ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PAOLO MENGOZZI
της 3ης Σεπτεμβρίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑155/14 P
Evonik Degussa GmbH
AlzChem AG, πρώην AlzChem Trostberg GmbH,
πρώην AlzChem Hart GmbH
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Συμπράξεις — Αγορές της σκόνης και των κόκκων ανθρακασβεστίου, καθώς και των κόκκων μαγνησίου, σε σημαντικό τμήμα του ΕΟΧ — Καθορισμός τιμών, κατανομή των αγορών και ανταλλαγή πληροφοριών — Τεκμήριο καθοριστικής επιρροής — Ανατροπή — Συμπεριφορά θυγατρικής εταιρείας αντίθετη προς τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας»
1.
Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα από την Evonik Degussa GmbH (στο εξής: Degussa) και την AlzChem AG ( 2 ) (στο εξής: AlzChem) κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της υποθέσεως T‑391/09, Evonik Degussa και AlzChem κατά Επιτροπής ( 3 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
2.
Η εν λόγω υπόθεση παρέχει για μια ακόμη φορά στο Δικαστήριο την ευκαιρία να εγκύψει στο ζήτημα του καταλογισμού σε μητρική εταιρεία της αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφοράς της θυγατρικής της. Το Δικαστήριο καλείται μεταξύ άλλων να διευκρινίσει έτι περαιτέρω υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να ανατραπεί το τεκμήριο πραγματικής ασκήσεως καθοριστικής επιρροής (στο εξής: κεφαλαιουχικό τεκμήριο), το οποίο διαμορφώθηκε νομολογιακώς προκειμένου για τον καταλογισμό σε μητρική εταιρεία των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού που διαπράττει θυγατρική της οποίας αυτή κατέχει το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο του κεφαλαίου.
3.
Το θεμελιώδες ζήτημα που τίθεται στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως είναι κατά πόσον το κεφαλαιουχικό τεκμήριο ανατρέπεται στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται ότι θυγατρική εταιρεία της οποίας μητρικές εταιρείες κατέχουν το 100 % του κεφαλαίου και της οποίας επέκειτο πώληση μετέσχε στη σύμπραξη κατά πρόδηλη παράβαση των ρητών και σαφών οδηγιών των μητρικών της εταιρειών περί μη συμμετοχής της σε τέτοιες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού δραστηριότητες. Πέραν των διευκρινίσεων περί των προϋποθέσεων ανατροπής του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου, το Δικαστήριο θα έχει επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση, τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει τη μεθοδολογία που πρέπει ακολουθείται κατά την εξέταση των στοιχείων και επιχειρημάτων που προβάλλονται προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου.
I – Το ιστορικό της διαφοράς
4.
Με την απόφαση C(2009) 5791 τελικό, της 22ας Ιουλίου 2009 ( 4 ) (στο εξής: επίδικη απόφαση), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι σημαντικότεροι προμηθευτές αντιδραστηρίων με βάση ανθρακασβέστιο και μαγνήσιο που προορίζονταν για τη βιομηχανία φυσικού αερίου και τη χαλυβουργία είχαν παραβεί το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ (νυν άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3), συμμετέχοντας, κατά την περίοδο από τις 22 Απριλίου 2004 έως τις 16 Ιανουαρίου 2007, σε ενιαία και διαρκή παράβαση ( 5 ). Η Επιτροπή είχε κινήσει τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της επίδικης αποφάσεως κατόπιν αιτήσεως απαλλαγής υποβληθείσας από την Akzo Nobel NV βάσει της ανακοινώσεως σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (στο εξής: ανακοίνωση περί επιεικούς μεταχειρίσεως) ( 6 ). Οι αναιρεσείουσες υπέβαλαν επίσης αίτηση επιεικούς μεταχειρίσεως βάσει της ιδίας ανακοινώσεως.
5.
Με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι αναιρεσείουσες είχαν μετάσχει στην παράβαση επί διάστημα τεσσάρων μηνών και, συγκεκριμένα, από της 22ας Απριλίου 2004 έως την 30ή Αυγούστου 2004 ( 7 ). Η ευθύνη τους για την παράβαση θεμελιώθηκε αποκλειστικώς στην άμεση συμμετοχή σε αυτήν μελών του προσωπικού της SKW Stahl-Technik GmbH & Co. KG (στο εξής: SKW) ( 8 ), εταιρείας που, κατά το επίμαχο διάστημα, ήταν θυγατρική των αναιρεσειουσών, οι οποίες κατείχαν το 100 % του κεφαλαίου της ( 9 ). Στις 30 Αυγούστου 2004 η SKW εξαγοράσθηκε από την Arques Industrie AG (νυν Gigaset AG, στο εξής: Gigaset) ( 10 ), με αναδρομική ισχύ των οικονομικών αποτελεσμάτων της εξαγοράς από 1ης Ιανουαρίου 2004.
6.
Λόγω της συμμετοχής τους στην παράβαση, η Επιτροπή, με το άρθρο 2, στοιχεία g και h, της επίδικης αποφάσεως, επέβαλε στις αναιρεσείουσες, αφενός, πρόστιμο ύψους 1,04 εκατομμυρίων ευρώ, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την SKW, και, αφετέρου, πρόστιμο ύψους 3,64 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο επεβλήθη αλληλεγγύως στις δύο αναιρεσείουσες.
7.
Με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή επέβαλε επίσης πρόστιμο στην SKW αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη νέα μητρική της εταιρεία, τη Gigaset, για τη συμμετοχή τους στην παράβαση κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε, ήτοι από της 1ης Σεπτεμβρίου 2004 έως την 16η Ιανουαρίου 2007.
II – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8.
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου (νυν Γενικού Δικαστηρίου) στις 5 Οκτωβρίου 2009 οι αναιρεσείουσες ζήτησαν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως καθό μέρος τις αφορά και, επικουρικώς, τη μείωση του επιβληθέντος σε αυτές προστίμου και τη μεταρρύθμιση της επίδικης αποφάσεως.
9.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την προσφυγή. Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη προσαυξάνοντας, λόγω υποτροπής, το επιβληθέν στην AlzChem πρόστιμο ( 11 ). Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, προκρίνοντας το χαμηλότερο ποσοστό μειώσεως του προστίμου που προβλέπεται από την ανακοίνωση περί επιεικούς μεταχειρίσεως ( 12 ), είχε παραβεί την εν λόγω ανακοίνωση ( 13 ). Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι η Επιτροπή, χρησιμοποιώντας κατά τον υπολογισμό του πρόστιμου πολλαπλασιαστή 0,5 ο οποίος αντιστοιχεί σε παράβαση διάρκειας έξι μηνών, ενώ οι αναιρεσείουσες είχαν μετάσχει στην παράβαση μόνον επί διάστημα τεσσάρων μηνών, είχε παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας ( 14 ). Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να λάβει υπόψη προσαύξηση εισόδου στο πλαίσιο του υπολογισμού της αλληλέγγυας ευθύνης της SKW, είχε παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ( 15 ). Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
10.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε κατ’ αρχάς το άρθρο 2, στοιχεία g και h, της επίδικης αποφάσεως καθόσον αφορούσε τις αναιρεσείουσες.
11.
Εν συνεχεία, με τις σκέψεις 287 έως 289 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, μεταρρύθμισε τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί στις αναιρεσείουσες για τη συμμετοχή τους στην παράβαση και επέβαλε τα ακόλουθα πρόστιμα ( 16 ):
—
στις αναιρεσείουσες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον: πρόστιμο ύψους 2,49 εκατομμύριων ευρώ, διευκρινιζόμενου ότι θα θεωρείται ότι αυτές απαλλάσσονται της καταβολής του εν λόγω προστίμου μέχρι του ύψους που αντιστοιχεί στα ποσά που η SKW Stahl-Technik κατέβαλε λόγω του προστίμου που της επεβλήθη με την επίδικη απόφαση, και
—
αποκλειστικώς στην Degussa: πρόστιμο ύψους 1,24 εκατομμυρίων ευρώ.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
12.
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθό μέρος τις βλάπτει και να ακυρώσει την επίδικη απόφαση καθό μέρος τις αφορά·
—
επικουρικώς, να μειώσει τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν με την επίδικη απόφαση και, επικουρικότερον, να μεταρρυθμίσει την επίδικη απόφαση κατά τρόπον ώστε η SKW να καταστεί αλληλεγγύως υπόχρεη με τις αναιρεσείουσες για το σύνολο των επιβληθέντων σε αυτές προστίμων·
—
έτι επικουρικότερον, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
13.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
—
να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
14.
Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις θέσεις τους εγγράφως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη την 4η Ιουνίου 2015.
IV – Ανάλυση
15.
Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πέντε λόγους, εκ των οποίων ο τέταρτος και ο πέμπτος προβάλλονται επικουρικώς.
16.
Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατόπιν ερωτήματος, οι αναιρεσείουσες γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο ότι, υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ. ( 17 ), η οποία εκδόθηκε μετά την κατάθεση της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, παραιτούνταν του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ( 18 ).
Α – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ καθώς και από παραβίαση των αρχών της προσωπικής ευθύνης, του τεκμηρίου αθωότητας και της υποκειμενικής ευθύνης
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
17.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τις σκέψεις 70 έως 119 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ και ότι παραβίασε τις αρχές της προσωπικής ευθύνης, του τεκμηρίου αθωότητας και της υποκειμενικής ευθύνης καθόσον πεπλανημένως καταλόγισε σε αυτές την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά της θυγατρικής τους SKW, ενώ οι ίδιες, στο πλαίσιο μιας όλως ιδιάζουσας περιπτώσεως, είχαν κατ’ εξαίρεση επιτύχει την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου. Κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας τα επιχειρήματά τους, εφάρμοσε εσφαλμένο κριτήριο για την ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου και δέχθηκε πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, παρορώντας τον μαχητό χαρακτήρα του.
18.
Κατ’ αρχάς, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι πεπλανημένως απέρριψε, με τις σκέψεις 102 έως 107 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, την επιχειρηματολογία τους κατά την οποία το στοιχείο ότι η SKW είχε μετάσχει στην επίμαχη σύμπραξη κατά παράβαση ρητών εκ μέρους τους οδηγιών περί μη συμμετοχής της σε τέτοιου είδους δραστηριότητες απεδείκνυε ότι αυτές δεν ασκούσαν καθοριστική επιρροή επί της SKW. Συγκεκριμένα, κατά τις αναιρεσείουσες, αφενός, μια συμπεριφορά «αντάρτισσας θυγατρικής» (rogue subsidiary) η οποία είναι προδήλως αντίθετη προς τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας, όπως η συμπεριφορά που επέδειξε εν προκειμένω η SKW, αποδεικνύει την απουσία καθοριστικής επιρροής και, επομένως, ανατρέπει σαφώς το κεφαλαιουχικό τεκμήριο.
19.
Αφετέρου, οι διαλαμβανόμενες στις σκέψεις 106 και 107 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου περί των ενόρκων δηλώσεων του S. ( 19 ) και του N. ( 20 ) –κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, αντιστοίχως, διευθυντή (Vorstand) της AlzChem και εμπορικού διευθυντή της SKW– παρορούν το περιεχόμενο του καταλογισμού της ευθύνης κατά το άρθρο 81 ΕΚ. Για τον καταλογισμό της παραβατικής συμπεριφοράς στις αναιρεσείουσες το Γενικό Δικαστήριο βασίσθηκε αποκλειστικώς σε υποθετική επιρροή επί της SKW, ενώ, κατά πάγια νομολογία, για έναν τέτοιο καταλογισμό δεν αρκεί μόνον η δυνατότητα ασκήσεως καθοριστικής επιρροής, αλλά απαιτείται πραγματική άσκηση τέτοιας επιρροής. Όπως επισημαίνουν οι αναιρεσείουσες, για τη θεμελίωση της ασκήσεως πραγματικής επιρροής δεν αρκεί μόνον η έκδοση οδηγίας εκ μέρους της μητρικής εταιρείας, αλλά απαιτείται και η εφαρμογή της από τη θυγατρική. Ως εκ τούτου, κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο θεμελίωσε τον καταλογισμό της παραβάσεως σε αντικειμενική ευθύνη, παραβιάζοντας τις αρχές της προσωπικής ευθύνης, του τεκμηρίου αθωότητας και της υποκειμενικής ευθύνης.
20.
Επιπροσθέτως, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν τη διαλαμβανόμενη στις σκέψεις 101 και 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ανάλυση κατά την οποία, βάσει της διαπιστώσεώς του ότι το 2004 δεν είχε επέλθει κάποια μεταβολή στους υφιστάμενους δεσμούς τους με την SKW, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι το 2004 οι ίδιες δεν ασκούσαν καθοριστική επιρροή επί της SKW. Κατά τις αναιρεσείουσες, η εκτίμηση αυτή ενέχει διττή πλάνη. Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο περιορίσθηκε στην αξιολόγηση των σχέσεων μεταξύ της SKW και των αναιρεσειουσών υπό το πρίσμα της κατανομής των εταιρικών μεριδίων και του διευθύνοντος προσωπικού χωρίς να αναλύσει τον συγκεκριμένο τρόπο οργανώσεως των εν λόγω σχέσεων. Αφετέρου, οι αναιρεσείουσες δεν ήταν υποχρεωμένες να αποδείξουν κάποια μεταβολή στους δεσμούς τους με την SKW, καθώς ουδέποτε είχαν ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της συγκεκριμένης θυγατρικής.
21.
Τέλος, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι πεπλανημένως απέρριψε το επιχείρημά τους περί μη ασκήσεως καθοριστικής επιρροής επί της SKW, αφού η SKW διαχειριζόταν τη δραστηριότητά της κατά τρόπο αυτόνομο, η οικονομική δραστηριότητα της ουδέποτε είχε υπάρξει τμήμα των βασικών λειτουργικών δραστηριοτήτων τους και οι ίδιες, από την πρώτη ημέρα, σχεδίαζαν την πώλησή της. Ειδικότερα, κατά τις αναιρεσείουσες, με τις σκέψεις 84 έως 87, 88 και 89, 95 έως 97 και 108 έως 113 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο βασίσθηκε αποκλειστικώς σε ενδεχόμενη υποθετική επιρροή των αναιρεσειουσών επί της SKW για τον καταλογισμό σε αυτές της παραβάσεως, με τις σκέψεις 93, 94 και 98 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προέβη σε εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως, ενώ με τις σκέψεις 84 έως 87 παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία.
22.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η παροχή οδηγιών εκ μέρους της μητρικής εταιρείας επιβεβαιώνει τη γενική ιεραρχική σχέση της με τη θυγατρική και συνεπώς, την ύπαρξη δεσμών που αποδεικνύουν οικονομική ενότητα. Όπως επισημαίνει, η αγνόηση οδηγιών περί μη συμμετοχής σε συμπράξεις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν αρκεί για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου. Πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό απείθειας. Εξάλλου, η ύπαρξη ή μη οικονομικής ενότητας προκύπτει από σφαιρική αξιολόγηση. Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο ηδύνατο θεμιτώς να αντλήσει από χρονικό διάστημα προγενέστερο των επίμαχων συμπεριφορών, εν προκειμένω από το διάστημα προ της 1ης Ιανουαρίου 2004, συμπεράσματα για την περίοδο της παραβάσεως. Το κεφαλαιουχικό τεκμήριο επιβεβαιώνεται εξάλλου από μια σειρά πρόσθετων ενδείξεων και εκτιμήσεων, οι οποίες δεν είναι ουδόλως υποθετικές.
2. Ανάλυση
a) Εισαγωγικές παρατηρήσεις
23.
Κατά πάγια νομολογία, παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού εκ μέρους θυγατρικής εταιρείας δύναται να καταλογισθεί στη μητρική εταιρεία, μεταξύ άλλων, όταν η θυγατρική, μολονότι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, δεν ενεργεί κατά τρόπο αυτόνομο στην αγορά, αλλά εφαρμόζει, κατά το πλείστον, τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των υφιστάμενων οικονομικών, οργανωτικών και νομικών δεσμών μεταξύ των δύο αυτών νομικών οντοτήτων. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι η μητρική και η θυγατρική εταιρεία αποτελούν τμήματα της αυτής οικονομικής μονάδας, συναποτελώντας ως εκ τούτου ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, η Επιτροπή δύναται να απευθύνει απόφαση επιβολής προστίμων στη μητρική εταιρεία, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει την προσωπική συμμετοχή της εν λόγω εταιρείας στην παράβαση ( 21 ).
24.
Στην ειδική περίπτωση κατά την οποία μητρική εταιρεία κατέχει το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο του κεφαλαίου της θυγατρικής που έχει διαπράξει την παράβαση, ισχύει μαχητό τεκμήριο (το κεφαλαιουχικό τεκμήριο), κατά το οποίο ότι η εν λόγω μητρική εταιρεία ασκεί, στην πράξη, καθοριστική επιρροή επί της θυγατρικής της ( 22 ).
25.
Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να ισχύσει το τεκμήριο ότι η μητρική εταιρεία ασκεί καθοριστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής της, αρκεί να αποδείξει η Επιτροπή ότι η μητρική εταιρεία κατέχει το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο του κεφαλαίου της θυγατρικής της. Η Επιτροπή θα είναι εν συνεχεία σε θέση να δεχθεί ότι η μητρική εταιρεία είναι αλληλεγγύως υπόχρεη για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική της προστίμου, εκτός εάν η εν λόγω μητρική, στην οποία απόκειται η ανατροπή του ως άνω τεκμηρίου, προσκομίσει επαρκή στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η θυγατρική της ενεργεί κατά τρόπο αυτόνομο στην αγορά ( 23 ).
26.
Για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου απόκειται στη μητρική εταιρεία να υποβάλει στην κρίση του δικαστή της Ένωσης οιοδήποτε στοιχείο σχετικό με τους οργανωτικούς, οικονομικούς και νομικούς δεσμούς μεταξύ αυτής και της θυγατρικής της ικανό να αποδείξει ότι οι δύο αυτές εταιρείες δεν αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα ( 24 ). Προκειμένου να εξακριβώνεται κατά πόσον μια θυγατρική εταιρεία καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τους δεσμούς μεταξύ της θυγατρικής και της μητρικής εταιρείας, τα οποία ενδέχεται να ποικίλλουν ανά περίπτωση και τα οποία, επομένως, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξαντλητικής απαριθμήσεως ( 25 ).
27.
Συγκεκριμένα, οσάκις εξετάζει τα στοιχεία που υποβάλλονται στην κρίση του προς ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να αξιολογεί οιοδήποτε στοιχείο σχετικό με τους οργανωτικούς, οικονομικούς και νομικούς δεσμούς μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας ικανό να αποδείξει ότι η θυγατρική εταιρεία ενεργούσε κατά τρόπο αυτόνομο σε σχέση με τη μητρική της εταιρεία και ότι οι δύο αυτές εταιρείες δεν συνιστούσαν ενιαία οικονομική οντότητα ( 26 ). Μολονότι ορισμένα στοιχεία, μεμονωμένως θεωρούμενα, ενδέχεται να μην επαρκούν προς ανατροπή του επίμαχου τεκμηρίου, τα στοιχεία που προσκομίζει η μητρική εταιρεία πρέπει να αξιολογούνται στο σύνολό τους προκειμένου να διαπιστώνεται αν το σύνολο αυτό επαρκεί προς ανατροπή του τεκμηρίου ( 27 ). Στο πλαίσιο αυτό επιβάλλεται η συνεκτίμηση των συνεπειών που οι εν λόγω δεσμοί μεταξύ της μητρικής εταιρείας και της θυγατρικής της έχουν, εντός της οικονομικής πραγματικότητας, επί της πραγματικής συμπεριφοράς στην αγορά ( 28 ).
28.
Επιβάλλεται εντούτοις η επισήμανση ότι, στο στάδιο της αναιρέσεως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επανεξετάσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και να υποκαταστήσει την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου με τη δική του. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του είναι απόρροια των στοιχείων της δικογραφίας που υποβλήθηκαν στην κρίση του, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Εντούτοις, οσάκις το Γενικό Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει έλεγχο επί της νομικής υπαγωγής των πραγματικών αυτών περιστατικών και επί των εννόμων συνεπειών που το Γενικό Δικαστήριο έχει αντλήσει εξ αυτής ( 29 ).
29.
Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των αρχών επιβάλλεται η εξέταση της επιχειρηματολογίας που οι αναιρεσείουσες αναπτύσσουν προς στήριξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η οποία αφορά αποκλειστικώς την ανάλυση με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα που αυτές προέβαλαν προς ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου.
b) Επί της «επαγωγικής» μεθοδολογίας που εφάρμοσε το Γενικό Δικαστήριο
30.
Επιβάλλεται κατ’ αρχάς η εξέταση της προαναφερθείσας με το σημείο 20 των παρουσών προτάσεων αιτιάσεως, με την οποία αμφισβητείται η προσέγγιση την οποία ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 101 και 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η αιτίαση αυτή έχει προκαταρκτικό χαρακτήρα διότι αμφισβητεί τη μεθοδολογία την οποία ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο στη συλλογιστική του προς απόκρουση των επιχειρημάτων που οι αναιρεσείουσες προέβαλαν για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου.
31.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο, πριν εξετάσει λεπτομερώς τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου, επισήμανε εκ προοιμίου ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι αναιρεσείουσες είχαν διευκρινίσει ότι ουδέποτε, από την εξαγορά της τον Φεβρουάριο του 2001, είχαν ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της SKW, πολλώ δε μάλλον κατά το μετά την 1η Ιανουαρίου 2004 διάστημα, κατά το οποίο είχαν επικεντρωθεί στις διαπραγματεύσεις για την πώληση της SKW ( 30 ).
32.
Βασιζόμενο επί αυτής της προκείμενης, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε ανάλυση των προβληθέντων από τις αναιρεσείουσες επιχειρημάτων η οποία διαρθρώνεται σε δύο στάδια.
33.
Αφενός, με τις σκέψεις 79 έως 99 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αξιολόγησε τα επιχειρήματα αυτά σε σχέση με το προ της 1ης Ιανουαρίου 2004 διάστημα. Κατόπιν της εν λόγω αξιολογήσεως, με τη σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κανένα στοιχείο της επιχειρηματολογίας των αναιρεσειουσών ή της δικογραφίας δεν απεδείκνυε ότι, κατά το προ της 1ης Ιανουαρίου 2004 διάστημα, αυτές δεν ασκούσαν καθοριστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της SKW.
34.
Αφετέρου, με τη σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι από τη δικογραφία δεν προέκυπτε –οι δε αναιρεσείουσες δεν το υποστήριζαν καν– ότι το 2004 είχε επέλθει μεταβολή στους οργανωτικούς, οικονομικούς και νομικούς δεσμούς που τις συνέδεαν στο παρελθόν με τη θυγατρική τους.
35.
Υπό τις συνθήκες αυτές, με τη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, εφαρμόζοντας μια μεθοδολογία η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «επαγωγική», το Γενικό Δικαστήριο, ελλείψει μεταβολής στους δεσμούς της SKW με τις αναιρεσείουσες, επέκτεινε τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει για το προ της 1ης Ιανουαρίου 2004 διάστημα στο μετά την εν λόγω ημερομηνία διάστημα, το οποίο εμπεριέκλειε την περίοδο της παραβάσεως που αφορούσε τις αναιρεσείουσες, ήτοι το διάστημα μεταξύ της 22ας Απριλίου και της 30ής Αυγούστου 2004, ημερομηνίας οριστικής πωλήσεως της SKW στην Gigaset. Με την ίδια σκέψη 102 το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, ως εκ τούτου, ότι το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι το 2004 δεν ασκούσαν καθοριστική επιρροή επί της SKW δεν μπορούσε να γίνει δεκτό.
36.
Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν τη συλλογιστική την οποία ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 101 και 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και υποστηρίζουν, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς δεσμούς τους με την SKW και, αφετέρου, ότι για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου δεν ήταν υποχρεωμένες να αποδείξουν ότι το 2004 είχε επέλθει μεταβολή στους οργανωτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς τους με την SKW.
37.
Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως προκύπτει από την προμνησθείσα με τα σημεία 23 έως 25 των παρουσών προτάσεων νομολογία, ο καταλογισμός σε μητρική εταιρεία παραβάσεως διαπραχθείσας από θυγατρική βασίζεται στην εκτίμηση ότι, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των οργανωτικών, οικονομικών και νομικών δεσμών μεταξύ των δύο αυτών οντοτήτων, κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως οι δύο εταιρείες συνιστούν μία και την αυτή οικονομική μονάδα και, συνεπώς, μία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ.
38.
Συνεπώς, προκειμένου να μπορεί η παραβατική συμπεριφορά της θυγατρικής να καταλογισθεί στη μητρική εταιρεία απαιτείται οι δύο αυτές οντότητες να συνιστούν οικονομική μονάδα κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως και, συνεπώς, οι δεσμοί της μητρικής εταιρείας με τη θυγατρική της και η συγκεκριμένη λειτουργία τους πρέπει να εξετάζονται σε σχέση με την περίοδο της παραβάσεως προκειμένου να εξακριβώνεται εάν, κατά τον χρόνο εκδηλώσεως της παραβατικής συμπεριφοράς, η μητρική εταιρεία ασκούσε πράγματι καθοριστική επιρροή επί της θυγατρικής της.
39.
Στο ίδιο πλαίσιο, η παράβαση δύναται να καταλογισθεί στη μητρική εταιρεία κατ’ εφαρμογήν του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου – το οποίο είναι τεκμήριο πραγματικής ασκήσεως καθοριστικής επιρροής– αν η εταιρεία αυτή κατέχει το σύνολο (ή σχεδόν το σύνολο) του κεφαλαίου της θυγατρικής κατά την περίοδο της παραβάσεως ( 31 ). Συνεπώς, για την ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου, η μητρική εταιρεία οφείλει να προσκομίσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η ίδια και η θυγατρική της δεν αποτελούσαν ενιαία οικονομική οντότητα ακριβώς κατά την περίοδο της παραβάσεως και όχι κατά τη διάρκεια άλλου χρονικού διαστήματος.
40.
Εκ του συνόλου των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η σχετική με την πραγματική άσκηση καθοριστικής επιρροής εξέταση πρέπει να καλύπτει την περίοδο της παραβάσεως και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο οφείλουν να αξιολογούν τα στοιχεία που προσκομίζει η μητρική εταιρεία προς ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου σε σχέση ακριβώς με την εν λόγω περίοδο.
41.
Οι ανωτέρω εκτιμήσεις δεν αποκλείουν, εντούτοις, τη δυνατότητα της Επιτροπής ή του Γενικού Δικαστηρίου να ακολουθήσουν, στο πλαίσιο της αξιολογήσεώς τους, συλλογιστική επαγωγικού τύπου. Συγκεκριμένα, δεν δύναται να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, συμπεράσματα που αφορούν προγενέστερο χρονικό διάστημα να ισχύουν όμως για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.
42.
Εκτιμώ, ωστόσο, ότι η εφαρμογή μιας τέτοιας επαγωγικής μεθοδολογίας απαιτεί περίσκεψη. Συγκεκριμένα, μια τέτοια προσέγγιση δεν δύναται να παρορά το γεγονός ότι η εξακρίβωση της πραγματικής ασκήσεως, εκ μέρους της μητρικής εταιρείας, καθοριστικής επιρροής επί της θυγατρικής πρέπει να διενεργείται με σημείο αναφοράς ακριβώς την περίοδο της παραβάσεως. Επομένως, τα συμπεράσματα περί των πραγματικών οργανωτικών, οικονομικών και νομικών δεσμών μεταξύ των δύο αυτών οντοτήτων σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο δεν δύνανται να επεκτείνονται αυτομάτως σε άλλο χρονικό διάστημα. Τουναντίον, τα συμπεράσματα αυτά πρέπει κατ’ ανάγκην να αξιολογούνται εντός του πλαισίου πραγματικών περιστατικών της κρίσιμης περιόδου, ήτοι της περιόδου παραβάσεως, πλαισίου το οποίο δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με εκείνο προγενέστερου χρονικού διαστήματος.
43.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, το κρίσιμο πλαίσιο πραγματικών περιστατικών κατά το προ της 1ης Ιανουαρίου 2004 χρονικό διάστημα και εκείνο κατά το μετά την εν λόγω ημερομηνία χρονικό διάστημα, το οποίο εμπεριέκλειε την περίοδο παραβάσεως, δεν ήταν τα ίδια. Συγκεκριμένα, όπως επισήμαναν κατ’ επανάληψη οι αναιρεσείουσες, εν αντιθέσει προς το προ της 1ης Ιανουαρίου 2004, κατά το μετά την εν λόγω ημερομηνία χρονικό διάστημα το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών χαρακτηριζόταν από τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων για την πώληση της SKW, με τις οποίες οι αναιρεσείουσες ήταν πλήρως απασχολημένες.
44.
Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένων υπόψη των διαλαμβανομένων στα σημεία 41 και 42 των παρουσών προτάσεων επισημάνσεων, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο θα είχε υποπέσει σε πλάνη, αν είχε μεταφέρει αυτομάτως τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει εφαρμόζοντας την «επαγωγική μεθοδολογία» ως προς τους δεσμούς των αναιρεσειουσών με την SKW προ της 1ης Ιανουαρίου 2004, χωρίς να έχει αξιολογήσει τους δεσμούς αυτούς στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της περιόδου παραβάσεως.
45.
Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι από μια πρώτη ανάγνωση της πρώτης περιόδου της σκέψεως 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως θα μπορούσε να συναχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα περί της πραγματικής ασκήσεως, εκ μέρους των αναιρεσειουσών, καθοριστικής επιρροής επί της SKW κατά το μετά την 1η Ιανουαρίου 2004 χρονικό διάστημα αποκλειστικώς βάσει των συμπερασμάτων στα οποία είχε καταλήξει με την προηγούμενη σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τη σκέψη 101, ακολουθώντας την «επαγωγική» συλλογιστική του.
46.
Εντούτοις, από την ανάγνωση του συνόλου των σκέψεων 102 έως 107 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι, στην πραγματικότητα, δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση και ότι το Γενικό Δικαστήριο ανέλυσε τα συμπεράσματα τα οποία είχε συναγάγει ως προς τους δεσμούς των αναιρεσειουσών με την SKW για το προ της 1ης Ιανουαρίου 2004 χρονικό διάστημα, εντός του ιδιαίτερου πλαισίου των πραγματικών περιστατικών το οποίο επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείουσες ως ειδικό πλαίσιο της περιόδου παραβάσεως. Συγκεκριμένα, από τις εν λόγω σκέψεις προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών ως προς την ύπαρξη οργανωτικών, οικονομικών και νομικών δεσμών στην κατάσταση κατά την οποία τελούσε η SKW, ήτοι εν μέσω διαδικασίας πωλήσεως, γεγονός το οποίο, κατά την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών, είχε δημιουργήσει κενό εξουσίας στο πλαίσιο του οποίου εκδηλώθηκε η συμπεριφορά της SKW κατά πρόδηλη αγνόηση των οδηγιών των μητρικών της εταιρειών.
47.
Τέλος, οφείλω να επισημάνω την αντίφαση που παρατηρείται στην επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών, οι οποίες, αφενός, δηλώνουν ότι ουδέποτε είχαν ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της SKW και, αφετέρου, αναφέρονται σε «κενό εξουσίας» απότοκο της διαδικασίας πωλήσεως της SKW, το οποίο δημιούργησε τη συνθήκη για την εν λόγω συμπεριφορά της SKW.
48.
Από την προεκτεθείσα συλλογιστική προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι η διαλαμβανόμενη στο σημείο 20 των παρουσών προτάσεων αιτίαση που αφορά τις σκέψεις 101 και 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.
γ) Επί της προδήλως αντίθετης προς τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας συμπεριφοράς της θυγατρικής
49.
Επιβάλλεται, εν συνεχεία, η εξέταση της αιτιάσεως των αναιρεσειουσών κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη παραλείποντας να αναγνωρίσει ότι η συμπεριφορά θυγατρικής εταιρείας η οποία είναι προδήλως αντίθετη προς τις ρητές οδηγίες της μητρικής της εταιρείας περί μη συμμετοχής της σε αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές, όπως εν προκειμένω η συμπεριφορά της SKW, απεδείκνυε την απουσία καθοριστικής επιρροής επί της θυγατρικής και ανέτρεπε το κεφαλαιουχικό τεκμήριο. Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν ειδικώς τη διαλαμβανόμενη στις σκέψεις 106 και 107 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου περί των δηλώσεων του S. και του N., για τις οποίες έγινε λόγος στο σημείο 19 των παρουσών προτάσεων, και προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι βασίσθηκε αποκλειστικώς σε εικαζόμενη επιρροή.
50.
Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι τόσο το 2002 όσο και το 2004 οι αναιρεσείουσες είχαν δώσει στην SKW τη συγκεκριμένη οδηγία να μη μετάσχει σε συμφωνίες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού στην οικεία αγορά. Ομοίως, δεν αμφισβητείται ότι οι υπεύθυνοι της SKW αγνόησαν την εν λόγω οδηγία και ότι, συνεπώς, η συμμετοχή στη σύμπραξη για την οποία οι αναιρεσείουσες τιμωρήθηκαν έλαβε χώρα κατά παράβαση της εν λόγω ρητής και σαφούς οδηγίας.
51.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, έκρινε, με τις σκέψεις 90 έως 92, ότι το γεγονός ότι μια τέτοια οδηγία είχε δοθεί από τις αναιρεσείουσες συνιστούσε πρόσθετη ένδειξη η οποία επιβεβαίωνε την εκ μέρους τους άσκηση καθοριστικής επιρροής επί της θυγατρικής. Αφετέρου, με τις σκέψεις 106 και 107 της εν λόγω αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις προαναφερθείσες δηλώσεις του S. και του N. και έκρινε ότι αυτές δεν απεδείκνυαν ότι οι αναιρεσείουσες δεν ασκούσαν πλέον το 2004 το καθοριστική επιρροή επί της SKW.
52.
Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η επισήμανση ότι είναι, κατ’ αρχήν, αληθές ότι το γεγονός ότι μητρική εταιρεία απευθύνει οδηγίες σε θυγατρική δύναται εν γένει να συνιστά ένδειξη η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση για την εξακρίβωση της πραγματικής ασκήσεως καθοριστικής επιρροής ( 32 ). Εντούτοις, από την προμνησθείσα με τα σημεία 23 επ. των παρουσών προτάσεων νομολογία προκύπτει, αφενός, ότι η άσκηση καθοριστικής επιρροής πρέπει να είναι πραγματική και, αφετέρου, ότι δύναται να γίνει δεκτό ότι η θυγατρική δεν καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά οσάκις εφαρμόζει κατά το πλείστον τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας. Επομένως, ο πραγματικός χαρακτήρας της ασκήσεως καθοριστικής επιρροής απορρέει κατ’ αρχήν από την εφαρμογή των οδηγιών. Επιπροσθέτως, από τις διαλαμβανόμενες στο σημείο 27 in fine των παρουσών προτάσεων εκτιμήσεις προκύπτει ότι, κατά την εξέταση των δεσμών μεταξύ της μητρικής εταιρείας και της θυγατρικής εταιρείας, δεν δύναται να μη ληφθεί υπόψη το υποστατό της συμπεριφοράς τους.
53.
Εξ αυτού προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι, προκειμένου για κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας δεν αμφισβητείται ότι θυγατρική εταιρεία προδήλως αγνόησε σαφή και συγκεκριμένη οδηγία της μητρικής εταιρείας, το γεγονός και μόνον ότι η οδηγία αυτή δόθηκε δεν δύναται να θεωρηθεί ένδειξη πραγματικής ασκήσεως καθοριστικής επιρροής, όπως αντιθέτως δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 90 έως 92 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ( 33 ). Τουναντίον, το γεγονός ότι η οδηγία δεν τηρήθηκε συνηγορεί, κατά την άποψή μου, υπέρ της απουσίας πραγματικής ασκήσεως καθοριστικής επιρροής.
54.
Τούτου λεχθέντος, το ζήτημα που εγείρεται με την αιτίαση των αναιρεσειουσών είναι κατά πόσον πρόδηλη αγνόηση, εκ μέρους θυγατρικής, των ρητών και σαφών οδηγιών της μητρικής εταιρείας περί μη συμμετοχής της σε αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού δραστηριότητες εντός συγκεκριμένης αγοράς δύναται, αυτή καθ’ εαυτή, να ανατρέψει το τεκμήριο πραγματικής ασκήσεως καθοριστικής επιρροής.
55.
Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι με την απόφαση Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 34 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη τήρηση των οδηγιών που μητρικές εταιρείες απευθύνουν στις θυγατρικές τους στο πλαίσιο «προγραμμάτων συμμορφώσεως» («compliace programs») με τις οποίες τις καλούν να απέχουν από εμπορικές πρακτικές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, ουδόλως αποκλείει τον καταλογισμό στις μητρικές εταιρείες της ευθύνης για τις διαπραχθείσες από τη θυγατρική τους παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων ( 35 ).
56.
Επιβάλλεται εντούτοις η επισήμανση ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής. Συγκεκριμένα, ενώ οι οδηγίες που παρέχονται στο πλαίσιο προγράμματος συμμορφώσεως αποτελούν μέρος γενικού σχεδίου που σκοπεί στην πρόληψη των παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού εντός της επιχειρήσεως, οι οδηγίες οι οποίες εν προκειμένω παρασχέθηκαν από τις αναιρεσείουσες το 2002 και, κυρίως, το 2004 ήταν ειδικές και σαφείς και αφορούσαν συμπεριφορά εντός συγκεκριμένης αγοράς ( 36 ). Συνεπώς, η νομολογία αυτή δεν έχει κατ’ ανάγκη αυτομάτως εφαρμογή επί της υπό κρίση υποθέσεως.
57.
Η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει ομοίως, κατά την άποψή μου, από τις κοινώς αποκαλούμενες περιπτώσεις του «αντάρτη εργαζομένου» («rogue employee») –στις οποίες οι αναιρεσείουσες αναφέρθηκαν εμμέσως, χαρακτηρίζοντας την SKW ως «rogue subsidiary»–, στο πλαίσιο των οποίων το Δικαστήριο εκλήθη να τοποθετηθεί επί επιχειρήματος σκοπούντος στον μη καταλογισμό της παραβατικής συμπεριφοράς· κατά το επιχείρημα αυτό η παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού μπορούσε να αποδοθεί στην προσωπική ευθύνη ορισμένων («ανταρτών») εργαζομένων μεμονωμένως θεωρουμένων ( 37 ).
58.
Πάντως, μολονότι ενδέχεται να υφίσταται κάποια αναλογία μεταξύ της περιπτώσεως του «αντάρτη εργαζομένου» και εκείνης της «αντάρτισσας θυγατρικής» ( 38 ), εκτιμώ ότι οι δύο καταστάσεις δεν είναι κατ’ ανάγκην παρόμοιες. Συγκεκριμένα, η περίπτωση του «αντάρτη» εργαζομένου αφορά τον καταλογισμό σε επιχείρηση χειρισμών για τους οποίους οι κύριοι διαχειριστές της επιχειρήσεως δεν ήταν ενήμεροι, αλλά οι οποίοι, ως προερχόμενοι από συνεργάτες εξουσιοδοτημένους να ενεργούν για λογαριασμό της επιχειρήσεως, έλαβαν χώρα εντός της σφαίρας ευθύνης της επιχειρήσεως ( 39 ). Αντιθέτως, το ζήτημα του καταλογισμού στη μητρική εταιρεία παραβάσεως διαπραχθείσας από «αντάρτισσα θυγατρική» αφορά τον καταλογισμό σε μια νομική οντότητα παραβατικών χειρισμών τελεσθέντων από διαφορετική νομική οντότητα. Για έναν τέτοιο καταλογισμό η νομολογία έχει διαμορφώσει ειδικό κριτήριο: πρόκειται για την πραγματική άσκηση καθοριστικής επιρροής εκ της οποίας προκύπτει η ύπαρξη οικονομικής ενότητας ( 40 ). Μόνον αν τηρείται το εν λόγω κριτήριο είναι δυνατός ο καταλογισμός παραβατικής συμπεριφοράς συγκεκριμένης νομικής οντότητας σε άλλην. Υπό το πρίσμα αυτού ακριβώς του κριτηρίου πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση της υπό κρίση υποθέσεως.
59.
Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, με τα σημεία 26 και 27 των παρουσών προτάσεων, κατά πάγια νομολογία, η εξέταση που σκοπεί στην εξακρίβωση της ανατροπής ή μη του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου προϋποθέτει εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει η μητρική εταιρεία.
60.
Εξάλλου, από την προμνησθείσα με το σημείο 23 των παρουσών προτάσεων νομολογία προκύπτει με σαφήνεια ότι θυγατρική δεν καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά οσάκις εφαρμόζει, κατά το πλείστον, τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας ( 41 ). Στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε προσφάτως ότι, προκειμένου να υφίσταται καθοριστική επιρροή, δεν είναι αναγκαίο να εφαρμόζει η θυγατρική εταιρεία όλες τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας, υπό τον όρον βεβαίως ότι η μη τήρηση των εν λόγω οδηγιών δεν αποτελεί τον κανόνα, στοιχείο το οποίο πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του το Γενικό Δικαστήριο ( 42 ).
61.
Η κατάφαση οικονομικής ενότητας μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην εφαρμογή, εκ μέρους της θυγατρικής, όλων ανεξαιρέτως των οδηγιών της μητρικής εταιρείας. Η θυγατρική εταιρεία οφείλει να εφαρμόζει τις εν λόγω οδηγίες κατά το πλείστον ( 43 ). Συνεπώς, η μη τήρηση, εκ μέρους θυγατρικής εταιρείας, συγκεκριμένης και ειδικής οδηγίας της μητρικής εταιρείας, καίτοι αδιαμφισβήτητα σημαντική, δεν είναι αυτή καθ’ εαυτή ικανή να αποδείξει την αυτονομία της θυγατρικής εταιρείας στην αγορά και συνεπώς δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να ανατρέψει το κεφαλαιουχικό τεκμήριο. Το κεφαλαιουχικό τεκμήριο δύναται να θεωρηθεί ανατραπέν μόνον εάν από την εξέταση του συνόλου των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι η μη τήρηση, εκ μέρους της θυγατρικής, των οδηγιών της μητρικής εταιρείας αποτελούσε τον κανόνα.
62.
Εν προκειμένω, όμως, το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε γενικευμένη αγνόηση, εκ μέρους της SKW, των οδηγιών των αναιρεσειουσών η οποία θα απεδείκνυε ότι η θυγατρική καθόριζε κατά τρόπο εξ ολοκλήρου αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά. Δεν μπορεί βεβαίως να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η εκ μέρους της SKW αγνόηση των οδηγιών υπήρξε σημαντική και αποτέλεσε σοβαρή παράβαση οδηγιών των μητρικών της εταιρειών. Εντούτοις, μολονότι μια τέτοια παράβαση συνιστά ασφαλώς σημαντικό στοιχείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του συνόλου των στοιχείων που προσκομίζονται προς ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου, δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου ( 44 ).
63.
Ως προς τη συγκεκριμένη αξιολόγηση των ενόρκων δηλώσεων για τις οποίες έγινε λόγος με το σημείο 19 των παρουσών προτάσεων, επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αμφισβητήσει την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των εν λόγω στοιχείων ούτε την αξία που αυτό τους απέδωσε κατά την ανάλυσή του ( 45 ). Συναφώς, επισημαίνεται απλώς ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι εν λόγω δηλώσεις δεν απεδείκνυαν ότι οι αναιρεσείουσες δεν ασκούσαν πλέον καθοριστική επιρροή επί της θυγατρικής τους, γεγονός που είχε ως συνέπεια ότι αυτές δεν ήταν σε θέση να ανατρέψουν το κεφαλαιουχικό τεκμήριο επί του οποίου βασιζόταν ο καταλογισμός της ευθύνης σε αυτές. Επομένως, η άποψη των αναιρεσειουσών ότι η διαλαμβανόμενη στη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως συλλογιστική, εκ της οποίας προκύπτει ενδεχομένως υποθετική και μόνον επιρροή, δεν αρκεί για τον καταλογισμό της ευθύνης σε αυτές, κινείται σε εσφαλμένη κατεύθυνση, καθόσον, όπως θα εκτεθεί λεπτομερέστερα κατωτέρω, με τα σημεία 70 επ. των παρουσών προτάσεων, η παράβαση καταλογίσθηκε σε αυτές κατ’ εφαρμογήν του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου.
64.
Εκ του συνόλου των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η αιτίαση που βασίζεται στη θέση ότι η συμπεριφορά θυγατρικής εταιρείας η οποία είναι προδήλως αντίθετη προς τις ρητές οδηγίες της μητρικής εταιρείας ανατρέπει το κεφαλαιουχικό τεκμήριο πρέπει ομοίως να απορριφθεί.
δ) Επί της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εφαρμογής υπέρμετρα αυστηρού κριτηρίου το οποίο καθιστά αμάχητο το κεφαλαιουχικό τεκμήριο
65.
Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι εφάρμοσε εσφαλμένο κριτήριο, θέτοντας πολύ αυστηρές προϋποθέσεις για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την ανατροπή του, τούτο δε κατά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και κατά παραβίαση διαφόρων άλλων αρχών. Ειδικότερα, κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο καταλόγισε σε αυτές την παράβαση επί τη βάσει υποθετικής επιρροής, ενώ οι ίδιες είχαν αποδείξει ότι ουδέποτε είχαν ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της θυγατρικής τους. Στο πλαίσιο αυτό, οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά διαφόρων σκέψεων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο πεπλανημένως απέρριψε τα επιχειρήματά τους εφαρμόζοντας το εσφαλμένο αυτό κριτήριο.
66.
Συναφώς, επιβάλλεται εισαγωγικώς η επισήμανση ότι, μολονότι στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης το Δικαστήριο δεν δύναται εκ του νόμου να αμφισβητήσει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πλην της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου τους ( 46 ), αυτό δύναται να ελέγξει τη νομική υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, έλεγχος ο οποίος, κατά πάγια νομολογία, εκτείνεται στο ζήτημα κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά νομικά κριτήρια κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων ( 47 ). Συνεπώς, η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών κρίνεται παραδεκτή μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο αυτές υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο κατά την εκτίμηση των στοιχείων που αυτές επικαλέσθηκαν για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου ( 48 ).
67.
Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι, κατά την περίοδο της παραβάσεως, οι αναιρεσείουσες κατείχαν, άμεσα ή έμμεσα, το σύνολο του κεφαλαίου της SKW και, ως εκ τούτου, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή ηδύνατο ορθώς να εφαρμόσει το κεφαλαιουχικό τεκμήριο. Με την εν λόγω απόφαση η Επιτροπή αναφέρθηκε σε ορισμένα στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επιβεβαίωναν το εν λόγω τεκμήριο, τόσο ως προς την AlzChem ( 49 ), όσο και ως προς την Degussa ( 50 ). Εν συνεχεία, με τις αιτιολογικές σκέψεις 237 έως 244 της επίδικης αποφάσεως η Επιτροπή απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλλαν οι αναιρεσείουσες προς ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου ( 51 ).
68.
Με τις σκέψεις 70 έως 119 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα προβληθέντα από τις αναιρεσείουσες επιχειρήματα, χωρίς εντούτοις να προβεί σε διάκριση μεταξύ των επιχειρημάτων που σκοπούσαν στην αμφισβήτηση των προσθέτων στοιχείων που, κατά την Επιτροπή, επιβεβαίωναν το κεφαλαιουχικό τεκμήριο και εκείνων που σκοπούσαν απευθείας στην ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου.
69.
Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε συστηματικώς τα επιχειρήματά τους περιοριζόμενο στη θεωρητική δυνατότητα καθοριστικής επιρροής, ενώ το αποφασιστικής σημασίας ζήτημα ήταν εάν η επιρροή ασκείτο πράγματι. Συγκεκριμένα, η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών αφορά ειδικώς την ανάλυση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 84 έως 87 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς την υποχρέωση της SKW να αναφέρεται στην AlzChem, με τις σκέψεις 88 και 89 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς το γεγονός ότι διάφορες αποφάσεις εμπορικής πολιτικής της SKW τελούσαν υπό την επιφύλαξη εγκρίσεως εκ μέρους της AlzChem, με τις σκέψεις 95 έως 97 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τον χαρακτήρα της SKW ως εταιρείας δυνάμενης να αποτελέσει αντικείμενο πωλήσεως, καθώς και με τις σκέψεις 108 έως 113 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τη σημασία του κύκλου εργασιών της SKW. Κατά τις αναιρεσείουσες, με τη συλλογιστική που ανέπτυξε επί του συνόλου των εν λόγω επιχειρημάτων, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία τους βασιζόμενο σε ενδεχόμενη θεωρητική εκ μέρους τους επιρροή επί της SKW και χωρίς να είναι σε θέση να αποδείξει την πραγματική άσκηση της καθοριστικής επιρροής.
70.
Η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών παρορά, κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι ο καταλογισμός της ευθύνης τους βασιζόταν στο κεφαλαιουχικό τεκμήριο ( 52 ) και ότι, συνεπώς, κατά την προμνησθείσα με τα σημεία 26 και 27 των παρουσών προτάσεων νομολογία, απέκειτο σε αυτές να προσκομίσουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι οι ίδιες δεν είχαν ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της SKW κατά την περίοδο της παραβάσεως. Οι αναιρεσείουσες εκκινούν από τη –μη αποδεδειγμένη– προκειμένη ότι απέδειξαν την απουσία πραγματικής ασκήσεως καθοριστικής επιρροής και ότι, ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν ηδύνατο να απορρίψει τα επιχειρήματά τους βασιζόμενο αποκλειστικώς σε θεωρητική επιρροή.
71.
Η αφετηρία από την οποία εκκινούν οι αναιρεσείουσες είναι επομένως, κατά την άποψή μου, πεπλανημένη. Τούτο προκύπτει κατά τρόπο ιδιαιτέρως πρόδηλο, επί παραδείγματι, από τη δήλωσή τους, σε σχέση με την ανάλυση που αφορά την υπέρ της AlzChem επιφύλαξη εγκρίσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν ηδύνατο να βασισθεί σε ενδεχόμενη θεωρητική επιρροή για την απόρριψη επιχειρήματος περί απουσίας πραγματικής επιρροής ή από τη θέση τους, σε σχέση με το επιχείρημα περί της σημασίας του κύκλου εργασιών της SKW, ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να «αντικρούσει» το επιχείρημα περί απουσίας καθοριστικής επιρροής.
72.
Επί εφαρμογής, όμως, του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου το Γενικό Δικαστήριο δεν οφείλει να αντικρούσει τα προβαλλόμενα από τη μητρική εταιρεία επιχειρήματα και να αποδείξει το ίδιο την πραγματική άσκηση καθοριστικής επιρροής. Αντιθέτως, απόκειται στη μητρική εταιρεία να προσκομίσει επαρκή στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι η θυγατρική της συμπεριφέρεται κατά τρόπο αυτόνομο στην αγορά. Όπως προκύπτει από την προμνησθείσα με τις σκέψεις 26 και 27 των παρουσών προτάσεων νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το σύνολο των εν λόγω στοιχείων προκειμένου να εξακριβώσει εάν αυτά αποδεικνύουν ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι τεκμαίρεται κατ’ εφαρμογήν του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου, η μητρική εταιρεία δεν ασκούσε πραγματική καθοριστική επιρροή επί της θυγατρικής της.
73.
Όσον αφορά ειδικώς την ανάλυση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 84 έως 87 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σε σχέση με την υποχρέωση της SKW να αναφέρεται στην AlzChem, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, συνάγοντας από μια απλή υποχρέωση αναφοράς την ύπαρξη επιρροής, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων.
74.
Παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων υφίσταται, όμως, οσάκις, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση νέων αποδεικτικών στοιχείων, προκύπτει ότι η εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως πεπλανημένη ( 53 ).
75.
Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, ότι η διαλαμβανόμενη στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως υπόθεση ότι, λόγω της ροής πληροφοριών που υφίστατο μεταξύ AlzChem και SKW, η AlzChem παρενέβαινε προκειμένου να τροποποιεί τις αποφάσεις της SKW αποτελεί θεωρητικό συμπέρασμα, από τη νομολογία προκύπτει ότι ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας και, συνεπώς, κατά μείζονα λόγο, υποχρέωση «αναφοράς», όπως αυτή που συνάγεται από τις απαντήσεις της SKW και της Degussa, οι οποίες παρατίθενται με τις σκέψεις 83 και 84 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, συνιστά ένδειξη της ασκήσεως ελέγχου επί των αποφάσεων της θυγατρικής ( 54 ). Επομένως, κατά την άποψή μου, το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε καμία παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων όταν, με τη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, επικύρωσε την εκτίμηση που η Επιτροπή διατυπώνει με την αιτιολογική σκέψη 229, τρίτη περίπτωση, της επίδικης αποφάσεως, κατά την οποία η ύπαρξη των εν λόγω σχέσεων συνιστούσε συμπληρωματική ένδειξη η οποία επιβεβαίωνε το κεφαλαιουχικό τεκμήριο.
76.
Όσον αφορά τη συλλογιστική που αναπτύσσεται με τις σκέψεις 93, 94 και 98 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο κατένειμε εσφαλμένα το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου. Όπως επισημαίνουν, οι ίδιες δεν όφειλαν να αποδείξουν ότι η καθοριστική επιρροή τους αποκλειόταν κατ’ ανάγκην, αλλά απλώς ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ασκούσαν πράγματι καμία επιρροή. Επί του σημείου αυτού αρκεί εντούτοις η επισήμανση ότι, με τις συγκεκριμένες σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, αλλά περιορίσθηκε απλώς στην εκτίμηση ότι τα προβληθέντα από τις αναιρεσείουσες επιχειρήματα δεν αρκούσαν, αυτά καθ’ εαυτά, για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου ή ήταν συναφώς αλυσιτελή.
77.
Τέλος, ως προς το επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου, στην οποία προέβη η Επιτροπή και η οποία επικυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, κατέστησε το τεκμήριο αυτό αμάχητο, αρκεί η υπόμνηση ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός ότι η αναγκαία προς ανατροπή τεκμηρίου ανταπόδειξη είναι δυσχερής δεν σημαίνει ότι το τεκμήριο αυτό είναι στην πραγματικότητα αμάχητο ( 55 ).
78.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, η αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε κριτήριο υπέρμετρα αυστηρό το οποίο κατέστησε αμάχητο το κεφαλαιουχικό τεκμήριο πρέπει ομοίως να απορριφθεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Β – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως καθώς και από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
79.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 287 έως 289 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, προσέβαλε το δικαίωμά τους ακροάσεως και παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως.
80.
Αφενός, με τις σκέψεις 272 έως 275 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στο πλαίσιο του υπολογισμού της συνολικής ευθύνης για την οποία SKW εκρίθη αλληλεγγύως υπόχρεη, η Επιτροπή εσφαλμένως παρέλειψε να λάβει υπόψη την προσαύξηση εισόδου και, συνεπώς, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αλληλεγγύως επιβαλλόμενων προστίμων. Αφετέρου, όπως προκύπτει από την παράλληλη απόφαση επί της προσφυγής της SKW ( 56 ) και όπως είχαν επισημάνει οι αναιρεσείουσες με το δικόγραφο της προσφυγής τους, η Επιτροπή δεν έπρεπε ομοίως να προβεί σε μείωση του προστίμου υπέρ της SKW, βάσει της ανακοινώσεως περί επιεικούς μεταχειρίσεως, διότι η υποβληθείσα από τις ίδιες αίτηση επιεικούς μεταχειρίσεως δεν ίσχυε για την SKW, η δε SKW δεν είχε υποβάλει αυτοτελή αίτηση επιεικούς μεταχειρίσεως. Κατά τις αναιρεσείουσες, εάν η Επιτροπή δεν είχε υποπέσει στα εν λόγω σφάλματα, το πρόστιμο που επεβλήθη στην SKW για το πρώτο μέρος της παραβάσεως θα έπρεπε να είναι σημαντικά υψηλότερο.
81.
Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς δεν μείωσε το πρόστιμό τους ούτως ώστε να θεραπεύσει την παράνομη δυσαναλογία μεταξύ των προστίμων που επεβλήθησαν στις ίδιες και εκείνου που επεβλήθη στην SKW, ενώ με την παράλληλη απόφαση Gigaset κατά Επιτροπής ( 57 ), σε ανάλογη κατάσταση, μείωσε το ύψος του προστίμου της Gigaset, της νέας μητρικής εταιρείας της SKW, κρίνοντας ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως υπαγόρευε, λόγω μη μειώσεως του προστίμου της SKW, τη μείωση του προστίμου της Gigaset. Επιπροσθέτως, κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο, παραλείποντας να αποφανθεί επί των προβληθέντων με το δικόγραφο της προσφυγής τους επιχειρημάτων, τα οποία οι αναιρεσείουσες δεν ήταν σε θέση να προβάλουν σε προγενέστερο χρόνο, προσέβαλε το δικαίωμα τους ακροάσεως και παραβίασε την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως.
82.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εν προκειμένω δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Όπως επισημαίνει, η εν λόγω απόφαση Gigaset κατά Επιτροπής αφορά διαφορετική περίπτωση. Τα επιχειρήματα που σχετίζονται με το πρόστιμο της SKW βαίνουν πέραν των ορίων του αντικειμένου της πρωτοβάθμιας δίκης, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τη σκέψη 266 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Το επιχείρημα ότι η SKW δεν έπρεπε να επωφεληθεί μειώσεως βάσει της ανακοινώσεως περί επιεικούς μεταχειρίσεως αντιφάσκει προς την πρωτοδίκως προβληθείσα επιχειρηματολογία, προβάλλεται δε οψίμως και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτο. Κατά την Επιτροπή, εν πάση περιπτώσει, ενδεχόμενη εσφαλμένη μείωση του προστίμου της SKW συμφώνως προς την ανακοίνωση περί επιεικούς μεταχειρίσεως δεν δύναται να δικαιολογήσει μείωση των προστίμων των αναιρεσειουσών, ως προς τις οποίες η Επιτροπή προέβη ορθώς στην εφαρμογή της εν λόγω ανακοινώσεως.
2. Ανάλυση
83.
Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν τον καθορισμό του προστίμου στον οποίο προέβη το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της ασκήσεως πλήρους δικαιοδοσίας. Όπως υποστηρίζουν, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον, εν αντιθέσει προς ό,τι έπραξε με την εν λόγω απόφαση Gigaset κατά Επιτροπής, δεν μείωσε τα πρόστιμά τους ούτως ώστε να θεραπεύσει την παράνομη δυσαναλογία μεταξύ των εν λόγω προστίμων και εκείνου που επεβλήθη στην SKW, το οποίο θα ήταν υψηλότερο εάν κατά τον καθορισμό του δεν είχαν εμφιλοχωρήσει δύο σφάλματα: αφενός, παράλειψη συνυπολογισμού προσαυξήσεως εισόδου και, αφετέρου, αδικαιολόγητη μείωση βάσει της ανακοινώσεως περί επιεικούς μεταχειρίσεως.
84.
Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας δεν δύναται να συνεπάγεται, κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέσχαν σε συμφωνία αντίθετη προς το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 58 ). Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στοιχειοθετείται μόνον οσάκις παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό ή διαφορετικές καταστάσεις κατά τρόπο όμοιο, εκτός εάν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 59 ).
85.
Επιβάλλεται κατ’ αρχάς η εξέταση του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως υπερβαίνει τα όρια του αντικειμένου της πρωτοβάθμιας δίκης, στοιχείο που τον καθιστά απαράδεκτο. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται κατ’ αρχήν στον έλεγχο της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου αξιολογήσεως των ισχυρισμών που προβλήθηκαν ενώπιόν του ( 60 ), εντούτοις προκύπτει ομοίως από την ίδια νομολογία ότι ο προσφεύγων δύναται παραδεκτώς να ασκήσει αναίρεση προβάλλοντας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγους που αντλούνται από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και οι οποίοι σκοπούν στην αμφισβήτηση της νομικής της βασιμότητας ( 61 ).
86.
Διαπιστώνεται ότι, στο πλαίσιο του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ως προς τα πρόστιμα, όπως αυτά καθορίσθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του. Πρόκειται, επομένως, για λόγο ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, δεν θα μπορούσε να έχει προβληθεί πρωτοδίκως ( 62 ). Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός.
87.
Επιβάλλεται εντούτοις η επισήμανση ότι η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών δεν αφορά την ειδική κατάστασή τους, αλλά προβαλλόμενες παρανομίες κατά τον καθορισμό του προστίμου της SKW. Ως γνωστόν, όμως, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να συμπορεύεται με την αρχή κατά την οποία ουδείς δύναται να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία διαπραχθείσα υπέρ άλλου ( 63 ), αρχή η οποία συνιστά απόρροια της αρχής της νομιμότητας ( 64 ).
88.
Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η κατάσταση της Gigaset και των αναιρεσειουσών είναι παρόμοια όσον αφορά τον καθορισμό του προστίμου εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου κατά την άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, εκτιμώ, χωρίς βεβαίως να μπορώ να θέσω εν αμφιβόλω στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως την εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με την ίδια απόφαση Gigaset κατά Επιτροπής, ότι, εν πάση περιπτώσει, δυνάμει της αρχής κατά την οποία ουδείς δύναται να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία διαπραχθείσα υπέρ άλλου, οι αναιρεσείουσες δεν δύνανται να επικαλούνται υπέρ αυτών, με σκοπό ιδίως τη μείωση των προστίμων τους, ενδεχόμενες παρανομίες ή σφάλματα κατά τον καθορισμό του προστίμου της SKW.
89.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι αιτιάσεις που αντλούνται από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως είναι, κατά την άποψή μου, αλυσιτελείς. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο είχε εξετάσει τα επιχειρήματα που οι αναιρεσείουσες είχαν προβάλει με το δικόγραφό τους, κατά τα οποία δεν έπρεπε να χορηγηθεί μείωση του προστίμου στην SKW επί τη βάσει της ανακοινώσεως περί επιεικούς μεταχειρίσεως, και αν υποτεθεί ότι τα επιχειρήματα αυτά, εν αντιθέσει προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, προβάλλονταν παραδεκτώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες δεν θα μπορούσαν ούτως ή άλλως να επωφεληθούν των διαπραχθεισών υπέρ της SKW παρανομιών προκειμένου να επιτύχουν μείωση των προστίμων τους.
90.
Τέλος, στον βαθμό κατά τον οποίο θεωρηθεί ότι στο πλαίσιο του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του προστίμου εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, αρκεί η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, οσάκις αποφαίνεται κατ’ αναίρεση επί νομικών ζητημάτων, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να υποκαθιστά, για λόγους επιείκειας, με τη δική του εκτίμηση την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου το οποίο, κατ’ άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, αποφαίνεται επί του ύψους των προστίμων που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις λόγω της εκ μέρους τους παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης ( 65 ). Από κανένα, ωστόσο, στοιχείο δεν προκύπτει ότι η βαρύτητα της επιβληθείσας στις αναιρεσείουσες κυρώσεως δεν είναι μόνο μη ενδεδειγμένη αλλά και υπέρμετρη, σε σημείο ώστε να καθίσταται δυσανάλογη, και ότι, ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση πλάνης περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο λόγω του μη ενδεδειγμένου ύψους του προστίμου.
91.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ – Επί του επικουρικώς προβαλλόμενου τετάρτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της αρχής nulla poena sine lege certa, καθώς και από παράβαση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου της υποχρεώσεώς του αιτιολογήσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
92.
Στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς και αφορά τη σκέψη 288 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και το σημείο 2 του διατακτικού αυτής, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την αρχή nulla poena sine lege certa και παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως. Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αποσαφήνισε επαρκώς με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το στοιχείο ότι η εκ μέρους της SKW καταβολή έχει διττό αποσβεστικό αποτέλεσμα, ήτοι απαλλάσσει από την οφειλή τόσο τις ίδιες όσο και την Gigaset, η οποία είναι επίσης αλληλεγγύως υπόχρεη με την SKW για την καταβολή του προστίμου. Εάν η εκ μέρους της SKW καταβολή δεν είχε διττό αποσβεστικό αποτέλεσμα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα συνεπαγόταν απόλυτη έλλειψη ασφάλειας δικαίου. Στην περίπτωση αυτή θα απέκειτο στην Επιτροπή να αποφασίσει κατά διακριτική ευχέρεια τον τρόπο καταλογισμού της εν λόγω καταβολής αντιστοίχως στις αναιρεσειούσες και στην Gigaset. Τούτο θα εμπόδιζε ομοίως εθνικό δικαστή ο οποίος θα επιλαμβανόταν τυχόν συναφούς διαφοράς να αποφανθεί.
93.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών συνιστά νέο και, συνεπώς, απαράδεκτο λόγο. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι η επικρινόμενη αιτιολογία απορρέει από την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του στερείται σημασίας, διότι πρόκειται για παράβαση η οποία, ως εκ της φύσεώς της, θα μπορούσε να έχει προβληθεί πρωτοδίκως. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε την επικρινόμενη σκέψη εξ ιδίας πρωτοβουλίας και ότι η σκέψη αυτή αποδεικνύεται ευνοϊκή για τις αναιρεσείουσες, στοιχείο που γεννά αμφιβολίες ως προς το συμφέρον τους να την αμφισβητήσουν.
2. Ανάλυση
94.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν τη διευκρίνιση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 288 in fine της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία επαναλαμβάνεται στο σημείο 2, πρώτη περίπτωση, του διατακτικού αυτής, ήτοι ότι «η Evonik […] και η AlzChem θα θεωρούνται ότι απαλλάσσονται από την καταβολή του προστίμου αυτού κατά το ύψος που αντιστοιχεί στα ποσά που κατέβαλε η SKW […] λόγω του προστίμου που της επιβλήθηκε με το άρθρο 2, στοιχεία στʹ και ζʹ, της [επίδικης] αποφάσεως».
95.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του συγκεκριμένου λόγου, τον οποίο θεωρεί νέο λόγο απαραδέκτως προβαλλόμενο κατ’ αναίρεση. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως η ίδια η Επιτροπή παρατηρεί, πρόκειται για λόγο αντλούμενο από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τον οποίο αμφισβητείται σκέψη που το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε εξ ιδίας πρωτοβουλίας στο πλαίσιο της ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του. Υπό τις συνθήκες αυτές, δυνάμει της προπαρατεθείσας με το σημείο 85 των παρουσών προτάσεων νομολογίας, ο συγκεκριμένος λόγος δεν δύναται, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί νέος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος ( 66 ).
96.
Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 94 των παρουσών προτάσεων, τα τμήματα της αποφάσεως που αμφισβητούνται στο πλαίσιο του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως προβλέπουν ρητώς το αποσβεστικό αποτέλεσμα που έχουν για τις αναιρεσείουσες τα ποσά που η SKW κατέβαλε σε σχέση με το πρόστιμο που της επεβλήθη με την επίδικη απόφαση. Η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών σκοπεί στην εκ μέρους του Δικαστηρίου διαπίστωση πλάνης του Γενικού Δικαστηρίου συνισταμένης στο γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν όρισε ρητώς ότι μια τέτοια καταβολή έχει διττό αποσβεστικό αποτέλεσμα. Δεδομένου ότι οι καταβολές της SKW έχουν ήδη απαλλακτικό αποτέλεσμα για τις αναιρεσείουσες κατά το μέρος του προστίμου για το οποίο οι ίδιες είναι αλληλεγγύως υπόχρεες με την SKW, με τον συγκεκριμένο λόγο ζητείται κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει το αποσβεστικό αποτέλεσμα των εν λόγω καταβολών ως προς την Gigaset.
97.
Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως το έννομο συμφέρον διατηρείται ενόσω η αναίρεση δύναται, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε ( 67 ).
98.
Δεδομένου ότι από την ανάγνωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει με σαφήνεια ότι οιαδήποτε καταβολή εκ μέρους της SKW σε σχέση με το επίμαχο πρόστιμο απαλλάσσει τις αναιρεσείουσες κατά το μέρος του προστίμου για το οποίο οι ίδιες είναι αλληλεγγύως υπόχρεες με την SKW και μέχρι του ύψους των καταβληθέντων από αυτήν ποσών, οι αναιρεσείουσες δεν δύνανται να αποκομίσουν κάποιο όφελος από ενδεχόμενη ευδοκίμηση του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, ήτοι από την υπέρ της Gigaset αναγνώριση του αποσβεστικού αποτελέσματος των καταβολών της SKW.
99.
Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Δ – Επί του επικουρικώς προβαλλόμενου πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003, καθώς και από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
100.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς και βάλλει κατά της σκέψεως 288 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 81 EΚ και το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, προσέβαλε το δικαίωμά τους ακροάσεως και παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως. Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι καθόρισε βάσει του μέρους του προστίμου που, σε περίπτωση καταβολής εκ μέρους της SKW, θεωρείται εξοφληθέν, τη μείωση που χορηγήθηκε στις αναιρεσείουσες βάσει της ανακοινώσεως περί επιεικούς μεταχειρίσεως. Όπως επισήμαναν και στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αίτησή τους επιεικούς μεταχειρίσεως δεν αφορούσε την SKW, στοιχείο το οποίο επικαλέσθηκαν με το δικόγραφό τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Εάν δεν είχε επέλθει αυτή η παράνομη μείωση του επιβληθέντος στην SKW προστίμου βάσει της ανακοινώσεως περί επιεικούς μεταχειρίσεως, το μέρος του προστίμου ως προς το οποίο η καταβολή εκ μέρους της SKW έχει απαλλακτικό αποτέλεσμα θα ήταν υψηλότερο. Συγκεκριμένα, θα ανερχόταν σε 3,47 εκατομμύρια ευρώ αντί των 2,49 εκατομμυρίων ευρώ. Ως εκ τούτου, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να καθορίσει το απαλλακτικό αποτέλεσμα που έχει για την Degussa καταβολή εκ μέρους της SKW στο ποσό των 3,47 εκατομμυρίων ευρώ.
101.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ευθύνη που υπέχουν αλληλεγγύως η SKW και οι αναιρεσείουσες δεν δύναται να υπερβαίνει το ύψος του αλληλεγγύως οφειλόμενου προστίμου. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το πρόστιμο που επεβλήθη στην Degussa κατ’ εφαρμογήν της σκέψεως 289 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και του σημείου 2, δεύτερη περίπτωση, του διατακτικού της (1,24 εκατομμύρια ευρώ) αφορούσε αποκλειστικώς την εν λόγω εταιρεία και κείτο εκτός του μηχανισμού της αλληλέγγυας ευθύνης. Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το συνολικό αλληλεγγύως οφειλόμενο από τις αναιρεσείουσες και την SKW ποσό, ύψους 2,49 εκατομμυρίων ευρώ, δεν σημαίνει ότι η SKW επωφελήθηκε της υποβληθείσας από τις αναιρεσείουσες αιτήσεως επιεικούς μεταχειρίσεως.
2. Ανάλυση
102.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο διάφορες νομικές παραβάσεις αναγόμενες στο γεγονός ότι αυτό δεν αύξησε το αλληλεγγύως οφειλόμενο από την SKW ποσό κατά τον νέο καθορισμό του προστίμου στο πλαίσιο της εκ μέρους του ασκήσεως πλήρους δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, κατά τον εν λόγω καθορισμό, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να διορθώσει την εκ μέρους της Επιτροπής πεπλανημένη συνεκτίμηση, προς όφελος της SKW, της υποβληθείσας από τις αναιρεσείουσες αιτήσεως επιεικούς μεταχειρίσεως, αιτήσεως η οποία δεν αφορούσε την SKW.
103.
Συγκεκριμένα, το απαλλακτικό για τις αναιρεσείουσες αποτέλεσμα της καταβολής εκ μέρους της SKW δεν θα έπρεπε να ανέρχεται σε 2,49 εκατομμύρια ευρώ, όπως ορίζεται με το σημείο 2, πρώτη περίπτωση, του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά σε 3,47 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό το απαλλακτικό αποτέλεσμα θα έπρεπε, συνεπώς, να καλύπτει ομοίως εν μέρει το επιβληθέν στην Degussa πρόστιμο, ύψους 1,24 εκατομμυρίων ευρώ, όπως αυτό προβλέπεται από το εν λόγω σημείο 2, δεύτερη περίπτωση, του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
104.
Είναι πρόδηλο ότι ένας τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν δύναται να ευδοκιμήσει.
105.
Συγκεκριμένα, χωρίς να απαιτείται καν να θιγεί το ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο δύναται, στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, να επιτείνει την αλληλέγγυα ευθύνη και συνεπώς να αυξήσει το ύψος του προστίμου τρίτου, όπως εν προκειμένω της SKW, αρκεί η επισήμανση ότι, όπως τονίζει η Επιτροπή, η ευθύνη της SKW δεν δύναται να υπερβεί το ύψος του προστίμου που της επεβλήθη αλληλεγγύως με τις μητρικές της εταιρείες για τη διαπιστωθείσα παράβαση. Το ποσό αυτό καθορίσθηκε από το Γενικό Δικαστήριο σε 2,49 εκατομμύρια ευρώ.
106.
Η SKW επ’ ουδενί δύναται να υποχρεωθεί να καταβάλει, έστω και εν μέρει, το πρόστιμο των 1,24 εκατομμυρίων ευρώ που προβλέπεται από το σημείο 2, δεύτερη περίπτωση, του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 271 και 289 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το εν λόγω πρόστιμο επεβλήθη αποκλειστικώς στην Degussa λόγω της υποτροπής. Το εν λόγω πρόστιμο βαρύνει επομένως αποκλειστικώς την Degussa και αποκλείεται από την αλληλέγγυα ευθύνη. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι αναιρεσείουσες δεν μπορούν να καταλογίσουν στο Γενικό Δικαστήριο καμία νομική πλάνη ή παράβαση για τη μη αύξηση του αλληλεγγύως οφειλόμενου από την SKW ποσού κατά τον νέο καθορισμό του προστίμου στο πλαίσιο της ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του με σκοπό την κάλυψη του προστίμου της Degussa.
107.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει ομοίως να απορριφθεί.
108.
Εκ του συνόλου των προεκτεθέντων προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
109.
Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
110.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
111.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα και οι αναιρεσείουσες ηττήθηκαν, πρέπει αυτές, αφενός, να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους και, αφετέρου, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
VI – Πρόταση
112.
Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
—
απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και
—
καταδικάζει την Evonik Degussa GmbH και την AlzChem AG στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Πρώην AlzChem Trostberg GmbH, πρώην AlzChem Hart GmbH.
( 3 ) T‑391/09, EU:T:2014:22.
( 4 ) Απόφαση σχετικά με μια διαδικασία βάσει του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της [Σ]υμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/39.396 ‐ Αντιδραστήρια με βάση ανθρακασβέστιο και μαγνήσιο για τη βιομηχανία φυσικού αερίου και τη χαλυβουργία).
( 5 ) Αντικείμενο της παραβάσεως ήταν η κατανομή των αγορών, ο καθορισμός ποσοστώσεων, ο διαμοιρασμός των πελατών, ο καθορισμός των τιμών και η ανταλλαγή ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών σχετικών με τις τιμές, τους πελάτες και τους όγκους πωλήσεων στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), πλην του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, καθώς και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
( 6 ) ΕΕ 2002, C 45, σ. 3.
( 7 ) Βλ. άρθρο 1, στοιχείο f, της επίδικης αποφάσεως.
( 8 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 226 και 227 της επίδικης αποφάσεως.
( 9 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 227, 228 και 235 της επίδικης αποφάσεως.
( 10 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 29 της επίδικης αποφάσεως.
( 11 ) Σκέψεις 149 έως 157 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 12 ) Βλ. υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων.
( 13 ) Σκέψη 211 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 14 ) Σκέψεις 227 έως 236 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 15 ) Σκέψεις 272 έως 275 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 16 ) Βλ. σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 17 ) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-231/11 P έως C-233/11 P, EU:C:2014:256.
( 18 ) Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αντλείτο από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, αφορούσε την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες επιχειρηματολογία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η οποία στηριζόταν στην εκδοθείσα από το Γενικό Δικαστήριο απόφαση επί των υποθέσεων Siemens Österreich κ.λπ. και VA Tech Transmission & Distribution κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-122/07 έως T-124/07, EU:T:2011:70). Η εν λόγω απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αναιρέθηκε εντούτοις με την προπαρατεθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση των παρουσών προτάσεων απόφαση του Δικαστηρίου.
( 19 ) Από τη δήλωση αυτή, η οποία επισυνάπτεται στο δικόγραφο που κατετέθη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και στην οποία το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται με τις σκέψεις 91 και 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο S. δήλωσε τα ακόλουθα: «[κ]ατά την περίοδο 2003/2004, όταν οι προμηθευτές ανθρακασβεστίου ήλθαν αντιμέτωποι με πτώση των τιμών συνοδευόμενη από σημαντική άνοδο του κόστους, ιδίως, του οπτάνθρακος, είπα στον [L.], [μοναδικό διευθύνοντα σύμβουλο (Geschäftsführer) της SKW], περίπου τα ακόλουθα: “Aκόμη και αν, υπό τη δυσχερή αυτή συγκυρία, ανταγωνιστές μάς γνωστοποιήσουν την επιθυμία τους να συνάψουν συμφωνίες, δεν θα το πράξουμε. Ούτε και εσείς. Θέλω να είμαι απολύτως σαφής επί του σημείου αυτού. Παρακάλεσα τον [L.] να διαβιβάσει την οδηγία αυτή στους συνεργάτες του. O [L.] και οι συνεργάτες του ήταν απολύτως ενήμεροι για την οδηγία μου περί τηρήσεως των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού”.»
( 20 ) Βλ. σκέψεις 105 και 107 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 21 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C-440/11 P, EU:C:2013:514, σκέψεις 38 και 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Όπ.π., σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 23 ) Όπ.π., σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 24 ) Απόφαση General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-90/09 P, EU:C:2011:21, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Αποφάσεις Elf Aquitaine κατά Επιτροπής (C-521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψη 58), καθώς και Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψη 112 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Απόφαση General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-90/09 P, EU:C:2011:21, σκέψη 76).
( 27 ) Συναφώς, βλ. τις εκτιμήσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στο σημείο 36 των προτάσεών του στην υπόθεση General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-90/09 P, EU:C:2010:517), καθώς και τη σκέψη 109 της αποφάσεως General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-90/09 P, EU:C:2011:21).
( 28 ) Βλ., συναφώς, το σημείο 72 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στην υπόθεση Commission κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C-440/11 P, EU:C:2012:763).
( 29 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις General Motors κατά Επιτροπής (C-551/03 P, EU:C:2006:229, σκέψη 51), Evonik Degussa κατά Επιτροπής (C-266/06 P, EU:C:2008:295, σκέψη 72), καθώς και Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψεις 115 και 159).
( 30 ) Βλ. σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 31 ) Βλ., συναφώς, το σημείο 146 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στις υποθέσεις Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ. (C-628/10 P και C-14/11 P, EU:C:2012:11).
( 32 ) Συναφώς, ως προς την εκ μέρους μητρικής εταιρείας εντολή προς τη θυγατρική της για συμμόρφωση προς τους κανόνες του ανταγωνισμού βλ. τις εκτιμήσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στο σημείο 40 των προτάσεών του στην υπόθεση General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-90/09 P, EU:C:2010:517).
( 33 ) Με τη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο περιόρισε βεβαίως το συμπέρασμά του στην οδηγία που δόθηκε το 2002 και στην άσκηση καθοριστικής επιρροής «κατά τον χρόνο εκείνο» διότι η εν λόγω σκέψη αφορούσε την εξέταση για το προ της 1ης Ιανουαρίου 2004 χρονικό διάστημα. Εντούτοις, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, με τα σημεία 33 έως 35 των παρουσών προτάσεων, κατ’ εφαρμογήν της μεθοδολογίας που χαρακτήρισα ως «επαγωγική», η πρόσθετη αυτή ένδειξη στήριξε τα συμπεράσματα που το Γενικό Δικαστήριο επεξέτεινε στο επόμενο χρονικό διάστημα, το οποίο εμπερικλείει την περίοδο παραβάσεως.
( 34 ) C-501/11 P, EU:C:2013:522.
( 35 ) Βλ., όπ.π., σκέψη 113. Συναφώς, βλ. επίσης τα σημεία 93 έως 100 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στην υπόθεση Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-501/11 P, EU:C:2013:248), καθώς και το σημείο 102 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στις υποθέσεις Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Fresh Del Monte Produce (C-293/13 P και C-294/13 P, EU:C:2015:416).
( 36 ) Βλ. την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 19 των παρουσών προτάσεων δήλωση.
( 37 ) Το Δικαστήριο απορρίπτει σε μόνιμη βάση το εν λόγω επιχείρημα κρίνοντας ότι, για τους σκοπούς της εφαρμογής της προβλεπόμενης από το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύσεως των συμπράξεων, η πράξη προσώπου το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο να ενεργεί για λογαριασμό της επιχειρήσεως αρκεί για τον καταλογισμό της παραβατικής συμπεριφοράς στην επιχείρηση, χωρίς να είναι αναγκαία ενέργεια ή έστω γνώση εκ μέρους των εταίρων ή των κυριότερων διαχειριστών της οικείας επιχειρήσεως. Βλ. αποφάσεις Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (100/80 έως 103/80, EU:C:1983:158, σκέψη 97) και Slovenská sporiteľňa (C-68/12, EU:C:2013:71, σκέψη 25).
( 38 ) Στη συζήτηση θα μπορούσε τεθεί ακόμη και το ερώτημα αν, στην περίπτωση κατά την οποία η μητρική εταιρεία ελέγχει τη θυγατρική σε ποσοστό 100 %, υπάλληλος της θυγατρικής δύναται να θεωρείται υπάλληλος του ομίλου και, συνεπώς, να εξομοιώνεται με υπάλληλο της μητρικής εταιρείας.
( 39 ) Βλ., συναφώς, τα σημεία 129 έως 131 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στην υπόθεση Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-501/11 P, EU:C:2013:248).
( 40 ) Βλ. σημεία 23 έως 25 των παρουσών προτάσεων.
( 41 ) Συναφώς, βλ. επίσης τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στις υποθέσεις Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Fresh Del Monte Produce (C-293/13 P και C-294/13 P, EU:C:2014:2439, σκέψη 100 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 42 ) Βλ. απόφαση Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Fresh Del Monte Produce (C-293/13 P και C-294/13 P, EU:C:2015:416, σκέψεις 96 και 97).
( 43 ) Συναφώς, βλ. τις εκτιμήσεις που διαλαμβάνονται στα σημεία 100 και 101 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στις υποθέσεις Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Fresh Del Monte Produce (C-293/13 P και C-294/13 P, EU:C:2014:2439), στις οποίες το Δικαστήριο αναφέρεται ρητώς με τη σκέψη 96 της αποφάσεώς του Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Fresh Del Monte Produce (C-293/13 P και C-294/13 P, EU:C:2015:416).
( 44 ) Όσον αφορά τη μνεία που έγινε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην απόφαση BMW Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής (32/78, 36/78 έως 82/78, EU:C:1979:191), με τις σκέψεις 114 έως 117 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το βασιζόμενο στην εν λόγω απόφαση επιχείρημα κρίνοντας ότι η απόφαση αυτή αφορούσε διαφορετικό πλαίσιο πραγματικών περιστατικών. Οι αναιρεσείουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο ικανό να θέσει εν αμφιβόλω την εν λόγω εκτίμηση.
( 45 ) Βλ. σημείο 28 των παρουσών προτάσεων και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και απόφαση General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-90/09 P, EU:C:2011:21, σκέψη 73).
( 46 ) Βλ. σημείο 28 των παρουσών προτάσεων και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29 των προτάσεων νομολογία.
( 47 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C‑440/11 P, EU:C:2013:514, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 48 ) Συναφώς, βλ. επίσης απόφαση FLSmidth κατά Επιτροπής (C-238/12 P, EU:C:2014:284, σκέψη 21).
( 49 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 229 της επίδικης αποφάσεως.
( 50 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 236 της επίδικης αποφάσεως.
( 51 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 233 της επίδικης αποφάσεως. Επρόκειτο μεταξύ άλλων για το επιχείρημα ότι η SKW είχε πωληθεί με αναδρομική ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2004, για το επιχείρημα που αντλείτο από τη συμμετοχή της στη σύμπραξη κατά πρόδηλη παράβαση ρητών οδηγιών και για το επιχείρημα που σκοπούσε στην εξομοίωση της Degussa με χρηματοοικονομικό επενδυτή.
( 52 ) Από κανένα σημείο της επίδικης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή προτίθετο, εφαρμόζοντας την αποκαλούμενη μέθοδο της «διπλής βάσεως», να προσφύγει σε άλλο κριτήριο, πέραν του τεκμηρίου καθοριστικής επιρροής. Συναφώς, βλ. απόφαση Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ. (C-628/10 P και C-14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 50). Ο καταλογισμός της ευθύνης βασίσθηκε επομένως στο κεφαλαιουχικό τεκμήριο, ενώ τα πρόσθετα στοιχεία επιβεβαίωναν απλώς το εν λόγω τεκμήριο.
( 53 ) Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη The Sunrider Corporation κατά ΓΕΕΑ (C-142/14 P, EU:C:2015:371, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 54 ) Βλ., συναφώς, απόφαση General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-90/09 P, EU:C:2011:21, σκέψη 107). Για την ανατροπή του κεφαλαιουχικού τεκμηρίου σε περίπτωση ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας, ανταλλαγής ικανής να επιβεβαιώσει το τεκμήριο αυτό, απόκειται, κατά την άποψή μου, στη μητρική εταιρεία να παράσχει στοιχεία ικανά να αποδείξουν τον μη κρίσιμο χαρακτήρα των ανταλλασσόμενων πληροφοριών.
( 55 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις FLSmidth κατά Επιτροπής (C-238/12 P, EU:C:2014:284, σκέψη 28), Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C-440/11 P, EU:C:2013:514, σκέψη 71) και ENI κατά Επιτροπής (C-508/11 P, EU:C:2013:289, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 56 ) Απόφαση SKW Stahl-Metallurgie Holding και SKW Stahl-Metallurgie κατά Επιτροπής (T‑384/09, EU:T:2014:27, σκέψη 240).
( 57 ) T-395/09, EU:T:2014:23, σκέψεις 181 έως 186.
( 58 ) Αποφάσεις Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ. (C-231/11 P έως C-233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 105), καθώς και Quinn Barlo κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-70/12 P, EU:C:2013:351, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 59 ) Απόφαση Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ. (C-231/11 P έως C-233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 106).
( 60 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ. (C-628/10 P και C-14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 111 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 61 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Siemens Österreich κ.λπ. και Siemens Transmission & Distribution κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-231/11 P έως C-233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 102) και Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-247/11 P και C-253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψεις 118 και 170).
( 62 ) Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Siemens Österreich κ.λπ. και Siemens Transmission & Distribution κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-231/11 P έως C-233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 104 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και τη συλλογιστική που ανέπτυξα με τα σημεία [139] και [140] των προτάσεών μου επί των ιδίων υποθέσεων (EU:C:2013:578).
( 63 ) Αποφάσεις The Rank Group (C-259/10 και C-260/10, EU:C:2011:719, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Solvay κατά Επιτροπής (C-455/11 P, EU:C:2013:796, σκέψη 109). Συναφώς, βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Total Marketing Services κατά Επιτροπής (C-634/13 P, EU:C:2015:208, σκέψη 92).
( 64 ) Βλ. συναφώς, σημείο 61 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως J. Kokott στις υποθέσεις Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ. (C-628/10 P και C-14/11 P, EU:C:2012:11).
( 65 ) Αποφάσεις E.ON Energie κατά Επιτροπής (C-89/11, EU:C:2012:738, σκέψεις 125 και 126), καθώς και Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ. (C-231/11 P έως C-233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 111).
( 66 ) Συναφώς, οφείλω να επισημάνω μια κάποια αντίφαση στην επιχειρηματολογία της Επιτροπής, η οποία, αφενός, δηλώνει ότι το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε την επικρινόμενη σκέψη εξ ιδίας πρωτοβουλίας και, αφετέρου, υποστηρίζει ότι πρόκειται για παράβαση η οποία θα μπορούσε να έχει προβληθεί πρωτοδίκως.
( 67 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής (C-550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψεις 22 και 23) και Ferrero κατά ΓΕΕΑ (C-552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 39).
Full & Egal Universal Law Academy