ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 11ης Ιουνίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑215/14
Société des Produits Nestlé SA
κατά
Cadbury UK Ltd
[αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division, Intellectual Property (Ηνωμένο Βασίλειο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Σήματα — Οδηγία 2008/95/ΕΚ — Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ — Έννοια “διακριτικός χαρακτήρας που αποκτήθηκε από τη χρήση” — Τρισδιάστατο σήμα — Σημείο το οποίο αποτελείται ταυτόχρονα από το σχήμα που επιβάλλει η ίδια η φύση του προϊόντος και από αυτό που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος — Ράβδοι σοκολάτας Kit Kat»
I – Εισαγωγή
1.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 1, στοιχεία βʹ και εʹ, σημεία i και ii, και 3 της οδηγίας 2008/3/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων ( 2 ) (στο εξής: οδηγία περί σημάτων).
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Société des Produits Nestlé SA (στο εξής: Nestlé) και της Cadbury UK Ltd (στο εξής: Cadbury), με αντικείμενο με την ανακοπή που άσκησε η Cadbury κατά της αιτήσεως της Nestlé για την καταχώριση ως σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο ενός τρισδιάστατου σημείου το οποίο αναπαριστά τη μορφή μιας σοκολατένιας γκοφρέτας με τέσσερις ράβδους.
3.
Το διακύβευμα αυτής της υποθέσεως είναι η ενδεχόμενη δυνατότητα μιας επιχειρήσεως να εξασφαλίσει διαρκές μονοπώλιο μέσω της καταχωρίσεως ενός τρισδιάστατου σημείου ως σήματος ( 3 ).
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
4.
Το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/95 περί σημάτων έχει ως εξής:
«1. Δεν καταχωρίζονται ή, εάν έχουν καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα:
[...]
β)
τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·
[...]
ε)
τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά:
i)
από το σχήμα που επιβάλλει η ίδια η φύση του προϊόντος ή
ii)
από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος ή
iii)
από το σχήμα που προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν·
[...]
3. Ένα σήμα γίνεται δεκτό προς καταχώριση ή δεν κηρύσσεται άκυρο κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, στοιχεία βʹ, γʹ ή δʹ, εφόσον, πριν από την ημερομηνία της αίτησης καταχώρισης και μετά από τη χρήση που του έχει γίνει, απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται επίσης εφόσον ο διακριτικός χαρακτήρας αποκτήθηκε μετά την αίτηση καταχώρισης ή μετά την καταχώριση.
[...]».
Β – Το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου
5.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου του 1994 περί σημάτων (Trade Marks Act 1994), δεν καταχωρίζονται τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, εκτός αν, πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως, έχουν αποκτήσει στην πράξη διακριτικό χαρακτήρα συνεπεία της χρήσεώς τους.
6.
Δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, σημείο δεν καταχωρίζεται ως σήμα, όταν αποτελείται αποκλειστικά από σχήμα που επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του προϊόντος ή από σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος.
III – Τα ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
7.
Το επίμαχο στην κύρια δίκη προϊόν διατίθεται στο εμπόριο εντός του Ηνωμένου Βασιλείου από το έτος 1935 από τη Rowntree & Co Ltd, με την ονομασία «Rowntree’s Chocolote Crisp». Το 1937, το προϊόν μετονομάστηκε σε «Kit Kat Chocolate Crisp» και στη συνέχεια, για συντομία, σε «Kit Kat». Το 1988, η Nestlé εξαγόρασε τη Rowntree plc.
8.
Το προϊόν κυκλοφορούσε επί μακρόν στην αγορά συσκευασμένο σε δύο στρώσεις περιβλήματος, ένα εσωτερικό αλουμινόχαρτο και ένα εξωτερικό χάρτινο περίβλημα στο οποίο ήταν εκτυπωμένο ερυθρόλευκο λογότυπο με τις λέξεις «Kit Kat», πλέον όμως πωλείται σε συσκευασία μιας στρώσεως με το ίδιο πάντοτε λογότυπο. Η εμφάνιση του λογότυπου εξελίχθηκε με το πέρασμα των χρόνων, χωρίς πάντως να υποστεί σημαντικές μεταβολές. Στην τρέχουσα μορφή του απεικονίζεται ως εξής:
9.
Το βασικό σχήμα του προϊόντος έχει παραμείνει σχεδόν ίδιο από το έτος 1935, μόνο δε οι διαστάσεις του άλλαξαν ελαφρά. Το προϊόν μετά την αφαίρεση του περιβλήματος έχει την ακόλουθη εμφάνιση:
10.
Πρέπει να τονισθεί ότι σε κάθε ράβδο είναι χαραγμένες οι λέξεις «Kit Kat», καθώς και τμήματα του οβάλ σχήματος το οποίο αποτελεί μέρος του λογοτύπου.
11.
Στις 8 Ιουλίου 2010, η Nestlé ζήτησε την καταχώριση του τρισδιάστατου σημείου το οποίο αναπαρίσταται γραφιστικά κατωτέρω (στο εξής: το σήμα), ως σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο:
12.
Το σήμα διαφέρει επομένως από το πραγματικό σχήμα του προϊόντος, καθόσον παραλείπονται οι ανάγλυφες λέξεις «Kit Kat».
13.
Η αίτηση υποβλήθηκε για τα ακόλουθα προϊόντα της κλάσεως 30 του Διακανονισμού της Νίκαιας: «Σοκολάτα, σοκολατούχα προϊόντα ζαχαροπλαστικής, προϊόντα σοκολάτας, προϊόντα ζαχαροπλαστικής, σκευάσματα με βάση τη σοκολάτα, αγαθά αρτοποιίας, γλυκά, μπισκότα, μπισκότα με επικάλυψη σοκολάτας, μπισκότα γκοφρέτες με επικάλυψη σοκολάτας, κέικ, μπισκότα, γκοφρέτες».
14.
Η αίτηση έγινε δεκτή από το βρετανικό Γραφείο Σημάτων και δημοσιεύθηκε προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση ανακοπής. Κατά το εθνικό Γραφείο Σημάτων, παρόλο που το σήμα στερείται εγγενούς διακριτικού χαρακτήρα, ο αιτών απέδειξε ότι αυτό έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα συνεπεία της χρήσεώς του.
15.
Στις 28 Ιανουαρίου 2011, η Cadbury άσκησε ανακοπή κατά της αιτήσεως καταχωρίσεως, στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, στις διατάξεις του νόμου του 1994 περί σημάτων, με τις οποίες μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 3, παράγραφοι 1, στοιχεία βʹ και εʹ, σημεία i και ii, και 3, της οδηγίας περί σημάτων.
16.
Με απόφαση της 20ής Ιουνίου 2013, ο αρμόδιος επί της ανακοπής υπάλληλος του βρετανικού Γραφείου Σημάτων έκρινε ότι το σήμα στερείται εγγενούς διακριτικού χαρακτήρα και δεν έχει αποκτήσει τέτοιο χαρακτήρα ούτε μετά τη χρήση που του έγινε.
17.
Κατά την εκτίμησή του, η μορφή της οποίας ζητήθηκε η καταχώριση χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία:
—
τη βασική πλάκα, ορθογώνιου σχήματος·
—
την παρουσία, τη θέση και το βάθος των αυλακώσεων θραύσεως κατά μήκος της πλάκας, και
—
τον αριθμό αυτών των αυλακώσεων, ο οποίος μαζί με το πλάτος της πλάκας καθορίζει τον αριθμό των «ράβδων».
18.
Πάντοτε κατά τον ίδιο υπάλληλο, το πρώτο από τα χαρακτηριστικά αυτά είναι σχήμα που προκύπτει από την ίδια τη φύση των προϊόντων και δεν μπορεί, επομένως, να αποτελέσει αντικείμενο καταχωρίσεως, με εξαίρεση πάντως τα «κέικ» και τα «γλυκά», ως προς τα οποία το σχήμα του σήματος αποκλίνει σημαντικά από τα ισχύοντα στον τομέα. Δεδομένου ότι τα δύο άλλα χαρακτηριστικά ήταν αναγκαία για την επίτευξη τεχνικού αποτελέσματος, απέρριψε κατά τα λοιπά την αίτηση καταχωρίσεως.
19.
Στις 18 Ιουλίου 2013, η Nestlé προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division, Intellectual Property (Ηνωμένο Βασίλειο), αμφισβητώντας την εκτίμηση ότι το σήμα δεν είχε αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα μέσω της χρήσεώς του πριν από την κρίσιμη ημερομηνία. Εξάλλου, η Nestlé υποστήριξε ότι το σήμα δεν αποτελείται αποκλειστικά ούτε από σχήμα που επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του προϊόντος ούτε από σχήμα που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος.
20.
Την ίδια ημέρα προσέβαλε την απόφαση αυτή και η Cadbury, αμφισβητώντας την εκτίμηση ότι, όσον αφορά τα κέικ και τα γλυκά, το σήμα έχει εγγενή διακριτικό χαρακτήρα και δεν συνίσταται αποκλειστικά στο σχήμα που επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του προϊόντος, ούτε σε αυτό που είναι απαραίτητο για την επίτευξη τεχνικού αποτελέσματος.
21.
Το High Court of Justice κρίνει, κατ’ αρχάς, ότι ο αρμόδιος επί της ανακοπής υπάλληλος του Γραφείου Σημάτων δεν έπρεπε να κάνει διάκριση μεταξύ των κέικ και των γλυκών, αφενός, και όλων των άλλων προϊόντων της κλάσεως 30 του Διακανονισμού της Νίκαιας, αφετέρου, ούτε όσον αφορά την απόδειξη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος ούτε όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημεία i και ii, της οδηγίας περί σημάτων.
22.
Στη συνέχεια, ως προς το ζήτημα αν το σήμα έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα μέσω της χρήσεώς του πριν από την κρίσιμη ημερομηνία, το αιτούν δικαστήριο, αφού υπενθυμίζει τη σχετική νομολογία, διερωτάται αν αρκεί, για να αποδειχθεί ότι ένα σήμα έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα, το ότι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, ένα σημαντικό τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού αναγνωρίζει το σήμα και το συνδέει με τα προϊόντα του αιτούντος την καταχώριση. Εκτιμά δε ότι εναπόκειται μάλλον στον αιτούντα να αποδείξει ότι ένα σημαντικό τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού θεωρεί ότι το σήμα, σε αντίθεση προς οποιοδήποτε άλλο σήμα που μπορεί επίσης να υπάρχει, δηλώνει την προέλευση των αγαθών.
23.
Τέλος, όσον αφορά το σχήμα που επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του προϊόντος και από αυτό που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι η νομολογία σε σχέση με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημεία i και ii, της οδηγίας περί σημάτων είναι ελάχιστη.
24.
Το αιτούν δικαστήριο αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα το επιχείρημα της Nestlé ότι από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας περί σημάτων, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκύπτει σαφώς ότι η αίτηση καταχωρίσεως πρέπει να απορρίπτεται μόνον εφόσον όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του οικείου σημείου είναι μορφικά χαρακτηριστικά απαραίτητα για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος, και συμμερίζεται μάλλον το επιχείρημα της Cadbury ότι ούτε το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων ούτε οι σκοποί που αυτό επιδιώκει συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι, στην περίπτωση ενός σχήματος με τρία ουσιώδη χαρακτηριστικά, εκ των οποίων το μεν πρώτο προκύπτει από την ίδια τη φύση του προϊόντος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο i, της οδηγίας περί σημάτων, τα δε δύο άλλα είναι απαραίτητα για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, αυτής της οδηγίας, η καταχώριση είναι δυνατή απλώς επειδή κανένας από αυτούς του λόγους απαραδέκτου δεν ισχύει ταυτοχρόνως και για τα τρία χαρακτηριστικά.
25.
Επιπλέον το αιτούν δικαστήριο τείνει να απορρίψει το επιχείρημα της Nestlé ότι από τις αποφάσεις Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 78) και Lego Juris κατά ΓΕΕΑ (C‑48/09 P, EU:C:2010:516, σκέψη 84) καθίσταται πρόδηλο ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας περί σημάτων έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου το σχήμα είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος όσον αφορά τη λειτουργία των αγαθών, όχι όμως στις περιπτώσεις όπου το σχήμα είναι απλώς απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος σχετικού με τον τρόπο με τον οποίο παρασκευάζονται τα αγαθά.
IV – Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
26.
Με αυτά ακριβώς τα δεδομένα, το High Court of Justice αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Προκειμένου να διαπιστωθεί ότι εμπορικό σήμα έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα μετά τη χρήση που του έχει γίνει, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ, αρκεί ο αιτών την καταχώριση να αποδείξει ότι κατά την κρίσιμη ημερομηνία ένα σημαντικό τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού αναγνωρίζει το σήμα και το συσχετίζει με τα προϊόντα του αιτούντος υπό την έννοια ότι, εάν επρόκειτο να εξετάσει ποιος εμπορεύεται προϊόντα που φέρουν αυτό το σήμα, θα αναγνώριζε τον αιτούντα; Ή πρέπει ο αιτών να αποδείξει ότι σημαντικό τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού στηρίζεται στο σήμα (συγκρινόμενο με οποιοδήποτε άλλο ενδεχομένως υφιστάμενο εμπορικό σήμα) ως ένδειξη της προελεύσεως των προϊόντων;
2)
Όταν το σχήμα αποτελείται από τρία ουσιώδη στοιχεία, από τα οποία το ένα προκύπτει από την ίδια τη φύση του προϊόντος και τα υπόλοιπα είναι αναγκαία για την επίτευξη τεχνικού αποτελέσματος, αντιτίθεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημεία i ή/και ii, της οδηγίας [περί σημάτων] στην καταχώριση αυτού του σχήματος ως εμπορικού σήματος;
3)
Αντιτίθεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας [περί σημάτων] στην καταχώριση σχημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίτευξη τεχνικού αποτελέσματος σε σχέση με τον τρόπο κατασκευής του προϊόντος κατ’ αντιδιαστολή προς τον τρόπο λειτουργίας τους;»
27.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Γερμανική και η Πολωνική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
28.
Επιπλέον, παρέστησαν όλοι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 30 Απριλίου 2015.
V – Ανάλυση
Α – Προκαταρκτική παρατήρηση σε σχέση με την εφαρμοστέα οδηγία
29.
Η οδηγία της οποίας ζητείται ερμηνεία είναι η οδηγία περί σημάτων. Η σχετική νομολογία αφορά όμως, κυρίως, την πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων ( 4 ).
30.
Οι αναφορές σε αυτή τη νομολογία εξακολουθούν παρά ταύτα να έχουν σημασία. Πράγματι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση Oberbank κ.λπ.(C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 31), οι διατάξεις της επίμαχης στην παρούσα υπόθεση οδηγίας περί σημάτων δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς ως προς το γράμμα, το πλαίσιο και τον τον σκοπό τους, σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις της πρώτης οδηγίας 89/104. Πράγματι, σύμφωνα με την αιτιολογική της σκέψη 1, η οδηγία περί σημάτων απλώς κωδικοποίησε την πρώτη οδηγία 89/104.
31.
Όσον αφορά ειδικότερα το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί σημάτων, μόνον οι περιπτώσεις της απαριθμήσεως που περιέχεται στο στοιχείο εʹ αντικαταστάθηκαν από τα σημεία i, ii και iii. Η λέξη «ή», που χωρίζει την πρώτη και τη δεύτερη περίπτωση, καθώς και τη δεύτερη και τρίτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ε’, της πρώτης οδηγίας 89/104, έχει ομοίως απαλειφθεί από τις [περισσότερες] γλωσσικές αποδόσεις στις οποίες εμφανιζόταν ( 5 ).
Β – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
32.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί σημάτων, τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα δεν καταχωρίζονται. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας εισάγει όμως εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα, διευκρινίζοντας ότι ένα τέτοιο σήμα μπορεί να γίνει δεκτό προς καταχώριση, εφόσον, πριν από την ημερομηνία της αιτήσεως καταχωρίσεως και μετά τη χρήση που του έχει γίνει, έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα.
33.
Με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν, για να αποδειχθεί ότι ένα σήμα έχει αποκτήσει αυτόν τον «διακριτικό χαρακτήρα μετά τη χρήση που του έχει γίνει», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας περί σημάτων, αρκεί ο αιτών την καταχώριση να αποδείξει ότι κατά την κρίσιμη ημερομηνία ένα σημαντικό τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού αναγνωρίζει το σήμα και το συσχετίζει με τα προϊόντα του, υπό την έννοια ότι, εάν επρόκειτο να εξετάσει ποιος εμπορεύεται προϊόντα που φέρουν αυτό το σήμα, θα αναγνώριζε τον αιτούντα ή αν πρέπει μάλλον να αποδείξει ότι σημαντικό τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού στηρίζεται στο σήμα (κατ’ αντιδιαστολή προς οποιοδήποτε άλλο ενδεχομένως υφιστάμενο σήμα) ως ένδειξη της προελεύσεως των προϊόντων.
34.
Κατά το High Court of Justice, το ερώτημα αντανακλά τις αμφιβολίες τις οποίες διατηρούν ακόμη τα αγγλικά δικαστήρια, παρά το ότι έχουν ήδη ερωτήσει δύο φορές το Δικαστήριο ως προς αυτό το ζήτημα ( 6 ).
35.
Η παρούσα υπόθεση δίνει επομένως στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποσαφηνίσει αν, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι το σχετικό σήμα έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα μετά τη χρήση που του έχει γίνει, αρκεί απλώς να αποδειχθεί ότι σημαντικό μέρος του ενδιαφερομένου κοινού θεωρεί ότι το σχήμα ενός προϊόντος που έχει διατεθεί στο εμπόριο προσδιορίζει τα εμπορεύματα συγκεκριμένου επιχειρηματία, ή αν πρέπει να αποδειχθεί ότι το ενδιαφερόμενο κοινό χρησιμοποιεί το σχήμα και το εμπιστεύεται ως εγγύηση εμπορικής προελεύσεως ( 7 ).
1. Η λειτουργία του σήματος: προσδιορισμός ή εγγύηση της προελεύσεως των προϊόντων
36.
Όπως σαφώς προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η λειτουργία του σήματος είναι σύμφυτη με τον διακριτικό του χαρακτήρα.
37.
Πράγματι, ο διακριτικός χαρακτήρας συνιστά, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί σημάτων, μία από τις γενικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την καταχώριση σήματος. Αυτός ο διακριτικός χαρακτήρας, εγγενής ή αποκτηθείς διά της χρήσεως που του έχει γίνει, σημαίνει ότι το σήμα μπορεί πράγματι να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει ότι το προϊόν ή η υπηρεσία που αφορά η καταχώριση προέρχεται από συγκεκριμένη επιχείρηση και, επομένως, για να διακρίνει αυτό το προϊόν ή την υπηρεσία από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων ( 8 ).
38.
Τουτέστιν, «η βασική λειτουργία του σήματος είναι να εγγυάται στον καταναλωτή ή τον τελικό χρήστη την ταυτότητα καταγωγής του φέροντος το σήμα προϊόντος ή της οικείας υπηρεσίας, αφού του δίνει τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την εν λόγω υπηρεσία από αυτά που έχουν άλλη προέλευση» ( 9 ). Πράγματι, «[το σήμα] πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι κάθε προϊόν ή υπηρεσία με το σήμα αυτό έχει κατασκευαστεί ή παρέχεται υπό τον έλεγχο μιας και μόνον επιχειρήσεως η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους»» ( 10 ).
39.
Το σήμα όχι μόνο επιτρέπει στον δικαιούχο του να διακρίνεται από τους ανταγωνιστές του, αλλά εγγυάται επίσης στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη ότι όλα τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που αφορά το συστατικό του σήματος σημείο έχουν την ίδια εμπορική προέλευση ( 11 ).
40.
Εξάλλου, αυτός ο διακριτικός χαρακτήρας, εγγενής ή αποκτηθείς διά της χρήσεως, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση, αφενός, με τις υπηρεσίες ή τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η καταχώριση του σήματος και, αφετέρου, με την αντίληψη ενός μέσου καταναλωτή της οικείας κατηγορίας προϊόντων ή υπηρεσιών, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος ( 12 ).
41.
Όπως πολύ προσφάτως επισήμανε το Δικαστήριο με απόλυτη σαφήνεια, «[π]ρέπει πάντα να εξετάζεται εάν [ένα] σήμα καθιστά δυνατόν για τον μέσο καταναλωτή του οικείου προϊόντος, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, να διακρίνει, χωρίς να προβαίνει σε ανάλυση και χωρίς να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή, το οικείο προϊόν από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων» ( 13 ). Τουτέστιν, το σήμα «όπως αυτό γίνεται αντιληπτό από το ενδιαφερόμενο κοινό, [πρέπει να είναι] σε θέση να εξατομικεύσει τα προϊόντα τα οποία αφορά και να τα διακρίνει από εκείνα τα οποία έχουν άλλη εμπορική προέλευση» ( 14 ).
42.
Από αυτή τη νομολογία συνάγεται ότι δεν αρκεί να αποδείξει ο αιτών την καταχώριση ότι ο μέσος καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων ή υπηρεσιών, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, αναγνωρίζει το σήμα και το συσχετίζει με τα προϊόντα του. Οφείλει επιπλέον να αποδείξει ότι, για τον μέσο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δηλώνει την αποκλειστική προέλευση των προϊόντων, κατ’ αντιδιαστολή δε προς οποιοδήποτε άλλο σήμα που μπορεί επίσης να υπάρχει, και μάλιστα χωρίς κίνδυνο συγχύσεως.
2. Τα όρια στο πλαίσιο της αποδείξεως της χρήσεως ενός σημείου ως στοιχείου καταχωρισμένου σήματος ή σε συνδυασμό με καταχωρισμένο σήμα
43.
Κατά τη Nestlé, δεν απαιτείται πάντως ένα σήμα να έχει χρησιμοποιηθεί χωριστά για να μπορεί να έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα διά της χρήσεώς του. Η αναγνώριση του σήματος, και επομένως η απόκτηση διακριτικού χαρακτήρα, μπορεί να απορρέει από τη χρήση επιμέρους στοιχείου του ως μέρους ενός καταχωρισμένου σήματος ή ακόμη από τη χρήση ενός διαφορετικού σήματος σε συνδυασμό με ένα ήδη καταχωρισμένο σήμα. Στις περιπτώσεις αυτές, αρκεί, συνεπεία μιας τέτοιας «συνδυασμένης» χρήσεως, το ενδιαφερόμενο κοινό να αντιλαμβάνεται στην πράξη ότι το προϊόν ή η υπηρεσία που προσδιορίζεται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση σε συνδυασμό με ένα άλλο στοιχείο, προέρχεται από συγκεκριμένη επιχείρηση.
44.
Δεν συμμερίζομαι αυτή την ερμηνεία.
45.
Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, όσον αφορά την απόκτηση διακριτικού χαρακτήρα διά της χρήσεως, η ταυτοποίηση από το ενδιαφερόμενο κοινό της προελεύσεως του προϊόντος ή της υπηρεσίας από συγκεκριμένη επιχείρηση πρέπει να επιτυγχάνεται χάρη στη χρήση του σημείου «ως σήματος», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι απαιτείται κατ’ ανάγκη το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση να έχει χρησιμοποιηθεί αυτοτελώς ( 15 ).
46.
Ειδικότερα, κατά το Δικαστήριο, η φράση «χρήση του σήματος ως σήματος» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά μόνον τη χρήση του σήματος ως δηλωτικού, για το ενδιαφερόμενο κοινό, της προελεύσεως του προϊόντος ή της υπηρεσίας από συγκεκριμένη επιχείρηση. Αυτή η διά του σήματος σύνδεση προϊόντος-συγκεκριμένης επιχειρήσεως και, επομένως, η απόκτηση διακριτικού χαρακτήρα μπορεί να απορρέει τόσο από τη χρήση ενός επιμέρους στοιχείου καταχωρισμένου σήματος ως τμήματος του σήματος αυτού όσο και από τη χρήση χωριστού σήματος σε συνδυασμό με καταχωρισμένο σήμα ( 16 ).
47.
Με την απόφαση Nestlé (C‑353/03, EU:C:2005:432), το Δικαστήριο έλαβε πάντως πρόνοια να διευκρινίσει ότι, σε κάθε περίπτωση, «αρκεί οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι να αναγνωρίζουν πράγματι, κατόπιν της χρήσεως αυτής, το προϊόν ή την υπηρεσία, που προσδιορίζονται από μόνο το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση» ( 17 ).
48.
Τουτέστιν, μολονότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση μπορεί όντως να έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό με άλλο σήμα, πρέπει, για να προστατεύεται το ίδιο ως ξεχωριστό σήμα, να είναι πλέον ικανό να επιτελεί από μόνο του τη λειτουργία του προσδιορισμού της προελεύσεως του προϊόντος.
49.
Πρόκειται εδώ για ζήτημα αποδείξεως, το οποίο έχει εξηγήσει πολύ καλά, για την περίπτωση σύνθετου σήματος, η γενική εισαγγελέας J. Kokott με τις προτάσεις της στην υπόθεση Nestlé (C‑353/03, EU:C:2005:61), όπου παρατήρησε ότι, «[ω]ς εκ τούτου, δεν αρκεί να τεκμηριωθεί η χρήση του σύνθετου σήματος προς απόδειξη του ότι το μέρος ενός τέτοιου σήματος απέκτησε διά της χρήσεως διακριτικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι των καταναλωτών αντιλαμβάνονται το επίμαχο μέρος του σήματος ως στοιχείο που υποδηλώνει στο πλαίσιο χωριστής χρήσεως ένα εμπόρευμα προερχόμενο από συγκεκριμένη επιχείρηση και, ως εκ τούτου, το διακρίνει από τα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων» ( 18 ).
50.
Όπως κατηγορηματικώς αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94, «ανεξαρτήτως του εάν η χρήση αφορά ένα σημείο ως τμήμα καταχωρισμένου σήματος ή σε συνδυασμό με αυτό, βασική προϋπόθεση είναι το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ως σήματος [από μόνο του, θα προσέθετα εγώ για μία ακόμη φορά, χάριν έμφασης] να μπορεί, συνέπεια της χρήσεως αυτής, να προσδιορίζει στους ενδιαφερόμενους κύκλους τα προϊόντα τα οποία καλύπτει ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση» ( 19 ).
51.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη διευκρίνιση στην οποία προέβη το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως, ότι δηλαδή καταχωρισμένο σήμα, το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικώς ως τμήμα σύνθετου σήματος ή από κοινού με άλλο σήμα, πρέπει να εξακολουθεί να εκλαμβάνεται ως ένδειξη της προελεύσεως του συγκεκριμένου προϊόντος ούτως ώστε να πληροί η χρήση αυτή την έννοια της «ουσιαστικής χρήσεως» ( 20 ).
52.
Το ζήτημα επομένως στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι αν το σχήμα του οποίου την καταχώριση ως σήματος ζητεί η Nestlé μπορεί, χωρίς η χρήση του να συνδέεται με τη συσκευασία ή με οποιαδήποτε μνεία της ονομασίας «Kit Kat», να προσδιορίσει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το προϊόν ως την γκοφρέτα Kit Kat που εμπορεύεται η Nestlé, αποκλειόμενου οποιουδήποτε άλλου υφιστάμενου σήματος ( 21 ).
53.
Εναπόκειται, πράγματι, στην αρμόδια αρχή να εκτιμήσει αν το ενδιαφερόμενο κοινό ή τουλάχιστον ένα σημαντικό τμήμα αυτού αναγνωρίζει, χάρη στο οικείο σήμα, ότι το προϊόν ή η υπηρεσία προέρχονται αποκλειστικώς από συγκεκριμένη επιχείρηση, υπό την έννοια ότι έχουν την ίδια εμπορική προέλευση ( 22 ).
54.
Αντιθέτως, ο επακριβής καθορισμός της νομικής ταυτότητας της παραγωγού επιχειρήσεως –εν προκειμένω, της Nestlé κατ’ αντιδιαστολήν προς την Cadbury– νομίζω ότι υπερβαίνει τις γνώσεις που μπορούν ευλόγως να αναμένονται από το οικείο κοινό, όπως αυτό ορίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ήτοι την αντίληψη ενός μέσου καταναλωτή της οικείας κατηγορίας προϊόντων και υπηρεσιών, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος ( 23 ).
55.
Κατά συνέπεια, κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, εκτιμώ ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν αρκεί ο αιτών την καταχώριση να αποδείξει ότι το οικείο κοινό αναγνωρίζει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και το συσχετίζει με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του. Οφείλει να αποδείξει επιπλέον ότι από μόνο του το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δηλώνει την αποκλειστική προέλευση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών, τούτο δε σε αντίθεση προς οποιοδήποτε άλλο σήμα που μπορεί επίσης να υπάρχει, και μάλιστα χωρίς κίνδυνο συγχύσεως.
Γ – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
56.
Η επίμαχη εν προκειμένω τρισδιάστατη μορφή έχει τρία ουσιώδη χαρακτηριστικά: το πρώτο απορρέει από την ίδια τη φύση του προϊόντος, τα δε δύο άλλα είναι απαραίτητα για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος.
57.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η καταχώριση του συγκεκριμένου σημείου ως σήματος αντιβαίνει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημεία i ή/και ii, της οδηγίας περί σημάτων. Με άλλα λόγια θέτει, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα της ενδεχόμενης σωρευτικής εφαρμογής των κριτηρίων που διατυπώνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων.
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων
58.
Το δίκαιο των σημάτων αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος ανταγωνισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, όπως εξέθεσα ήδη στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, οι επιχειρήσεις πρέπει, προκειμένου να μπορούν να δημιουργήσουν πιστή πελατεία στηριζόμενες στην ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους, να είναι σε θέση να καταχωρίζουν ως σήματα σημεία τα οποία να επιτρέπουν στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, αυτά τα προϊόντα ή αυτές τις υπηρεσίες από τα αντίστοιχα άλλης προελεύσεως ( 24 ).
59.
Το σχήμα ενός προϊόντος περιλαμβάνεται μεταξύ των σημείων που μπορούν να συνιστούν σήμα, εφόσον είναι ικανό, όπως κάθε άλλο σημείο κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας περί σημάτων, να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων, αυτό δε με την επιφύλαξη των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας που προβλέπονται στο άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας.
60.
Αυτοί οι λόγοι απαραδέκτου της καταχωρίσεως πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του γενικού συμφέροντος το οποίο εξυπηρετεί καθένας από αυτούς ( 25 ). Η ratio legis του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων είναι, στο μέτρο που προβλέπει λόγους απαραδέκτου της καταχωρίσεως, να αποτρέπεται το ενδεχόμενο να καταλήξει η προστασία του δικαιώματος επί του σήματος στη δημιουργία ενός μονοπωλίου υπέρ του δικαιούχου του, όσον αφορά τις τεχνικές λύσεις ή τα πρακτικής φύσεως χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, τα οποία ο χρήστης ενδέχεται να αναζητήσει στα προϊόντα των ανταγωνιστών ( 26 ). Έτσι, σκοπός του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, είναι να μην επεκταθεί η προστασία την οποία εξασφαλίζει το δίκαιο των σημάτων πέραν των σημείων που επιτρέπουν στον καταναλωτή να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες κάθε επιχειρήσεως από τα αντίστοιχα των ανταγωνιστών, με συνέπεια να καταστεί για τους ανταγωνιστές αυτούς εμπόδιο στην προσπάθειά τους να προσφέρουν ελεύθερα στην αγορά, και σε ανταγωνισμό με τον δικαιούχο του σήματος, προϊόντα τα οποία να ενσωματώνουν τις ως άνω τεχνικές λύσεις ή τα ως άνω πρακτικής φύσεως χαρακτηριστικά ( 27 ).
61.
Τουτέστιν, όπως πολύ προσφάτως διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:2233), ο άμεσος σκοπός της απαγορεύσεως καταχωρίσεως σχημάτων που επιβάλλονται από την ίδια τη φύση των προϊόντων, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο i, της οδηγίας περί σημάτων, ή αμιγώς λειτουργικών σχημάτων, κατά το στοιχείο εʹ, σημείο ii, αυτής της διατάξεως, ή ακόμη σχημάτων που προσδίδουν ουσιαστική αξία στο προϊόν, κατά το στοιχείο εʹ, σημείο iii, της ίδιας διατάξεως, «είναι η αποτροπή του ενδεχομένου χρησιμοποιήσεως του αποκλειστικού και διαρκούς δικαιώματος που παρέχει το σήμα για την επ’ άπειρον παράταση της ισχύος άλλων δικαιωμάτων ως προς τα οποία ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε αποσβεστικές προθεσμίες» ( 28 ).
62.
Πράγματι, οι τρεις λόγοι στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν ότι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του οικείου προϊόντος, τα οποία εκδηλώνονται στο σχήμα του, θα παραμείνουν ελεύθερα για κοινή χρήση ( 29 ).
2. Επί της δυνατότητας σωρευτικής εφαρμογής των τριών λόγων στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων
63.
Η απόφαση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:2233) δίνει την απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
64.
Συγκεκριμένα, στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά στο ερώτημα αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων έχει την έννοια ότι οι λόγοι απαραδέκτου της καταχωρίσεως που προβλέπονται στο στοιχείο εʹ, σημεία i και ii, αυτής της διατάξεως μπορούν να εφαρμόζονται «συνδυαστικά».
65.
Το νόημα αυτής της απαντήσεως δεν πρέπει πάντως να παρερμηνευθεί. Μολονότι το Δικαστήριο κατέληξε, σε εκείνη την υπόθεση, στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της πρώτης οδηγίας 89/104 έχει την έννοια ότι οι λόγοι απαραδέκτου της καταχωρίσεως που προβλέπονται στην πρώτη και τρίτη περίπτωση της διατάξεως αυτής δεν μπορούν να εφαρμόζονται συνδυαστικά, αυτό δεν σημαίνει ότι οι λόγοι απαραδέκτου στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, αυτής της οδηγίας (ή της οδηγίας περί σημάτων) δεν μπορούν να εφαρμόζονται σωρευτικά στο ίδιο και το αυτό σχήμα.
66.
Πράγματι, αιτιολογώντας το συμπέρασμα του, το Δικαστήριο διαπίστωσε κατ’ αρχάς ότι οι τρεις λόγοι απαραδέκτου καταχωρίσεως οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της πρώτης οδηγίας 89/104 (και επομένως και της οδηγίας περί σημάτων) είναι αυτοτελείς. Τούτο σημαίνει ότι καθένας από τους λόγους πρέπει να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τους δύο λοιπούς ( 30 ). Το Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού στη συνέχεια ότι, αν πληρούται ένα και μόνον από τα κριτήρια της εν λόγω διατάξεως, τότε δεν μπορεί να καταχωρισθεί ως σήμα το σημείο που αποτελείται αποκλειστικά από το σχήμα του προϊόντος ή και από γραφιστική παράσταση του σχήματος αυτού ( 31 ). Το Δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η καταχώριση του σημείου αυτού δύναται να απορριφθεί βάσει περισσοτέρων λόγων απαραδέκτου, εφόσον συντρέχουν πλήρως οι προϋποθέσεις εφαρμογής ενός τουλάχιστον από τους λόγους αυτούς ως προς το επίμαχο σημείο ( 32 ).
67.
Επομένως, όπως υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar με τις προτάσεις του στην υπόθεση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:322), αυτή η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων «δεν αποκλείει το ενδεχόμενο τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά να αποτελέσουν αντικείμενο παράλληλων εξετάσεων υπό το πρίσμα ενός ή περισσοτέρων από τους λόγους απαραδέκτου ή ακυρότητας που προβλέπουν οι διάφορες περιπτώσεις της διατάξεως αυτής» ( 33 ). Αντιθέτως, αποκλείεται η εφαρμογή αυτής της διατάξεως στις περιπτώσεις όπου καμία από τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω διάταξη δεν πληρούται εξ ολοκλήρου ( 34 ).
68.
Αυτό, επομένως, σημαίνει σαφέστατα ότι οι διαφορετικοί λόγοι απαραδέκτου κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων μπορούν να εφαρμόζονται σωρευτικά στο ίδιο και το αυτό σχήμα, υπό την προϋπόθεση ότι καθένας, και εν πάση περιπτώσει τουλάχιστον ο ένας από αυτούς εφαρμόζεται «πλήρως» στο σχήμα.
69.
Κάθε άλλη ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων, ο οποίος συνίσταται, κατά πάγια νομολογία που επαναλαμβάνεται με την απόφαση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:2233, σκέψη 19), στην αποφυγή του ενδεχομένου να καταλήγει η προστασία του δικαιώματος του σήματος στη δημιουργία μονοπωλίου υπέρ του δικαιούχου όσον αφορά τεχνικές λύσεις ή πρακτικής φύσεως χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, τα οποία οι καταναλωτές ενδέχεται να αναζητήσουν στα προϊόντα των ανταγωνιστών ( 35 ) ή ακόμη, γενικότερα, του ενδεχομένου χρησιμοποιήσεως του αποκλειστικού και διαρκούς δικαιώματος που παρέχει το σήμα για την επ’ άπειρον παράταση της ισχύος άλλων δικαιωμάτων ως προς τα οποία ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε αποσβεστικές προθεσμίες ( 36 ).
70.
Όπως τονίζει η Πολωνική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, καθένας από τους λόγους απαραδέκτου οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων σκοπό έχει να προστατεύεται από κάθε μονοπώλιο μια πτυχή που συνδέεται με διαφορετικό τρόπο με το σχήμα του προϊόντος (από την ίδια του τη φύση, από την ανάγκη επιτεύξεως ενός τεχνικού αποτελέσματος ή από την ουσιαστική αξία του). Κατά συνέπεια, θα ήταν παράδοξο να ερμηνευθεί αυτή η διάταξη υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη σωρευτική εφαρμογή των τριών λόγων, διότι έτσι θα γινόταν ουσιαστικά δεκτή η άποψη ότι το ενδεχόμενο να συνυπάρχουν, σε ένα και το αυτό σχήμα, περισσότερες από μία πτυχές που είναι άξιες προστασίας βάσει του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, θα εξάλειφε την ανάγκη προστασίας οποιασδήποτε από αυτές τις πτυχές, μάλιστα δε της καθεμίας χωριστά ( 37 ).
71.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, εκτιμώ ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την καταχώριση σχήματος ως σήματος, όταν αυτό περιλαμβάνει τρία ουσιώδη χαρακτηριστικά από τα οποία το ένα προκύπτει από την ίδια τη φύση του προϊόντος, τα δε δύο άλλα είναι απαραίτητα για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον ένας από τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου ισχύει πλήρως στην περίπτωση του συγκεκριμένου σχήματος.
Δ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
72.
Με το τρίτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας περί σημάτων που αποκλείει από το δικαίωμα καταχωρίσεως τα σημεία τα οποία αποτελούνται «από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος». Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσία, αν η φράση «απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος» αναφέρεται μόνο στον τρόπο λειτουργίας των επίμαχων προϊόντων ή αν έχει εφαρμογή και ως προς τον τρόπο παρασκευής τους.
73.
Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας περί σημάτων θα συνεπαγόταν τον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής του των σχημάτων που υπαγορεύονται από τη μέθοδο παρασκευής.
74.
Αφενός, το κείμενο αναφέρεται ρητώς και αποκλειστικώς στο σχήμα του «προϊόντος», χωρίς ουδόλως να κάνει μνεία στη μέθοδο παρασκευής. Αφετέρου, η αναφορά στο σχήμα γίνεται για την περίπτωση που αυτό είναι απαραίτητο προς επίτευξη του αποτελέσματος. Στη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, το προϊόν προηγείται του τεχνικού αποτελέσματος. Μόνο σε αυτό το αποτέλεσμα, το οποίο είναι κατ’ ανάγκη η ηθελημένη και επιζητούμενη συνέπεια του σχήματος του προϊόντος, αναφέρεται το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας περί σημάτων.
75.
Είναι πάντως δυνατό το τεχνικό αυτό αποτέλεσμα να μη μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με μια ειδική μέθοδο παρασκευής. Έτσι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η ύπαρξη αυλακώσεων θραύσεως είναι αυτή που δίνει στο προϊόν το απαραίτητο σχήμα για την επίτευξη του επιζητούμενου τεχνικού αποτελέσματος, δηλαδή που επιτρέπει στον καταναλωτή να αποχωρίζει εύκολα τις ράβδους των μπισκότων μεταξύ τους. Η γωνία των πλευρών του προϊόντος και αυτή των αυλακώσεων θραύσεως εξαρτώνται όμως από μια ειδική διαδικασία τυποποιήσεως της σοκολάτας, δηλαδή τη μέθοδο παρασκευής του προϊόντος ( 38 ).
76.
Εξάλλου, στηριζόμενο στον σκοπό των λόγων απαραδέκτου καταχωρίσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί σημάτων, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή του ενδεχομένου να καταλήξει η προστασία του δικαιώματος επί του σήματος στη δημιουργία μονοπωλίου υπέρ του δικαιούχου του σήματος όσον αφορά τις τεχνικές λύσεις ή τα πρακτικής φύσεως χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, που ο χρήστης ενδέχεται να αναζητήσει στα προϊόντα των ανταγωνιστών, το Δικαστήριο έχει κρίνει, σε σχέση με τα σημεία τα οποία αποτελούνται αποκλειστικά από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, δεύτερη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας 89/104, ότι «η ως άνω διάταξη αποσκοπεί στην αποφυγή της καταχωρίσεως σχημάτων των οποίων τα ουσιώδη χαρακτηριστικά αντιστοιχούν σε μια τεχνική λειτουργία, οπότε η συμφυής προς το δικαίωμα του σήματος αποκλειστικότητα θα εμπόδιζε τη δυνατότητα των ανταγωνιστών να προσφέρουν στην αγορά προϊόν που να ενσωματώνει μια τέτοια λειτουργία ή, τουλάχιστον, την ελεύθερη εκ μέρους τους επιλογή της τεχνικής λύσεως που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν για να ενσωματώσουν μια τέτοια λειτουργία στο προϊόν τους» ( 39 ).
77.
Η χρήση του συνδέσμου «ή» ενισχυόμενη με τη σύζευξη της λέξεως «τουλάχιστον» συνεπάγεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας περί σημάτων αναφέρεται σε δύο διακριτές καταστάσεις. Η πρώτη αφορά το προϊόν καθεαυτό (που ενσωματώνει την ηθελημένη λειτουργία, δηλαδή το επιζητούμενο τεχνικό αποτέλεσμα). Η δεύτερη, κατ’ ανάγκην διαφορετική, περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως την τεχνική λύση που επιθυμεί να υιοθετήσει ο παραγωγός για να ενσωματώσει την εν λόγω λειτουργία στο προϊόν του. Μια τεχνική λύση που υιοθετείται για να ενσωματωθεί μια λειτουργία σε ένα προϊόν είναι, προφανώς, το συνώνυμο μιας «μεθόδου παρασκευής» ( 40 ).
78.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας περί σημάτων έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την καταχώριση σχημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίτευξη τεχνικού αποτελέσματος όχι μόνο σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας των προϊόντων, αλλά και σε σχέση με τον τρόπο παρασκευής τους.
VI – Πρόταση
79.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division, Intellectual Property ως ακολούθως:
«1)
Δεν αρκεί ο αιτών την καταχώριση να αποδείξει ότι το οικείο κοινό αναγνωρίζει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και το συσχετίζει με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του. Οφείλει να αποδείξει επιπλέον ότι από μόνο του το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δηλώνει την αποκλειστική προέλευση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών, τούτο δε σε αντίθεση προς οποιοδήποτε άλλο σήμα που μπορεί επίσης να υπάρχει, και μάλιστα χωρίς κίνδυνο συγχύσεως.
2)
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την καταχώριση σχήματος ως σήματος, όταν αυτό περιλαμβάνει τρία ουσιώδη χαρακτηριστικά από τα οποία το ένα προκύπτει από την ίδια τη φύση του προϊόντος, τα δε δύο άλλα είναι απαραίτητα για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον ένας από τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου ισχύει πλήρως στην περίπτωση του συγκεκριμένου σχήματος.
3)
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2008/95 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την καταχώριση σχημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίτευξη τεχνικού αποτελέσματος όχι μόνο σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας των προϊόντων, αλλά και σε σχέση με τον τρόπο παρασκευής τους.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 299, σ. 25, και διορθωτικό στην ΕΕ 2009, L 11, σ. 86.
( 3 ) Μολονότι η παρούσα υπόθεση αφορά την αίτηση καταχωρίσεως σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, το επίμαχο σχήμα έχει καταχωρισθεί και ως κοινοτικό σήμα για ορισμένα προϊόντα της κλάσεως 30 του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών ενόψει της καταχώρισης σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αυτός έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής Διακανονισμός της Νίκαιας). Η Cadbury ζήτησε να κηρυχθεί άκυρο το σήμα αυτό, το αίτημα όμως απορρίφθηκε και από το δεύτερο τμήμα προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ). Η σχετική προσφυγή της εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον αριθμό T‑112/13 και η συζήτησή της έχει αναβληθεί εν αναμονή της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, μια τρίτη διαδικασία καταχωρίσεως, πάντοτε σε σχέση με το επίμαχο σήμα αλλά σε μια μορφή του με δύο ράβδους, έχει ανασταλεί από το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ.
( 4 ) ΕΕ L 40, σ. 1, και διορθωτικό στην ΕΕ 1989, L 207, σ. 44.
( 5 ) Βλ., παραδείγματος χάρη, την αγγλική και τη γερμανική γλωσσική απόδοση σε σύγκριση με τη γαλλική και την ιταλική γλωσσική απόδοση.
( 6 ) Πάντως, το Δικαστήριο δεν είχε μπορέσει μέχρι τώρα να απαντήσει στο συγκεκριμένο ερώτημα. Πράγματι, η πρώτη υπόθεση διαγράφηκε (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Nestlé, C‑7/03, EU:C:2003:268) και η δεύτερη κρίθηκε επί τη βάσει του άρθρου 2 της πρώτης οδηγίας 89/104, όπου το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το επίμαχο στην υπόθεση εκείνη σημείο δεν μπορούσε να συνιστά σήμα, χωρίς να εξετάσει το ζήτημα του διακριτικού χαρακτήρα που τυχόν αποκτήθηκε με τη χρήση, κατά την έννοια του άρθρου 3 αυτής της οδηγίας (απόφαση Dyson, C‑321/03, EU:C:2007:51).
( 7 ) Το αιτούν δικαστήριο, με τον τρόπο που αναδιατυπώνει το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, επιχειρεί στην ουσία μια σύνθεση του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος που υπέβαλε το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Nestlé (C‑7/03, EU:C:2003:268).
( 8 ) Βλ. αποφάσεις Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 35) και Oberbank κ.λπ. (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 38).
( 9 ) Απόφαση Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 30, η υπογράμμιση δική μου). Πρόκειται για πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Hoffmann-La Roche (102/77, EU:C:1978:108, σκέψη 7), HAG GF (C‑10/89, EU:C:1990:359, σκέψη 14), Loendersloot (C‑349/95, EU:C:1997:530, σκέψη 24), Canon (C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψη 28), καθώς και Pi-Design κ.λπ. κατά Yoshida Metal Industry (C‑337/12 P έως C‑340/12 P, EU:C:2014:129, σκέψη 42).
( 10 ) Απόφαση Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 30). Όπως εξηγεί ο καθηγητής Monteagudo, το σήμα είναι όχι απλώς το επίμαχο «σημείο», αλλά ο σύνδεσμος μεταξύ αυτού και του σχετικού προϊόντος (ή της σχετικής υπηρεσίας), ο οποίος λειτουργεί κατά τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η διαφοροποίηση ή η εξατομίκευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας σε σχέση με άλλα αντίστοιχα που προσφέρονται από άλλα πρόσωπα. Πρόκειται εδώ για την προεξέχουσα λειτουργία του σήματος, ως στοιχείο προσδιορισμού της προελεύσεως του προϊόντος [Monteagudo, M., «Los requisitos de validez de una marca tridimensional (Comentario a la Sentencia del TJCE de 18 de junio de 2002, asunto C‑299/99, caso “Koninklijke Philips Electronics NV v. Remington Consumer Products Ltd”)», Actos de derecho industrial y derecho de autor, 2002, σ. 391 έως 408, ιδίως σ. 397].
( 11 ) Basire, Y., «La fonction patrimoniale de la marque», Légicom, no 44, 2010, σ. 17 έως 26, ιδίως σ. 24 και 25.
( 12 ) Βλ., σχετικώς, αποφάσεις Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψεις 59 και 63), Nestlé (C‑353/03, EU:C:2005:432, σκέψη 25), και Oberbank κ.λπ. (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 39).
( 13 ) Απόφαση Voss of Norway κατά ΓΕΕΑ (C‑445/13 P, EU:C:2015:303, σκέψη 92).
( 14 ) Όπ.π. (σκέψη 94).
( 15 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Nestlé (C‑353/03, EU:C:2005:432, σκέψεις 26 και 27).
( 16 ) Βλ., σχετικώς, απόφαση Nestlé (C‑353/03, EU:C:2005:432, σκέψεις 29 και 30). Βλ. επίσης, σε σχέση με το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 11, σ. 1), που είναι κατ’ ουσίαν αντίστοιχο με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας περί σημάτων, απόφαση Colloseum Holding (C‑12/12, EU:C:2013:253, σκέψη 27).
( 17 ) Σκέψη 30, η υπογράμμιση δική μου.
( 18 ) Σημείο 43.
( 19 ) Απόφαση Colloseum Holding (C‑12/12, EU:C:2013:253, σκέψη 28). Η υπογράμμιση δική μου.
( 20 ) Όπ.π. (σκέψη 35).
( 21 ) Μολονότι οι λέξεις «Kit Kat» εμφανίζονται ανάγλυφα σε κάθε μία από τις ράβδους που συνθέτουν το μπισκότο «Kit Kat», στο σχήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν αναγράφεται τίποτα και το οικείο κοινό θα μπορούσε, ενδεχομένως, να το αντιλαμβάνεται ως αναφερόμενο σε προϊόντα άλλων επιχειρήσεων. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν θα είχε τον απαιτούμενο διακριτικό χαρακτήρα. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει το ζήτημα αυτό.
( 22 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, Basire, Y., «La fonction patrimoniale de la marque», Légicom, αριθ. 44, 2010, σ. 17 έως 26, ιδίως σ. 25.
( 23 ) Αποφάσεις Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψεις 59 και 63), Nestlé (C‑353/03, EU:C:2005:432, σκέψη 25), και Oberbank κ.λπ. (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 39).
( 24 ) Βλ., σχετικώς, απόφαση Lego Juris κατά ΓΕΕΑ (C‑48/09 P, EU:C:2010:516, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:2233, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Όπ.π. (σκέψη 18).
( 27 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Pringle (C-299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 78).
( 28 ) Σκέψη 19. Το Δικαστήριο προσθέτει επίσης, με τη σκέψη 20 αυτής της αποφάσεως, ότι «ο λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας για τα σήματα επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με αυτόν της δεύτερης και τρίτης περιπτώσεως της εν λόγω διατάξεως». Τα εν λόγω δικαιώματα είναι κατ’ ουσίαν αυτά που παρέχει η ρύθμιση για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τα βιομηχανικά υποδείγματα και σχέδια (βλ. σχετικώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Philips, C‑299/99, EU:C:2001:52, σημείο 30). Βλ. επίσης, ως προς τους διαφορετικούς σκοπούς αυτών των ρυθμίσεων, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Szpunar στην υπόθεση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:322, σημεία 35 έως 37). Στη νομική θεωρία, βλ., μεταξύ άλλων, Vanbrabant, B., La propriété intellectuelle. Nature juridique et régime patrimonial, Βρυξέλλες, Larcier, 2015 (υπό έκδοση), τόμος 1, σ. 352, Monteagudo, M., «Los requisitos de validez de una marca tridimensional (Comentario a la Sentencia del TJCE de 18 de junio de 2002, asunto C‑299/99, caso ‘Koninklijke Philips Electronics NV v. Remington Consumer Products Ltd’)», Actos de derecho industrial y derecho de autor, 2002 σ. 391 έως 408, ιδίως σ. 403 και 404.
( 29 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, σε σχέση με την πρώτη οδηγία 89/104, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Szpunar στην υπόθεση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:322, σημείο 28).
( 30 ) Απόφαση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:2233, σκέψη 39).
( 31 ) Όπ.π. (σκέψη 40). Η συνεπαγωγή αυτή δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στη νομολογία. Το Δικαστήριο είχε ερμηνεύσει με αυτόν τον τρόπο την επίμαχη διάταξη στην απόφαση Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 76), όπως και αργότερα στην απόφαση Benetton Group (C‑371/06, EU:C:2007:542, σκέψη 26, τρίτη παύλα).
( 32 ) Απόφαση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:2233, σκέψη 41). Η υπογράμμιση δική μου.
( 33 ) Σκέψη 105.
( 34 ) Όπ.π. (σκέψη 99).
( 35 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 78), Linde κ.λπ. (C‑53/01 έως C‑55/01, EU:C:2003:206, σκέψη 72), και Lego Juris κατά ΓΕΕΑ (C‑48/09 P, EU:C:2010:516, σκέψη 43).
( 36 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:2233, σκέψη 19), καθώς και, σε σχέση με τις τεχνικές λύσεις, απόφαση Lego Juris κατά ΓΕΕΑ (C‑48/09 P, EU:C:2010:516, σκέψεις 45 και 46).
( 37 ) Αξίζει ίσως να σημειωθεί, πάντως, ότι η Suthersanen, στον σχολιασμό της αποφάσεως Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377), δεν αμφισβητεί τη δυνατότητα σωρεύσεως των τριών εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της πρώτης οδηγίας 89/104. Το ζήτημα είναι ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα σχήμα αποκλείεται από το δικαίωμα καταχωρίσεως επί τη βάσει ενός μόνο (ή δύο, θα πρόσθετα) ή των τριών λόγων, στους οποίους αναφέρεται αυτή η διάταξη (Suthersanen, U., «The European Court of Justice στο Philips v Remington – Trade Marks and Market Freedom», Intellectual Property Quarterly, 2003, αριθ. 3, σ. 257 έως 283, ιδίως σ. 258).
( 38 ) Σύμφωνα και με τις παρατηρήσεις του αρμόδιου επί της ανακοπής υπαλλήλου, οι οποίες επαναλαμβάνονται από το αιτούν δικαστήριο στη σκέψη 29 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
( 39 ) Απόφαση Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 79). Η υπογράμμιση δική μου.
( 40 ) Κατά τον Iván L. Sempere Massa, υπάρχουν διάφορα κριτήρια για να εκτιμηθεί αν το σχήμα ενός προϊόντος επιτελεί μια τεχνική λειτουργία. Μεταξύ αυτών των κριτηρίων, ο συγγραφέας παραθέτει το παράδειγμα ενός σχήματος που έχει ήδη αποτελέσει το αντικείμενο διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αλλά επίσης την περίπτωση ενός παραγωγού, ο οποίος, στη διαφήμιση του προϊόντος, αναφερόταν στα τεχνικά πλεονεκτήματα που διαθέτει αυτό το σχήμα για τη χρήση του ή την παρασκευή του (Sempere Massa, I. L., La protección de las formas como marca tridimensional, Tirant, Βαλένθια, 2011, ιδίως σ. 101).
Full & Egal Universal Law Academy