχύσεων οι οποίες χορηγήθηκαν στον μεταβιβάζοντα που ήταν ο δικαιούχος τους. Επομένως, μια τέτοια διαπίστωση κατ’ ανάγκην έπεται και συνδέεται κατά τρόπο αναπόσπαστο με την κήρυξη της ασυμβατότητας του μέτρου που συνιστά ενίσχυση.
– Περί του νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης αποφάσεως
134.
Ωστόσο, εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση εκδόθηκε από την Επιτροπή με πρωτοβουλία των γαλλικών αρχών οι οποίες ζήτησαν από το όργανο αυτό να επιβεβαιώσει ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η υποχρέωση επιστροφής των κρατικών ενισχύσεων που επιβλήθηκε στον όμιλο Sernam με την απόφαση Sernam 3 δεν εκτεινόταν στις εταιρίες των ομίλων Geodis και BMV σε περίπτωση εξαγοράς από αυτές των στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam.
135.
Με την εν λόγω απόφαση, αφού περιέγραψε το πλαίσιο εντός του οποίου παρεμβαίνει, η Επιτροπή, κατ’ αρχάς, περιέγραψε αναλυτικώς τις δύο προσφορές, καθώς και τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Γαλλική Δημοκρατία ( 95 ). Εν συνεχεία, αφού χαρακτήρισε την εν λόγω απόφαση ως απόφαση «sui generis» στηριζόμενη στην υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, διευκρίνισε ότι η απόφαση αυτή αφορά αποκλειστικώς το ζήτημα της οικονομικής συνέχειας και ότι δεν αφορά —ούτε προδικάζει— την εκτίμηση της αγοράς υπό το πρίσμα του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 96 ). Η Επιτροπή, τέλος, προέβη σε ορισμένες εκτιμήσεις σχετικά με το κατά πόσον η εν λόγω μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού θα μπορούσε να οδηγήσει στη διαπίστωση περί οικονομικής συνέχειας μεταξύ του ομίλου Sernam και των πιθανών αγοραστών ( 97 ). Προς τούτο, εξέτασε το αντικείμενο της αγοράς, το τίμημα της μεταβιβάσεως, την ανεξαρτησία των νέων ιδιοκτητών και μετόχων, τον χρόνο πραγματοποιήσεως της μεταβιβάσεως, καθώς και την οικονομική λογική της συναλλαγής και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται οικονομική συνέχεια και, επομένως, υποχρέωση ανακτήσεως από τους αγοραστές των στοιχείων του ενεργητικού ( 98 ).
136.
Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίδικη απόφαση αφορά αποκλειστικώς το ζήτημα της υπάρξεως ή μη οικονομικής συνέχειας μεταξύ του ομίλου Sernam, αφ’ ενός, και της Geodis και της BMV, αφ’ ετέρου. Επομένως, πρόκειται για ειδική απόφαση η οποία δεν μπορεί άμεσα να εξομοιωθεί με καμία από τις αποφάσεις που αναλύθηκαν στα σημεία 123 έως 130 των παρουσών προτάσεων. Συναφώς, οι διάδικοι διατυπώνουν διαφορετικές απόψεις όσον αφορά τη νομική φύση της αποφάσεως αυτής.
137.
Πρώτον, δεν έχω πειστεί από την προσέγγιση της Επιτροπής, την οποία υιοθέτησε και το Γενικό Δικαστήριο, κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε αποκλειστικώς τις λεπτομέρειες ανακτήσεως της κηρυχθείσας ως ασύμβατης ενισχύσεως και, ως εκ τούτου, εντασσόταν αποκλειστικώς στο πλαίσιο της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ του οικείου κράτους μέλους και της Επιτροπής.
138.
Πράγματι, ερωτηθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση για το ζήτημα αυτό, η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι απόφαση που αφορά την οικονομική συνέχεια δεν έχει ως αποκλειστικό αντικείμενό της τις λεπτομέρειες ανακτήσεως της ασύμβατης ενισχύσεως, αλλά και τη μεταβίβαση του πλεονεκτήματος που απορρέει από τη χορήγηση της ενισχύσεως αυτής. Επομένως, μια τέτοια απόφαση αφορά τον δικαιούχο ατομικής ενισχύσεως η οποία κρίθηκε ασύμβατη, ήτοι την επιχείρηση που επωφελείται από την ενίσχυση αυτή (ή όχι, ανάλογα με το κατά πόσον υφίσταται ή όχι οικονομική συνέχεια). Επομένως, πρόκειται για απόφαση που αφορά την ίδια την ατομική ενίσχυση, στην «υποκειμενική διάστασή» της, και όχι μόνον τις λεπτομέρειες ανακτήσεώς της. Με άλλα λόγια, σκοπός μιας τέτοιας αποφάσεως είναι να διαπιστώσει, κατόπιν εκτιμήσεως διαφόρων στοιχείων, κατά πόσον ο αγοραστής των στοιχείων του ενεργητικού πρέπει ή όχι να θεωρείται ως δικαιούχος ενισχύσεως που έχει ήδη κηρυχθεί ως ασύμβατη.
139.
Ακόμη λιγότερο πειστική είναι, ακολούθως, κατά την άποψή μου, η θέση η οποία μπορεί να συναχθεί από τις σκέψεις 33 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, και η οποία διατυπώθηκε από την ίδια την Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία, στον βαθμό που η απόφαση αυτή αφορά αποκλειστικώς το ζήτημα της ανακτήσεως ενισχύσεως —ζήτημα το οποίο αφορούσε αποκλειστικώς την Επιτροπή και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος— δεν θα μπορούσε να προσβληθεί από τρίτους, όπως είναι οι ανταγωνιστές. Ωστόσο, ως προς το σημείο αυτό, συμμερίζομαι την άποψη των αναιρεσειουσών κατά την οποία μια τέτοια προσέγγιση αντιβαίνει προδήλως στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Στον βαθμό που μια τέτοια απόφαση συνιστά πράξη υποκείμενη σε προσφυγή ( 99 ) και στον βαθμό που ο τρίτος έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικώς, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσβάλει μια τέτοια απόφαση ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.
140.
Δεύτερον, το επιχείρημα που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες και το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 16 του κανονισμού 659/1999 δεν είναι, κατά την άποψή μου, λυσιτελές. Πράγματι, η διάταξη αυτή αφορά την καταχρηστική εφαρμογή μιας ενισχύσεως, ήτοι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 659/1999, μια κατάσταση στην οποία η ενίσχυση χρησιμοποιείται από τον δικαιούχο κατά παράβαση αποφάσεως περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, ρητής αποφάσεως ή αποφάσεως υπό όρους ( 100 ). Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση Sernam 3 δεν εμπίπτει σε καμία από τις τρεις αυτές κατηγορίες αποφάσεων, αλλά αποτελεί η ίδια απόφαση για την καταχρηστική εφαρμογή ενισχύσεων η οποία κηρύσσει παράνομες και ασύμβατες τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στον όμιλο Sernam. Έτσι, οι αναιρεσείουσες δεν μπορούσαν να στηριχθούν στην εν λόγω διάταξη προκειμένου να επικαλεστούν καταχρηστική εφαρμογή των ενισχύσεων που κηρύχθηκαν ασύμβατες.
141.
Τρίτον, πρέπει να αναλυθεί η άποψη που διατύπωσαν οι αναιρεσείουσες, κατά την οποία η επίδικη απόφαση συνιστά απόφαση δυνάμενη να εξομοιωθεί με σιωπηρή απόφαση περί μη κινήσεως διαδικασίας ενδελεχούς ελέγχου.
142.
Συναφώς, πρέπει να αναγνωρίσω ότι ορισμένα επιχειρήματα θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ μιας τέτοιας προσεγγίσεως. Θα μπορούσε, έτσι, να θεωρηθεί ότι η μεταβολή του δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως συνιστά σε τέτοιον βαθμό ουσιώδη μεταβολή ώστε να καταλήγει να αποτελεί νέα ενίσχυση ( 101 ) η οποία πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο νέου ελέγχου συμβατότητας. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι υπάρχει κάποιου είδους διαδικαστική αναλογία εκ του λόγου ότι η επίδικη απόφαση εξεδόθη, όπως και η απόφαση περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, κατόπιν κοινοποιήσεως εκ μέρους των γαλλικών αρχών.
143.
Εντούτοις, όπως επισήμανα στο σημείο 133 των παρουσών προτάσεων, τυχόν απόφαση επί της οικονομικής συνέχειας, όπως είναι η επίδικη απόφαση, προϋποθέτει την ύπαρξη, τουλάχιστον δυνητική ( 102 ), αρνητικής αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 659/1999 ή, όπως εν προκειμένω, αποφάσεως διαπιστώνουσας την καταχρηστική εφαρμογή της ενισχύσεως από την οποία απορρέει η υποχρέωση ανακτήσεως της ασύμβατης ενισχύσεως. Πράγματι, αυτή αφορά την ενδεχόμενη μεταβίβαση, κατόπιν της πωλήσεως των οικείων στοιχείων του ενεργητικού σε νέο δικαιούχο, ενισχύσεως η οποία έχει ήδη κριθεί ασύμβατη. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ενίσχυση που πρέπει να ανακτηθεί έχει ήδη κριθεί ως ασύμβατη, τούτο αποκλείει, κατά την άποψή μου, τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως μιας νέας αναλύσεως σχετικά με τη συμβατότητα της ιδίας ενισχύσεως η οποία θα μπορούσε να καταλήξει σε απόφαση διαπιστώνουσα τη συμβατότητά της. Με άλλα λόγια, η απόφαση επί της οικονομικής συνέχειας εν ουδεμία περιπτώσει θα μπορούσε να θέσει εν αμφιβόλω την απόφαση που κρίνει ασύμβατη την οικεία ενίσχυση και διατάσσει την επιστροφή της.
144.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν, διά της πράξεως της εξαγοράς στοιχείων του ενεργητικού, οι αγοραστές επωφελούνται από νέα κρατική ενίσχυση. Εντούτοις, το ζήτημα αυτό, που απετέλεσε αντικείμενο αναλύσεως στο πρώτο μέρος της δευτέρας αποφάσεως στην υπόθεση Ryanair κατά Επιτροπής ( 103 ), ρητώς αποκλείεται στην επίδικη απόφαση κατά την οποία, και δη στο σημείο της 54, η Επιτροπή ρητώς επισήμανε ότι η απόφαση αυτή δεν προδίκαζε την εκτίμηση των επενδύσεων αυτών υπό το πρίσμα του άρθρου 107 ΣΛΕΕ. Εξάλλου, αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά μεταξύ της προσβαλλομένης αποφάσεως στην υπόθεση Ryanair κατά Επιτροπής, η οποία χαρακτηρίστηκε από το Γενικό Δικαστήριο ως απόφαση περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, και της επίδικης αποφάσεως. Πράγματι, η δεύτερη απόφαση που εξεδόθη στην υπόθεση Ryanair κατά Επιτροπής περιελάμβανε την ανάλυση μέτρου που είχε κοινοποιηθεί από τις ιταλικές αρχές προκειμένου να προσδιοριστεί εάν το μέτρο αυτό συνιστούσε ή όχι νέα κρατική ενίσχυση ( 104 ).
145.
Η επίδικη απόφαση διαφοροποιείται περαιτέρω από τις αποφάσεις που εξεδόθησαν στην υπόθεση Olympic Airlines, στον βαθμό που, με την επίδικη απόφαση, η ανάλυση της οικονομικής συνέχειας είναι απολύτως ανεξάρτητη και ουδόλως συγχέεται, όπως στις εν λόγω αποφάσεις, με την ανάλυση περί της υπάρξεως νέων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στους αγοραστές των στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam.
146.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση δεν περιλαμβάνει ανάλυση περί της υπάρξεως νέων ενισχύσεων στους αγοραστές, κλίνω υπέρ μιας λύσεως βάσει της οποίας η απόφαση αυτή προσομοιάζει περισσότερο με την απόφαση που εξεδόθη στην περίπτωση Seleco. Στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, το ζήτημα της οικονομικής συνέχειας επιλύθηκε στο πλαίσιο τελικής αποφάσεως διαπιστώνουσας την ασυμβατότητα των ενισχύσεων ως ζήτημα σχετικά με τον διαδοχικό δικαιούχο των ενισχύσεων που κηρύχθηκαν ασύμβατες από τον οποίον οι ενισχύσεις αυτές έπρεπε να ανακτηθούν. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η ίδια η Επιτροπή δήλωσε με τα υπομνήματά της ότι, εάν είχε λάβει γνώση της υποθέσεως και των λεπτομερειών της εξαγοράς των στοιχείων του ενεργητικού που αναλύθηκαν με την επίδικη απόφαση, θα μπορούσε να επιλύσει το ζήτημα αυτό με την απόφαση Sernam 3.
147.
Υπό το πρίσμα της αναλύσεως αυτής, τείνω να θεωρήσω ότι η επίδικη απόφαση συνιστά απόφαση σχετικά με την πιθανή μεταβίβαση ενισχύσεων, οι οποίες έχουν ήδη κριθεί ασύμβατες από την Επιτροπή με την απόφαση Sernam 3, σε νέο δικαιούχο, από τον οποίον οι ενισχύσεις αυτές θα έπρεπε ενδεχομένως να ανακτηθούν. Επομένως, συνιστά απόφαση συναφή και συμπληρωματική προς την απόφαση Sernam 3, σκοπεί δε να συμπληρώσει το περιεχόμενό της ( 105 ) υπό το φως νέων πραγματικών περιστατικών που μεσολάβησαν μετά την έκδοση της αποφάσεως Sernam 3 ( 106 ).
148.
Επομένως, η αιτίαση των αναιρεσειουσών που στηρίζεται σε πλάνη περί το δίκαιο του Γενικού Δικαστηρίου στον βαθμό που αρνήθηκε να αναγνωρίσει το έννομο συμφέρον τους μη χαρακτηρίζοντας την επίδικη απόφαση ως απόφαση περί αποκλεισμού της κινήσεως διαδικασίας ενδελεχούς ελέγχου πρέπει να απορριφθεί.
149.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι τόσο το πρώτο όσο και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
3. Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως: το έννομο συμφέρον της Superga Invest
150.
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 52 και 53 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, δεν δέχθηκε το έννομο συμφέρον της Superga Invest παρορώντας ότι αυτό το έννομο συμφέρον απορρέει από το έννομο συμφέρον των εταιριών Mory των οποίων είναι η κύρια μέτοχος. Αφ’ ενός, η Superga Invest υφίστατο, όπως και αυτές οι τελευταίες, τις συνέπειες λόγω της ζημίας που προκάλεσε η επί δεκαετία καταβολή ασύμβατων ενισχύσεων στη Sernam και, ως εκ τούτου, είχε, όπως και αυτές, έννομο συμφέρον να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας. Αφ’ ετέρου, η εταιρία αυτή είχε επίσης έννομο συμφέρον να χρησιμοποιήσει όλα τα ένδικα βοηθήματα προκειμένου να χαρακτηριστεί η Geodis ως αγοράστρια και νυν δικαιούχος των ασύμβατων ενισχύσεων που αποτελούν το αντικείμενο της αποφάσεως Sernam 3 και ως ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους προηγούμενους δικαιούχους των ενισχύσεων, καθώς και με την SNCF για τη ζημία που προκλήθηκε από τις ενισχύσεις αυτές.
151.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το σκέλος αυτό είναι αλυσιτελές, δεδομένου ότι οι εταιρίες Mory δεν έχουν οι ίδιες έννομο συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
152.
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι δεν αμφισβητείται ότι η Superga Invest είναι η κύρια μέτοχος των εταιριών Mory και ότι άσκησε, μαζί με αυτές, αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του tribunal de commerce de Paris προκειμένου να υποχρεωθεί ο όμιλος Sernam και η Geodis να αποκαταστήσουν τις ζημίες που οι εταιρίες αυτές τους προκάλεσαν συνεπεία των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων που είχαν λόγω της χορηγήσεως των ασύμβατων ενισχύσεων.
153.
Ωστόσο, στο σημείο 92 των παρουσών προτάσεων, κατέληξα ότι η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως θα μπορούσε να παραγάγει αποτελέσματα στο πλαίσιο της αγωγής αυτής ενώπιον του εθνικού δικαστή και ότι, έτσι, η ύπαρξη της αγωγής αυτής μπορούσε να δικαιολογήσει το έννομο συμφέρον για την προσβολή της επίδικης αποφάσεως. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει και για τη Superga Invest η οποία, ως εκ τούτου, έχει έννομο συμφέρον να στραφεί κατά της εν λόγω αποφάσεως.
154.
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο ότι η Superga Invest δεν είχε έννομο συμφέρον, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και, ως εκ τούτου, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει επίσης να γίνει δεκτό.
4. Συμπέρασμα επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
155.
Δεδομένου ότι το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει, κατά την άποψή μου, να γίνουν δεκτά, εντεύθεν συνάγεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί στον βαθμό που έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν έννομο συμφέρον να στραφούν κατά της επίδικης αποφάσεως.
Γ — Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ
156.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, αρνούμενο να διαπιστώσει ότι η επίδικη απόφαση τους αφορούσε άμεσα και ατομικά, παρέβη το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη αφορούσε, στην πραγματικότητα, υπό το πρίσμα του εννόμου συμφέροντος, ζητήματα τα οποία συνδέονται με το κατά πόσον η επίδικη απόφαση τις αφορά ατομικά. Ωστόσο, υπό το φως της αποφάσεως Ryanair κατά Επιτροπής ( 107 ), ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι η επίδικη απόφαση αφορά τις αναιρεσείουσες ατομικά. Θα αποτελούσε πρόδηλη αντίφαση να αναγνωριστεί ότι η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά τις αναιρεσείουσες και να αμφισβητηθεί το έννομο συμφέρον τους, αφού το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση τις αφορά ατομικά αρκεί καθ’ εαυτό προκειμένου να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον.
157.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος, διότι ο έλεγχος αυτός δεν ήταν αναγκαίος προκειμένου να διαπιστωθεί το απαράδεκτο της προσφυγής ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Εν συνεχεία, όταν το Γενικό Δικαστήριο, παρά ταύτα, απάντησε διεξοδικά σε επιχειρήματα που αφορούσαν περισσότερο την ενεργητική νομιμοποίηση παρά το έννομο συμφέρον των αναιρεσειουσών, το έπραξε προσεκτικά, κατά τρόπο αρκετά επικουρικό, αφού επισήμανε ότι οι αναιρεσείουσες τελούσαν σε σύγχυση ως προς τις δύο έννοιες.
158.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στην προκείμενη ότι, άπαξ ο προσφεύγων έχει την ενεργητική νομιμοποίηση να προβεί σε ακύρωση πράξεως της Ένωσης, έχει αυτομάτως έννομο συμφέρον. Ωστόσο, επισήμανα ήδη στα σημεία 23 έως 30 των παρουσών προτάσεων ότι η ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον αποτελούν δύο διακριτές προϋποθέσεις του παραδεκτού. Επομένως, η προκείμενη επί της οποίας ερείδεται ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι εσφαλμένη.
159.
Μολονότι είναι αληθές ότι, όπως ήδη επισήμανα ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο, σε ορισμένες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ανέμειξε, προκειμένου να απαντήσει στα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, επιχειρήματα που αφορούν το έννομο συμφέρον και την ενεργητική νομιμοποίηση, εντούτοις είναι προφανές ότι στην εν λόγω διάταξη το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε ευθέως το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσειουσών. Πράγματι, τούτο δεν ήταν αναγκαίο, υπό το πρίσμα του Γενικού Δικαστηρίου, στον βαθμό που αυτό κατέληξε ότι η προσφυγή ήταν εν πάση περιπτώσει απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος ( 108 ).
160.
Ωστόσο, δεδομένου ότι το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου που αντλείται από την έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών είναι κατά την άποψή μου εσφαλμένο —όπως εξέθεσα στο πλαίσιο της αναλύσεως του δεύτερου και του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως—, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε ως εκ τούτου να εξετάσει την ενεργητική νομιμοποίηση των αναιρεσειουσών. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι δεν το έπραξε, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να γίνει δεκτός.
Δ — Πρόταση επί της αναιρέσεως
161.
Υπό το φως της αναλύσεως που προηγήθηκε, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
V – Επί του παραδεκτού της πρωτόδικης προσφυγής
162.
Από το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, όταν αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να την κρίνει εκείνο.
163.
Εν προκειμένω, φρονώ ότι, μολονότι το Δικαστήριο δεν μπορεί, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, να αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, εντούτοις διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί οριστικώς επί του ζητήματος του παραδεκτού της εν λόγω προσφυγής κατά της επίδικης αποφάσεως.
164.
Πράγματι, αφ’ ενός, εάν το Δικαστήριο αποφασίσει να ακολουθήσει την πρότασή μου, το έννομο συμφέρον των αναιρεσειουσών πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένο.
165.
Αφ’ ετέρου, κατόπιν της συζητήσεως που διεξήχθη μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρέσεως —καθώς ένας από τους λόγους αναιρέσεως που προβλήθηκαν ενώπιόν του αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση— φρονώ ότι το Δικαστήριο διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί οριστικώς επί του ζητήματος της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσειουσών ( 109 ).
166.
Πρέπει, εξάλλου, να υπομνησθεί ότι το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει δύο περιπτώσεις στις οποίες αναγνωρίζεται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει προσφυγή κατά πράξεως της Ένωσης της οποίας δεν είναι αποδέκτης. Αφ’ ενός, μια τέτοια προσφυγή μπορεί να ασκηθεί υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη αυτή αφορά το πρόσωπο άμεσα και ατομικά. Αφ’ ετέρου, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά κανονιστικής πράξεως η οποία δεν επάγεται εκτελεστικά μέτρα εάν η πράξη αυτή το αφορά άμεσα ( 110 ). Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε απευθυνθεί στη Γαλλική Δημοκρατία, πρέπει να εξεταστεί εάν οι αναιρεσείουσες εμπίπτουν σε κάποια από αυτές τις δύο περιπτώσεις.
167.
Πρώτον, πρέπει να αποκλειστεί ευθύς εξαρχής ότι μπορούν να έχουν ενεργητική νομιμοποίηση βάσει της δεύτερης περιπτώσεως, διότι η επίδικη απόφαση δεν συνιστά κανονιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, στον βαθμό που δεν έχει γενική ισχύ ( 111 ).
168.
Πρέπει, έτσι, να εξεταστεί εάν η επίδικη απόφαση αφορά τις αναιρεσείουσες άμεσα και ατομικά.
169.
Συναφώς, δεδομένου ότι, όπως επισήμανα στο σημείο 147 των παρουσών προτάσεων, η επίδικη απόφαση ήρθε να προστεθεί στην απόφαση Sernam 3, ως συναφής και συμπληρωματική προς αυτήν απόφαση και δεδομένου ότι σκοπεί, υπό το φως των νέων πραγματικών περιστατικών που μεσολάβησαν μετά την έκδοση της αποφάσεως Sernam 3, να συμπληρώσει το περιεχόμενό της, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την ίδια νομική φύση και, ως εκ τούτου, διέπεται επίσης από τις ίδιες προϋποθέσεις του παραδεκτού. Ειδικότερα, στα σημεία 138 και 147 των παρουσών προτάσεων, τόνισα ότι η επίδικη απόφαση αποτελεί απόφαση που αφορά την εκτίμηση της «υποκειμενικής διαστάσεως» των ενισχύσεων που έχουν ήδη κριθεί ασύμβατες με προγενέστερη απόφαση και στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή εκτιμά τη δυνατότητα μεταβιβάσεως των ενισχύσεων αυτών σε νέον δικαιούχο από τον οποίον θα πρέπει, ενδεχομένως, να ανακτηθούν.
170.
Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της προσφυγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες όχι μόνον προέβαλαν την αναρμοδιότητα της Επιτροπής και την έλλειψη νομικής βάσεως της αποφάσεως αυτής, αλλά αμφισβήτησαν επίσης τη βασιμότητα της εκτιμήσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή προκειμένου να προσδιορίσει εάν οι αγοραστές των στοιχείων του ενεργητικού της Sernam έπρεπε ή όχι να θεωρηθούν ως δικαιούχοι των ενισχύσεων οι οποίες με την απόφαση Sernam 3 είχαν κηρυχθεί ασύμβατες.
171.
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να επικαλεστούν το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση τα αφορά ατομικά παρά μόνον αν η απόφαση τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σε αυτά ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και συναφώς τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη παρόμοιας αποφάσεως ( 112 ).
172.
Όσον αφορά ειδικότερα τον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, θεωρείται ότι η εν λόγω απόφαση αφορά ατομικά τις αναιρεσείουσες, οι οποίες αμφισβητούν τη βασιμότητα αποφάσεως εκτιμήσεως της ενισχύσεως η οποία ελήφθη επί τη βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ή κατά το πέρας της επίσημης διαδικασίας ελέγχου, στην περίπτωση που η θέση τους στην αγορά επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από την ενίσχυση που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω αποφάσεως. Συναφώς, έχει αναγνωριστεί μεταξύ άλλων ότι απόφαση της Επιτροπής με την οποία περατώνεται η επίσημη διαδικασία ελέγχου αφορά ατομικώς, πέραν της επιχειρήσεως που είναι δικαιούχος, τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις αυτής της τελευταίας που διαδραμάτισαν ενεργητικό ρόλο στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι η θέση τους στην αγορά επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από το μέτρο ενισχύσεως που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως ( 113 ).
173.
Εν όψει των εκτιμήσεων που παρατίθενται στα σημεία 169 και 170 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί επί του παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως όπως είναι η επίδικη απόφαση.
174.
Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ήτοι στις 17 Δεκεμβρίου 2012, οι εταιρίες Mory ήσαν ήδη υπό εκκαθάριση από τις 10 Ιουλίου 2012. Επί της βάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, δεδομένου ότι οι εταιρίες Mory, αφότου ετέθησαν υπό εκκαθάριση, είχαν παύσει πλέον να δραστηριοποιούνται στην αγορά, η θέση τους στην αγορά δεν μπορούσε να επηρεαστεί ουσιωδώς από την ενδεχόμενη μεταβίβαση σε νέον δικαιούχο των ασύμβατων ενισχύσεων που αποτελούν το αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως. Το συμπέρασμα αυτό, το οποίο ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τις αναιρεσείουσες, μολονότι αναφέρθηκε πλειστάκις από την Επιτροπή στο πλαίσιο της απαντήσεώς της επί της αναιρέσεως, εμπίπτει στην κυρίαρχη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο ( 114 ). Ως προς τη Superga Invest, οι αναιρεσείουσες δεν αμφισβήτησαν την πραγματική διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία παρατίθεται στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, κατά την οποία αυτή δεν δραστηριοποιείται στον τομέα των ταχυμεταφορών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανταγωνίστρια.
175.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ουδεμία εκ των αναιρεσειουσών μπορεί να υποστηρίξει ότι η θέση της στην αγορά επηρεάστηκε ουσιωδώς από τις ενισχύσεις οι οποίες είχαν προηγουμένως κηρυχθεί, με την απόφαση Sernam 3, ασύμβατες και των οποίων η ενδεχόμενη μεταβίβαση σε νέον δικαιούχο αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως. Επομένως, στην περίπτωσή τους δεν συντρέχει η προϋπόθεση βάσει της οποίας η επίμαχη πράξη πρέπει να τις αφορά ατομικά και, ως εκ τούτου, η προσφυγή τους πρέπει, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
176.
Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν το Δικαστήριο δέχεται την αίτηση αναιρέσεως και κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων.
177.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
178.
Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι οι αναιρεσείουσες νίκησαν στο πλαίσιο της αναιρέσεώς τους, πλην όμως η ασκηθείσα πρωτοδίκως προσφυγή τους απερρίφθη ως απαράδεκτη. Εντούτοις, στο πλαίσιο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες δεν ζήτησαν να καταδικαστεί η αντίδικος στα δικαστικά έξοδα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, φρονώ ότι έκαστος διάδικος πρέπει να καταδικαστεί να φέρει τα δικαστικά έξοδά του στο πλαίσιο της παρούσας αναιρέσεως. Τα δε έξοδα που αφορούν την πρωτόδικη διαδικασία θα τα φέρουν οι αναιρεσείουσες.
VII – Πρόταση
179.
Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
—
αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑545/12, EU:T:2013:607)·
—
απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως των Mory SA, Mory Team και Superga Invest κατά της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής C(2012) 2401 τελικό, της 4ης Απριλίου 2012, σχετικά με την εξαγορά των στοιχείων του ενεργητικού του ομίλου Sernam στο πλαίσιο της δικαστικής εξυγιάνσεώς του·
—
έκαστος διάδικος καταδικάζεται να φέρει τα δικαστικά του έξοδα στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας·
—
καταδικάζει τις Mory SA, Mory Team και Superga Invest στα δικαστικά έξοδα της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) T‑545/12, EU:T:2013:607.
( 3 ) C(2012) 2401 τελικό.
( 4 ) Απόφαση που αφορά την κρατική ενίσχυση NN 122/2000 (ex NJ 140/2000) (ΕΕ 2001, C 268, σ. 15).
( 5 ) Απόφαση 2006/367/ΕΚ, της 20ής Οκτωβρίου 2004, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που έθεσε εν μέρει σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ της επιχείρησης Sernam (ΕΕ 2006, L 140, σ. 1).
( 6 ) Απόφαση περί κινήσεως διαδικασίας που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 2009, C 4, σ. 5.
( 7 ) Απόφαση 2012/398/ΕΕ, σχετικά με την Κρατική ενίσχυση SA.12522 (C 37/08) — Γαλλία — Εφαρμογή της απόφασης «Sernam 2» (ΕΕ L 195, σ. 19). Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως εκ μέρους της SNCF που εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (διάταξη SNCF κατά Επιτροπής, T‑242/12, EU:T:2014:313).
( 8 ) Σημείο 51 της επίδικης αποφάσεως.
( 9 ) Σημείο 54 της επίδικης αποφάσεως.
( 10 ) Βλ. σημείο 114 και μέρος V, που επιγράφεται «Συμπέρασμα», της επίδικης αποφάσεως.
( 11 ) Σκέψεις 26 έως 28 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 12 ) Σκέψεις 29 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Στην εν λόγω διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση Sernam 2, αλλά στην πραγματικότητα το επιχείρημα των αναιρεσειουσών αντλείτο από τη συμμετοχή στη διοικητική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως Sernam 3.
( 13 ) Σκέψεις 36 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 14 ) Σκέψεις 52 έως 54 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 15 ) Σκέψεις 55 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 16 ) Βλ., π.χ., αποφάσεις France κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑68/94 και C‑30/95, EU:C:1998:148, σκέψεις 48 έως 58 και 74), καθώς και Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑132/12 P, EU:C:2014:100, σκέψεις 26 έως 31, 42 έως 64 και 67 έως 75).
( 17 ) Βλ. αποφάσεις Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 57) και Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 19).
( 18 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις ACEA κατά Επιτροπής (C‑319/09 P, EU:C:2011:857, σκέψη 67), και Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑133/12 P, EU:C:2014:105, σκέψη 54).
( 19 ) Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός του εννόμου συμφέροντος επιρρωννύεται, αφ’ ενός, από ορισμένες επίσημες γλώσσες της Ένωσης, όπως είναι η γερμανική, η οποία χρησιμοποιεί για το έννομο συμφέρον τον όρο «Rechtsschutzbedurfnis» ή «Rechtschutzinteresse» (κατά λέξη «ανάγκη» ή «συμφέρον για την παροχή έννομης προστασίας») και, αφ’ ετέρου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου που κάνει λόγο για «γεγενημένο και ενεστώς έννομο συμφέρον το οποίο [χρήζει] νομικής προστασίας» (βλ. απόφαση Planet κατά Επιτροπής, C‑564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψεις 28 και 34).
( 20 ) Αυτήν την αντίληψη περί του σκοπού της προϋποθέσεως του εννόμου συμφέροντος απηχεί η πλειστάκις χρησιμοποιηθείσα από το Γενικό Δικαστήριο στη νομολογία του διατύπωση κατά την οποία το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ο σκοπός αυτός έχει πλειστάκις τονιστεί στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Lior κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Lior (T‑192/01 και T‑245/04, EU:T:2009:365, σκέψη 247) και διάταξη Talanton κατά Επιτροπής (T‑165/13, EU:T:2014:1027, σκέψη 34).
( 21 ) Διάταξη S. κατά Επιτροπής (206/89 R, EU:C:1989:333, σκέψη 8).
( 22 ) Απόφαση Cañas κατά Επιτροπής (C‑269/12 P, EU:C:2013:415, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Planet κατά Επιτροπής (C‑564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψη 34).
( 24 ) Βλ. αποφάσεις Στρογγύλη κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (204/85, EU:C:1987:21, σκέψη 11), Επιτροπή κατά Koninklijke FrieslandCampina (C‑519/07 P, EU:C:2009:556, σκέψη 65), και Planet κατά Επιτροπής (C‑564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψη 36), καθώς και διάταξη Επιτροπή κατά Provincia di Imperia (C‑183/08 P, EU:C:2009:136, σκέψη 26).
( 25 ) Απόφαση Cañas κατά Επιτροπής (C‑269/12 P, EU:C:2013:415, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Εντούτοις, είναι αναντίρρητο ότι ενδέχεται να υπάρχουν σημεία επαφής μεταξύ των δύο εννοιών, ιδίως ως προς την προϋπόθεση δυνάμει της οποίας η πράξη πρέπει να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα, όπως η προϋπόθεση αυτή έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία.
( 27 ) Βλ., π.χ., απόφαση Société pour l’exportation des Sucres κατά Επιτροπής (88/76, EU:C:1977:61, σκέψεις 13 έως 19). Σε ορισμένες υποθέσεις, η νομολογία έχει απορρίψει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την προσφυγή κατά αποφάσεως της Επιτροπής χαρακτηρίζουσας μέτρο ενισχύσεως απολύτως συμβιβάσιμο προς την κοινή αγορά η οποία ασκήθηκε από τον δικαιούχο της ενισχύσεως και τον οποίον, ως εκ τούτου, αφορά άμεσα και ατομικά η εν λόγω απόφαση. Βλ. αποφάσεις Nuove Industrie Molisane κατά Επιτροπής (T‑212/00, EU:T:2002:21, ειδικώς σκέψη 38), και Sniace κατά Επιτροπής (T‑141/03, EU:T:2005:129, σκέψη 62). Το γεγονός ότι μια απόφαση ευνοεί τον προσφεύγοντα (τον οποίον αφορά άμεσα και ατομικά) δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι αυτός στερείται εννόμου συμφέροντος. Πράγματι, ενδέχεται το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος. Βλ., συναφώς, απόφαση Coca-Cola κατά Επιτροπής (T‑125/97 και T‑127/97, EU:T:2000:84, σκέψη 79), σε σχέση με προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα από πρόσωπο που ευνοείτο από απόφαση με την οποία μια συγκέντρωση κηρυσσόταν συμβιβάσιμη προς την κοινή αγορά.
( 28 ) Βλ. σημείο 28 των παρουσών προτάσεων και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 29 ) Βλ., π.χ., διάταξη Lech-Stahlwerke κατά Επιτροπής (C‑111/99 P, EU:C:2001:58, ιδίως σκέψη 19) και υποσημείωση 44 των παρουσών προτάσεων.
( 30 ) Με αυτό το έγγραφο της 14ης Νοεμβρίου 2013, ο εισηγητής δικαστής του tribunal administratif de Paris στον οποίον είχε ανατεθεί η υπόθεση ερώτησε τις αναιρεσείουσες εάν, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Sernam 3 από την Επιτροπή, προτίθεντο να εμμείνουν στην προσφυγή τους.
( 31 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Mediaset (C‑69/13, EU:C:2014:71, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ., συναφώς, τις σκέψεις 24 και 25 της αποφάσεως Mediaset (C‑69/13, EU:C:2014:71), η οποία αφορούσε τις θέσεις που είχε διατυπώσει η Επιτροπή στις επιστολές σχετικά με το ύψος της ενισχύσεως η οποία έπρεπε να επιστραφεί από συγκεκριμένο δικαιούχο.
( 33 ) Βλ. τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 24 των παρουσών προτάσεων. Με την πάγια νομολογία του, το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό και απαιτεί, εάν το συμφέρον που επικαλείται ο προσφεύγων αφορά μελλοντική νομική κατάσταση, ο εν λόγω προσφεύγων να αποδεικνύει ότι το ενδεχόμενο προσβολής της καταστάσεως αυτής είναι πλέον αναπότρεπτο και, κατά συνέπεια, να μη μπορεί ο προσφεύγων να επικαλείται μελλοντικές και αβέβαιες καταστάσεις για να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Βλ., συναφώς, μεταξύ άλλων, απόφαση Sniace κατά Επιτροπής (T‑141/03, EU:T:2005:129, σκέψη 26). Εάν δεν απατώμαι, ουδέποτε το Δικαστήριο επανέλαβε τη διατύπωση αυτή. Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη στηρίζεται ρητώς σε αυτή τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
( 34 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου Könecke Fleischwarenfabrik κατά Επιτροπής (76/79, EU:C:1980:68, σκέψη 9), Γαλλική Δημοκρατία κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑68/94 και C‑30/95, EU:C:1998:148, σκέψη 74), Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 64), διάταξη του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Provincia di Imperia (C‑183/08 P, EU:C:2009:136, σκέψη 30) και αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου Shanghai Excell M&E Enterprise και Shanghai Adeptech Precision κατά Συμβουλίου (T‑299/05, EU:T:2009:72 σκέψεις 53 έως 55) και Éditions Odile Jacob κατά Επιτροπής (T‑471/11, EU:T:2014:739, σκέψη 44, εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως επί της ασκηθείσας αναιρέσεως).
( 35 ) Απόφαση Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 65).
( 36 ) T‑269/03, EU:T:2009:211.
( 37 ) Στην υπόθεση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την εκτίμησή του ως προς τον υποθετικό χαρακτήρα της αγωγής αποζημιώσεως στο γεγονός, πρώτον, ότι μια τέτοια αγωγή δεν είχε εισέτι ασκηθεί πολλά έτη μετά τη δήθεν προκληθείσα ζημία, δεύτερον, στο γεγονός ότι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η ίδια η προσφεύγουσα είχε αναγνωρίσει αυτόν τον υποθετικό χαρακτήρα και, τρίτον, στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε επισημάνει ότι οι μέτοχοί της δεν την είχαν εξουσιοδοτήσει να ασκήσει μια τέτοια αγωγή, ακόμη και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της προσφυγής ακυρώσεως που είχε ασκήσει (βλ. σκέψεις 45 έως 47 της αποφάσεως Socratec κατά Επιτροπής που παρατίθεται στην προηγούμενη υποσημείωση).
( 38 ) T‑141/03, EU:T:2005:129.
( 39 ) T‑136/05, EU:T:2007:295.
( 40 ) Στη δεύτερη αυτή κατηγορία υποθέσεων εμπίπτουν, πέραν των υποθέσεων Sniace κατά Επιτροπής και Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής που παρατίθενται στις δύο προηγούμενες υποσημειώσεις, οι υποθέσεις επί των οποίων εξεδόθησαν η απόφαση TV2 κατά Δανίας κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑309/04, T‑317/04, T‑329/04 και T‑336/04, EU:T:2008:457, ιδίως σκέψεις 67 έως 82) και η διάταξη Schutzgemeinschaft Milch und Milcherzeugnisse κατά Επιτροπής (T‑113/11, EU:T:2014:756, βλ. ιδίως σκέψεις 32 έως 34).
( 41 ) Αποφάσεις Sniace κατά Επιτροπής (T‑141/03, EU:T:2005:129, σκέψη 28), Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑136/05, EU:T:2007:295, σκέψη 43), και TV2 κατά Δανίας κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑309/04, T‑317/04, T‑329/04 και T‑336/04, EU:T:2008:457, σκέψη 79).
( 42 ) T‑309/04, T‑317/04, T‑329/04 και T‑336/04, EU:T:2008:457, σκέψεις 79 έως 81.
( 43 ) C‑111/99 P, EU:C:2001:58.
( 44 ) Στην υπόθεση αυτή, η προσφεύγουσα είχε προσβάλει απόφαση της Επιτροπής η οποία χαρακτήριζε ως απαγορευμένες κρατικές ενισχύσεις ορισμένα σχέδια χρηματοπιστωτικών ενισχύσεων στο πλαίσιο των οποίων το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας δεσμευόταν να καταβάλει στην προσφεύγουσα 20 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα (DEM). Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Επιτροπή λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος κατόπιν της εγκαταλείψεως των σχεδίων αναδιαρθρώσεως εκ μέρους του εν λόγω ομόσπονδου κράτους, επισημαίνοντας ότι δεν μπορούσε «να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να […] καταβάλει [στην προσφεύγουσα] το ποσό των 20 εκατομμυρίων DEM» (βλ. σκέψη 19 της διατάξεως Lech‑Stahlwerke κατά Επιτροπής).
( 45 ) T‑28/02, EU:T:2005:357.
( 46 ) Στην υπόθεση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το κατά πόσον ο εθνικός δικαστής που επιλαμβάνεται αγωγής αποζημιώσεως θα λάβει υπόψη του την εκτίμηση της Επιτροπής ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ αποτελούσε τυχαίο γεγονός, επομένως μελλοντικό και υποθετικό (σκέψεις 47 έως 51). Ομοίως, στην απόφαση NBV και NVB κατά Επιτροπής (T‑138/89, EU:T:1992:95), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τυχόν διαφορετική εκτίμηση του εθνικού δικαστή από αυτήν της Επιτροπής ως προς την προϋπόθεση του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, που προβλέπει το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, αποτελούσε τυχαίο γεγονός (βλ. σκέψη 33· εντούτοις, στην υπόθεση αυτή, φαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο αναφερόταν σε ενδεχόμενο ένδικο βοήθημα από τρίτους).
( 47 ) Βλ., π.χ., αποφάσεις NBV και NVB κατά Επιτροπής (T‑138/89, EU:T:1992:95, σκέψη 33), Sniace κατά Επιτροπής (T‑141/03, EU:T:2005:129, σκέψη 40), και διάταξη First Data κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑28/02, EU:T:2005:357, σκέψη 51).
( 48 ) Βλ. σημεία 28 και 29 των παρουσών προτάσεων.
( 49 ) Αφ’ ετέρου, κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν μπορεί να στηρίξει την άποψη της Επιτροπής ότι η αγωγή ήταν τεχνητή, διότι ασκήθηκε αποκλειστικώς προκειμένου να αντικρούσει την ένστασή της απαραδέκτου.
( 50 ) Βλ. σημείο 76 των παρουσών προτάσεων.
( 51 ) Σκέψεις 44 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 52 ) Σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 53 ) Βλ. σημείο 80 των παρουσών προτάσεων.
( 54 ) Εν προκειμένω, κατά τις αναιρεσείουσες, η περιουσιακή τους κατάσταση επιδεινώθηκε, διότι απώλεσαν όγκο επιχειρηματικής δραστηριότητας συνεπεία της περαιτέρω παρουσίας στην αγορά της Sernam χάρη στις ασύμβατες ενισχύσεις, η δε Geodis πλούτισε εις βάρος τους, εξαγοράζοντας τη δραστηριότητα της Sernam που είχε λάβει τις παράνομες ενισχύσεις και, ως εκ τούτου, τον όγκο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.
( 55 ) Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2013:579, σημεία 110 έως 116 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στην ίδια συνάφεια, είχα επίσης επισημάνει ότι η αιτίαση που στηρίζεται σε νομική βάση διαφορετική από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να θεωρείται ως νέος ισχυρισμός ο οποίος, ως εκ τούτου, πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ αιτίαση που προβάλλεται προς στήριξη ήδη προβληθέντος ισχυρισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να αποτελεί παραδεκτό επιχείρημα (βλ., μεταξύ άλλων, σημεία 112 και 113 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 56 ) Βλ. τη νομολογία που παρατίθεται στα σημεία 110 έως 116 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2013:579).
( 57 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 83, σ. 1).
( 58 ) T‑123/09, EU:T:2012:164, απόφαση που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο (C‑287/12 P, EU:C:2013:395).
( 59 ) Βλ. υποσημείωση 58 των παρουσών προτάσέων.
( 60 ) Διάταξη SNCF κατά Επιτροπής (T‑242/12, EU:T:2014:313).
( 61 ) Βλ. υποσημείωση 58 των παρουσών προτάσεων.
( 62 ) Βλ. σημεία 23 έως 30 των παρουσών προτάσεων.
( 63 ) Βλ. σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 64 ) Μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις αποφάσεων περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων στηριζόμενων στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999. Βλ. αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής (C‑198/91, EU:C:1993:197, σκέψη 23), Matra κατά Επιτροπής (C‑225/91, EU:C:1993:239, σκέψη 17), και Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex (C‑83/09 P, EU:C:2011:341, σκέψεις 47 και 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 65 ) Βλ. υποσημείωση 58 των παρουσών προτάσεων.
( 66 ) Βλ. αντιστοίχως σημεία 126 έως 128 και 144 και σημείο 139 των παρουσών προτάσεων.
( 67 ) Βλ. σημείο 51 της επίδικης αποφάσεως.
( 68 ) Βλ. σκέψεις 33 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 69 ) Πρέπει να τονιστεί ότι, επί του παρόντος, πολλές υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου οι οποίες αφορούν αποφάσεις στις οποίες η Επιτροπή ανέλυσε την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας μεταξύ του δικαιούχου των κρατικών ενισχύσεων και του αγοραστή των στοιχείων του ενεργητικού τους. Αναφέρομαι μεταξύ άλλων, αφ’ ενός, στις υποθέσεις Λάρκο κατά Επιτροπής (T‑412/14) και Λάρκο Λαρύμνης κατά Επιτροπής (T‑576/14), που αφορούν την απόφαση της 27ης Μαρτίου 2014 της Επιτροπής [SG — Greffe (2014) D/4621/28-3-2014] που απευθύνεται στην Ελληνική Δημοκρατία σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στην Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία «Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Ανώνυμη Εταιρία ΝΕΑ ΛΑΡΚΟ» και, αφ’ ετέρου, στις υποθέσεις Ιταλία κατά Επιτροπής (T‑673/14), SEA κατά Επιτροπής (T‑674/14), και Airport Handling κατά Επιτροπής (T‑688/14), που αφορούν όλες την απόφαση της Επιτροπής C(2014) 4537 τελικό, της 9ης Ιουλίου 2014, που κοινοποιήθηκε στις 10 Ιουλίου 2014, σχετικά με τη σύσταση της εταιρίας Airport Handling SpA από την εταιρία SEA SpA. Πάντως, μολονότι προφανώς δεν μπορώ να διατυπώσω άποψη για τις υποθέσεις αυτές που εκκρεμούν, εντούτοις θα τις λάβω υπόψη μου στο πλαίσιο της αναλύσεώς μου.
( 70 ) C‑328/99 και C‑399/00, EU:C:2003:252.
( 71 ) Απόφαση 2000/536/EΚ της Επιτροπής, της 2ας Ιουνίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ιταλία υπέρ της Seleco SpA (ΕΕ 2000, L 227, σ. 24, βλ., μεταξύ άλλων, ειδικώς σημεία 116 έως 120). Στην απόφαση που παρατίθεται στην προηγούμενη υποσημείωση το Δικαστήριο ακύρωσε εν μέρει την απόφαση αυτή λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
( 72 ) Πρώην άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
( 73 ) Στην υπόθεση αυτή, ο δικαστής της Ένωσης εξέδωσε σειρά αποφάσεων. Αυτές που παρουσιάζουν ενδιαφέρον εν προκειμένω είναι, αφ’ ενός, η απόφαση Ελλάς κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑415/05, T‑416/05 και T‑423/05, EU:T:2010:386), που αφορά προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως C(2005) 2706 τελικό της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 2005, περί κρατικών ενισχύσεων προς την Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες ΑΕ [C 11/2004 (ex NN 4/2003) — Ολυμπιακή Αεροπορία — Αναδιάρθρωση και ιδιωτικοποίηση], και, αφ’ ετέρου, η απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (C‑415/03, EU:C:2005:287), που αφορά την προσφυγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως ανακτήσεως των ενισχύσεων οι οποίες κρίθηκαν παράνομες και ασύμβατες προς την απόφαση 2003/372/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2002, για ενίσχυση που χορήγησε η Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία (ΕΕ L 132, σ. 1).
( 74 ) Απόφαση 2003/372 (βλ. προηγούμενη υποσημείωση).
( 75 ) Απόφαση C(2005) 2706 τελικό (βλ. υποσημείωση 73).
( 76 ) Όπ.π., άρθρο 1.
( 77 ) Βλ. σημεία 178 έως 183 της αποφάσεως C(2005) 2706 τελικό.
( 78 ) Απόφαση της Επιτροπής της 16ης Μαρτίου 2004, κρατική ενίσχυση C 11/04 — Olympic Airways (ΕΕ C 192, σ. 2).
( 79 ) Περαιτέρω, στο ίδιο πλαίσιο, η Επιτροπή είχε αναφέρει ότι είχε κινήσει τη διαδικασία κατά παραβάσεως επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (C‑415/03, EU:C:2005:287), με την οποία το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι επρόκειτο πράγματι για ενέργεια σκοπούσα την καταστρατήγηση της ανακτήσεως των ενισχύσεων (βλ. σκέψεις 33 και 34 της εν λόγω αποφάσεως).
( 80 ) T‑123/09, EU:T:2012:164, και C‑287/12 P, EU:C:2013:395.
( 81 ) Απόφαση 2009/155/EΚ της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με το δάνειο 300 εκατομμυρίων ευρώ που χορήγησε η Ιταλία στην εταιρία Alitalia C 26/08 (ex NN 31/08) (ΕΕ 2009, L 52, σ. 3).
( 82 ) Απόφαση C(2008) 6745 τελικό της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2008, που έχει ως αντικείμενο την κρατική ενίσχυση N 510/2008 — Ιταλία — Πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της αεροπορικής εταιρίας Alitalia.
( 83 ) Σημεία 92 έως 127 της αποφάσεως C(2008) 6745 τελικό.
( 84 ) Σημεία 128 έως 151 της αποφάσεως C(2008) 6745 τελικό.
( 85 ) Σκέψη 68 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (T‑123/09, EU:T:2012:164).
( 86 ) Βλ. σκέψεις 54 έως 62 της αποφάσεως του Δικαστηρίου (C‑287/12 P, EU:C:2013:395).
( 87 ) Βλ. παραπομπές στην υποσημείωση 69 των παρουσών προτάσεων.
( 88 ) Βλ. σημείο 47 της εν λόγω αποφάσεως.
( 89 ) Βλ. παραπομπές στην υποσημείωση 69 των παρουσών προτάσεων.
( 90 ) Βλ. σκέψη 26 της διατάξεως Airport Handling κατά Επιτροπής (T‑688/14 R, EU:T:2014:1010).
( 91 ) Απόφαση C(2013) 1668, της 19ης Δεκεμβρίου 2012.
( 92 ) Μια παρεμφερής περίπτωση φαίνεται να είναι, εκ πρώτης όψεως, η υπόθεση Airport Holding.
( 93 ) Στην υπόθεση Ryanair, η ανάλυση αυτή περιεχόταν σε απόφαση περί μη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας ελέγχου.
( 94 ) Στην υπόθεση Λάρκο, η απόφαση περί ασυμβατότητας των ενισχύσεων δεν είχε εισέτι εκδοθεί από την Επιτροπή, η δε διαπίστωση περί ανυπαρξίας οικονομικής συνέχειας είχε επομένως προληπτικό χαρακτήρα «στην περίπτωση που» η Επιτροπή θα έπρεπε να εκδώσει μια τέτοια απόφαση.
( 95 ) Σημεία 14 έως 50 της επίδικης αποφάσεως.
( 96 ) Σημείο 54 της επίδικης αποφάσεως.
( 97 ) Βλ. σημείο 60 της επίδικης αποφάσεως.
( 98 ) Σημεία 62 έως 107 της επίδικης αποφάσεως.
( 99 ) Προς τούτο, η απόφαση πρέπει να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος τροποποιώντας κατά τρόπο έκδηλο τη νομική του κατάσταση· βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Deutsche Post κατά Επιτροπής (C‑77/12 P, EU:C:2013:695, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 100 ) Βλ., αντιστοίχως άρθρα 4, παράγραφος 3, και 7, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 659/1999.
( 101 ) Προς τούτο, θα μπορούσε, ίσως, να γίνει μνεία του ορισμού της «μεταβολή[ς] υφιστάμενης ενίσχυσης» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (ΕΕ L 140, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ L 286, σ. 3), κατά τον οποίον «νοείται ως μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης κάθε αλλαγή, πλην των τροποποιήσεων καθαρά τυπικού ή διοικητικού χαρακτήρα, που δεν είναι ικανή να επηρεάσει την εκτίμηση του συμβιβάσιμου του εκάστοτε μέτρου ενίσχυσης με την κοινή αγορά».
( 102 ) Βλ. υποσημείωση 94 των παρουσών προτάσεων.
( 103 ) Βλ. σημεία 92 έως 127 της αποφάσεως που παρατίθεται στην υποσημείωση 82 των παρουσών προτάσεων.
( 104 ) Στον βαθμό που αυτό το κράτος μέλος μεταβίβασε τα στοιχεία του ενεργητικού εταιρίας η οποία του ανήκε, το ζήτημα που ετίθετο ήταν εάν αυτή η πώληση δημόσιου περιουσιακού στοιχείου μπορούσε να περιέχει κάποιο στοιχείο ενισχύσεως. Στην παρούσα υπόθεση, η πώληση των στοιχείων του ενεργητικού έγινε μεταξύ μιας ιδιωτικής εταιρίας (πωλητής) και μιας εταιρίας η οποία κατέστη (εκ νέου) η θυγατρική δημόσιας εταιρίας (SNCF).
( 105 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Mediaset (C‑69/13, EU:C:2014:71, σκέψη 27).
( 106 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, σκέψεις 51 και 52 της αποφάσεως HGA κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑630/11 P έως C‑633/11 P, EU:C:2013:387), η οποία αφορά εντούτοις απόφαση περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας ελέγχου. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το γεγονός ότι οι διατάξεις που διέπουν την διαδικασία περί κρατικών ενισχύσεων δεν προβλέπουν ρητώς τη δυνατότητα εκδόσεως αποφάσεως αυτού του είδους δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση περί επεκτάσεως της επίσημης διαδικασίας ελέγχου, εάν η απόφαση περί κινήσεως στηριζόταν σε ελλιπή πραγματικά περιστατικά, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η επέκταση δεν θίγει τα διαδικαστικά δικαιώματα των ενδιαφερομένων μερών.
( 107 ) T‑123/09, EU:T:2012:164.
( 108 ) Βλ. σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 109 ) Μια τέτοια λύση, αφ’ ενός, επιβάλλεται βάσει της αρχής της οικονομίας της δίκης και, αφ’ ετέρου, δεν προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας των διαδίκων, δεδομένου ότι αυτοί είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τις απόψεις τους σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ αναίρεση.
( 110 ) Απόφαση Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑132/12 P, EU:C:2014:100, σκέψη 44).
( 111 ) Βλ. απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψεις 51, 60 και 61). Κατά τη νομολογία, μια πράξη έχει γενική ισχύ αν εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και αν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων που καθορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Βλ. απόφαση AJD Tuna (C‑221/09, EU:C:2011:153, σκέψη 51).
( 112 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Plaumann κατά Επιτροπής (25/62, EU:C:1963:17, σ. 197, 223), Ισπανία κατά Lenzing (C‑525/04 P, EU:C:2007:698, σκέψη 30), και Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑132/12 P, EU:C:2014:100, σκέψη 57).
( 113 ) Απόφαση Sniace κατά Επιτροπής (C‑260/05 P, EU:C:2007:700, σκέψεις 54 και 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 114 ) Απόφαση Sniace κατά Επιτροπής (C‑260/05 P, EU:C:2007:700, σκέψη 60).
Full & Egal Universal Law Academy