ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 11ης Ιουνίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑160/14
João Filipe Ferreira da Silva e Brito κ.λπ.
κατά
Estado português
[αίτηση του Varas Cíveis de Lisboa (Πορτογαλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προσέγγιση των νομοθεσιών — Μεταβίβαση επιχειρήσεως — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων — Υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος — Παράβαση του δικαίου της Ένωσης από εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου — Εθνική νομοθεσία που θέτει ως προϋπόθεση για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω τέτοιας παραβάσεως την προηγούμενη ακύρωση της ζημιογόνου αποφάσεως»
1.
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, αφενός, την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων ( 2 ), και, αφετέρου, το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και τη νομολογία του Δικαστηρίου περί της ευθύνης των κρατών μελών σε περίπτωση παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης.
2.
Τα ερωτήματα που υποβάλλει το Varas Cíveis de Lisboa (Πορτογαλία) ανέκυψαν στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε ο J. F. Ferreira da Silva e Brito και άλλοι ενάγοντες κατά του Estado português (Πορτογαλικού Δημοσίου) λόγω φερόμενης παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης αποδιδόμενης στο Supremo Tribunal de Justiça.
3.
Για την εξέταση του πρώτου ερωτήματος θα χρειαστεί να ερμηνευθεί, με γνώμονα τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, ο όρος «μεταβίβαση εγκατάστασης» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας. Η πρόταση στην οποία θα καταλήξω είναι ότι, αντιθέτως προς τη λύση που ακολούθησε το Supremo Tribunal de Justiça, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «μεταβίβαση εγκατάστασης» καλύπτει κατάσταση στην οποία επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην αγορά ναυλωμένων πτήσεων λύεται με απόφαση του πλειοψηφούντος μετόχου της, ο οποίος είναι επίσης επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της αεροπλοΐας, και στην οποία, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως της πρώτης, η μητρική εταιρία:
—
αναλαμβάνει τη θέση της λυθείσας εταιρίας στις συμβάσεις μισθώσεως αεροσκαφών και στις ισχύουσες συμβάσεις ναυλωμένων πτήσεων που έχουν συναφθεί με γραφεία ταξιδίων,
—
ασκεί τη δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε η λυθείσα εταιρία,
—
επαναπροσλαμβάνει ορισμένους από τους εργαζομένους που απασχολούνταν έως τότε στη λυθείσα εταιρία και τους αναθέτει όμοια καθήκοντα και
—
λαμβάνει στοιχεία ελαφρού εξοπλισμού από τη λυθείσα εταιρία.
4.
Στη συνέχεια, στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου ερωτήματος, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου, όπως το Supremo Tribunal de Justiça, υποχρεούται, υπό περιστάσεις ανάλογες με αυτές της κύριας δίκης, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
5.
Τέλος, στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου ερωτήματος, θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως η νομολογική θέση που διαμορφώθηκε με την απόφαση Köbler ( 3 ), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντίκειται σε εθνικό καθεστώς σχετικό με την ευθύνη του Δημοσίου, το οποίο εξαρτά το δικαίωμα αποζημιώσεως από την προηγούμενη ακύρωση της αποφάσεως που προκάλεσε τη ζημία.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
6.
Με την οδηγία κωδικοποιήθηκε η οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων ( 4 ), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 ( 5 ).
7.
Η αιτιολογική σκέψη 8 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Η ασφάλεια και η διαφάνεια του δικαίου απαίτησαν να διευκρινιστεί η έννοια της μεταβίβασης με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διευκρίνιση αυτή δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187 […], σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου».
8.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«α)
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.
β)
Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου α) και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.»
9.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ορίζει:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο]».
Β — Το πορτογαλικό δίκαιο
10.
Το άρθρο 13 του καθεστώτος εξωσυμβατικής αστικής ευθύνης του Δημοσίου και άλλων δημόσιων φορέων ( 6 ), το οποίο εισήγαγε ο νόμος 67/2007 (Lei que aprova o Regime da Responsabilidade Civil Extracontractual do Estado e Demais Entidades Públicas), της 31ης Δεκεμβρίου 2007 ( 7 ), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 31/2008, της 17ης Ιουλίου 2008 ( 8 ), προβλέπει τα εξής:
«1. Επιφυλασσομένων των περιπτώσεων άδικης ποινικής καταδίκης και αδικαιολόγητης στερήσεως της ελευθερίας, το Δημόσιο υπέχει αστική ευθύνη για τις ζημίες που απορρέουν από τις προδήλως αντισυνταγματικές ή παράνομες ή αναιτιολόγητες δικαστικές αποφάσεις λόγω πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
2. Η αίτηση αποζημιώσεως πρέπει να θεμελιώνεται στην προηγούμενη ακύρωση της βλαπτικής αποφάσεως από το αρμόδιο δικαστήριο.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1993 λύθηκε η Air Atlantis SA (στο εξής: AIA), εταιρία που ιδρύθηκε το 1985 και δραστηριοποιούνταν στον τομέα των μη τακτικών αεροπορικών μεταφορών (ναυλωμένων πτήσεων). Στο πλαίσιο αυτό, οι ενάγοντες της κύριας δίκης απολύθηκαν ομαδικά.
12.
Από την 1η Μαΐου 1993, η εταιρία Transportes Aéreos Portugueses (στο εξής: TAP), πλειοψηφούσα μέτοχος της AIA, άρχισε να εκτελεί μέρος των πτήσεων που είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει η AIA για την περίοδο από την 1η Μαΐου έως τις 31 Οκτωβρίου 1993. Η TAP πραγματοποίησε επίσης ορισμένες ναυλωμένες πτήσεις, αγορά στην οποία δεν είχε δραστηριοποιηθεί μέχρι τότε, καθόσον επρόκειτο για δρομολόγια που εξυπηρετούσε προηγουμένως η ΑΙΑ. Προς τον σκοπό αυτόν, η TAP χρησιμοποίησε μέρος του εξοπλισμού που χρησιμοποιούσε η ΑΙΑ για τις δραστηριότητές της, και ιδίως τέσσερα αεροσκάφη. Η TAP ανέλαβε επίσης την υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων που αντιστοιχούσαν στις συμβάσεις χρηματοδοτικής μισθώσεως των αεροσκαφών, ενώ άρχισε να κάνει χρήση του εξοπλισμού γραφείου της ΑΙΑ, ο οποίος χρησιμοποιούνταν στις εγκαταστάσεις της στη Λισσαβώνα (Πορτογαλία) και στο Φάρο (Πορτογαλία), καθώς και άλλων ενσώματων αγαθών. Επίσης, η TAP προσέλαβε ορισμένους πρώην εργαζομένους της ΑΙΑ.
13.
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες της κύριας δίκης άσκησαν ενώπιον του tribunal de trabalho de Lisboa (εργατοδικείου της Λισσαβώνας, Πορτογαλία) αγωγή κατά της ομαδικής απολύσεως ζητώντας την επαναπρόσληψή τους στην TAP και την καταβολή αποδοχών.
14.
Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2007, το tribunal de trabalho de Lisboa δέχθηκε εν μέρει το αίτημα ακυρώσεως της ομαδικής απολύσεως διατάσσοντας την επαναπρόσληψη των εναγόντων της κύριας δίκης στις αντίστοιχες κατηγορίες και την καταβολή αποζημιώσεως. Αιτιολογώντας την απόφασή του, το tribunal de trabalho de Lisboa ανέφερε ότι, εν προκειμένω, συνάγεται ότι υπάρχει μεταβίβαση εγκαταστάσεως, τουλάχιστον εν μέρει, καθόσον διατηρείται η ταυτότητα της εγκαταστάσεως και συνεχίζεται η ίδια δραστηριότητα, με αποτέλεσμα η TAP να υποκαθιστά τον προηγούμενο εργοδότη στις συμβάσεις εργασίας.
15.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείου της Λισσαβώνας) το οποίο, με απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2008, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που διέτασσε την επαναπρόσληψη των εναγόντων της κύριας δίκης από την TAP και την καταβολή αποζημιώσεων, καθόσον διαπίστωσε ότι το δικαίωμα προσβολής της ομαδικής απολύσεως είχε αποσβεσθεί και ότι δεν υφίστατο μεταβίβαση εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως μεταξύ ΑΙΑ και TAP.
16.
Κατόπιν τούτου, οι ενάγοντες τη κύριας δίκης άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Supremo Tribunal de Justiça το οποίο, με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, έκρινε ότι η ομαδική απόλυση δεν ήταν παράνομη. Το εν λόγω δικαστήριο επισήμανε, επαναλαμβάνοντας το σκεπτικό που είχε αναπτύξει το Tribunal da Relação de Lisboa, ότι για να υπάρχει μεταβίβαση εγκαταστάσεως δεν αρκεί η «απλή συνέχιση» εμπορικής δραστηριότητας, αλλά απαιτείται επίσης η διατήρηση της ταυτότητας της εγκαταστάσεως. Εν προκειμένω, η TAP, εκτελώντας τις πτήσεις της θερινής περιόδου 1993, δεν έκανε χρήση «οντότητας» με την ίδια ταυτότητα με εκείνη της «οντότητας» που ανήκε προηγουμένως στην AIA, αλλά χρησιμοποίησε τα δικά της μέσα παρεμβάσεως στην οικεία αγορά, δηλαδή τη δική της επιχείρηση, και επομένως, ελλείψει ταυτότητας των δύο «οντοτήτων», δεν είναι δυνατόν κατά την άποψη του Supremo Tribunal de Justiça να υπήρξε μεταβίβαση εγκαταστάσεως.
17.
Όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης, το Supremo Tribunal de Justiça επισήμανε ότι το Δικαστήριο, κρίνοντας καταστάσεις στις οποίες μια επιχείρηση συνεχίζει δραστηριότητα την οποία ασκούσε ως τότε άλλη επιχείρηση, έχει αποφανθεί ότι από αυτό «το γεγονός και μόνον» δεν συνάγεται ότι υπήρξε μεταβίβαση οικονομικής μονάδας, καθόσον «μια μονάδα δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη δραστηριότητα την οποία επιτελεί» ( 9 ).
18.
Επειδή ορισμένοι από τους ενάγοντες της κύριας δίκης ζήτησαν την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, το Supremo Tribunal de Justiça επισήμανε ότι «[υ]ποχρέωση προδικαστικής παραπομπής από τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου υφίσταται μόνον όταν τα εν λόγω δικαστήρια κρίνουν απαραίτητο να προσφύγουν στο [ενωσιακό] δίκαιο για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί και όταν, επιπλέον, έχει ανακύψει ζήτημα ερμηνείας του εν λόγω δικαίου».
19.
Το Supremo Tribunal de Justiça έκρινε επίσης ότι «[το] ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει ρητώς ότι “η ορθή εφαρμογή του [ενωσιακού] δικαίου μπορεί να είναι τόσο προφανής ώστε να μην υφίσταται καμία εύλογη αμφιβολία σχετικά με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ανακύψαν ζήτημα”, αποκλείοντας επίσης στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου των διατάξεων [του δικαίου της Ένωσης] που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, της ερμηνείας τους από το Δικαστήριο […] και των κρίσιμων συνθηκών της επίδικης υποθέσεως, δεν γεννάται καμία αμφιβολία όσον αφορά τον τρόπο ερμηνείας η οποία να επιτάσσει την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως».
20.
Το Supremo Tribunal de Justiça υπογράμμισε επίσης ότι «το Δικαστήριο […] έχει ήδη αναπτύξει ευρεία και πάγια νομολογία σχετικά με την ερμηνεία της [ενωσιακής] νομοθεσίας περί “μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως”, η οποία οδήγησε στην παγίωση των σχετικών εννοιών στην τελευταία οδηγία που εκδόθηκε στον συγκεκριμένο τομέα, εννοιών που διατυπώνονται πλέον με τέτοια σαφήνεια όσον αφορά την (κοινοτική και εθνική) νομολογιακή ερμηνεία τους, ώστε παρέλκει εν προκειμένω η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο».
21.
Οι ενάγοντες της κύριας δίκης άσκησαν αγωγή λόγω εξωσυμβατικής αστικής ευθύνης κατά του Estado português, ζητώντας να υποχρεωθεί στην αποκατάσταση ορισμένων περιουσιακών ζημιών που προκάλεσε. Προς θεμελίωση της αγωγής τους υποστηρίζουν ότι η απόφαση του Supremo Tribunal de Justiça είναι προδήλως αντίθετη προς τον νόμο, καθόσον περιέχει εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, όπως ορίζεται με την οδηγία, και καθόσον το εν λόγω δικαστήριο παραβίασε την υποχρέωσή του να υποβάλει στο Δικαστήριο τα σχετικά ερωτήματα περί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης.
22.
Το Estado português υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, του RRCEE, η αξίωση αποζημιώσεως πρέπει να θεμελιώνεται σε προηγούμενη ακύρωση της βλαπτικής αποφάσεως από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, υπενθυμίζοντας ότι, εφόσον δεν έχει ακυρωθεί η απόφαση του Supremo Tribunal de Justiça, δεν συντρέχει λόγος επιδικάσεως της αιτούμενης αποζημιώσεως.
23.
Το αιτούν δικαστήριο επεξηγεί ότι είναι σημαντικό να διευκρινιστεί αν η απόφαση που εξέδωσε το Supremo Tribunal de Justiça είναι προδήλως αντίθετη προς τον νόμο, καθόσον περιέχει εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας «μεταβίβαση εγκατάστασης» υπό το πρίσμα της οδηγίας και λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών τα οποία είχε στη διάθεσή του το Supremo Tribunal de Justiça. Επίσης, κρίνει σημαντικό να διευκρινιστεί αν το Supremo Tribunal de Justiça ήταν υποχρεωμένο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με το αίτημα που του είχε υποβληθεί.
24.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες το Vara Cível de Lisboa αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει η οδηγία […], και ιδίως το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής την έννοια ότι η μεταβίβαση εγκαταστάσεως περιλαμβάνει μια κατάσταση στην οποία μια επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στην αγορά των ναυλωμένων πτήσεων λύεται με απόφαση του πλειοψηφούντος μετόχου της, ο οποίος είναι επίσης επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της αεροπορίας, και στην οποία, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως, η μητρική εταιρία:
—
αναλαμβάνει τη θέση της λυθείσας εταιρίας στις συμβάσεις μισθώσεως αεροσκαφών και στις ισχύουσες συμβάσεις ναυλωμένων πτήσεων που συνήφθησαν με διοργανωτές ταξιδίων,
—
ασκεί τη δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε η λυθείσα εταιρία,
—
επαναπροσλαμβάνει ορισμένους από τους εργαζομένους που απασχολούνταν έως τότε στη λυθείσα εταιρία και τους αναθέτει όμοια καθήκοντα,
—
λαμβάνει στοιχεία ελαφρού εξοπλισμού από τη λυθείσα εταιρία;
2)
Έχει το άρθρο 267 […] ΣΛΕΕ την έννοια ότι το Supremo Tribunal de Justiça, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο [πρώτο] ερώτημα και το γεγονός ότι τα κατώτερα εθνικά δικαστήρια τα οποία επιλήφθηκαν της υποθέσεως εξέδωσαν αντιφατικές αποφάσεις, είχε υποχρέωση να υποβάλει στο Δικαστήριο […] προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ορθή ερμηνεία της έννοιας της “μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως” κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας [...];
3)
Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και ιδίως στις αρχές που ανέπτυξε το Δικαστήριο […] με την απόφασή του στην υπόθεση Köbler, σχετικά με την ευθύνη του Δημοσίου για τις ζημίες που προκαλούνται σε ιδιώτες λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από εθνικό δικαστήριο το οποίο κρίνει σε τελευταίο βαθμό, η εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία απαιτεί για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου την προηγούμενη ακύρωση της βλαπτικής αποφάσεως;»
III – Ανάλυση
Α — Επί του πρώτου ερωτήματος
25.
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν μπορεί να συνιστά «μεταβίβαση εγκατάστασης» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας κατάσταση στην οποία επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην αγορά των ναυλωμένων πτήσεων λύεται με απόφαση του πλειοψηφούντος μετόχου της, ο οποίος είναι επίσης επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της αεροπλοΐας, και στην οποία, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως της πρώτης, η μητρική εταιρία:
—
αναλαμβάνει τη θέση της λυθείσας εταιρίας στις συμβάσεις μισθώσεως αεροσκαφών και στις ισχύουσες συμβάσεις ναυλωμένων πτήσεων που έχουν συναφθεί με γραφεία ταξιδίων·
—
ασκεί τη δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε η λυθείσα εταιρία·
—
επαναπροσλαμβάνει ορισμένους από τους εργαζομένους που απασχολούνταν έως τότε στη λυθείσα εταιρία και τους αναθέτει όμοια καθήκοντα και
—
λαμβάνει στοιχεία ελαφρού εξοπλισμού από τη λυθείσα εταιρία.
26.
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 και από το άρθρο 3, σκοπός της οδηγίας είναι η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, με την εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους ( 10 ). Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφιστάμενη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον διάδοχο. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας προστατεύει τους εργαζομένους από απολύσεις τις οποίες αποφασίζει ο μεταβιβάζων ή ο διάδοχος αποκλειστικά και μόνο λόγω της μεταβιβάσεως.
27.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, η οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβιβάσεως ή συγχωνεύσεως. Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει την έννοια της νομικής μεταβιβάσεως αρκετά ελαστικά ώστε να ανταποκρίνεται προς τον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των μισθωτών σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεώς τους ( 11 ). Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της επιχειρήσεως ( 12 ).
28.
Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 77/187 είναι εφαρμοστέα στις μεταβιβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου ( 13 ).
29.
Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει τους όρους υπό τους οποίους είναι εφαρμοστέα η οδηγία 77/187 σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως υπό δικαστική ή εκούσια εκκαθάριση. Με την απόφαση Abels ( 14 ), το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία δεν είναι εφαρμοστέα στη μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας ( 15 ), ενώ, αντιθέτως, με την απόφαση Dethier Équipement ( 16 ), έχει κρίνει ότι η εν λόγω οδηγία είναι εφαρμοστέα σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως που τελεί υπό δικαστική εκκαθάριση, εφόσον συνεχίζεται η δραστηριότητα της επιχειρήσεως ( 17 ). Με την απόφαση Europièces ( 18 ), το Δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα σε σχέση με μεταβίβαση επιχειρήσεως η οποία αποτελούσε αντικείμενο εκουσίας εκκαθαρίσεως ( 19 ).
30.
Τόσο από την ευέλικτη ερμηνεία της έννοιας της νομικής μεταβιβάσεως, η οποία πρέπει να ακολουθηθεί, όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά ειδικά την περίπτωση θέσεως υπό εκκαθάριση της μεταβιβαζόμενης οντότητας προκύπτει ότι η λύση και η εκκαθάριση της AIA είναι δυνατόν να συνιστούν «μεταβίβαση εγκατάστασης» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας.
31.
Εντούτοις, η μεταβίβαση θα πρέπει να πληροί και τους όρους του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, ήτοι να αφορά οικονομική οντότητα, η οποία νοείται ως «σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας» και η οποία διατηρεί, μετά τη μεταβίβαση, την «ταυτότητά» της.
32.
Για να μπορεί να διαπιστωθεί η μεταβίβαση επιχειρήσεως θα πρέπει, κατά συνέπεια, να πληρούται το αποφασιστικό κριτήριο μιας τέτοιας μεταβιβάσεως, ήτοι η οικεία οντότητα να διατηρεί την ταυτότητά της μετά τη μεταβίβασή της στον νέο εργοδότη ( 20 ).
33.
Για να διαπιστωθεί αν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα πραγματικά περιστατικά που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση πράξη, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, ιδίως, το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως για την οποία πρόκειται, η μεταβίβαση ή μη των υλικών στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν, πάντως, επιμέρους μόνον πτυχές της γενικής αξιολογήσεως που επιβάλλεται να γίνει και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να εκτιμώνται μεμονωμένα ( 21 ).
34.
Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι το εθνικό δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την εν λόγω πράξη, πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη του το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται. Επομένως, η σημασία που πρέπει να δοθεί, αντιστοίχως, στα διάφορα κριτήρια για την ύπαρξη μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας ποικίλλει κατ’ ανάγκη ανάλογα με την ασκούμενη δραστηριότητα ή και με τις μεθόδους παραγωγής ή εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούνται στην εν λόγω επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκαταστάσεως ( 22 ).
35.
Κατά συνέπεια, η βαρύτητα των διαφόρων παραγόντων που επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν η οικεία οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της μετά τη μεταβίβαση στον νέο εργοδότη, και συνεπώς να διαπιστωθεί η ύπαρξη «μεταβιβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, ποικίλλει ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας που ασκεί η επιχείρηση.
36.
Καθοριστική σημασία έχει το κατά πόσον η οικεία οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της, πράγμα που προκύπτει, ιδίως, από τη μεταβίβαση σημαντικών στοιχείων ενεργητικού, ενσώματων ή άυλων, και από το ότι η εκμετάλλευση της οντότητας αυτής συνεχίζεται πράγματι ή επαναλαμβάνεται από τον νέο εργοδότη για τις ίδιες ή ανάλογες δραστηριότητες. Τα δύο αυτά στοιχεία συντρέχουν εν προκειμένω.
37.
Όσον αφορά τη μεταβίβαση σημαντικών στοιχείων ενεργητικού, ενσώματων ή άυλων, το Δικαστήριο έχει ασφαλώς επισημάνει ότι μια οικονομική οντότητα μπορεί, σε ορισμένους τομείς, να λειτουργεί χωρίς στοιχεία αυτού του είδους, οπότε η διατήρηση της ταυτότητας μιας τέτοιας οντότητας πέρα από τα όρια των εργασιών που αποτελούν το αντικείμενο των δραστηριοτήτων της δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εξαρτάται από τη μεταβίβαση τέτοιων στοιχείων ( 23 ).
38.
Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν ισχύει το ίδιο για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς οι οποίοι απαιτούν τη χρησιμοποίηση σημαντικών στοιχείων ενεργητικού, όπως, για παράδειγμα, η μεταφορά με λεωφορείο, η οποία απαιτεί σημαντικό εξοπλισμό και εγκαταστάσεις. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έλλειψη μεταβιβάσεως, από την παλαιά στη νέα αναλαμβάνουσα ένα έργο επιχείρηση, ενσώματων περιουσιακών στοιχείων για την εκμετάλλευση των οικείων γραμμών λεωφορείου, συνιστά περίσταση που πρέπει να ληφθεί υπόψη ( 24 ). Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε έναν τομέα όπως η τακτική δημόσια συγκοινωνία με λεωφορείο, όπου τα ενσώματα στοιχεία συμβάλλουν σημαντικά στην άσκηση της δραστηριότητας, η μη μεταβίβαση από την παλαιά στη νέα επιχείρηση που αναλαμβάνει ένα συγκεκριμένο έργο μεγάλου μέρους τέτοιων στοιχείων, απαραίτητων για την εύρυθμη λειτουργία της οντότητας, επιτρέπει να συναχθεί ότι η οντότητα αυτή δεν διατηρεί την ταυτότητά της ( 25 ).
39.
Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, σε μια υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία αφορά επίσης τον τομέα των μεταφορών, η μεταβίβαση σημαντικών ενσώματων στοιχείων ενεργητικού πρέπει να θεωρηθεί ουσιώδες στοιχείο προκειμένου να προσδιοριστεί αν υφίσταται «μεταβίβαση εγκατάστασης» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας.
40.
Συνεπώς, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την επίδικη πράξη, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στον παράγοντα που άπτεται της μεταβιβάσεως σημαντικών ενσώματων στοιχείων ενεργητικού στην TAP.
41.
Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι η TAP ανέλαβε τις συμβάσεις μισθώσεως τεσσάρων αεροσκαφών τα οποία χρησιμοποιούσε προηγουμένως η ΑΙΑ στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της. Όπως προκύπτει από τον φάκελο, το κίνητρο για την ανάληψη αυτή ήταν, μεταξύ άλλων, η βούληση της TAP να εξουδετερώσει τις αρνητικές χρηματοοικονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η πρόωρη καταγγελία αυτών των συμβάσεων. Εντούτοις, οι λόγοι που οδήγησαν την TAP στην απόφαση να αναλάβει τις συμβάσεις μισθώσεως τεσσάρων αεροσκαφών που εκμεταλλευόταν μέχρι τότε η ΑΙΑ δεν ασκούν επιρροή για τον χαρακτηρισμό μιας πράξεως ως μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το μόνο σημαντικό είναι η αντικειμενική διαπίστωση ότι οι εν λόγω συμβάσεις μεταβιβάστηκαν πράγματι στην TAP κατά τη λύση της AIA και ότι η TAP συνέχισε να χρησιμοποιεί τα εν λόγω αεροσκάφη.
42.
Όπως ορθώς επισημαίνουν οι ενάγοντες της κύριας δίκης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η TAP, λόγω του ότι είναι ο πλειοψηφών μέτοχος και ο κύριος πιστωτής της AIA, είναι ελεύθερη να διαθέτει επιχείρηση του ομίλου της αναλαμβάνοντας το ενεργητικό της χωρίς να υπόκειται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία.
43.
Ελάχιστη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι τα αεροσκάφη που ανέλαβε η TAP χρησιμοποιούνταν αδιακρίτως για τακτικές και για μη τακτικές μεταφορές. Το σημαντικό είναι ότι τα αεροσκάφη αυτά χρησιμοποιούνταν, έστω και εν μέρει, στο πλαίσιο της δραστηριότητας μη τακτικών μεταφορών της TAP, η οποία αποτελεί συνέχιση δραστηριότητας την οποία ασκούσε προηγουμένως η AIA.
44.
Εξάλλου, το γεγονός ότι τα αεροσκάφη που αναλήφθηκαν τελούσαν υπό καθεστώς μισθώσεως δεν αποκλείει την ύπαρξη μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, διότι αυτό που είναι καθοριστικό είναι η συνέχιση της χρησιμοποιήσεως των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού από τον διάδοχο.
45.
Τέλος, ούτε το γεγονός ότι τα αεροσκάφη επιστράφηκαν μετά τη λήξη των συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως, μεταξύ των ετών 1998 και 2000, είναι κρίσιμο. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι συμβάσεις μεταβιβάστηκαν πράγματι και τα αεροσκάφη χρησιμοποιήθηκαν πράγματι από την TAP για σημαντικό χρονικό διάστημα.
46.
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η διαπίστωση του αιτούντος δικαστηρίου ότι η TAP υποκατέστησε τη λυθείσα εταιρία στις συμβάσεις μισθώσεως αεροσκαφών συνιστά σημαντική ένδειξη της υπάρξεως μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, καθόσον μαρτυρεί την ανάληψη από την TAP στοιχείων ενεργητικού απαραίτητων για τη συνέχιση της δραστηριότητας που ασκούσε προηγουμένως η AIA.
47.
Στη διαπίστωση αυτή προστίθεται το ότι η TAP ανέλαβε επίσης στοιχεία ελαφρού εξοπλισμού από τη λυθείσα εταιρία, όπως αερομεταφερόμενο εξοπλισμό και εξοπλισμό γραφείου. Πρόκειται για συμπληρωματική ένδειξη της υπάρξεως μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως.
48.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον φάκελο, η TAP υποκατέστησε τη λυθείσα εταιρία σε τρέχουσες συμβάσεις ναυλωμένων πτήσεων με γραφεία ταξιδίων, καθώς και όσον αφορά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων που ασκούσε προηγουμένως η εν λόγω εταιρία. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, η μεταβίβαση πελατείας συνιστά ουσιώδη ένδειξη για την ύπαρξη μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ( 26 ).
49.
Το Supremo Tribunal de Justiça φαίνεται να θεωρεί ότι το γεγονός ότι η TAP μπόρεσε να δραστηριοποιηθεί στην αγορά ναυλωμένων πτήσεων, στην οποία δραστηριοποιείτο ήδη «περιστασιακά», απέκλειε την ύπαρξη μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως κατά την έννοια της οδηγίας. Εντούτοις, συμφωνώ με την άποψη των εναγόντων της κύριας δίκης ότι το γεγονός ότι επιχείρηση δραστηριοποιείται ήδη ή δραστηριοποιείται δυνητικά σε μια δεδομένη αγορά δεν την εμποδίζει να εξασφαλίζει τη συνέχιση όμοιων δραστηριοτήτων ασκούμενων από άλλη επιχείρηση που διαλύθηκε εν τω μεταξύ, επεκτείνοντας έτσι τις δραστηριότητές της.
50.
Όσον αφορά ειδικότερα τις πτήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1994, πρόκειται, όπως διαπίστωσε το Supremo Tribunal de Justiça με την απόφασή του, για συμβάσεις που συνήψε απευθείας η TAP με γραφεία ταξιδίων για δρομολόγια τα οποία δεν εκτελούσε έως τότε, διότι επρόκειτο για παραδοσιακά δρομολόγια της AIA. Κατά το Supremo Tribunal de Justiça, «η TAP κατέκτησε το μερίδιο αγοράς που απελευθερώθηκε με το κλείσιμο της AIA, πράγμα το οποίο δεν συνιστά ένδειξη μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως».
51.
Όπως όμως ορθώς επισημαίνουν οι ενάγοντες της κύριας δίκης, το γεγονός ότι η TAP άρχισε να ασκεί δραστηριότητα που ασκούσε προηγουμένως άλλη επιχείρηση του ομίλου της, την οποία εν τω μεταξύ έλυσε, συνιστά σημαντική ένδειξη για την ύπαρξη μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, καθόσον μαρτυρεί τη συνέχιση από την TAP της δραστηριότητας που ασκούσε προηγουμένως η ΑΙΑ.
52.
Με την απόφασή του, το Supremo Tribunal de Justiça παραπέμπει στην απόφαση Süzen ( 27 ) για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απλή συνέχιση δραστηριότητας που ασκεί άλλη επιχείρηση δεν αρκεί προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως ( 28 ). Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν αυτή η συνέχιση δραστηριότητας συνοδεύεται από την ανάληψη σημαντικών στοιχείων ενεργητικού, είναι αδιαμφισβήτητο ότι υφίσταται μεταβίβαση εγκαταστάσεως.
53.
Η συνέχιση από την TAP της δραστηριότητας που ασκούσε προηγουμένως η ΑΙΑ προκύπτει και από μια άλλη ένδειξη την οποία επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, και συγκεκριμένα από την επανένταξη στην TAP εργαζομένων που ήταν μέχρι τότε αποσπασμένοι στην εκκαθαρισθείσα εταιρία, προκειμένου να επιτελέσουν καθήκοντα όμοια με αυτά που επιτελούσαν στην ΑΙΑ.
54.
Όπως επισήμανε με την απόφασή του το Supremo Tribunal de Justiça, αποδείχθηκε ότι δύο εργαζόμενες, που είχαν μέχρι τότε αποσπαστεί από την TAP στην εμπορική διεύθυνση της ΑΙΑ, τοποθετήθηκαν από την TAP, μετά τη λύση της ΑΙΑ, στη δική της εμπορική διεύθυνση, σε θέσεις του κλάδου των μη ναυλωμένων πτήσεων ad hoc και των συμβάσεων ναυλωμένων πτήσεων της πτητικής περιόδου του θέρους 1993.
55.
Κατά το Supremo Tribunal de Justiça, δεν πρόκειται για διατήρηση από την TAP εργαζομένων τις οποίες απασχολούσε προηγουμένως η AIA. Οι εργαζόμενες αυτές συνδέονταν με την TAP με σύμβαση εργασίας, συνεπώς απασχολούνταν από την TAP και όχι από την AIA. Οι εν λόγω εργαζόμενες είχαν αποσπαστεί από την TAP για να επιτελέσουν καθήκοντα στην AIA και επέστρεψαν, μετά τη λύση της ΑΙΑ, στην επιχείρηση που τις απασχολούσε. Με την απόφασή του, το Supremo Tribunal de Justiça κρίνει ότι η επιστροφή των εργαζομένων της TAP στην επιχείρησή τους, μετά τη λύση της ΑΙΑ στην οποία είχαν αποσπαστεί, είναι αποτέλεσμα της εκπληρώσεως της συμβάσεως εργασίας που είχαν συνάψει με τον εργοδότη τους, δηλαδή με την TAP. Ακόμα και αν οι εργαζόμενες αυτές εντάχθηκαν σε θέσεις που αντιστοιχούσαν στην κατηγορία τους και άσκησαν κατά τη θερινή περίοδο 1993 καθήκοντα στον τομέα των μη τακτικών πτήσεων της TAP για το έτος εκείνο, η δραστηριότητα των εργαζομένων αυτών στο εσωτερικό της TAP δεν μπορεί, κατά το Supremo Tribunal de Justiça, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι υπήρξε οργάνωση αυτοτελούς οικονομικής οντότητας επιφορτισμένης με τις μη τακτικές πτήσεις.
56.
Εντούτοις, όπως ορθώς επισημαίνουν οι ενάγοντες της κύριας δίκης, η επανατοποθέτηση των δύο εργαζομένων από την TAP σε θέσεις συνδεόμενες άμεσα με τον τομέα των μη τακτικών πτήσεων είναι αποκαλυπτική της συνεχίσεως από την TAP της δραστηριότητας της ΑΙΑ, την οποία προηγουμένως ασκούσε περιστασιακά και μόνο, και συνεπώς ενισχύει ακόμα περισσότερο την ύπαρξη μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως. Επιπλέον, οι εργαζόμενες αυτές φαίνεται να αποτελούν «οργανωμένο σύνολο» ( 29 ), δεδομένου ότι ανέλαβαν, στο εσωτερικό της ΤAP, καθήκοντα παρόμοια με αυτά που ασκούσαν στην AIA.
57.
Ως συμπληρωματικές ενδείξεις της υπάρξεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως θα πρέπει να επισημανθεί ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνταν πριν και μετά τη μεταβίβαση. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η ΑΙΑ ήταν επιχείρηση εναέριων μεταφορών ειδικευμένη στις μη τακτικές πτήσεις. Η TAP, κεντρική δραστηριότητα της οποίας είναι οι εναέριες μεταφορές, είχε τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται τόσο τακτικές όσο και μη τακτικές πτήσεις και κατά συνέπεια μπορούσε να δραστηριοποιηθεί στην αγορά ναυλωμένων πτήσεων, πράγμα που έκανε, έστω και περιστασιακά ( 30 ). Κατά συνέπεια, υφίσταται ισχυρή ομοιότητα μεταξύ των δραστηριοτήτων των δύο επιχειρήσεων.
58.
Όσον αφορά, τέλος, το κριτήριο ενδεχόμενης αναστολής των δραστηριοτήτων, αποδείχθηκε ότι η TAP άρχισε από την 1η Μαΐου 1993, δηλαδή αμέσως μετά τη λύση της AIA, να εκμεταλλεύεται μέρος τουλάχιστον των ναυλωμένων πτήσεων που είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει η ΑΙΑ κατά τη θερινή περίοδο 1993. Κατά συνέπεια, δεν σημειώθηκε αναστολή δραστηριότητας σημαντικής διάρκειας. Αντιθέτως, η δραστηριότητα συνεχίστηκε, εφόσον δεκαπέντε περίπου ημέρες μετά τη λύση της ΑΙΑ, η TAP την υποκατάστησε για την εκτέλεση των συμβάσεων που αφορούσαν τις οικείες πτήσεις.
59.
Το σύνολο αυτών των ενδείξεων μαρτυρεί, κατά τη γνώμη μου, την ύπαρξη μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας.
60.
Εντούτοις, το Supremo Tribunal de Justiça κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, διότι ακολούθησε υπερβολικά συσταλτική ερμηνεία του όρου που αφορά τη διατήρηση της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης οντότητας. Ειδικότερα, στη συλλογιστική του ουδόλως αναφέρει μια απόφαση του Δικαστηρίου που θα έπρεπε, ωστόσο, να το οδηγήσει σε άλλη λύση, και συγκεκριμένα την απόφαση Klarenberg ( 31 ), η οποία εκδόθηκε πολλές ημέρες πριν από την απόφαση του Supremo Tribunal de Justiça και για την οποία ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi είχε αναπτύξει, στις 6 Νοεμβρίου 2008, προτάσεις ( 32 ) τις οποίες ακολούθησε το Δικαστήριο.
61.
Με την απόφασή του, το Supremo Tribunal de Justiça απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο κριτήριο σύμφωνα με το οποίο, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, θα πρέπει η μεταβιβαζόμενη οικονομική οντότητα να διατηρεί την αυτονομία της στη δομή του διαδόχου ( 33 ).
62.
Συναφώς, το Supremo Tribunal de Justiça επισήμανε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η TAP δημιούργησε υπηρεσία μη τακτικών πτήσεων μεταφέροντας επακριβώς τη δομή της ΑΙΑ. Βάσει του συνόλου των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών, η TAP δεν ανέλαβε μια οικονομική οντότητα αποσκοπώντας αμέσως και κατά αυτοτελή τρόπο στη συνέχιση της δραστηριότητας ναυλωμένων πτήσεων την οποία ασκούσε προηγουμένως η ΑΙΑ. Ειδικότερα, δεν υπήρξε μεταβίβαση πολλών διακεκριμένων στοιχείων τα οποία στη συνέχεια αναδιοργανώθηκαν στο εσωτερικό της TAP δημιουργώντας μια αυτοτελή επιχείρηση ή εγκατάσταση. Επίσης, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ύπαρξη, στο πλαίσιο της TAP, μονάδας αφιερωμένης στη δραστηριότητα των ναυλωμένων πτήσεων που να είναι οργανωμένη αυτοτελώς για τον σκοπό αυτόν.
63.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Supremo Tribunal de Justiça, από τη σφαιρική ανάλυση των ενδείξεων δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη, στο εσωτερικό της TAP, ενός συνόλου υλικών και ανθρώπινων μέσων για την υποστήριξη της δραστηριότητας ναυλωμένων πτήσεων, οργανωμένο κατά αυτόνομο τρόπο προς τον σκοπό αυτόν, δηλαδή οικονομικής μονάδας που να διατηρεί την ταυτότητά της και να συνεχίζει κατά αυτόνομο τρόπο δραστηριότητα μη τακτικών εμπορικών αερογραμμών στο εσωτερικό της TAP. Αντιθέτως, το Supremo Tribunal de Justiça επισημαίνει ότι ο εξοπλισμός της ΑΙΑ, τον οποίο χρησιμοποίησε στη συνέχεια η TAP, ενσωματώθηκε στον συνολικό εξοπλισμό της TAP, η οποία πραγματοποιούσε τακτικές και μη τακτικές πτήσεις για τις οποίες χρησιμοποιούσε αδιακρίτως το προσωπικό της και τον εξοπλισμό της αεροπορικής εταιρίας της.
64.
Προς απάντηση σε αυτή την επιχειρηματολογία, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, κατά την έννοια της οδηγίας, μπορεί να υπάρξει μεταβίβαση με διατήρηση της ταυτότητας της μεταφερόμενης οντότητας ακόμα και όταν η τελευταία δεν διατηρεί την αυτοτελή οργανωτική δομή της. Με άλλα λόγια, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Supremo Tribunal de Justiça, ο όρος που αφορά τη διατήρηση της ταυτότητας δεν σημαίνει ότι η μεταβιβαζόμενη οικονομική οντότητα πρέπει να διατηρεί την αυτοτέλειά της στη δομή του διαδόχου.
65.
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Klarenberg ( 34 ), το επιχείρημα της εναγομένης της κύριας δίκης ήταν το ίδιο με το επιχείρημα που δέχθηκε το Supremo Tribunal de Justiça για να αποκλείσει την ύπαρξη μεταβιβάσεως επιχειρήσεως. Πράγματι, η εναγομένη υποστήριζε ότι η «οικονομική οντότητα» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας διατηρεί την ταυτότητά της μόνον εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται ο οργανωτικός σύνδεσμος που ενώνει το σύνολο των προσώπων και/ή των στοιχείων. Αντιθέτως, η μεταβιβασθείσα οικονομική οντότητα δεν διατηρεί την ταυτότητά της σε περίπτωση που, κατόπιν της μεταβιβάσεως, χάνει την αυτοτέλειά της από οργανωτικής απόψεως, στο μέτρο που ο διάδοχος ενσωματώνει τους πόρους που απέκτησε σε μια εντελώς νέα οργανωτική δομή ( 35 ).
66.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία, ο οποίος έγκειται στη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή μια τέτοια ερμηνεία της έννοιας «ταυτότητα» της οικονομικής οντότητας, στο μέτρο που στηρίζεται σε ένα και μόνον κριτήριο, αυτό της οργανωτικής αυτοτέλειας. Πράγματι, κατά το Δικαστήριο, τούτο θα σήμαινε ότι απλώς και μόνον η απόφαση του διαδόχου να διαλύσει το τμήμα επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως το οποίο απέκτησε και να το ενσωματώσει στην υφιστάμενη δομή της δικής του επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως αρκεί για να αποκλειστεί η εφαρμογή της οδηγίας στο τμήμα αυτό, με συνέπεια να στερηθούν οι οικείοι εργαζόμενοι την προστασία που παρέχει η οδηγία ( 36 ).
67.
Όσον αφορά συγκεκριμένα το οργανωτικό στοιχείο, το Δικαστήριο έχει μεν κρίνει ότι το στοιχείο αυτό συμβάλλει στον προσδιορισμό της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας ( 37 ), πλην όμως έχει επίσης αποφανθεί ότι η τροποποίηση της οργανωτικής δομής της μεταβιβασθείσας οικονομικής οντότητας δεν συνιστά λόγο αποκλεισμού της εφαρμογής της οδηγίας ( 38 ).
68.
Το Δικαστήριο έχει επίσης επισημάνει ότι «το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ορίζει ότι ως ταυτότητα της οικονομικής οντότητας νοείται το “σύνολο [των] οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας”, τονίζοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνον το οργανωτικό στοιχείο, αλλά και το στοιχείο της συνεχίσεως της οικονομικής της δραστηριότητας» ( 39 ). Προκύπτει εντεύθεν ότι η προϋπόθεση της διατηρήσεως της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας κατά την έννοια της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των δύο στοιχείων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας και τα οποία συνιστούν από κοινού την ταυτότητα αυτή και, αφετέρου, του επιδιωκόμενου με την εν λόγω οδηγία σκοπού της προστασίας των εργαζομένων ( 40 ).
69.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων και προκειμένου να μη στερηθεί η οδηγία μέρος της πρακτικής της αποτελεσματικότητας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση σχετικά με τη διατήρηση της ταυτότητας οικονομικής οντότητας δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απαιτεί τη διατήρηση της ειδικής οργανώσεως που επιβάλλει ο επιχειρηματίας στους διάφορους μεταβιβαζόμενους συντελεστές παραγωγής, αλλά υπό την έννοια ότι απαιτεί τη διατήρηση του λειτουργικού συνδέσμου αλληλεξαρτήσεως και συμπληρωματικότητας που υφίσταται μεταξύ αυτών των συντελεστών παραγωγής ( 41 ).
70.
Πράγματι, κατά το Δικαστήριο, η διατήρηση του εν λόγω συνδέσμου μεταξύ των διαφόρων μεταβιβαζομένων συντελεστών παρέχει στον διάδοχο τη δυνατότητα να τους χρησιμοποιήσει για την άσκηση της ίδιας ή παρεμφερούς οικονομικής δραστηριότητας, έστω και αν, μετά τη μεταβίβαση, εντάσσονται σε μια νέα και διαφορετική οργανωτική δομή ( 42 ).
71.
Βάσει της αποφάσεως Klarenberg ( 43 ), ελάχιστη επιρροή ασκεί το ότι η οντότητα που ανελήφθη ενσωματώθηκε στην οργάνωση της TAP, καθόσον διατηρήθηκε ο λειτουργικός σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, των στοιχείων του ενεργητικού και του προσωπικού που αναλήφθηκαν και, αφετέρου, της συνεχίσεως της δραστηριότητας που ασκούσε προηγουμένως η ΑΙΑ.
72.
Με την απόφασή του, το Supremo Tribunal de Justiça απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι τα αεροσκάφη και το προσωπικό που αναλήφθηκαν χρησιμοποιήθηκαν για τακτικές και για μη τακτικές πτήσεις. Το γεγονός αυτό, κατά την άποψη του Supremo Tribunal de Justiça αποδεικνύει ότι δεν υφίσταται διατήρηση αυτοτελούς οικονομικής οντότητας επιφορτισμένης με τη δραστηριότητα μη τακτικών πτήσεων στο εσωτερικό της TAP.
73.
Συναφώς, φρονώ ότι ελάχιστη σημασία έχει το γεγονός ότι τα στοιχεία που μεταβιβάστηκαν δεν χρησιμοποιήθηκαν μόνο για μη τακτικές, αλλά και για τακτικές πτήσεις. Η προϋπόθεση σχετικά με τη διατήρηση της ταυτότητας της αναληφθείσας οντότητας δεν απαιτεί αποκλειστική χρησιμοποίηση των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού για τη συνεχιζόμενη δραστηριότητα. Ο λειτουργικός σύνδεσμος μεταξύ των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού και της συνεχιζόμενης δραστηριότητας συνεχίζει να υφίσταται, ακόμα και αν τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού χρησιμοποιούνται και για την άσκηση άλλης δραστηριότητας, πολλώ μάλλον εφόσον πρόκειται για ανάλογη δραστηριότητα στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών.
74.
Όπως επισήμανε η Επιτροπή, σύμφωνα με την απόφαση Klarenberg ( 44 ) η λύση της ΑΙΑ και η ενσωμάτωση σημαντικού μέρους των στοιχείων ενεργητικού της στην οργανωτική δομή της TAP, έστω και χωρίς να διατηρούν «αυτοτελή» ταυτότητα, δεν είναι ικανές να αποκλείσουν την εφαρμογή της οδηγίας. Το σημαντικό είναι ότι τα μέσα που μεταβιβάστηκαν διατήρησαν την ταυτότητά τους και χρησιμοποιούνται, μετά τη μεταβίβαση, για τη συνέχιση όμοιας ή ανάλογης οικονομικής δραστηριότητας.
75.
Εν προκειμένω, τα στοιχεία ενεργητικού της ΑΙΑ χρησιμοποιήθηκαν σε πρώτη φάση (θερινή πτητική περίοδος 1993) για τη συνέχιση δραστηριότητας όμοιας με αυτή της ΑΙΑ, δηλαδή των ναυλωμένων πτήσεων που είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει η ΑΙΑ, και στη συνέχεια για τη συνέχιση όμοιας (ναυλωμένες πτήσεις οργανωμένες από την TAP) ή ανάλογης (τακτικές πτήσεις της TAP) δραστηριότητας.
76.
Όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο με την απόφαση Klarenberg ( 45 ), το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο και τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας επιβεβαιώνει ότι, κατά το πνεύμα του νομοθέτη της Ένωσης, η οδηγία αυτή πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε μεταβίβαση η οποία πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου της 1, παράγραφος 1, είτε η μεταβιβασθείσα οικονομική οντότητα διατηρεί την αυτοτέλειά της στο πλαίσιο της οργανωτικής δομής της επιχειρήσεως του διαδόχου είτε όχι ( 46 ).
77.
Ασφαλώς, σε τελική ανάλυση, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν πληρούνται εν προκειμένω τα κριτήρια της υπάρξεως μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως. Κατά πάγια νομολογία, στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως των σχετικών με την επίμαχη πράξη πραγματικών περιστατικών, αν η μεταβιβασθείσα οικονομική οντότητα διατήρησε την ταυτότητά της ( 47 ).
78.
Εντούτοις, το ιδιόμορφο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, το οποίο είναι απόρροια των αποκλινουσών θέσεων που ακολούθησαν τα εθνικά δικαστήρια, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να οδηγήσει το Δικαστήριο να δώσει ακριβέστερη και περισσότερο άμεση απάντηση στο αιτούν δικαστήριο.
79.
Προτείνω, συνεπώς, να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «μεταβίβαση εγκατάστασης» καλύπτει κατάσταση στην οποία επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην αγορά ναυλωμένων πτήσεων λύεται με απόφαση του πλειοψηφούντος μετόχου της, ο οποίος είναι επίσης επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της αεροπλοΐας, και στην οποία, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως, η μητρική εταιρία:
—
αναλαμβάνει τη θέση της λυθείσας εταιρίας στις συμβάσεις μισθώσεως αεροσκαφών και στις ισχύουσες συμβάσεις ναυλωμένων πτήσεων που έχουν συναφθεί με γραφεία ταξιδίων·
—
ασκεί τη δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε η λυθείσα εταιρία·
—
επαναπροσλαμβάνει ορισμένους από τους εργαζομένους που απασχολούνταν έως τότε στη λυθείσα εταιρία και τους αναθέτει όμοια καθήκοντα και
—
λαμβάνει στοιχεία ελαφρού εξοπλισμού από τη λυθείσα εταιρία.
Β — Επί του δεύτερου ερωτήματος
80.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν το άρθρο 267 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου, όπως το Supremo Tribunal de Justiça, υποχρεούται, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που εκτέθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος και δεδομένου ότι τα κατώτερα εθνικά δικαστήρια που έκριναν την υπόθεση εξέδωσαν αντικρουόμενες αποφάσεις, να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ορθή ερμηνεία του όρου «μεταβίβαση εγκατάστασης» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας.
81.
Υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με το οποίο το Δικαστήριο τους παρέχει τα ερμηνευτικά στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν ( 48 ).
82.
Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο ( 49 ).
83.
Ειδικότερα, η προβλεπόμενη από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποχρέωση υποβολής στο Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας, η οποία έχει θεσπισθεί προς διασφάλιση της ορθής εφαρμογής και της ενιαίας ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών, μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, υπό την ιδιότητά τους ως δικαστηρίων επιφορτισμένων με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ( 50 ).
84.
Υπενθυμίζεται ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποχρέωση υποβολής στο Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχομένου σχηματισμού σε κάποιο κράτος μέλος εθνικής νομολογίας αποκλίνουσας από τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης ( 51 ).
85.
Κατά το Δικαστήριο, ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται όταν υπόκεινται στην εν λόγω υποχρέωση παραπομπής, υπό την επιφύλαξη των ορίων τα οποία δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Cilfit κ.λπ. ( 52 ), τα ανώτατα δικαστήρια των κρατών μελών καθώς και όλα τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ( 53 ).
86.
Εφόσον δεν χωρεί ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται καταρχήν να υποβάλλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα κατά την έννοια του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όταν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία της Συνθήκης ΛΕΕ ( 54 ).
87.
Από τη σχέση μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου του άρθρου 267 ΣΛΕΕ συνάγεται ότι τα δικαστήρια περί των οποίων γίνεται λόγος στο τρίτο εδάφιο διαθέτουν την ίδια εξουσία εκτιμήσεως όπως όλα τα άλλα εθνικά δικαστήρια ως προς το αν μια απόφαση επί ζητήματος απτόμενου του δικαίου της Ένωσης είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως. Τα δικαστήρια αυτά δεν οφείλουν συνεπώς να παραπέμψουν ένα ζήτημα ερμηνείας δικαίου της Ένωσης που ανέκυψε ενώπιόν τους, αν το ζήτημα αυτό δεν είναι ουσιώδες, δηλαδή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η λύση του ζητήματος αυτού, οποιαδήποτε και αν είναι, δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης ( 55 ).
88.
Αντιθέτως, αν τα δικαστήρια αυτά διαπιστώνουν ότι η προσφυγή στο δίκαιο της Ένωσης είναι αναγκαία για την επίλυση διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ τους επιβάλλει καταρχήν να παραπέμπουν στο Δικαστήριο κάθε ερμηνευτικό ζήτημα που ανακύπτει ( 56 ).
89.
Συνεπώς, σε περίπτωση διαφοράς που θέτει ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, η εκπλήρωση από δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου της υποχρεώσεως παραπομπής στο Δικαστήριο συνιστά την αρχή, ενώ η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής την εξαίρεση.
90.
Με την απόφαση Cilfit κ.λπ. ( 57 ) εντάθηκε το καθήκον των εθνικών δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να αιτιολογούν τη μη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο.
91.
Όσον αφορά την έκταση της υποχρεώσεως την οποία τάσσει το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως έχει οριοθετηθεί από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία που παγιώθηκε από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου, όταν ανακύπτει ενώπιόν τους ζήτημα του δικαίου της Ένωσης, οφείλουν να εκπληρώνουν την υποχρέωσή τους προδικαστικής παραπομπής, εκτός εάν διαπιστώνουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι καθοριστικό για την έκδοση της αποφάσεώς τους ή ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας εκ μέρους του Δικαστηρίου ή ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο προφανής ώστε να μην υφίσταται περιθώριο εύλογης αμφιβολίας. Η εξέταση του ενδεχομένου αυτού πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης, τις ιδιάζουσες δυσχέρειες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο αποκλίσεων της νομολογίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 58 ).
92.
Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, με την επιφύλαξη των συμπερασμάτων που απορρέουν από την απόφαση Köbler ( 59 ), η νομολογία που διαμορφώθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση Cilfit κ.λπ. ( 60 ) καθιστά το εθνικό δικαστήριο μόνο αρμόδιο να εκτιμά αν η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην υφίσταται περιθώριο εύλογης αμφιβολίας, και, συνεπώς, να αποφασίζει να μην υποβάλει στο Δικαστήριο ορισμένο ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που ανέκυψε ενώπιόν του ( 61 ).
93.
Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν, βάσει της νομολογίας του περί της έννοιας της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως και λαμβανομένου υπόψη ότι τα εθνικά δικαστήρια ακολούθησαν αποκλίνουσες θέσεις όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να γίνει δεκτή σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της κρινομένης υποθέσεως, βασίμως το Supremo Tribunal de Justiça έκρινε ότι δεν υφίσταται «καμία εύλογη αμφιβολία» σχετικά με το ανακύψαν ερμηνευτικό ζήτημα και κατά συνέπεια μπορούσε να μην υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
94.
Συναφώς είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου πρέπει να επιδεικνύουν ιδιαίτερη σύνεση πριν αποκλείσουν την ύπαρξη εύλογης αμφιβολίας. Πρέπει να εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους είναι βέβαια ότι εφαρμόζουν ορθώς το δίκαιο της Ένωσης.
95.
Η σύνεση αυτή πρέπει να τα οδηγεί, ιδίως, να εξακριβώνουν συγκεκριμένα αν η εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης την οποία προκρίνουν λαμβάνει δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης, τις συγκεκριμένες δυσχέρειες που παρουσιάζει η ερμηνεία του, καθώς και τον κίνδυνο νομολογιακών αποκλίσεων στο εσωτερικό της Ένωσης.
96.
Το Supremo Tribunal de Justiça έκρινε ότι οι έννοιες που περιέχονται στην οδηγία, και ιδίως η έννοια της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, ήταν αρκούντως σαφείς από άποψη νομολογιακής ερμηνείας και, κατά συνέπεια, δεν ήταν απαραίτητο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση.
97.
Φρονώ ότι η προσέγγιση αυτή είναι εσφαλμένη, διότι είναι γνωστό ότι η ερμηνεία της έννοιας της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως εξατομικεύεται με προσέγγιση κατά περίπτωση. Οι υποθέσεις που υποβάλλονται διαδοχικά στο Δικαστήριο του επιτρέπουν να συγκεκριμενοποιήσει την έκτασή της. Συνεπώς, πρόκειται για νομολογία σε συνεχή εξέλιξη. Η ιδιομορφία αυτή θα έπρεπε να οδηγήσει το Supremo Tribunal de Justiça να επιδείξει σύνεση πριν αποφασίσει να μην υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
98.
Σε αυτή την υπερβάλλουσα εμπιστοσύνη στον παγιωθέντα χαρακτήρα της νομολογίας του Δικαστηρίου περί της έννοιας της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως προστίθεται η ελλιπής συνεκτίμηση της εν λόγω νομολογίας, η οποία οδήγησε το Supremo Tribunal de Justiça σε εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω έννοιας.
99.
Σε μια κατάσταση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια που χρήζει ερμηνείας, το εθνικό δικαστήριο το οποίο καταρχήν υπόκειται σε υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος και το οποίο θεωρεί ότι η διαφορά την οποία πρέπει να κρίνει θέτει ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, έχει να επιλέξει μεταξύ δύο τινών. Είτε παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο προκειμένου να λάβει συμπληρωματικές διευκρινίσεις σε σχέση με τη διαφορά την οποία πρέπει να κρίνει είτε αποφασίζει να μην εκπληρώσει την υποχρέωση παραπομπής που υπέχει, αλλά στην περίπτωση αυτή πρέπει να δεχθεί και να εφαρμόσει την απάντηση που έχει ήδη δώσει το Δικαστήριο. Αν δεν ακολουθήσει καμία από τις δύο αυτές επιλογές και προκρίνει διαφορετική ερμηνεία της επίδικης έννοιας του δικαίου της Ένωσης, διαπράττει παράβαση του δικαίου της Ένωσης, η οποία πρέπει να θεωρηθεί κατάφωρη ( 62 ). Αυτό προκύπτει από πάγια νομολογία, δυνάμει της οποίας η παράβαση του δικαίου της Ένωσης θεωρείται κατάφωρη όταν η οικεία πράξη αντιβαίνει προδήλως στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου ( 63 ).
100.
Εν κατακλείδι, το Supremo Tribunal de Justiça, αν είχε λάβει υπόψη κατά τρόπο αυστηρό και πλήρη τη νομολογία του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης της πλέον πρόσφατης, δεν θα μπορούσε να αισθάνεται βεβαιότητα όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίον εφάρμοσε το δίκαιο της Ένωσης.
101.
Είναι σημαντικό να ακολουθήσει το Δικαστήριο αυστηρή θέση όσον αφορά την υπενθύμιση της υποχρεώσεως παραπομπής που φέρουν τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου. Πράγματι, όπως διευκρίνισε ο γενικός εισαγγελέας P. Léger με τις προτάσεις του στην υπόθεση Traghetti del Mediterraneo ( 64 ) και όπως προκύπτει από την υπό κρίση υπόθεση, «η παράβαση της εν λόγω υποχρεώσεως ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα το οικείο δικαστήριο να υποπέσει σε σφάλμα [...], είτε πρόκειται περί σφάλματος κατά την ερμηνεία της εφαρμοστέας […] νομοθεσίας [της Ένωσης] είτε περί σφάλματος κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων στην προσήκουσα ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου ή στην εκτίμηση της συμβατότητάς του με το […] δίκαιο [της Ένωσης]» ( 65 ).
102.
Εξάλλου, επισημαίνω ότι η μη τήρηση από εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου της υποχρεώσεως παραπομπής καθιστά αδύνατη για το Δικαστήριο την εκπλήρωση της θεμελιώδους αποστολής με την οποία έχει επιφορτιστεί δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, να «εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών».
103.
Τέλος, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, τα πορτογαλικά δικαστήρια έχουν καταλήξει σε αποκλίνουσες θέσεις όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως. Κατά τη γνώμη μου, η ύπαρξη αντιφατικών αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, μολονότι δεν αρκεί αφεαυτής προκειμένου να γεννηθεί υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος κατά το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εντούτοις αποτελεί στοιχείο του γενικότερου πλαισίου το οποίο ενισχύει τη διαπίστωση ότι το Supremo Tribunal de Justiça θα έπρεπε να ακολουθήσει περισσότερο συνετή στάση και να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
104.
Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου, όπως το Supremo Tribunal de Justiça, υποχρεούται, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
Γ — Επί του τρίτου ερωτήματος
105.
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως η νομολογιακή θέση που διαμορφώθηκε με την απόφαση Köbler ( 66 ), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό καθεστώς περί της ευθύνης του Δημοσίου, το οποίο εξαρτά το δικαίωμα αποζημιώσεως από την προηγούμενη ακύρωση της ζημιογόνου αποφάσεως.
106.
Υπενθυμίζω ότι, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του RRCEE, «[η] αίτηση αποζημιώσεως πρέπει να θεμελιώνεται στην προηγούμενη ακύρωση της βλαπτικής αποφάσεως από το αρμόδιο δικαστήριο».
107.
Προκειμένου να προσδιοριστεί αν αυτή η προϋπόθεση συνάδει ή όχι με το δίκαιο της Ένωσης, θα πρέπει, καταρχάς, να υπενθυμιστεί ότι η αρχή της ευθύνης των κρατών μελών για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από καταλογιζόμενες σε αυτά παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης είναι σύμφυτη προς το σύστημα της Συνθήκης ( 67 ).
108.
Όσον αφορά την ευθύνη του Δημοσίου για παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης αποδιδόμενες σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας της δικαιοδοτικής δραστηριότητας καθώς και των νομίμων επιταγών της ασφάλειας δικαίου, η ευθύνη του κράτους δεν είναι απεριόριστη σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η ευθύνη αυτή θεμελιώνεται μόνο στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο παρέβη προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο. Για να εξακριβωθεί αν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής αποζημιώσεως πρέπει, συναφώς, να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του, και ιδίως τον βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα, την υποκειμενική υπόσταση της παραβάσεως, το αν η πλάνη περί το δίκαιο είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, την άποψη που ενδεχομένως εξέφρασε όργανο της Ένωσης, καθώς και το αν το οικείο δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέχει από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ( 68 ).
109.
Όπως προανέφερα, αυτή η πρόδηλη παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου της Ένωσης τεκμαίρεται σε κάθε περίπτωση όταν η οικεία απόφαση εκδίδεται κατά πρόδηλη παράβαση της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου ( 69 ).
110.
Κατά συνέπεια, εφόσον πληρούται αυτή η προϋπόθεση της πρόδηλης παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, δικαίωμα αποζημιώσεως γεννάται αν αποδειχθεί ότι ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και ότι υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προβαλλομένης πρόδηλης παραβάσεως και της ζημίας που υπέστη ο ενδιαφερόμενος. Οι τρεις εκτιθέμενες ανωτέρω προϋποθέσεις είναι ικανές και αναγκαίες για να στοιχειοθετήσουν αξίωση των ιδιωτών προς αποζημίωση, χωρίς πάντως να αποκλείουν τη δυνατότητα να ανακύψει ευθύνη του Δημοσίου υπό λιγότερο περιοριστικές προϋποθέσεις, βάσει του εθνικού δικαίου ( 70 ).
111.
Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι, με την επιφύλαξη του δικαιώματος αποζημιώσεως, το οποίο στηρίζεται απευθείας στο δίκαιο της Ένωσης, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, το Δημόσιο υποχρεούται να θεραπεύσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί ευθύνης, με δεδομένο ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 71 ).
112.
Φρονώ ότι η δικονομική ρύθμιση την οποία προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, του RRCEE πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα την αρχή της αποτελεσματικότητας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω δικονομική ρύθμιση είναι ικανή να καταστήσει, στην πράξη και υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση του ζημιωθέντος ιδιώτη.
113.
Ζωτική σημασία έχει εν προκειμένω να προσδιοριστεί αν ο εν λόγω ιδιώτης μπορεί ή όχι να ασκήσει ένδικα μέσα κατά ζημιογόνου αποφάσεως του Supremo Tribunal de Justiça. Σε σχετική ερώτηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Πορτογαλική Κυβέρνηση απάντησε καταρχάς αρνητικά, αλλά στη συνέχεια διαφοροποίησε την απάντησή της κατά τρόπο ελάχιστα πειστικό. Η επαλήθευση του περιεχομένου των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Εφόσον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ζημιωθείς ιδιώτης δεν διαθέτει ένδικα μέσα κατά ζημιογόνου αποφάσεως του Supremo Tribunal de Justiça, θα πρέπει να θεωρήσει ότι η δικονομική ρύθμιση την οποία προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, του RRCEE αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας, καθόσον καθιστά αδύνατη την αποζημίωση του ιδιώτη.
114.
Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι από τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε ότι, αν υπάρχει ένδικο μέσο κατά αποφάσεως του Supremo Tribunal de Justiça, θα είναι πιθανότατα θεωρητικό και δυσχερές στην εφαρμογή ( 72 ). Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η δικονομική ρύθμιση την οποία προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, του RRCEE θέτει, σε μια τέτοια περίπτωση, σοβαρό εμπόδιο στην αποκατάσταση της ζημίας του ιδιώτη, συνεχίζει, κατά την άποψή μου, να αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας. Πράγματι, μια τέτοια δικονομική ρύθμιση καθιστά υπερβολικά δυσχερή την αποζημίωσή του.
115.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως η νομολογική θέση που διαμορφώθηκε με την απόφαση Köbler ( 73 ), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό καθεστώς περί της ευθύνης του Δημοσίου το οποίο εξαρτά το δικαίωμα αποζημιώσεως από την προηγούμενη ακύρωση της ζημιογόνου αποφάσεως.
IV – Πρόταση
116.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που του έθεσε το Varas Cíveis de Lisboa:
1)
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «μεταβίβαση εγκατάστασης» καλύπτει κατάσταση στην οποία επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην αγορά ναυλωμένων πτήσεων λύεται με απόφαση του πλειοψηφούντος μετόχου της, ο οποίος είναι επίσης επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της αεροπλοΐας, και στην οποία, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως της πρώτης, η μητρική εταιρία:
—
αναλαμβάνει τη θέση της λυθείσας εταιρίας στις συμβάσεις μισθώσεως αεροσκαφών και στις ισχύουσες συμβάσεις ναυλωμένων πτήσεων που έχουν συναφθεί με γραφεία ταξιδίων,
—
ασκεί τη δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε η λυθείσα εταιρία,
—
επαναπροσλαμβάνει ορισμένους από τους εργαζομένους που απασχολούνταν έως τότε στη λυθείσα εταιρία και τους αναθέτει όμοια καθήκοντα και
—
λαμβάνει στοιχεία ελαφρού εξοπλισμού από τη λυθείσα εταιρία.
2)
Το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου, όπως το Supremo Tribunal de Justiça (ανώτατο δικαστήριο, Πορτογαλία), υποχρεούται, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
3)
Υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως η νομολογική θέση που διαμορφώθηκε με την απόφαση Köbler (C‑224/01, EU:C:2003:513), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό καθεστώς περί της ευθύνης του Δημοσίου το οποίο εξαρτά το δικαίωμα αποζημιώσεως από την προηγούμενη ακύρωση της ζημιογόνου αποφάσεως.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 82, σ. 16, στο εξής: οδηγία.
( 3 ) C‑224/01, EU:C:2003:513.
( 4 ) ΕΕ L 61, σ. 26.
( 5 ) ΕΕ L 201, σ. 88.
( 6 ) Στο εξής: RRCEE.
( 7 ) Diário da República, 1η σειρά, αριθ. 251, της 31ης Δεκεμβρίου 2007.
( 8 ) Diário da República, 1η σειρά, αριθ. 137, της 17ης Ιουλίου 2008.
( 9 ) Το Supremo Tribunal de Justiça παραπέμπει συναφώς στη σκέψη 15 της αποφάσεως Süzen (C‑13/95, EU:C:1997:141).
( 10 ) Βλ., ιδίως, διάταξη Gimnasio Deportivo San Andrés (C‑688/13, EU:C:2015:46, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 11 ) Βλ. ιδίως απόφαση Jouini κ.λπ. (C‑458/05, EU:C:2007:512, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Βλ. ιδίως απόφαση Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Βλ. ιδίως απόφαση Allen κ.λπ. (C‑234/98, EU:C:1999:594, σκέψεις 17, 20 και 21).
( 14 ) 135/83, EU:C:1985:55.
( 15 ) Σκέψη 30.
( 16 ) C‑319/94, EU:C:1998:99.
( 17 ) Σκέψη 32.
( 18 ) C‑399/96, EU:C:1998:532.
( 19 ) Σκέψη 35.
( 20 ) Βλ. ιδίως απόφαση Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 21 ) Βλ. ιδίως αποφάσεις Spijkers (24/85, EU:C:1986:127, σκέψη 13)· Redmond Stichting (C‑29/91, EU:C:1992:220, σκέψη 24)· Süzen (C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 14) και Abler κ.λπ. (C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 33).
( 22 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Liikenne (C‑172/99, EU:C:2001:59, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Όπ.π. (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Όπ.π. (σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Όπ.π. (σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Βλ. σημείο 33 των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) C‑13/95, EU:C:1997:141.
( 28 ) Σκέψη 15.
( 29 ) Απόφαση Jouini κ.λπ. (C‑458/05, EU:C:2007:512, σκέψη 32).
( 30 ) Η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση του Supremo Tribunal de Justiça.
( 31 ) C‑466/07, EU:C:2009:85.
( 32 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2008:614).
( 33 ) Σκέψη 3.6.1, τελευταία παράγραφος.
( 34 ) C‑466/07, EU:C:2009:85.
( 35 ) Σκέψη 42.
( 36 ) Σκέψη 43.
( 37 ) Βλ. ιδίως αποφάσεις Allen κ.λπ. (C‑234/98, EU:C:1999:594, σκέψη 27)· Mayeur (C‑175/99, EU:C:2000:505, σκέψη 53)· Liikenne (C‑172/99, EU:C:2001:59, σκέψη 34) και Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85, σκέψη 44).
( 38 ) Βλ. ιδίως αποφάσεις Mayeur (C‑175/99, EU:C:2000:505, σκέψη 54)· Jouini κ.λπ. (C‑458/05, EU:C:2007:512, σκέψη 36) και Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85, σκέψη 44).
( 39 ) Απόφαση Klarenberg (C‑466/07, EU:C:2009:85, σκέψη 45).
( 40 ) Όπ.π. (σκέψη 46).
( 41 ) Όπ.π. (σκέψη 47).
( 42 ) Όπ.π. (σκέψη 48).
( 43 ) C‑466/07, EU:C:2009:85.
( 44 ) Όπ.π.
( 45 ) Όπ.π.
( 46 ) Σκέψη 50.
( 47 ) Σκέψη 49.
( 48 ) Βλ. ιδίως αποφάσεις Schneider (C‑380/01, EU:C:2004:73, σκέψη 20)· Stradasfalti (C‑228/05, EU:C:2006:578, σκέψη 44) και Kirtruna και Vigano (C‑313/07, EU:C:2008:574, σκέψη 25).
( 49 ) Αποφάσεις Schneider (C‑380/01, EU:C:2004:73, σκέψη 21)· Längst (C‑165/03, EU:C:2005:412, σκέψη 31) και Kirtruna και Vigano (C‑313/07, EU:C:2008:574, σκέψη 26).
( 50 ) Βλ. ιδίως απόφαση Intermodal Transports (C‑495/03, EU:C:2005:552, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 51 ) Όπ.π. (σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 52 ) 283/81, EU:C:1982:335.
( 53 ) Βλ. ιδίως απόφαση Intermodal Transports (C‑495/03, EU:C:2005:552, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 54 ) Απόφαση Consiglio nazionale dei geologi και Autorità garante della concorrenza e del mercato (C‑136/12, EU:C:2013:489, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 55 ) Όπ.π. (σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 56 ) Όπ.π. (σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 57 ) 283/81, EU:C:1982:335.
( 58 ) Απόφαση Intermodal Transports (C‑495/03, EU:C:2005:552, σκέψη 33).
( 59 ) C‑224/01, EU:C:2003:513.
( 60 ) 283/81, EU:C:1982:335.
( 61 ) Απόφαση Intermodal Transports (C‑495/03, EU:C:2005:552, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 62 ) Βλ. Pertek, J., «Renvoi préjudiciel en interprétation», JurisClasseur Europe Traité, τεύχος 361, 2010 § 97.
( 63 ) Βλ. ιδίως αποφάσεις Traghetti del Mediterraneo (C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Fuß (C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 64 ) C‑173/03, EU:C:2005:602.
( 65 ) Σημείο 66.
( 66 ) C‑224/01, EU:C:2003:513.
( 67 ) Βλ. ιδίως απόφαση Ogieriakhi (C‑244/13, EU:C:2014:2068, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 68 ) Βλ. ιδίως απόφαση Traghetti del Mediterraneo (C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 69 ) Όπ.π. (σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, απόφαση Fuß (C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 70 ) Βλ. ιδίως απόφαση Traghetti del Mediterraneo (C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 71 ) Βλ. ιδίως απόφαση Fuß (C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 72 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ανέφερε, εξάλλου, ότι δεν είχε υπόψη της περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 696, στοιχείο f), του νέου πορτογαλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας σε περίπτωση μη συμβατότητας αποφάσεως του Supremo Tribunal de Justiça με το δίκαιο της Ένωσης.
( 73 ) C‑224/01, EU:C:2003:513.
Full & Egal Universal Law Academy