ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 9ης Ιουλίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑157/14
Société Neptune Distribution
κατά
Ministre de l’Économie et des Finances
[αίτηση του Conseil d’État (Γαλλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή περί ερμηνείας και ελέγχου του κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης — Προστασία του καταναλωτή — Κανονισμός (ΕΚ) 1924/2006 — Ισχυρισμοί διατροφής και υγείας που αφορούν τα τρόφιμα — Φυσικά μεταλλικά νερά — Βάση υπολογισμού της “ισοδύναμης” με εκείνην του νατρίου “ποσότητας αλατιού” που περιέχεται σε τρόφιμο — Λήψη υπόψη αποκλειστικώς της περιεκτικότητας σε χλωριούχο νάτριο (επιτραπέζιο αλάτι) ή, αντιθέτως, της συνολικής ποσότητας νατρίου — Οδηγίες 2000/13/ΕΚ και 2009/54/ΕΚ — Επισήμανση και διαφήμιση των τροφίμων — Διάθεση φυσικών μεταλλικών νερών στο εμπόριο — Απαγόρευση της ενδείξεως «χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι» — Άρθρο 6 ΣΕΕ — Άρθρα 11 και 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Ελευθερία εκφράσεως και πληροφορήσεως — Επιχειρηματική ελευθερία»
I – Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί συνέχεια ένδικης προσφυγής την οποία άσκησε στη Γαλλία η Neptune Distribution με αίτημα την ακύρωση, αφενός, της διοικητικής αποφάσεως με την οποία εκλήθη να αφαιρέσει ορισμένες ενδείξεις από την επισήμανση και τη διαφήμιση των μεταλλικών νερών που εμπορεύεται –ενδείξεις οι οποίες δημιουργούσαν στους καταναλωτές την εντύπωση ότι τα εν λόγω νερά έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι ή νάτριο– και, αφετέρου, της υπουργικής αποφάσεως με την οποία απερρίφθη η ιεραρχική προσφυγή που η εν λόγω εταιρεία είχε ασκήσει κατά της πρώτης αποφάσεως. Επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς, το Conseil d’État [Συμβούλιο της Επικρατείας] (Γαλλία) υποβάλλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θεμελιούμενη επί δύο διαφορετικών βάσεων.
2.
Κατ’ αρχάς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς επί θεμάτων διατροφής και υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα ( 2 ), ζήτημα επί του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι τούδε αποφανθεί ( 3 ).
3.
Το εν λόγω παράρτημα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διατάξεις που προβλέπουν ότι ισχυρισμοί διατροφής κατά τους οποίους τρόφιμο έχει είτε «χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι» είτε «πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι» επιτρέπονται μόνον εφόσον το προϊόν περιέχει νάτριο ή «ισοδύναμη ποσότητα αλατιού» σε ποσότητα η οποία δεν υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια. Με την υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν κατά τον υπολογισμό της «ισοδύναμης ποσότητας αλατιού» πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η περιεκτικότητα του τροφίμου σε χλωριούχο νάτριο, κοινώς επιτραπέζιο αλάτι, ή αν, αντιθέτως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνολική περιεκτικότητα του τροφίμου σε νάτριο ( 4 ), ανεξαρτήτως της μορφής υπό την οποία το εν λόγω ανόργανο στοιχείο περιέχεται στο τρόφιμο.
4.
Εντούτοις, το ερώτημα που προηγείται λογικώς είναι κατά πόσον οι εν λόγω διατάξεις του κανονισμού 1924/2006 τυγχάνουν πράγματι εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία τα επίμαχα «τρόφιμα» είναι, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, φυσικά μεταλλικά νερά. Εκτιμώ ότι ως προς τον πρώτο εκ των εν λόγω ισχυρισμών διατροφής η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική, καθώς υφίσταται ειδική κανονιστική ρύθμιση του δικαίου της Ένωσης η οποία τυγχάνει κατά προτεραιότητα εφαρμογής επί της εμπορίας των εν λόγω νερών.
5.
Δεύτερον, το Conseil d’État ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων ( 5 ), και των διατάξεων του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών ( 6 ), καθώς και του παραρτήματος III αυτής, σε συνδυασμό με το προαναφερθέν παράρτημα του κανονισμού 1924/2006. Διευκρινίζω εκ προοιμίου ότι διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις περί του κατά πόσον η διατύπωση του ερωτήματος είναι η ενδεδειγμένη.
6.
Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει το συγκεκριμένο ζήτημα στην κρίση του Δικαστηρίου διότι η Neptune Distribution υποστηρίζει ότι οι επίμαχες διατάξεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης, απαγορεύοντας σε αυτήν να προβάλλει χαρακτηριστικό της συνθέσεως των προϊόντων της το οποίο είναι ακριβές, συνεπάγονται παραβίαση τόσο της ελευθερίας εκφράσεως και πληροφορήσεως όσο και της επιχειρηματικής ελευθερίας, οι οποίες κατοχυρώνονται από τα άρθρα 11, παράγραφος 1, και 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, καθώς και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη την 4η Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ). Εκτιμώ εντούτοις ότι η επίκληση των εν λόγω θεμελιωδών ελευθεριών σε τομέα τόσο τεχνικό και ειδικό όπως αυτός που ρυθμίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις στερείται ερείσματος.
II – Το νομικό πλαίσιο
7.
Επιβάλλεται εκ προοιμίου η επισήμανση ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 1169/2011 ( 7 ), ο οποίος, ειδικότερα, τροποποιεί τον κανονισμό 1924/2006 και καταργεί την οδηγία 2000/13, ισχύει, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που ορίζουν άλλως, από της 13ης Δεκεμβρίου 2014, πλην όμως δεν τυγχάνει εφαρμογής, ratione temporis, επί της διαφοράς της κύριας δίκης, συμφώνως προς τα άρθρα του 54 και 55.
Α – Ο κανονισμός 1924/2006
8.
Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 1924/2006, το οποίο επιγράφεται «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», ορίζει, αφενός, ότι το εν λόγω νομοθέτημα «αποσκοπεί στην εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν σχέση με τη χρήση των ισχυρισμών επί θεμάτων διατροφής και υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα ώστε να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή» και, αφετέρου, ότι αυτό «εφαρμόζεται με την επιφύλαξη [ορισμένων] κοινοτικών διατάξεων», μεταξύ των οποίων οι διατάξεις της οδηγίας 80/777 η οποία αντικαταστάθηκε με την οδηγία 2009/54 ( 8 ).
9.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, σημεία 4 και 5, του εν λόγω κανονισμού, νοούνται, αντιστοίχως, ως:
«4)
“ισχυρισμός επί θεμάτων διατροφής”: κάθε ισχυρισμός που δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τρόφιμο διαθέτει ιδιαίτερες ευεργετικές θρεπτικές ιδιότητες λόγω:
[...]
β)
[μεταξύ άλλων] των θρεπτικών και άλλων ουσιών που:
i)
περιέχει,
ii)
περιέχει σε μειωμένο ή αυξημένο ποσοστό, ή
iii)
δεν περιέχει·
5)
“ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας”: κάθε ισχυρισμός που δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σχέση μεταξύ κατηγορίας τροφίμων, τροφίμου ή συστατικού του και της υγείας».
10.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι «[ο]ι ισχυρισμοί επί θεμάτων διατροφής επιτρέπονται μόνον εάν απαριθμούνται στο [π]αράρτημα και είναι σύμφωνοι με τους όρους του παρόντος κανονισμού».
11.
Το παράρτημα του κανονισμού 1924/2006, με τίτλο «Ισχυρισμοί επί θεμάτων διατροφής και προϋποθέσεις χρήσης τους», καθορίζει τα όρια μέχρι των οποίων επιτρέπονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί:
Β – Η οδηγία 2000/13
12.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2000/13, περί της επισημάνσεως, της παρουσιάσεως και της διαφημίσεως των τροφίμων:
«1. Η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει:
α)
να είναι φύσεως τέτοιας, ώστε να οδηγ[ούν] σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως:
i)
ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και ιδίως […] τις ιδιότητες, τη σύνθεση […],
ii)
με την απόδοση [στο] τρόφιμο αποτελεσμάτων ή ιδιοτήτων που δεν έχει,
iii)
με τον υπαινιγμό ότι το τρόφιμο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ στην πραγματικότητα όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά·
β)
με την επιφύλαξη των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τα φυσικά μεταλλικά νερά και με τα τρόφιμα ειδικής διατροφής, να αποδίδει σε τρόφιμο ιδιότητες πρόληψης, αγωγής και θεραπείας οποιασδήποτε ανθρώπινης ασθένειας ή να επικαλείται τις ιδιότητες αυτές.
[...]
3. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 εφαρμόζονται επίσης:
α)
στην παρουσίαση των τροφίμων […],
β)
στη διαφήμιση [ ( 9 )].»
Γ – Η οδηγία 2009/54
13.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2009/54, περί της εμπορίας φυσικών μεταλλικών νερών, τα φυσικά μεταλλικά νερά «υπόκεινται, όσον αφορά την επισήμανσή τους, στους γενικούς κανόνες που καθορίζει η οδηγία [2000/13]. Η παρούσα οδηγία μπορεί, επομένως, να περιορισθεί στη θέσπιση των συμπληρωμάτων και των αποκλίσεων που θα πρέπει να επέλθουν σε αυτούς τους γενικούς κανόνες».
14.
Το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«1. Απαγορεύεται, τόσο επί των συσκευασιών ή ετικετών όσον και κατά την οιασδήποτε μορφής διαφήμιση, η χρησιμοποίηση ενδείξεων […] που:
α)
για ένα φυσικό μεταλλικό νερό, υπαινίσσονται ένα χαρακτηριστικό που το νερό δεν κατέχει […]·
[...]
2. Απαγορεύονται όλες οι ενδείξεις που αποδίδουν σε ένα φυσικό μεταλλικό νερό ιδιότητες πρόληψης, θεραπευτικής αγωγής ή θεραπείας μιας ανθρώπινης ασθένειας.
[Εντούτοις], επιτρέπονται οι ενδείξεις που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ, εφόσον πληρούνται τα αντίστοιχα κριτήρια που καθορίζονται εκεί ή, ελλείψει αυτών, τα κριτήρια που καθορίζονται από τις εθνικές διατάξεις και υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι ενδείξεις έχουν στηριχθεί σε φυσικοχημικές αναλύσεις και, αν είναι αναγκαίο, σε φαρμακολογικές, φυσιολογικές και κλινικές εξετάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με επιστημονικά αναγνωρισμένες μεθόδους σύμφωνα με το παράρτημα Ι, τμήμα Ι, σημείο 2.
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν […] άλλες ενδείξεις, εφόσον αυτές δεν ευρίσκονται σε αντίφαση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο και είναι σύμφων[ες] με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο.»
15.
Το παράρτημα III της οδηγίας 2009/54, με τίτλο «Ενδείξεις και κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 9, παράγραφος 2», συναρτά την ένδειξη «Κατάλληλο για δίαιτα πτωχή σε νάτριο» με το ακόλουθο κριτήριο: «η περιεκτικότητα σε νάτριο είναι κατώτερη από 20 mg/l».
III – Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
16.
Με πράξη της 5ης Φεβρουαρίου 2009 η Περιφερειακή Διεύθυνση Ανταγωνισμού, Καταναλωτή και Καταστολής της Απάτης της Auvergne (Γαλλία) κάλεσε τη Neptune Distribution, η οποία πωλεί και διανέμει τα ανθρακούχα φυσικά μεταλλικά νερά «Saint-Yorre» και «Vichy Célestins», να αφαιρέσει από την επισήμανση και τη διαφήμιση των εν λόγω νερών τις ακόλουθες ενδείξεις:
—
«Το νάτριο που περιέχει το St-Yorre είναι ουσιαστικά όξινο ανθρακικό νάτριο. Το St-Yorre περιέχει μόνον 0,53 γραμμάρια άλας (ή χλωριούχο νάτριο) ανά λίτρο, ήτοι λιγότερο απ’ ό,τι περιέχει ένα λίτρο γάλα!!!» και
—
«Μην συγχέετε το άλας και το νάτριο –το νάτριο που περιέχει το Vichy Célestins είναι ουσιαστικά όξινο ανθρακικό νάτριο. Μην το συγχέετε επ’ ουδενί με το επιτραπέζιο αλάτι (χλωριούχο νάτριο). Το Vichy Célestins περιέχει μόνον 0,39 γραμμάρια άλας ανά λίτρο, ήτοι 2 έως 3 φορές λιγότερο απ’ ό,τι περιέχει ένα λίτρο γάλα!», καθώς και
—
εν γένει, οιαδήποτε ένδειξη σκοπούσα στη δημιουργία της εντυπώσεως ότι τα επίμαχα νερά έχουν χαμηλή ή πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι ή νάτριο.
17.
Με απόφαση της 25ης Αυγούστου 2009 ο Γάλλος Υπουργός Οικονομίας, Βιομηχανίας και Απασχολήσεως απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή που άσκησε η Neptune Distribution κατά της εν λόγω οχλήσεως.
18.
Με απόφαση της 27ης Μάιου 2010 το tribunal administratif de Clermont‑Ferrand [πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο Clermont‑Ferrand] απέρριψε την ένδικη προσφυγή της Neptune Distribution με την οποία αυτή ζητούσε την ακύρωση, λόγω υπερβάσεως εξουσίας, τόσο της οχλήσεως της 5ης Φεβρουαρίου 2009 όσο και της επακόλουθης υπουργικής αποφάσεως. Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011 το cour administrative d’appel de Lyon [δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο Λυών] επικύρωσε την εν λόγω απόφαση. Η Neptune Distribution άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως του cour administrative d’appel de Lyon ενώπιον του Conseil d’État.
19.
Δεδομένου ότι στο πλαίσιο της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως προβλήθηκαν λόγοι αναιρέσεως που αφορούν διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, με απόφαση της 26ης Μαρτίου 2014, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 4η Απριλίου 2014, το Conseil d’État αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Ως βάση για τον υπολογισμό της “ισοδύναμης ποσότητας αλατιού” με την ποσότητα νατρίου που υπάρχει σε ένα τρόφιμο, κατά την έννοια του παραρτήματος του κανονισμού 1924/2006, λαμβάνεται μόνον η ποσότητα του νατρίου η οποία, σε ένωση με ιόντα χλωρίου, σχηματίζει το χλωριούχο νάτριο ή το επιτραπέζιο αλάτι, ή πρέπει να λαμβάνεται η συνολική ποσότητα νατρίου που περιέχει ένα τρόφιμο, υπό όλες τις μορφές του;
2)
Στη δεύτερη περίπτωση, αντιβαίνουν οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13 και του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/54, σε συνδυασμό με το παράρτημα III της οδηγίας αυτής, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα της σχέσεως ισοδυναμίας μεταξύ νατρίου και αλατιού που ορίζεται στο παράρτημα του κανονισμού 1924/2006, και καθόσον απαγορεύουν σε διανομέα μεταλλικού νερού να περιλαμβάνει στις ετικέτες και τα διαφημιστικά μηνύματά του κάθε ένδειξη σχετικά με τη χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι η οποία θα μπορούσε να ισχύει για το προϊόν του, κατά τα λοιπά πλούσιο σε όξινο ανθρακικό νάτριο, στον βαθμό που η ένδειξη αυτή θα ήταν πιθανό να παραπλανήσει τον αγοραστή σχετικά με τη συνολική περιεκτικότητα του νερού σε νάτριο, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1 (ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης), και το άρθρο 16 (επιχειρηματική ελευθερία) του Χάρτη, καθώς και στο άρθρο 10 της [ΕΣΔΑ];»
20.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Neptune Distribution, η Γαλλική, η Ελληνική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Φεβρουαρίου 2015 εκπροσωπήθηκαν όλοι οι ανωτέρω, πλην της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
IV – Ανάλυση
Α – Επί της ερμηνείας του παραρτήματος του κανονισμού 1924/2006 (πρώτο ερώτημα)
21.
Η υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά πρωτίστως την ερμηνεία μιας έννοιας, ήτοι της έννοιας «ισοδύναμη [με εκείνην του νατρίου] ποσότητα αλατιού» που περιέχεται σε τρόφιμο, η οποία απαντά στο παράρτημα του κανονισμού 1924/2006, σε σχέση με τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς διατροφής «χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι» και «πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι» ( 10 ). Το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να αποφανθεί επί του ζητήματος αν, κατ’ ορθή ερμηνεία της εν λόγω έννοιας, ως βάση υπολογισμού της «ισοδύναμης ποσότητας αλατιού» πρέπει να λαμβάνεται αποκλειστικώς η ποσότητα νατρίου η οποία –σε ένωση με χλωριούχα ιόντα– δύναται να σχηματίσει χλωριούχο νάτριο (κοινώς «επιτραπέζιο αλάτι»), ή, αντιθέτως, η συνολική ποσότητα νατρίου –ανεξαρτήτως της μορφής του– η οποία περιέχεται στο οικείο τρόφιμο.
22.
Προς στήριξη του πρώτου σκέλους της εν λόγω διαζεύξεως, υπέρ του οποίου τάσσεται η Neptune Distribution, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, «στο μέτρο που το νάτριο βρίσκεται κυρίως στη φύση σε συνδυασμό με άλλα χημικά στοιχεία», θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω παράρτημα επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η ποσότητα νατρίου που σχηματίζει χλωριούχο νάτριο ( 11 ). Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι εάν, αντιθέτως, το Δικαστήριο προέκρινε το δεύτερο σκέλος της διαζεύξεως, όπως υποστηρίζεται από τη γαλλική διοίκηση, νερό πλούσιο σε όξινο ανθρακικό νάτριο θα μπορούσε να μη χαρακτηρίζεται ως «χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο/αλάτι», κατά την έννοια παραρτήματος 1924/2006, έστω και αν η περιεκτικότητά του σε χλωριούχο νάτριο είναι χαμηλή ή ακόμη και πολύ χαμηλή ( 12 ).
23.
Δεδομένων των ανωτέρω, επιβάλλεται, κατά την άποψή μου, να επιλυθεί προηγουμένως ένα πρόβλημα, ήτοι το πρόβλημα της δυνατότητας εφαρμογής εν προκειμένω των διατάξεων του κανονισμού 1924/2006 και, ειδικότερα, των διατάξεων του παραρτήματός του. Εκτιμώ, όπως η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ελληνική Κυβέρνηση, ότι η οδηγία 2009/54 εισάγει ειδικό καθεστώς για τις ενδείξεις που μπορούν να αναγράφονται στις ετικέτες και να χρησιμοποιούνται στις διαφημίσεις των φυσικών μεταλλικών νερών, εκ του οποίου συνάγεται, κατά την άποψή μου, ότι η χρήση των προβλεπόμενων από τον κανονισμό 1924/2006 ισχυρισμών διατροφής ή υγείας αποκλείεται εν γένει ως προς την ιδιαίτερη αυτή κατηγορία τροφίμων ( 13 ). Η Neptune Distribution και η Επιτροπή υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι ο κανονισμός 1924/2006 και η οδηγία 2009/54 έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα ως προς τις ενδείξεις που μπορούν να χρησιμοποιούνται για τα φυσικά μεταλλικά νερά, θέση η οποία, ωστόσο, δεν είναι, κατά την άποψή μου, απολύτως πειστική, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος και της διαρθρώσεως των οικείων πράξεων του δικαίου της Ένωσης.
24.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1924/2006, ο οποίος έχει ως αντικείμενο τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας ( 14 ) που αφορούν τα τρόφιμα εν γένει, ορίζει ρητώς ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 80/777, περί της θέσεως στο εμπόριο φυσικών μεταλλικών νερών, η οποία από της 16ης Ιουλίου 2009 έχει αντικατασταθεί με την οδηγία 2009/54 ( 15 ).
25.
Επιπροσθέτως, το παράρτημα του εν λόγω κανονισμού περιορίζει αποκλειστικώς στα νερά «πλην των φυσικών μεταλλικών νερών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της [οδηγίας 2009/54]» τη δυνατότητα χρήσεως του ισχυρισμού διατροφής ότι ένα τρόφιμο έχει «χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι», ισχυρισμού του οποίου τη χρήση το εν λόγω παράρτημα επιτρέπει υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Είναι, κατά την άποψή μου, σαφές ότι εν προκειμένω πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διακρίνει τα φυσικά μεταλλικά νερά ως ιδιαίτερη κατηγορία τροφίμων, ως προς την οποία η οδηγία 2009/54 τυγχάνει εφαρμογής κατά προτεραιότητα, αν όχι αποκλειστικώς, εντός του πεδίου που καλύπτουν οι διατάξεις της ( 16 ).
26.
Είναι αληθές ότι το παράρτημα του κανονισμού 1924/2006 απαγορεύει τη χρήση του ισχυρισμού διατροφής ότι τρόφιμο έχει «πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι», απαγόρευση η οποία ισχύει τόσο για τα φυσικά μεταλλικά νερά όσο και για τα λοιπά νερά. Εντούτοις, πρόκειται, κατά την άποψή μου, για διευκρίνιση η οποία αφορά τύπο ενδείξεων ο οποίος ουδόλως διέπεται από την οδηγία 2009/54. Η ειδική αυτή διάταξη του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού τυγχάνει, επομένως, εφαρμογής επί των φυσικών μεταλλικών νερών, τα οποία εμπίπτουν κατά τα λοιπά στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/54. Εντούτοις, η διάταξη αυτή επιβάλλει απαγόρευση χρήσεως του εν λόγω ισχυρισμού προκειμένου για τα φυσικά μεταλλικά νερά και για τα λοιπά νερά η οποία έχει απόλυτο χαρακτήρα, καθώς, όπως προκύπτει από την τελευταία περίοδο της εν λόγω διατάξεως, η απαγόρευση λειτουργεί ανεξαρτήτως του κριτηρίου της «ισοδύναμης [με εκείνην του νατρίου] ποσότητας αλατιού». Συνεπώς, η εφαρμογή της εν λόγω απαγορεύσεως επί καταστάσεως όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης δεν εξαρτάται από την ερμηνεία του εν λόγω κριτηρίου.
27.
Αντιθέτως, όσον αφορά τον ισχυρισμό διατροφής «χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι», για τον οποίο έγινε λόγος ανωτέρω, το παράρτημα του κανονισμού 1924/2006, το οποίο επιτρέπει τη χρήση του, ενδέχετο να τελεί σε πραγματική σύγκρουση με το παράρτημα III της οδηγίας 2009/54, το οποίο ρυθμίζει τη χρήση της ενδείξεως «κατάλληλο για δίαιτα πτωχή σε νάτριο», σύγκρουση κανόνων η οποία ήρθη υπέρ της εν λόγω οδηγίας.
28.
Εξ αυτού προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι οι μόνες ενδείξεις που δύνανται να επιτρέπουν επίκληση της χαμηλής περιεκτικότητας φυσικού μεταλλικού νερού σε νάτριο είναι οι προβλεπόμενες από την οδηγία 2009/54, συμφώνως προς το άρθρο 9, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας σε συνδυασμό με το παράρτημα III αυτής. Πλην όμως, η έννοια «ισοδύναμη ποσότητα αλατιού» της οποίας ζητείται η ερμηνεία με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα απαντά αποκλειστικώς στον κανονισμό 1924/2006 και όχι στην εν λόγω οδηγία ( 17 ), ούτε άλλωστε στην οδηγία 2000/13 ( 18 ).
29.
Διευκρινίζω εντούτοις διά παν ενδεχόμενο ότι, όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας «ισοδύναμη ποσότητα αλατιού» του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού, συντάσσομαι με την άποψη που διατύπωσαν η Γαλλική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή ( 19 ), κατά την οποία η συνολική ποσότητα νατρίου που περιέχεται σε τρόφιμο αποτελεί τη μοναδική πρόσφορη βάση για τον υπολογισμό της «ισοδύναμης [με εκείνην του νατρίου] ποσότητας αλατιού» που περιέχεται στο εν λόγω τρόφιμο.
30.
Πράγματι, ο κανονισμός 1924/2006 και το παράρτημά του δεν διακρίνουν μεταξύ των διαφόρων πηγών του νατρίου που περιέχεται σε τρόφιμο. Ειδικότερα, ο εν λόγω κανονισμός και το παράρτημά του δεν προβαίνουν σε καμία διάκριση με κριτήριο ενδεχόμενη ένωση του νατρίου με διττανθρακικά ή χλωριούχα ιόντα. Αντιθέτως, στο πλαίσιο των οικείων ισχυρισμών διατροφής, το εν λόγω παράρτημα καθιερώνει άμεση συσχέτιση μεταξύ της μεγίστης επιτρεπόμενης περιεκτικότητας σε «νάτριο», ανεξαρτήτως της μορφής του νατρίου, και της «ισοδύναμης» –με αυτήν την ποσότητα αναφοράς– «ποσότητας αλατιού» ( 20 ).
31.
Ακολουθώντας την ίδια λογική, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να αποσοβήσει οιανδήποτε σύγχυση μεταξύ της έννοιας του νατρίου και της έννοιας του αλατιού (ή χλωριούχου νατρίου) όσον αφορά, ειδικότερα, τη διάθεση των φυσικών μεταλλικών νερών στο εμπόριο, η οποία διέπεται από την οδηγία 2009/54 ( 21 ), και την πληροφόρηση των καταναλωτών για τα τρόφιμα, η οποία διέπεται πλέον από τον κανονισμό 1169/2011 ( 22 ).
32.
Τα εν λόγω επιχειρήματα, τα οποία ερείδονται σε γραμματική ερμηνεία, επιρρωννύονται από εκτιμήσεις τελεολογικής φύσεως. Συγκεκριμένα, όπως υπενθυμίζουν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ο κανονισμός 1924/2006 σκοπεί τόσο στην εξασφάλιση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών διατροφής και υγείας όσο και σε υψηλού επιπέδου προστασία των καταναλωτών στον συγκεκριμένο τομέα ( 23 ). Εντούτοις, η πλήρης επίτευξη των σκοπών αυτών είναι, κατά την άποψή μου, δυνατή μόνον εάν, προκειμένου για τους ισχυρισμούς διατροφής οι οποίοι επιτρέπονται δυνάμει της συνδυασμένης εφαρμογής του άρθρου 8 του εν λόγω κανονισμού και του παραρτήματός του, λαμβάνεται υπόψη η συνολική περιεκτικότητα τροφίμου σε νάτριο και όχι μόνο μέρος αυτού –υπό τη μορφή του χλωριούχου νατρίου.
33.
Τέλος, το Συμβούλιο τονίζει ορθώς ότι «ο συνυπολογισμός της συνολικής περιεκτικότητας σε νάτριο, ανεξαρτήτως της πηγής του, αποτελεί μακρά επιστημονική πρακτική στους κόλπους των διεθνών οργανισμών που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τροφίμων» ( 24 ). Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι, «όσον αφορά τον σκοπό μειώσεως της περιεκτικότητας σε νάτριο, τα έγγραφα της ΠΟΕ καθιερώνουν ρητώς ισοδυναμία μεταξύ του επιτραπέζιου αλατιού (χλωριούχου νατρίου) και άλλων πηγών νατρίου, συμπεριλαμβανομένου του όξινου ανθρακικού νατρίου» ( 25 ).
34.
Συνεπώς, εκτιμώ, ότι η έννοια «ισοδύναμη ποσότητα αλατιού» του παραρτήματος του κανονισμού 1924/2006 πρέπει να ερμηνεύεται ως αναφερόμενη στη συνολική ποσότητα του νατρίου που περιέχεται σε τρόφιμο, υπό όλες τις μορφές του, και όχι αποκλειστικώς στο νάτριο που δύναται να ενωθεί με χλωριούχα ιόντα (χλωριούχο νάτριο, κοινώς «επιτραπέζιο αλάτι»).
Β – Επί του ελέγχου του κύρους των οικείων διατάξεων της οδηγίας 2000/13 και της οδηγίας 2009/54 (δεύτερο ερώτημα)
1. Επί του περιεχομένου και του εύρους του υποβληθέντος ερωτήματος
35.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται επικουρικώς. Το εν λόγω ερώτημα υποβάλλεται αποκλειστικώς για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, απαντώντας επί του πρώτου ερωτήματος, αποφανθεί ότι για τον υπολογισμό της ποσότητας αλατιού που είναι «ισοδύναμη» με το ανώτατο όριο νατρίου μέχρι του οποίου επιτρέπεται η χρήση των προβλεπόμενων από τον κανονισμό 1924/2006 ισχυρισμών διατροφής «χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι» και «πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι επιβάλλεται η συνεκτίμηση της συνολικής ποσότητας νατρίου που περιέχεται σε τρόφιμο, ανεξαρτήτως της μορφής υπό την οποία το εν λόγω ανόργανο στοιχείο εμφανίζεται.
36.
Το ερώτημα αυτό προσβλέπει κατ’ ουσίαν σε έλεγχο του κύρους διαφόρων διατάξεων του παράγωγου δικαίου της Ένωσης, για των οποίων τη συμβατότητα, αφενός με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, το οποίο απένειμε δεσμευτική ισχύ στον Χάρτη, αφετέρου, με τα άρθρα 11, παράγραφος 1, και 16 του Χάρτη, αντιστοίχως, περί της ελευθερίας εκφράσεως και πληροφορήσεως και περί της επιχειρηματική ελευθερίας ( 26 ), καθώς και με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, ομοίως περί της ελευθερίας εκφράσεως, εκφράζει αμφιβολίες το αιτούν δικαστήριο ( 27 ).
37.
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι κατά τον υπολογισμό της «ισοδύναμης ποσότητας αλατιού» πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι μορφές νατρίου που περιέχονται σε τρόφιμο, οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13 και εκείνες του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/54, σε συνδυασμό με το παράρτημα III της οδηγίας 2009/54, «ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα της σχέσεως ισοδυναμίας μεταξύ νατρίου και αλατιού που ορίζεται στο παράρτημα του κανονισμού 1924/2006» ( 28 ), θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπέρμετρο περιορισμό των προαναφερθεισών ελευθεριών.
38.
Στο πλαίσιο αυτό, μόνον η Neptune Distribution υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης για τις οποίες γίνεται μνεία με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι αντίθετες προς τις θεμελιώδεις ελευθερίες που προστατεύονται από τα άρθρα 11, 16 και 52 του Χάρτη και από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, στον βαθμό κατά τον οποίο, κατά την ερμηνεία του Cour administrative d’appel de Lyon, οι εν λόγω διατάξεις τής στερούν τη δυνατότητα να προβάλλει ιδιότητες του προϊόντός της μέσω πληροφοριών περί της συνθέσεώς του οι οποίες είναι ακριβείς ( 29 ). Η Γαλλική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εκτιμούν, αντιθέτως, ότι οι οικείες διατάξεις των οδηγιών 2000/13 και 2009/54 δεν προσκρούουν στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 11, παράγραφος 1, και 16 του Χάρτη και, συνεπώς, το κύρος των εν λόγω διατάξεων δεν θίγεται.
39.
Κατ’ αρχάς, τρέφω αμφιβολίες ως προς τη λυσιτέλεια του αιτήματος ελέγχου του κύρους των ανωτέρω διατάξεων, το οποίο διατυπώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο από το αιτούν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, φρονώ ότι δεν είναι εύλογη η άποψη ότι ενδεχόμενη ακυρότητα των εν λόγω διατάξεων της οδηγίας 2000/13 και της οδηγίας 2009/54, η οποία αναδιατυπώνει την οδηγία 80/777, δύναται να απορρέει εκ του γεγονότος ότι διατάξεις άλλης πράξεως, ήτοι του κανονισμού 1924/2006, όπως αυτός ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, δεν προβαίνουν σε διάκριση, εν προκειμένω ως προς τη μορφή του νατρίου που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της περιεκτικότητας τροφίμου σε νάτριο. Είναι, κατά την άποψή μου, όλως ασυνήθης η εν προκειμένω επιχειρούμενη έγερση του ζητήματος του κύρους πράξεως του δικαίου της Ένωσης σε πλαίσιο εντός του οποίου ενδεχόμενη ασυμβατότητα με τον Χάρτη θα ήταν απόρροια του σωρευτικού αποτελέσματος διατάξεων διαφόρων χωριστών νομοθετικών πράξεων. Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι ο έλεγχος του κύρους πράξεως στον οποίο το Δικαστήριο προβαίνει στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής πρέπει κατά κανόνα να βασίζεται επί της πραγματικής και νομικής καταστάσεως η οποία υφίστατο κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω πράξεως ( 30 ).
40.
Επιπροσθέτως, όπως επισημαίνουν η Γαλλική Κυβέρνηση και το Συμβούλιο, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης ( 31 ), το εύρος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος ορίζεται κατά τρόπο εσφαλμένο. Κατά την άποψή μου, επιβάλλεται ο περιορισμός του ελέγχου κύρους που ζητείται από το Δικαστήριο στις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και του παραρτήματος III της οδηγίας 2009/54, των οποίων η συνδυασμένη εφαρμογή είναι η μόνη που δύναται να έχει σημασία εν προκειμένω ( 32 ). Εφόσον το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13, η οποία εισάγει αποκλειστικώς κανόνες «γενικού και οριζοντίου χαρακτήρα» ( 33 ), δεν εισάγει καμία ιδιαίτερη προϋπόθεση όσον αφορά τις αναφορές περί περιεκτικότητας τροφίμου σε νάτριο, οι εκτιμήσεις που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο δεν δύναται να θίξουν το κύρος της εν λόγω διατάξεως.
41.
Εκτιμώ, ως εκ τούτου, ότι επιβάλλεται η αναδιατύπωση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι η ακυρότητα πράξεων του παράγωγου δικαίου της Ένωσης την οποία η Neptune Distribution θεμελιώνει σε ασυμβατότητα με διατάξεις του Χάρτη δεν δύναται να γίνει δεκτή σε πλαίσιο όπως αυτό της υπό κρίση υποθέσεως ( 34 ), τούτο δε ειδικότερα για τους λόγους που ακολουθούν.
2. Επί της δικαιολογήσεως και της αναλογικότητας των επίμαχων περιορισμών
42.
Οι οικείες διατάξεις της οδηγίας 2009/54 συνεπάγονται αναμφιβόλως περιορισμό των κατοχυρούμενων από τα άρθρα 11 και 16 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς περιορίζουν τη δυνατότητα των εταιρειών που εμπορεύονται φυσικά μεταλλικά νερά να αποφασίζουν ελεύθερα για το περιεχόμενο των ισχυρισμών που χρησιμοποιούν στα σχετικά με τα εν λόγω προϊόντα διαφημιστικά μηνύματα.
43.
Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, η κατοχυρούμενη από το άρθρο 16 του Χάρτη επιχειρηματική ελευθερία δεν είναι απόλυτη και, επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης δύναται θεμιτώς να επιβάλλει περιορισμούς στην άσκησή της ( 35 ). Το αυτό ισχύει για την προστατευόμενη από το άρθρο του 11 του Χάρτη ελευθερία εκφράσεως και πληροφορήσεως ( 36 ). Εντούτοις, από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη προκύπτει, αφενός, ότι «[κ]άθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών» και, αφετέρου, ότι «[τ]ηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».
44.
Κατ’ αρχάς, εκτιμώ ότι, εν προκειμένω, οι νομικής προελεύσεως περιορισμοί που απορρέουν από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων δεν θίγουν το ουσιώδες περιεχόμενο της ελευθερίας εκφράσεως και πληροφορήσεως και της επιχειρηματικής ελευθερίας που αναγνωρίζονται αντιστοίχως με τα άρθρα 11 και 16 του Χάρτη. Καίτοι σκοπούσες στη ρύθμιση και στην οριοθέτηση της ασκήσεως των εν λόγω ελευθεριών, ιδίως όσον αφορά τις ενδείξεις περί περιεκτικότητας σε νάτριο που χρησιμοποιούνται στην επισήμανση και τη διαφήμιση των φυσικών μεταλλικών νερών, οι διατάξεις αυτές δεν είναι ικανές να θίξουν «την ίδια την ουσία» των εν λόγω ελευθεριών ( 37 ), καθώς τα πρόσωπα επί των οποίων οι εν λόγω κανόνες τυγχάνουν εφαρμογής διατηρούν τη δυνατότητα εκφράσεώς τους και πληροφορήσεως των καταναλωτών, καθώς και το δικαίωμα ασκήσεως της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας εντός του οριοθετημένου από το δίκαιο της Ένωσης πλαισίου.
45.
Δεύτερον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, συμφώνως προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης το μέτρο που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που η οικεία ρύθμιση επιδιώκει, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ πλειόνων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο περιοριστικό, ενώ η επάχθεια που προκαλείται δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς τους επιδιωκομένους σκοπούς ( 38 ).
46.
Όσον αφορά τους σκοπούς των διατάξεων της οδηγίας 2009/54, επισημαίνω, όπως οι κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι περιορισμοί που οι εν λόγω διατάξεις συνεπάγονται έχουν ως «κύρι[ο] στόχ[ο] […] [την] προστασία της υγείας των καταναλωτών, [την] πρόληψη της παραπληροφόρησης των καταναλωτών και [τη] διασφάλιση θεμιτού εμπορίου» ( 39 ). Η δε «προστασία της ανθρώπινης υγείας» και η «προστασία των καταναλωτών» σε «υψηλό επίπεδο» συνιστούν θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος των οποίων την επίτευξη επιδιώκει η Ένωση, όπως προκύπτει από διάφορες διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ και του Χάρτη ( 40 ).
47.
Όσον αφορά την προστασία της υγείας των καταναλωτών, η σχέση μεταξύ του εν λόγω σκοπού, ο οποίος αποτυπώνεται στο άρθρο 35 του Χάρτη, και της εκδόσεως της οδηγίας 2009/54 προκύπτει με σαφήνεια από το γράμμα των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας και, ειδικότερα, από την προπαρατεθείσα αιτιολογική σκέψη 5 και από το άρθρο 9, παράγραφος 2, αυτής.
48.
Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή τονίζουν ότι η ένδειξη «χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι» (χλωριούχο νάτριο) στην επισήμανση και/ή στη διαφήμιση των φυσικών μεταλλικών νερών θα μπορούσε να εκλαμβάνεται από τους καταναλωτές ως δηλωτική διατροφικού πλεονεκτήματος, μολονότι αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τη συνολική περιεκτικότητα σε νάτριο, παρά τις επιστημονικές απόψεις που συνιστούν μείωση της προσλήψεως νατρίου για λόγους υγείας ( 41 ). Αντιθέτως, η Neptune Distribution επικρίνει το γεγονός ότι οι διατάξεις του παράγωγου δικαίου ουδόλως διακρίνουν μεταξύ, αφενός, χλωριούχου νατρίου του οποίου η υπέρμετρη κατανάλωση είναι προδήλως επιβλαβής για την υγεία και, αφετέρου, του όξινου ανθρακικού νατρίου που περιέχεται σε ορισμένα μεταλλικά νερά. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι «υφίσταται σοβαρή αμφιβολία σε σχέση με την ισοδυναμία μεταξύ της καταναλώσεως νερών πλούσιων σε όξινο ανθρακικό νάτριο και νερών πλούσιων σε χλωριούχο νάτριο, όσον αφορά τους κινδύνους για την υγεία των ατόμων που πάσχουν από υπέρταση και εν γένει του ευρωπαίου καταναλωτή», λαμβανομένων ιδίως υπόψη διαφόρων γνωμοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (στο εξής: EFSA) ( 42 ).
49.
Αφενός, εκτιμώ ότι οι τρέχουσες επιστημονικές γνώσεις επί του ζητήματος αυτού δεν καθιστούν δυνατή τη μετά βεβαιότητας τοποθέτηση επί του επιβλαβέστερου ή μη χαρακτήρα, ιδίως σε σχέση με την αρτηριακή υπέρταση, της υπερβολικής καταναλώσεως νατρίου, αντιστοίχως, υπό την όξινη ανθρακική ή υπό τη χλωριούχο μορφή του ( 43 ). Συνεπώς, κατ’ επιταγήν της αρχής της προφυλάξεως ( 44 ), την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης οφείλει να λαμβάνει υπόψη ( 45 ), ενδείκνυται, κατά την άποψή μου, η επιβολή στους διανομείς φυσικών μεταλλικών νερών της απαγορεύσεως να χρησιμοποιούν ένδειξη η οποία προβάλλει τη χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι (χλωριούχο νάτριο), αλλά αποσιωπά τη συνολική πρόσληψη σε νάτριο η οποία δύναται να επέλθει από την ενδεχομένως υψηλή παρουσία όξινου ανθρακικού νατρίου στα εν λόγω νερά. Ομοίως, είναι, κατά την άποψή μου, αναγκαία η επιβολή στους εν λόγω διανομείς της απαγορεύσεως να επισημαίνουν στις σχετικές με τα προϊόντα τους ενδείξεις, όπως επιθυμεί η Neptune Distribution, τη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των διαφόρων μορφών προσλήψεως του νατρίου, διότι ένας τέτοιος ισχυρισμός δύναται να παραπλανά τους καταναλωτές ως προς τα πιθανά οφέλη που συνεπάγεται για την υγεία τους η κατανάλωση νατρίου υπό μορφές άλλες πλην του επιτραπέζιου αλατιού ( 46 ).
50.
Αφετέρου, από την απόφαση Deutsches Weintor ( 47 ) συνάγεται ότι, μολονότι ένας ισχυρισμός δύναται να είναι αυτός καθ’ εαυτός ακριβής, η απαγόρευσή του είναι θεμιτή οσάκις αυτός χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα. Στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, το Δικαστήριο, επιληφθέν αιτήσεως ελέγχου του κύρους διατάξεων του κανονισμού 1924/2006, ιδίως υπό το πρίσμα του άρθρου 16 του Χάρτη, έκρινε συμβατές με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ τις οικείες διατάξεις, απαγορεύοντας ανεξαιρέτως σε παραγωγό ή έμπορο οίνων να χρησιμοποιεί ισχυρισμό υγείας όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της συγκεκριμένης κύριας δίκης ( 48 ), ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός ενδέχετο να ευσταθεί ( 49 ). Ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε ορθώς ότι είναι αναγκαία η αποτροπή της χρήσεως ενδείξεων που, ενώ ενδεχομένως χαρακτηρίζονται από ακρίβεια, είναι διφορούμενες, στερώντας ως εκ τούτου στους καταναλωτές τη δυνατότητα να καταναλώνουν κατά τρόπο επισταμένο, στην μεν υπόθεση Deutsches Weintor σε σχέση με τα οινοπνευματώδη ποτά, στη δε υπό κρίση υπόθεση σε σχέση με το νάτριο που περιέχεται στα φυσικά μεταλλικά νερά.
51.
Όσον αφορά την πληροφόρηση των καταναλωτών για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά προϊόντων όπως τα φυσικά μεταλλικά νερά, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι ο σεβασμός του εν λόγω σκοπού γενικού συμφέροντος είναι εν προκειμένω στενά συνδεδεμένος με τον σκοπό για τον οποίο έγινε λόγος ανωτέρω, ήτοι εκείνον της προστασίας της ανθρώπινης υγείας, και ότι, ως εκ τούτου, ορισμένες εκ των εκτιμήσεων που εκτέθηκαν ανωτέρω ισχύουν ομοίως ως προς τον εν λόγω σκοπό. Επιπροσθέτως, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι η κατοχυρούμενη από το άρθρο του 11 του Χάρτη ελευθερία εκφράσεως και πληροφορήσεως καταλαμβάνει τις πληροφορίες εμπορικού χαρακτήρα, ιδίως για διαφημιστικούς σκοπούς, όπως στην περίπτωση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ ( 50 ).
52.
Στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρείται ότι, μολονότι τα μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου επικαλούνται εν γένει την αναγκαιότητα προστασίας των καταναλωτών μέσω πληροφοριών που χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και ακρίβεια, διατυπώνουν προτάσεις για απαντήσεις που, καίτοι θεμελιούμενες επί της αυτής βάσεως, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες ( 51 ). Κατά την άποψή μου, δεδομένων των θέσεων που διατυπώνονται από τους προαναφερθέντες διεθνείς οργανισμούς ( 52 ), είναι πράγματι αναγκαία η εκ μέρους των διανομέων φυσικών μεταλλικών νερών παροχή σαφούς και πλήρους πληροφορήσεως περί της συνολικής ποσότητας νατρίου που περιέχεται στα εν λόγω νερά, προκειμένου ο μέσος ενημερωμένος καταναλωτής να μπορεί να επιλέγει εν πλήρει γνώσει μεταξύ του συνόλου των παρεμφερών προϊόντων που του προτείνονται ( 53 ), όπερ σημαίνει ότι δεν πρέπει να δημιουργείται καμία σύγχυση επί του θέματος αυτού, τούτο δε ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η συγκεκριμένη πληροφορία είναι ενδεχομένως αληθής ( 54 ).
53.
Τέλος, όσον αφορά την καταλληλότητα των μέσων που ο νομοθέτης της Ένωσης χρησιμοποιεί για την επίτευξη των δύο προαναφερθέντων σκοπών, η Neptune Distribution υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί στην ελευθερία πληροφορήσεως και στην επιχειρηματική ελευθερία οι οποίοι απορρέουν από τις μνημονευόμενες στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα διατάξεις είναι δυσανάλογες προς τους εν λόγω σκοπούς.
54.
Εντούτοις, συμφώνως προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, «επιβάλλεται να αναγνωριστεί στον κοινοτικό νομοθέτη ευρεία διακριτική ευχέρεια σ’ έναν τομέα όπως ο εν προκειμένω επίμαχος, προκειμένου να προβεί στις πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως επιλογές και στις σύνθετες εκτιμήσεις που απαιτούνται», στοιχείο εκ του οποίου προκύπτει ότι «ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων αυτών είναι περιορισμένος» και ότι «η νομιμότητα μέτρου λαμβανόμενου στον τομέα αυτό μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού» ( 55 ).
55.
Ειδικότερα, ως προς την εκτίμηση ιδιαιτέρως σύνθετων πραγματικών στοιχείων επιστημονικής και τεχνικής φύσεως στο πλαίσιο του καθορισμού της φύσεως και της εκτάσεως των μέτρων που λαμβάνει ο νομοθέτης της Ένωσης, ο δικαστής της Ένωσης δεν δύναται να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των εν λόγω πραγματικών στοιχείων την εκτίμηση των θεσμικών οργάνων, των μόνων στα οποία η Συνθήκη έχει αναθέσει τη συγκεκριμένη αποστολή ( 56 ). Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι «η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές, όσον αφορά το ζήτημα του προσδιορισμού του σημείου της δέουσας ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας εκφράσεως και των προαναφερθέντων στόχων ποικίλλει, για κάθε ένα[ν] από τους σκοπούς που δικαιολογούν τον περιορισμό του δικαιώματος και σύμφωνα με τη φύση των εμπλεκομένων δραστηριοτήτων», ενώ, κατά την άποψή μου, το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται από το Δικαστήριο είναι ευρύτερο όσον αφορά, ειδικότερα, την άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως για εμπορικούς –και, επομένως, οικονομικούς– σκοπούς, μέσω ιδίως διαφημιστικών μηνυμάτων ( 57 ).
56.
Εν προκειμένω, φρονώ ότι, λαμβανομένων υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως των επιστημονικών και τεχνικών δεδομένων η οποία πρέπει να αναγνωρίζεται στον νομοθέτη της Ένωσης στο συγκεκριμένο πεδίο, καθώς και της αναγκαιότητας συνεκτιμήσεως της προαναφερθείσας αρχής της προφυλάξεως ( 58 ), ο νομοθέτης έκρινε ευλόγως ότι οι νομίμως επιδιωκόμενοι από τις επίμαχες διατάξεις της οδηγίας 2009/54 σκοποί δεν ηδύναντο να επιτευχθούν με μετρά λιγότερο περιοριστικά των ελευθεριών τις οποίες επικαλείται εν προκειμένω, στο πλαίσιο εμπορικής διαφημίσεως, η Neptune Distribution.
57.
Επιπροσθέτως, εκτιμώ, όπως η Γαλλική Κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ότι ο περιορισμός των εν λόγω ελευθεριών στην πραγματικότητα μετριάζεται, καθώς οι έμποροι φυσικών μεταλλικών διατηρούν την ελευθερία πληροφορήσεως των καταναλωτών περί της συνθέσεως των εν λόγω νερών και ιδίως περί της χαμηλής περιεκτικότητάς τους σε νάτριο, μέσω της χρήσεως, στην επισήμανση ή στη διαφήμιση αυτών, ενδείξεων οι οποίες επιτρέπονται ρητώς από τον νομοθέτη της Ένωσης, ήτοι των ενδείξεων του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2009/54, ή ενδείξεων οι οποίες ενδεχομένως επιτρέπονται από τους νομοθέτες των κρατών μελών ( 59 ).
58.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, φρονώ ότι, εκδίδοντας τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2009/54, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν υπερέβη τα όρια που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας υπό το πρίσμα των άρθρων 11, 16 και 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.
V – Πρόταση
59.
Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας συλλογιστικής, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει επί των υποβληθέντων από το Conseil d’État (Γαλλία) προδικαστικών ερωτημάτων τις ακόλουθες απαντήσεις:
1)
Η διάταξη του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς επί θεμάτων διατροφής και υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, η οποία ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η χρήση του ισχυρισμού διατροφής «χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι», δεν τυγχάνει εφαρμογής επί των φυσικών μεταλλικών νερών. Αντιθέτως, το εν λόγω παράρτημα απαγορεύει ρητώς τη χρήση του ισχυρισμού «πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι» για τα φυσικά μεταλλικά νερά.
2)
Οι διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και του παραρτήματος III της οδηγίας 2009/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών, είναι ισχυρές.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 404, σ. 9, και διορθωτικό ΕΕ 2007, L 12, σ. 3.
( 3 ) Μολονότι κατά το παρελθόν το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ερμηνεύσει διάφορες διατάξεις του κανονισμού 1924/2006, ουδέποτε εκλήθη να αποφανθεί επί του εν λόγω παραρτήματος.
( 4 ) Νάτριο το οποίο καταλέγεται στον κατάλογο των «θρεπτικών ουσιών» του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1924/2006.
( 5 ) ΕΕ L 109, σ. 29.
( 6 ) ΕΕ L 164, σ. 45. Mε την οδηγία αυτή, η οποία ισχύει από της 16ης Ιουλίου 2009, αναδιατυπώνεται και καταργείται η οδηγία 80/777/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών (ΕΕ L 229, σ. 1).
( 7 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) 1924/2006 και (ΕΚ) 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 304, σ. 18).
( 8 ) Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 6 των προτάσεων.
( 9 ) Το άρθρο R. 112‑7 του κώδικα προστασίας των καταναλωτών μεταφέρει το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/13 στη γαλλική έννομη τάξη. Το εν λόγω άρθρο, υπό την ισχύσασα από της 25ης Νοεμβρίου 2005 έως την 13η Δεκεμβρίου 2014 εκδοχή του, όριζε, στο πρώτο του εδάφιο, ότι «[η] επισήμανση και οι τρόποι κατά τους οποίους αυτή πραγματοποιείται δεν πρέπει να είναι φύσεως τέτοιας ώστε να δημιουργούν σύγχυση στον αγοραστή ή στον καταναλωτή, ιδίως ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και […] τις ιδιότητες, τη σύνθεση», ενώ στο τέταρτο εδάφιό του ότι «[ο]ι απαγορεύσεις ή περιορισμοί που προβλέπονται ανωτέρω ισχύουν ομοίως για τη διαφήμιση και την παρουσίαση των τροφίμων».
( 10 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 11 των προτάσεων. Οι δύο αυτοί ισχυρισμοί επιτρέπονται μόνον εφόσον το προϊόν περιέχει νάτριο σε ποσότητα η οποία δεν υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια (αντιστοίχως «0,12 g» και «0,04 g» νατρίου «ανά 100 g ή ανά 100 ml») ή «ισοδύναμη ποσότητα αλατιού».
( 11 ) Η Neptune Distribution υποστηρίζει ότι οιαδήποτε άλλη μέθοδος υπολογισμού της ισοδύναμης ποσότητας αλατιού θα αντενδείκνυτο, διότι στα φυσικά μεταλλικά νερά το νάτριο ενώνεται κατά βάση με το διττανθρακικό και μόνον ένα μικρό μέρος του νατρίου ενώνεται με το χλώριο για να σχηματίσει άλας.
( 12 ) Το πρακτικό αποτέλεσμα της τελευταίας αυτής ερμηνείας θα ήταν ότι ο διανομέας φυσικού μεταλλικού νερού χαμηλής μεν περιεκτικότητας σε χλωριούχο νάτριο, πλην όμως υψηλής περιεκτικότητας σε όξινο ανθρακικό νάτριο, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένδειξη περί χαμηλής περιεκτικότητας του προϊόντος του σε αλάτι (ή χλωριούχο νάτριο), καθόσον, ακόμη και αν θεωρείτο ακριβής, μια τέτοια ένδειξη θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στους αγοραστές ως προς τη συνολική περιεκτικότητα του εν λόγω νερού σε νάτριο.
( 13 ) Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης, τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκριναν ότι η απόφαση με την οποία απαγορεύθηκαν οι επίμαχες ενδείξεις θεμελιωνόταν εσφαλμένως στον κανονισμό 1924/2006, αλλά ότι η απόφαση αυτή μπορούσε να δικαιολογηθεί δυνάμει της οδηγίας 80/777, νυν οδηγίας 2009/54. Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν αμφισβητεί την εν λόγω ανάλυση, υποβάλλει εντούτοις το πρώτο προδικαστικό ερώτημά του διότι εκτιμά ότι οι διατάξεις που, κατά την άποψή του, τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής –ήτοι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/54 και το παράρτημα III αυτής– πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της έννοιας «ισοδύναμη ποσότητα αλατιού» του παραρτήματος του κανονισμού 1924/2006 (βλ., κατωτέρω, σημείο 37 των προτάσεων).
( 14 ) Όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού. Για τις διαφορές μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών ισχυρισμών και τη διάρθρωση των συναφών με αυτούς διατάξεων, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Ehrmann (C‑609/12, EU:C:2014:252, σκέψεις 25 επ.).
( 15 ) Η Ελληνική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι δεν δύναται επ’ ουδενί να υποστηριχθεί ότι η έννοια του ισχυρισμού διατροφής κατά τον κανονισμό 1924/2006 διαφέρει της έννοιας της επισημάνσεως η οποία διέπεται από την οδηγία 2009/54, καθώς πρόκειται κατά βάση για την προστασία των αυτών εννόμων συμφερόντων, ήτοι τόσο της υγείας και των καταναλωτών όσο και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του υγιούς ανταγωνισμού.
( 16 ) Ειδική αντιμετώπιση επιφυλάσσουν στα φυσικά μεταλλικά νερά ομοίως η οδηγία 2000/13 (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ), καθώς και ο κανονισμός 1169/2011, ο οποίος αντικαθιστά την εν λόγω οδηγία (βλ. τις διατυπούμενες στα άρθρα 7 και 29 και στο παράρτημα V του εν λόγω κανονισμού επιφυλάξεις υπέρ των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που αφορούν ειδικώς τα φυσικά μεταλλικά νερά).
( 17 ) Από τη συνδυασμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων της οδηγίας 2009/54 προκύπτει ότι η ένδειξη «κατάλληλο για δίαιτα πτωχή σε νάτριο» δύναται να χρησιμοποιείται για τα φυσικά μεταλλικά νερά των οποίων «η περιεκτικότητα σε νάτριο είναι κατώτερη από 20 mg/l», κριτήριο το οποίο δεν παραπέμπει σε ενδεχόμενη ισοδύναμη ποσότητα αλατιού. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω ένδειξη, της οποίας το περιεχόμενο είναι απολύτως σαφές για τον μέσο καταναλωτή, δεν συνδέεται μόνο με σχετική τιμή δόσεως νατρίου, αλλά, με αναφορά στη συγκεκριμένη δίαιτα, με απόλυτη τιμή της εν λόγω δόσεως.
( 18 ) Τούτο εξηγείται επίσης από το χημικό δεδομένο ότι τα φυσικά μεταλλικά νερά δεν περιέχουν αλάτι (χλωριούχο νάτριο) αυτό καθ’ εαυτό. Όπως τόνισαν η Γαλλική Κυβέρνηση και το Συμβούλιο, τα εν λόγω νερά ενδέχεται να περιέχουν τα ανόργανα στοιχεία νάτριο, διττανθρακικά και χλωριούχα αποκλειστικώς κατά τρόπο μεμονωμένο και όχι τις ενώσεις που τα στοιχεία αυτά δύνανται να σχηματίζουν, όπως το όξινο ανθρακικό νάτριο ή το χλωριούχο νάτριο, διότι τα ιόντα εκάστου εκ των εν λόγω στοιχείων βρίσκονται διαλυμένα στα εν λόγω υγρά.
( 19 ) Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τοποθετήθηκαν μόνον επί της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Εντούτοις, ορισμένα σημεία των παρατηρήσεών τους προσφέρουν διαφωτιστικά στοιχεία και για το πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
( 20 ) Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 10 των προτάσεων.
( 21 ) Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω οδηγία αναφέρεται αποκλειστικώς στο «νάτριο» που περιέχεται στα εν λόγω νερά (βλ. παράρτημα III).
( 22 ) Κατά την αιτιολογική σκέψη 37 του κανονισμού 1169/2011, προκειμένου «ο τελικός καταναλωτής [να] κατανοεί εύκολα τις πληροφορίες που παρέχονται στην επισήμανση […] είναι σκόπιμο να χρησιμοποιείται στην επισήμανση ο όρος “αλάτι” αντί του αντίστοιχου όρου της θρεπτικής ουσίας του “νατρίου”». Επιπροσθέτως, το παράρτημα I, σημείο 11, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει, στο πλαίσιο της «διατροφικής δηλώσεως» που επιβάλλεται από αυτόν, ότι «το ισοδύναμο περιεκτικότητας σε αλάτι [πρέπει να υπολογίζεται] με τον τύπο: αλάτι = νάτριο × 2,5», ενώ το έγγραφο της Eπιτροπής με τίτλο «Ερωτήσεις και απαντήσεις επί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 1169/2011», με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 2013, προσθέτει ότι πρέπει να λαμβάνεται συναφώς υπόψη «η συνολική ποσότητα νατρίου στο τρόφιμο» (βλ. σημείο 3.25).
( 23 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 9 και 10 και άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, καθώς και σημείο 6 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως [COM(2003) 424 τελικό], η οποία οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού αυτού.
( 24 ) Το Συμβούλιο μνημονεύει, μεταξύ άλλων, κατευθυντήριες γραμμές του Codex Alimentarius –κοινού οργάνου του Οργανισμού Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) και της Παγκόσμιας Οργανώσεως Υγείας (ΠΟΕ)–, εκ των οποίων οι μεν «αφορούν τη διατροφική επισήμανση» (CAC/GL 2‑1985, όπως αναθεωρήθηκαν το 2013), οι δε «τη χρήση ισχυρισμών διατροφής και υγείας» (CAC/GL 23‑1997, όπως αναθεωρήθηκαν το 2004). Επισημαίνεται ότι η αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 1924/2006 αναφέρεται ρητώς στις κατευθυντήριες γραμμές για τη χρήση των ισχυρισμών διατροφής και υγείας.
( 25 ) Το Κοινοβούλιο παραθέτει, μεταξύ άλλων, έγγραφο της ΠΟΕ με τίτλο «Réduire les apports en sel au niveau des populations, Rapport du forum et de la réunion technique OMS 5‑7 octobre 2006, Paris, France» (διαθέσιμο στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: ), με το οποίο διευκρινίζεται ότι, «[κ]ατά την έννοια […] της παρούσας εκθέσεως, […] ο όρος αλάτι χρησιμοποιείται αδιακρίτως τόσο για την πρόσληψη νατρίου όσο και για την πρόσληψη χλωριούχου νατρίου. Ο όρος μείωση της προσλήψεως αλατιού δηλώνει τη μείωση της συνολικής προσλήψεως νατρίου προερχόμενου από όλες τις διατροφικές πηγές» (σ. 3, η έμφαση στο πρωτότυπο).
( 26 ) Περί του περιεχομένου της εν λόγω ελευθερίας, βλ. «Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), οι οποίες –συμφώνως προς τα άρθρα 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και 52, παράγραφος 7, του Χάρτη– πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία του Xάρτη.
( 27 ) Από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη προκύπτει ότι, στον βαθμό κατά τον οποίο αυτός προβλέπει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα κατοχυρούμενα από την ΕΣΔΑ, η έννοια και το εύρος των δικαιωμάτων αυτών ταυτίζονται με εκείνα που τους αποδίδει η εν λόγω σύμβαση, χωρίς πάντως η αρχή αυτή να εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία. Διευκρινίζεται ότι η εν λόγω διάταξη έχει σημασία προκειμένου για το άρθρο 11 του Χάρτη, του οποίου το περιεχόμενο αντιστοιχεί σε εκείνο του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, και όχι για το άρθρο 6 του Χάρτη, του οποίου ομόλογο άρθρο δεν απαντά στην ΕΣΔΑ.
( 28 ) Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί την εν λόγω «σχέση ισοδυναμίας» επισημαίνοντας ότι, προκειμένου να καθορίσει τα όρια μέχρι των οποίων επιτρέπονται οι ισχυρισμοί «χαμηλή [ή] πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο/αλάτι», το παράρτημα του κανονισμού 1924/2006 αναφέρεται, αδιακρίτως, στην περιεκτικότητα τροφίμου σε νάτριο ή σε «ισοδύναμη ποσότητα αλατιού».
( 29 ) Εφόσον ένα φυσικό μεταλλικό νερό δεν δύναται να περιέχει χλωριούχο νάτριο (αλάτι), αλλά αποκλειστικώς μεμονωμένα χλωριούχα ή νατριούχα ιόντα (βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 18 των προτάσεων), εκτιμώ ότι οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης ενδείξεις είναι ανακριβείς.
( 30 ) Βλ. απόφαση SAM Schiffahrt και Stapf (C‑248/95 και C‑249/95, EU:C:1997:377, σκέψη 46).
( 31 ) Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ορθώς ότι οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν αποκλειστικώς το κύρος της απαγορεύσεως αναφοράς της χαμηλής περιεκτικότητας σε αλάτι ή χλωριούχο νάτριο φυσικού μεταλλικού νερού πλούσιου σε όξινο ανθρακικό νάτριο και όχι το κύρος της γενικής απαγορεύσεως επισημάνσεως ικανής να παραπλανήσει τον καταναλωτή ή αποδίδουσας σε τρόφιμο δράση ή ιδιότητες που το τρόφιμο αυτό δεν διαθέτει.
( 32 ) Εκτιμώ ότι πεπλανημένως το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στην παράγραφο 1 και στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου 9, καθώς μόνον το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 παραπέμπει στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 2009/54, το μόνο που περιέχει τις επιτρεπόμενες ενδείξεις και τα κριτήρια εφαρμογής τους, τα οποία αποτελούν στην πραγματικότητα αντικείμενο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
( 33 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 της οδηγίας 2000/13. Κατά την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2009/54, η οδηγία αυτή εισάγει «τ[α] συμπληρ[ώματα] και τ[ις] αποκλίσε[ις]» που απαιτούνται σε σχέση με τους «γενικούς κανόνες» της οδηγίας 2000/13.
( 34 ) Χάριν συγκρίσεως, υπενθυμίζεται η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Digital Rights Ireland κ.λπ. (C‑293/12 και C‑594/12, EU:C:2014:238), στο πλαίσιο της οποίας τα διακυβεύματα των παρεμβάσεων που οδήγησαν το Δικαστήριο να κηρύξει ανίσχυρη, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, την οδηγία την οποία αφορούσε η εν λόγω υπόθεση ήταν εντελώς διαφορετικής σπουδαιότητας.
( 35 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στην υπόθεση Deutsches Weintor (C‑544/10, EU:C:2012:189, σκέψεις 66 επ.), καθώς και απόφαση Sky Österreich (C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 36 ) Βλ. αποφάσεις Schmidberger (C‑112/00, EU:C:2003:333, σκέψη 79) και Damgaard (C‑421/07, EU:C:2009:222, σκέψη 26). Με τις προαναφερθείσες επεξηγήσεις σχετικά με το άρθρο 11 του Xάρτη διευκρινίζεται ότι οι νομικοί περιορισμοί που επιβάλλονται στην κατοχυρούμενη από τον Χάρτη ελευθερία εκφράσεως πρέπει να είναι σύμφωνοι με τους όρους του άρθρου 10, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ.
( 37 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Karlsson κ.λπ. (C‑292/97, EU:C:2000:202, σκέψεις 45 επ.)· Deutsches Weintor (C‑544/10, EU:C:2012:526, σκέψεις 54 και 57), καθώς και Digital Rights Ireland κ.λπ. (C‑293/12 και C‑594/12, EU:C:2014:238, σκέψεις 39 και 40).
( 38 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Schaible (C-101/12, EU:C:2013:661, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2009/54.
( 40 ) Σε συνέχεια των άρθρων 9 και 12 ΣΛΕΕ (γενικές διατάξεις εφαρμογής) και του άρθρου 114, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών), τα άρθρα 168, παράγραφος 1, και 169, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ επιβεβαιώνουν ότι, «κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου», καθώς και «υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή»· πρόκειται για διατάξεις των οποίων το περιεχόμενο ήρθη στην τάξη των «αρχών» αντιστοίχως προς τα άρθρα 35 και 38 του Χάρτη (βλ. προαναφερθείσες «Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη»).
( 41 ) Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι τα πορίσματα διεθνών ερευνών που έχουν στη διάθεσή τους διάφορες υγειονομικές αρχές, ιδίως η ΠΟΕ, συγκλίνουν σε άμεση συσχέτιση της υπερβολικής προσλήψεως νατρίου με τους κινδύνους αρτηριακής υπερτάσεως καθώς και με τις συνδεόμενες με τους εν λόγω κινδύνους καρδιαγγειακές και νεφρικές παθήσεις.
( 42 ) Κατά την απόφαση περί παραπομπής, από τα στοιχεία της εθνικής δικογραφίας και, ιδίως, από γνωμοδότηση της EFSA της 21ης Απριλίου 2005 προκύπτει ότι η αύξηση της αρτηριακής πιέσεως αποτελεί το κύριο ανεπιθύμητο αποτέλεσμα που συσχετίζεται με αυξημένη πρόσληψη νατρίου. Μολονότι υπεύθυνο θεωρείται κατά κύριο λόγο το νάτριο αυτό καθ’ εαυτό, ρόλο στην αύξηση της αρτηριακής πιέσεως που συνδέεται με την υψηλή πρόσληψη άλατος διαδραματίζουν και τα χλωριούχα ιόντα. Διάφορες μελέτες συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι δίαιτα πλούσια σε όξινο ανθρακικό νάτριο δεν συνεπάγεται για τα άτομα που πάσχουν από υπέρταση ανεπιθύμητο αποτέλεσμα όμοιο με εκείνο που προκαλεί δίαιτα πλούσια σε χλωριούχο νάτριο. Σε γνωμοδότηση που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2011 η EFSA αρνήθηκε να συμπεριλάβει στον προβλεπόμενο από το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 κατάλογο των εγκεκριμένων ισχυρισμών υγείας τον ισχυρισμό ότι το όξινο ανθρακικό νάτριο δεν επιφέρει ανεπιθύμητο αποτέλεσμα επί της αρτηριακής πιέσεως, με την αιτιολογία ότι η προσκομισθείσα προς στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού μελέτη δεν παρείχε επαρκή μεθοδολογικά εχέγγυα, πλην όμως, κατά το αιτούν δικαστήριο, εκ μόνου του εν λόγω στοιχείου δεν δύναται ομοίως να συναχθεί μετά βεβαιότητας ότι το όξινο ανθρακικό νάτριο πρέπει να θεωρείται ως δυνάμενο να προκαλέσει ή να επιδεινώσει την υπέρταση με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό με το χλωριούχο νάτριο.
( 43 ) Το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από τη Neptune Distribution άρθρου (Dr Helwig, J.‑J., «À l’instar du chlorure de sodium, le bicarbonate de sodium doit‑il être considéré comme pouvant induire ou aggraver l’hypertension artérielle?», Médecine et nutrition, 2008, τόμος 44, τεύχος 1, σ. 29 έως 37) δεν είναι, κατά την άποψή μου, καθοριστικής σημασίας επ’ αυτού, καθώς δεν αποδεικνύεται ούτε ότι η εν λόγω δημοσίευση προέρχεται από έγκριτη επιστημονική αρχή ούτε ότι αυτή αντικατοπτρίζει τρέχουσα ομοφωνία της ιατρικής κοινότητας επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας επισημαίνει ότι το εν λόγω άρθρο «δεν φιλοδοξεί να απαντήσει [στο] ερώτημα [που διατυπώνεται με τον τίτλο του], αλλά μάλλον να επιχειρήσει μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική αποτίμηση των πειραματικών δεδομένων που παρήχθησαν στο συγκεκριμένο πεδίο […] κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες».
( 44 ) Εκ της εν λόγω αρχής, όπως αυτή ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι, «όταν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή την έκταση κινδύνων για την υγεία των προσώπων, μπορούν να ληφθούν μέτρα προστασίας χωρίς να απαιτείται αναμονή μέχρις ότου αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό και η σοβαρότητα των κινδύνων αυτών» και ότι αρκεί ότι «εξακολουθεί να πιθανολογείται η επέλευση πραγματικής βλάβης για τη δημόσια υγεία στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία ο κίνδυνος αυτός θα επερχόταν» (απόφαση Acino κατά Επιτροπής, C‑269/13 P, EU:C:2014:255, σκέψεις 57 και 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), υπό το πρίσμα ιδίως «των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας» (απόφαση Afton Chemical, C‑343/09, EU:C:2010:419, σκέψη 60).
( 45 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alliance for Natural Health κ.λπ. (C‑154/04 και C‑155/04, EU:C:2005:449, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 46 ) Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ορθώς ότι ένδειξη η οποία εξαίρει τη χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι (χλωριούχο νάτριο) φυσικού μεταλλικού νερού κατά τα λοιπά πολύ πλούσιου σε όξινο ανθρακικό νάτριο δύναται να συγκαλύπτει την υψηλή περιεκτικότητα ενός τέτοιου νερού σε νάτριο και, συνεπώς, να ωθεί σε υπερβολική κατανάλωση του εν λόγω νερού ικανή να οδηγεί σε υπέρβαση του συνιστώμενου από την ΠΟΕ ορίου ημερήσιας προσλήψεως.
( 47 ) C‑544/10, EU:C:2012:526.
( 48 ) Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι στο εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας» του εν λόγω κανονισμού, η χρήση του οποίου κατά κανόνα απαγορεύεται για τα οινοπνευματώδη ποτά, εμπίπτει ένδειξη όπως «εύπεπτος» η οποία συνοδεύεται από αναφορά σε μειωμένη περιεκτικότητα σε οξέα, ουσίες τις οποίες σημαντικός αριθμός καταναλωτών θεωρεί επιβλαβείς (όπ.π., σκέψη 41).
( 49 ) Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δύναται να είναι ακριβής, ο επίμαχος ισχυρισμός αποδεικνύεται ελλιπής και, συνεπώς, διφορούμενος, αν όχι παραπλανητικός, καθώς, ενώ αυτός προβάλλει τον εύπεπτο χαρακτήρα του συγκεκριμένου οίνου, αποσιωπά το γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία της πέψεως ουδόλως αποσοβεί ή περιορίζει τους συμφυείς με την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών κινδύνους (όπ.π., σκέψεις 50 επ.). Ομοίως, με την απόφαση Teekanne (C‑195/14, EU:C:2015:361, σκέψεις 36 έως 41), το Δικαστήριο τόνισε ότι η επισήμανση ενός τροφίμου, συνολικώς θεωρούμενη, ενδέχεται να παραπλανά τον μέσο καταναλωτή παρά το γεγονός ότι ο κατάλογος των συστατικών που το εν λόγω τρόφιμο περιέχει είναι ακριβής.
( 50 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑380/03, EU:C:2006:772, σκέψη 155) και Damgaard (C‑421/07, EU:C:2009:222, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και ΕΔΔΑ, απόφαση Hachette Filipacchi Presse Automobile και Dupuy κατά Γαλλίας της 5ης Μαρτίου 2009 (προσφυγή υπ’ αριθ. 13353/05, § 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 51 ) Συγκεκριμένα, η Neptune Distribution επισημαίνει ότι η διάδοση μιας –κατά δήλωση της ιδίας– ακριβούς πληροφορίας (βλ. τις επιφυλάξεις που εκφράσθηκαν ανωτέρω, με την υποσημείωση 29 των προτάσεων) σχετικής με τη σύνθεση φυσικού μεταλλικού νερού πλούσιου σε όξινο ανθρακικό νάτριο αλλά χαμηλής περιεκτικότητας σε χλωριούχο νάτριο συμβάλλει στην προστασία των καταναλωτών, βοηθώντας τους να επιλέξουν σωστά τα στοιχεία της διατροφής τους, ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι προβλεπόμενοι από τις οδηγίες 2000/13 και 2009/54 περιορισμοί επί ενδείξεων όπως αυτές τις υποθέσεως της κύριας δίκης είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι προκειμένου οι καταναλωτές να προβαίνουν σε επισταμένη επιλογή ανταποκρινόμενη αποτελεσματικότερα στις διατροφικές τους ανάγκες.
( 52 ) Πρόκειται κατά κύριο λόγο για τις γνωμοδοτήσεις της ΠΟΕ και της EFSA για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω, με τις υποσημειώσεις 25 και 42 των προτάσεων.
( 53 ) Μολονότι ο κανονισμός 1169/2011 δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω (βλ., ανωτέρω, σημείο 7 των προτάσεων), κρίνεται σκόπιμο να τονισθεί ότι η αναγκαιότητα λήψεως μέριμνας για πληροφόρηση των καταναλωτών κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ούτως ώστε να παρέχεται σε αυτούς η δυνατότητα να «επιλέγουν» τα τρόφιμά τους «ενήμεροι», απαντά κατ’ επανάληψη στον εν λόγω κανονισμό, ιδίως προκειμένου για διατροφικά στοιχεία όπως το νάτριο (βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 3, 4, 10, 34, 36 και 37, καθώς και άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4). Βλ. επίσης Λευκή Βίβλο της Επιτροπής με τίτλο «Ευρωπαϊκή Στρατηγική για θέματα υγείας που έχουν σχέση με τη Διατροφή, το Υπερβολικό Βάρος και την Παχυσαρκία» [COM(2007) 279 τελικό, σ. 5 επ.]
( 54 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 50 των προτάσεων και, αντιστοίχως, ΕΔΔΑ, απόφαση Markt intern Verlag GmbH και Klaus Beermann κατά Γερμανίας της 20ής Νοεμβρίου 1989 (αριθ. προσφυγής 10572/83, σειρά A αριθ. 165, § 35).
( 55 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Alliance for Natural Health κ.λπ. (C‑154/04 και C‑155/04, EU:C:2005:449, σκέψη 52)· Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑380/03, EU:C:2006:772, σκέψη 145 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και Etimine (C‑15/10, EU:C:2011:504, σκέψη 125 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· η υπογράμμιση δική μου.
( 56 ) Βλ. αποφάσεις Nickel Institute (C-14/10, EU:C:2011:503, σκέψη 60), καθώς και Gottwald (C‑15/10, EU:C:2011:504, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 57 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑380/03, EU:C:2006:772, σκέψη 155) και Damgaard (C‑421/07, EU:C:2009:222, σκέψη 27), καθώς και τις προτάσεις μου στην υπόθεση Novo Nordisk (C‑249/09, EU:C:2010:616, σημεία 46 επ.). Ομοίως, το ΕΔΔΑ ασκεί την εξουσία του ελέγχου κατά τρόπο οριοθετημένο και καταλείπει περιθώριο εκτιμήσεως του οποίου το εύρος ποικίλει σε συνάρτηση με τις μορφές ασκήσεως της ελευθερίας εκφράσεως και των πλαισίων τους, ενώ το περιθώριο που καταλείπεται είναι σαφώς ευρύτερο στο εμπορικό πεδίο (βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, αποφάσεις Ahmed και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφυγής 22954/93, § 61, CEDH 1998‑VI, και Remuszko κατά Πολωνίας της 16ης Ιουλίου 2013, αριθ. προσφυγής 1562/10, § 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 58 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 49 των προτάσεων.
( 59 ) Συναφώς, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι οι προβλεπόμενες από το εν λόγω παράρτημα ΙΙΙ ενδείξεις καθιστούν δυνατή την πληροφόρηση του καταναλωτή τόσο ως προς τη γενική περιεκτικότητα του φυσικού μεταλλικού νερού σε ανόργανα στοιχεία (βλ., επί παραδείγματι, την ένδειξη «πλούσιο σε ανόργανα άλατα») όσο και ως προς τα χαρακτηριστικά στοιχεία του νερού (βλ., επί παραδείγματι, τις ενδείξεις «όξινο ανθρακικό», «χλωριούχο ή περιέχει χλώριο» και «νατριούχο ή περιέχει νάτριο») ή την ικανότητα του νερού να ενδείκνυται για ειδική δίαιτα (μέσω της ενδείξεως »κατάλληλο για δίαιτα πτωχή σε νάτριο, η οποία είναι, κατά την άποψή μου, η πλέον ενδεδειγμένη, οσάκις η περιεκτικότητα του οικείου φυσικού μεταλλικού νερού σε νάτριο είναι χαμηλότερη των 20 mg/l, όπως απαιτείται από τη συγκεκριμένη διάταξη). Τα εν λόγω θεσμικά όργανα προσθέτουν ορθώς ότι το γεγονός ότι κανένα εκ των κρατών μελών δεν έκανε χρήση της –παρεχόμενης από το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2009/54– δυνατότητας καθιερώσεως ενδείξεων πέραν εκείνων του καταλόγου του παραρτήματος ΙΙΙ καταδεικνύει συγκεκριμένα ότι η επικρινόμενη κανονιστική ρύθμιση είναι αυτή καθ’ εαυτή ικανή να εξασφαλίζει τη χρήσιμη πληροφόρηση του καταναλωτή εκ μέρους των εμπόρων φυσικών μεταλλικών νερών. Επιπροσθέτως, το Κοινοβούλιο τονίζει ορθώς ότι η εν λόγω ευχέρεια συνιστά στοιχείο ευελιξίας το οποίο επιβεβαιώνει ότι το καθιερωθέν από τον νομοθέτη της Ένωσης έννομο καθεστώς είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.
Full & Egal Universal Law Academy