ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 4ης Ιουνίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑234/14
Ostas celtnieks SIA
κατά
Talsu novada pašvaldība,
Iepirkumu uzraudzības birojs
[αίτηση του Augstākā tiesa (Λεττονία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Δημόσιες συμβάσεις — Οδηγία 2004/18/ΕΚ — Άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3 — Οικονομικός φορέας που επικαλείται τις δυνατότητες άλλων φορέων — Υποχρέωση καταρτίσεως συμβάσεως αστικής εταιρίας ή συστάσεως ομόρρυθμης εταιρίας με τους εν λόγω άλλους φορείς — Ρήτρα περί ατομικής και αλληλέγγυας ευθύνης του προσφέροντος και των άλλων φορέων»
I – Εισαγωγή
1.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Μαΐου 2014, υποβάλλεται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Ostas celtnieks SIA (στο εξής: Ostas celtnieks) και, αφετέρου, της Talsu novada pašvaldība (τοπική αρχή της περιφέρειας του Talsi, στο εξής: Αρχή) και του Iepirkumu uzraudzības birojs (υπηρεσία εποπτείας δημοσίων συμβάσεων, στο εξής: Υπηρεσία).
2.
Η Αρχή κίνησε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως για τη βελτίωση των οδικών υποδομών με σκοπό τη διευκόλυνση της προσβάσεως στο Talsi. Η συγγραφή υποχρεώσεων του διαγωνισμού που προκηρύχθηκε από την Αρχή προέβλεπε ιδίως ότι όποιος προσφέρων στηριζόταν στις δυνατότητες άλλων φορέων όφειλε, πριν τη σύναψη της συμβάσεως, να καταρτίσει συμφωνία περί αστικής εταιρίας ή να συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με τους φορείς αυτούς. Η συμφωνία περί αστικής εταιρίας θα έπρεπε ιδίως να προβλέπει ότι ο προσφέρων και οι άλλοι φορείς ευθύνονται ατομικώς και αλληλεγγύως.
3.
Η Ostas celtnieks αμφισβητεί τη νομιμότητα των προϋποθέσεων αυτών της συγγραφής υποχρεώσεων.
4.
Η εν λόγω αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών ( 2 ). Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ιδίως αν η οδηγία αυτή αντιτίθεται ή όχι στον καθορισμό προϋποθέσεων με τη συγγραφή υποχρεώσεων, όπως οι προβλεπόμενες στην υπόθεση της κύριας δίκης.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
5.
Στην αιτιολογική σκέψη 45 της οδηγίας 2004/18 εκτίθενται τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία προβλέπει τη δυνατότητα τα κράτη μέλη να καταρτίζουν επίσημους καταλόγους εργολάβων, προμηθευτών ή παρόχων υπηρεσιών ή να καθιερώνουν πιστοποίηση από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς καθώς και να περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα μιας τέτοιας καταγραφής ή πιστοποιητικού στο πλαίσιο σύναψης δημοσίων συμβάσεων σε άλλο κράτος μέλος. Όσον αφορά τους επίσημους καταλόγους των εγκεκριμένων οικονομικών φορέων, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις που ένας οικονομικός φορέας ο οποίος αποτελεί μέρος ομίλου επικαλείται τις οικονομικές, χρηματοδοτικές ή τεχνικές δυνατότητες άλλων εταιρειών του ομίλου προκειμένου να στηρίξει την αίτηση εγγραφής του. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στον οικονομικό φορέα να αποδεικνύει ότι διαθέτει πράγματι τα μέσα αυτά καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της εγγραφής. Για τους σκοπούς της εγγραφής αυτής, ένα κράτος μέλος μπορεί να καθορίζει τα επίπεδα των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούνται· μπορεί, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση που ο εν λόγω φορέας επικαλείται τις χρηματοδοτικές δυνατότητες άλλης εταιρείας του ομίλου, να απαιτεί εν ανάγκη την από κοινού και χωριστά δέσμευση της εταιρείας αυτής».
6.
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/18 προβλέπει τα εξής:
«Οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων δύνανται να υποβάλλουν προσφορές ή να εμφανίζονται ως υποψήφιοι. Για την υποβολή μιας προσφοράς ή μιας αίτησης συμμετοχής, οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να απαιτούν να έχουν οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων συγκεκριμένη νομική μορφή· ωστόσο, η επιλεγείσα κοινοπραξία είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική μορφή, εάν της ανατεθεί η σύμβαση, στο μέτρο που η περιβολή αυτής της νομικής μορφής είναι αναγκαία για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης.»
7.
Κατά το άρθρο 25 της οδηγίας αυτής:
«Στη συγγραφή υποχρεώσεων, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητεί ή μπορεί να υποχρεώνεται από ένα κράτος μέλος να ζητήσει από τον προσφέροντα να αναφέρει στην προσφορά του το τμήμα της σύμβασης που προτίθεται να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους καθώς και τους υπεργολάβους που προτείνει.
Η εκδήλωση τέτοιας πρόθεσης δεν αίρει την ευθύνη του κυρίου οικονομικού φορέα.»
8.
Κατά το άρθρο 26 της εν λόγω οδηγίας:
«Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιβάλλουν ειδικούς όρους σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης, με την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί είναι συμβατοί με το δίκαιο [της Ένωσης] και ότι επισημαίνονται στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων. Οι όροι που επιβάλλονται σχετικά με την εκτέλεση μιας σύμβασης μπορούν να αφορούν ιδίως κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους.»
9.
Το άρθρο 44 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Οι συμβάσεις ανατίθενται […] αφού οι αναθέτουσες αρχές ελέγξουν την καταλληλότητα των οικονομικών φορέων που δεν έχουν αποκλεισθεί […]. Ο έλεγχος της καταλληλότητας πραγματοποιείται από τις αναθέτουσες αρχές σύμφωνα με τα κριτήρια της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας και των επαγγελματικών και τεχνικών γνώσεων ή ικανοτήτων που αναφέρονται στα άρθρα 47 έως 52 […].
2. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να απαιτούν τα ελάχιστα επίπεδα ικανοτήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48, τα οποία πρέπει να καλύπτουν οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες.
Η έκταση των πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 47 και 48 καθώς και το ελάχιστο επίπεδο ικανοτήτων που απαιτείται για μια δεδομένη σύμβαση, πρέπει να είναι συνδεδεμένα και ανάλογα προς το αντικείμενο της σύμβασης.
[…]»
10.
Το άρθρο 47 της οδηγίας 2004/18 προβλέπει, στις παραγράφους του 2 και 3, τα εξής:
«2. Ένας οικονομικός φορέας μπορεί, ενδεχομένως και για συγκεκριμένη σύμβαση, να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της νομικής φύσης των δεσμών του με αυτές. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του τους αναγκαίους πόρους, παραδείγματος χάριν, με την προσκόμιση της σχετικής δέσμευσης των φορέων αυτών.
3. Υπό τις ίδιες συνθήκες, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 4 μπορεί να στηρίζεται στις δυνατότητες των μετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.»
11.
Το άρθρο 48, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«3. Ένας οικονομικός φορέας μπορεί, ενδεχομένως και για μια συγκεκριμένη σύμβαση, να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της νομικής φύσης των δεσμών του με αυτούς. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι, για την εκτέλεση της σύμβασης, θα έχει στη διάθεσή του τους αναγκαίους πόρους, παραδείγματος χάριν με την προσκόμιση της δέσμευσης των φορέων αυτών να θέσουν στη διάθεση του οικονομικού φορέα τους αναγκαίους πόρους.
4. Υπό τις ίδιες συνθήκες, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 4 μπορεί να στηρίζεται στις δυνατότητες των μετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.»
Β — Το εθνικό δίκαιο
12.
Ο νόμος περί δημοσίων συμβάσεων [Publisko iepirkumu likums, Latvijas Vēstnesis, 2006, αριθ. 65 (3433)] μεταφέρει την οδηγία 2004/18 στο λεττονικό δίκαιο.
13.
Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ο νόμος αυτός, στα άρθρα 41 («Οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια»), παράγραφος 3, και 42 («Τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες»), παράγραφος 3, προβλέπει ότι ο ανάδοχος μπορεί, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση συγκεκριμένης συμβάσεως, να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων επιχειρηματικών φορέων, ασχέτως της νομικής φύσεως των δεσμών του με αυτούς. Στην περίπτωση αυτή, ο ανάδοχος πρέπει να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία μέσα για την εκτέλεση της συμβάσεως, προσκομίζοντας βεβαιώσεις των φορέων αυτών ή συμφωνίες με αυτούς σχετικά με την εκτέλεση της συμβάσεως ( 3 ).
14.
Οι βασικοί κανόνες που διέπουν τη συμφωνία περί αστικής εταιρίας περιέχονται στο κεφάλαιο 16 του λεττονικού αστικού κώδικα, ενώ οι προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λειτουργία ομόρρυθμης εταιρίας από οικονομικούς φορείς περιέχονται στο κεφάλαιο IX του εμπορικού κώδικα.
III – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
15.
Η Αρχή κίνησε διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως για τη βελτίωση των οδικών υποδομών.
16.
Το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων, η οποία εγκρίθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2011, έχει ως εξής:
«[…] όποιος προσφέρων στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων επιχειρήσεων οφείλει να κατονομάζει όλες αυτές τις επιχειρήσεις και να αποδεικνύει ότι θα έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία μέσα. Αν η σύμβαση ανατεθεί στον εν λόγω προσφέροντα, αυτός οφείλει, πριν τη σύναψη της συμβάσεως, να καταρτίσει συμφωνία περί αστικής εταιρίας με τις εν λόγω επιχειρήσεις και να τη διαβιβάσει στην αναθέτουσα αρχή.»
17.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η συμφωνία περί αστικής εταιρίας πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής:
«1)
ρήτρα κατά την οποία καθένα από τα μέρη ευθύνεται χωριστά και αλληλεγγύως για την εκτέλεση της συμβάσεως·
2)
[τον ορισμό του] κύριου οικονομικού φορέα ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος να υπογράψει τη σύμβαση και να διευθύνει την εκτέλεσή της·
3)
περιγραφή του τμήματος των εργασιών των οποίων την εκτέλεση αναλαμβάνει καθένας από τους συμμετέχοντες·
4)
το ποσοστό των εργασιών που αναλαμβάνει να υλοποιήσει καθένας από τους συμμετέχοντες·
Η κατάρτιση συμφωνίας περί αστικής εταιρίας μπορεί να αντικατασταθεί από τη σύσταση ομόρρυθμης εταιρίας».
18.
Η Ostas celtnieks προσέβαλε ενώπιον της Υπηρεσίας πολλές από τις προϋποθέσεις της συγγραφής υποχρεώσεων και, ιδίως, το σημείο 9.5 αυτής.
19.
Με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2012, η Υπηρεσία δέχθηκε τις αιτιάσεις της Ostas celtnieks σε σχέση με ορισμένα σημεία, αλλά απέρριψε όσες αφορούσαν το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων. Η Υπηρεσία έκρινε ότι, με το εν λόγω σημείο της συγγραφής υποχρεώσεων, η αναθέτουσα αρχή είχε πράγματι υποδείξει τον τρόπο με τον οποίον ο ανάδοχος μπορούσε να αποδείξει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεως τα αναγκαία μέσα τα οποία επικαλείται.
20.
Η Ostas celtnieks άσκησε προσφυγή ενώπιον του Administratīvā rajona tiesa (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο), ζητώντας να αναγνωριστεί η μερική παρανομία της αποφάσεως της Υπηρεσίας ως προς διάφορα σημεία και, ειδικότερα, όσον αφορά το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων.
21.
Με απόφαση της 7ης Μαΐου 2013, το Administratīvā rajona tiesa έκρινε ότι το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων ήταν εν μέρει παράνομο.
22.
Κατά το εν λόγω δικαστήριο, ούτε από τον λεττονικό νόμο περί δημοσίων συμβάσεων ούτε από την οδηγία 2004/18 προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή μπορεί να επιβάλλει σε προσφέροντα την υποχρέωση να προσκομίσει δέσμευση για την κατάρτιση συμφωνίας περί αστικής εταιρίας με άλλους φορείς των οποίων τις δυνατότητες επικαλείται και να απαιτεί από τον προσφέροντα να καταρτίσει παρόμοια συμφωνία ή να συστήσει ομόρρυθμη εταιρεία με αυτούς. Το Administratīvā rajona tiesa έκρινε ότι ένας οικονομικός φορέας μπορεί να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων, για τις ανάγκες συγκεκριμένης συμβάσεως, ανεξαρτήτως της νομικής φύσεως των μεταξύ τους σχέσεων.
23.
Κατά της αποφάσεως αυτής η Αρχή και η Υπηρεσία υπέβαλαν αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Με τις αιτήσεις αναιρέσεως υποστηρίζουν ότι το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων δικαιολογείται προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος μη εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι, ελλείψει υποχρεώσεως καταρτίσεως συμφωνίας, η αναθέτουσα αρχή δεν θα είχε τη δυνατότητα να ελέγξει αν η σύμβαση θα εκτελεσθεί σύμφωνα με την υποβληθείσα προσφορά και αν οι οικονομικοί φορείς τις δυνατότητες των οποίων επικαλείται ο ανάδοχος θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους.
24.
Κατά την Αρχή και την Υπηρεσία, η φράση «ασχέτως της νομικής φύσης των δεσμών του με αυτούς» ( 4 ) αφορά τις σχέσεις που υφίστανται γενικώς μεταξύ του αναδόχου και του επιχειρηματικού φορέα τις δυνατότητες του οποίου επικαλείται ο πρώτος. Φρονούν ότι ο λεττονικός νόμος περί δημοσίων συμβάσεων δεν προβλέπει τον τρόπο με τον οποίον ο ανάδοχος μπορεί να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία μέσα και ότι, συνεπώς, η σχετική εκτίμηση απόκειται στην αναθέτουσα αρχή.
25.
Υποστηρίζουν επίσης ότι, καθόσον ο λεττονικός νόμος περί δημοσίων συμβάσεων έχει μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τις διατάξεις της οδηγίας 2004/18, πρέπει εξίσου να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου για την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας αυτής. Επισημαίνουν ακόμη ότι, με τις αποφάσεις Ballast Nedam Groep (C‑389/92, EU:C:1994:133) και Ballast Nedam Groep (C‑5/97, EU:C:1997:636), το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προκειμένου να περιοριστεί στο ελάχιστο ο κίνδυνος που διατρέχει η αναθέτουσα αρχή, απόκειται στην ίδια να επαληθεύει ότι οι προσφέροντες έχουν όντως στη διάθεσή τους τα σχετικά μέσα.
26.
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από πολλές αποφάσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή οφείλει να επαληθεύει την ικανότητα των υπεργολάβων να εκτελέσουν τη σύμβαση ( 5 ).
27.
Παρατηρεί, ιδίως, ότι στη σκέψη 33 της αποφάσεως Swm Costruzioni 2 και Mannocchi Luigino (C‑94/12, EU:C:2013:646), το Δικαστήριο έκρινε «ότι η οδηγία 2004/18 επιτρέπει τη σώρευση των δυνατοτήτων περισσοτέρων οικονομικών φορέων για την πλήρωση των ελαχίστων απαιτήσεων ικανότητας που θέτει η αναθέτουσα αρχή στο μέτρο που αποδεικνύεται στην αρχή αυτή ότι ο υποψήφιος ή προσφέρων ο οποίος επικαλείται τις δυνατότητες ενός ή περισσοτέρων άλλων φορέων θα έχει πράγματι στη διάθεσή του τα μέσα αυτών τα οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως».
28.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η αναθέτουσα αρχή όχι μόνο δύναται αλλά υποχρεούται να επαληθεύει την ικανότητα του προσφέροντος να εκτελέσει τη σύμβαση. Ωστόσο, εκτιμά ότι δεν έχει αποσαφηνισθεί το ζήτημα αν η αναθέτουσα αρχή μπορεί να απαιτεί ως μοναδικό αποδεκτό τρόπο για τη χρήση συμπληρωματικών δυνατοτήτων τη σύσταση ορισμένου είδους εταιρίας ή την κατάρτιση συμφωνίας περί αστικής εταιρίας ή αν αντιθέτως η προσφέρουσα επιχείρηση είναι ελεύθερη να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφαλίσει τις δυνατότητες αυτές.
29.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Augstākā tiesa αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2004/18[…] την έννοια ότι, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος μη εκτελέσεως της συμβάσεως, δεν αντίκεινται σε προϋπόθεση περιεχόμενη στη συγγραφή υποχρεώσεων, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που μια σύμβαση ανατεθεί σε ανάδοχο ο οποίος στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων, ο ανάδοχος αυτός υποχρεούται, πριν τη σύναψη της συμβάσεως, είτε να καταρτίσει με τους εν λόγω φορείς συμφωνία περί αστικής εταιρίας (συμπεριλαμβάνοντας σε αυτήν τα συγκεκριμένα σημεία που προβλέπονται στη συγγραφή υποχρεώσεων) είτε να συστήσει με αυτούς ομόρρυθμη εταιρία;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
30.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Λεττονική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Ostas celtnieks, η Λεττονική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία έλαβε χώρα στις 16 Απριλίου 2015.
V – Νομική ανάλυση
Α — Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
31.
Επισημαίνεται ότι, καίτοι το ερώτημα που έχει υποβάλει το αιτούν δικαστήριο στο Δικαστήριο δεν μνημονεύει ειδικώς κάποια συγκεκριμένη διάταξη της οδηγίας 2004/18, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κάνει αναφορά στα άρθρα 25 «Υπεργολαβίες», 26 («Όροι εκτέλεσης της σύμβασης»), 47 («Οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια»), 48 («Τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες») και στην αιτιολογική σκέψη 45 αυτής.
32.
Εξάλλου, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά μόνο το σημείο 9.5 της επίμαχης συγγραφής υποχρεώσεων, το οποίο προβλέπει ότι όποιος προσφέρων στηρίζεται σε δυνατότητες άλλων φορέων οφείλει να κατονομάζει τους φορείς αυτούς και να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία μέσα για την εκτέλεση της συμβάσεως, προσκομίζοντας τη δέσμευση των εν λόγω φορέων να καταρτίσουν συμφωνία περί αστικής εταιρίας ( 6 ) ή να συστήσουν ομόρρυθμη εταιρία πριν τη σύναψη της συμβάσεως.
33.
Φρονώ συνεπώς ότι το ερώτημα που τίθεται στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο αφορά το ζήτημα κατά πόσο τα άρθρα 47, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/18 (σχετικά με την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια των οικονομικών φορέων που συμμετέχουν σε μια διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη συμβάσεως) και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής (σχετικά με τις τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες των εν λόγω οικονομικών φορέων) αντιτίθενται σε ρήτρα συγγραφής υποχρεώσεων, η οποία επιβάλλει σε προσφέροντα που επικαλείται τις δυνατότητες άλλων φορέων την υποχρέωση να καταρτίσει συμφωνία περί αστικής εταιρίας ή να συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με αυτούς πριν τη σύναψη της συμβάσεως.
34.
Εντούτοις, κατά την Επιτροπή η διατύπωση του εν λόγω σημείου της συγγραφής υποχρεώσεων οδηγεί στη σκέψη ότι η ειδική διάταξη σχετικά με την κατάρτιση συμφωνίας περί αστικής εταιρίας ή τη σύσταση ομόρρυθμης εταιρίας αφορά μόνο το στάδιο μετά την επιλογή και πριν τη σύναψη της συμβάσεως και, επομένως, αφορά μόνο τον διαγωνιζόμενο του οποίου η προσφορά επελέγη και με τον οποίο η αναθέτουσα αρχή προτίθεται να συνάψει τη σύμβαση. Συνεπώς η ειδική αυτή διάταξη αφορά τους όρους εκτελέσεως της συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 26 της οδηγίας 2004/18.
35.
Φρονώ, υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεως εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, ότι οι απαιτήσεις του σημείου 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων αφορούν τα ελάχιστα επίπεδα, αφενός, οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας και, αφετέρου τεχνικών ή/και επαγγελματικών ικανοτήτων που απαιτεί η αναθέτουσα αρχή, υπό την έννοια των άρθρων 44, παράγραφος 2, 47 και 48 της οδηγίας 2004/18, τα οποία πρέπει να καλύπτει ο προσφέρων προκειμένου να ληφθεί υπόψη η προσφορά του ( 7 ) και όχι τους όρους εκτελέσεως της συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 26 της οδηγίας αυτής. Συγκεκριμένα, καίτοι κατ’ εφαρμογή του άρθρου 26, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν, με την προκήρυξη του διαγωνισμού ή με τη συγγραφή υποχρεώσεων, να επιβάλλουν ειδικούς όρους για την εκτέλεση της συμβάσεως, εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των παραδειγμάτων που παραθέτει το άρθρο αυτό σχετικά με την έννοια «όροι εκτελέσεως», και συγκεκριμένα ότι τέτοιοι όροι «μπορούν να αφορούν ιδίως κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους» ( 8 ), προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο δεν αφορά την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια ή τις τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες του προσφέροντος να εκτελέσει τη σύμβαση, απαιτήσεις οι οποίες διαλαμβάνονται στα άρθρα 44, παράγραφος 2, 47 και 48 της οδηγίας 2004/18.
36.
Εξάλλου, οι υποχρεώσεις του προσφέροντος που επικαλείται τις δυνατότητες άλλων φορέων, αφενός, να αποδείξει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του όλα τα μέσα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως προσκομίζοντας τη δέσμευση των φορέων αυτών να καταρτίσουν συμφωνία περί αστικής εταιρίας και, αφετέρου, να καταρτίσει με τους φορείς αυτούς συμφωνία περί αστικής εταιρίας ή να συστήσει ομόρρυθμη εταιρία πριν τη σύναψη της συμβάσεως είναι αλληλένδετες και δεν πρέπει να διαχωρίζονται τεχνητά.
37.
Οι υποχρεώσεις αυτές αφορούν την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια του προσφέροντος καθώς και τις επαγγελματικές και τεχνικές ικανότητες και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 της οδηγίας 2004/18, ο προσφέρων πρέπει να αποδεικνύει ότι θα έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως μέσα, ιδίως αν προσφεύγει σε υπεργολάβους. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών συνιστά λόγο αποκλεισμού από τον διαγωνισμό.
Β — Τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18
38.
Οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απαιτούν το πρόσωπο που συνάπτει σύμβαση με μια αναθέτουσα αρχή να είναι σε θέση να εκπληρώσει απευθείας, με δικούς του πόρους, τη συμφωνηθείσα παροχή. Αρκεί να είναι σε θέση να διασφαλίσει την εκπλήρωση της οικείας παροχής από τρίτους, παρέχοντας τις αναγκαίες προς τούτο εγγυήσεις. Όπως προκύπτει τόσο από τους κανόνες της Ένωσης όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δικαίωμα υποβολής προσφοράς ή καταθέσεως αιτήσεως συμμετοχής έχει κάθε πρόσωπο ή φορέας που, ενόψει των όρων που θέτει η οικεία προκήρυξη, φρονεί ότι διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα προς εκτέλεση της συμβάσεως, απευθείας ή μέσω υπεργολαβίας. Η πραγματική ικανότητα του ως άνω φορέα να πληροί τους όρους που θέτει η σχετική προκήρυξη αποτελεί αντικείμενο ελέγχου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων που καθιερώνουν τα άρθρα 44 έως 52 της οδηγίας 2004/18 ( 9 ).
39.
«Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να απαιτεί από τους υποψηφίους ή προσφέροντες να καλύπτουν τα ελάχιστα επίπεδα οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας, καθώς και τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 της οδηγίας αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, η αναθέτουσα αρχή πρέπει να λαμβάνει υπόψη το αναγνωριζόμενο από τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18 δικαίωμα κάθε οικονομικού φορέα να μπορεί να επικαλείται, για συγκεκριμένη σύμβαση, τις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της φύσεως των δεσμών του με αυτούς τους φορείς, εφόσον αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του τους αναγκαίους πόρους για την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής» ( 10 ).
40.
Επισημαίνεται συναφώς ότι, καίτοι κάθε οικονομικός φορέας έχει το δικαίωμα να επικαλείται, για συγκεκριμένη σύμβαση, τις δυνατότητες άλλων φορέων, εναπόκειται σε αυτόν να αποδείξει ότι όντως βρίσκονται στη διάθεσή του τα μέσα και οι πόροι των εν λόγω οργανισμών ή επιχειρήσεων, που δεν του ανήκουν και που είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως ( 11 ).
41.
Η αναθέτουσα αρχή, όπως ορίζει το άρθρο 44, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/18, πρέπει να προβαίνει στον έλεγχο της ικανότητας του προσφέροντος προκειμένου ιδίως να διασφαλίζεται ότι ο προσφέρων πρόκειται πράγματι να κάνει χρήση των οποιασδήποτε φύσεως μέσων που επικαλείται κατά την καλυπτόμενη από τη σύμβαση χρονική περίοδο ( 12 ).
42.
Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, η οδηγία 2004/18 δεν παρέχει τη δυνατότητα να αποκλείονται εκ των προτέρων ορισμένα μέσα αποδείξεως ούτε να γίνεται κατά τεκμήριο δεκτό ότι ο προσφέρων διαθέτει τα μέσα τα οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως ( 13 ).
43.
Συγκεκριμένα, μολονότι τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48 παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18 προβλέπουν ότι, «παραδείγματος χάριν», η προσκόμιση της δεσμεύσεως άλλων φορέων να θέσουν στη διάθεση του προσφέροντος τους αναγκαίους πόρους συνιστά αποδεκτό τρόπο αποδείξεως, εντούτοις οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν επ’ ουδενί άλλους τρόπους αποδείξεως ( 14 ).
Γ — Το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων
44.
Το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων, επιβάλλοντας στους προσφέροντες την υποχρέωση να καταρτίσουν συμφωνία περί αστικής εταιρίας με τους φορείς την ικανότητα των οποίων επικαλούνται ή να συστήσουν άλλη εταιρία με αυτούς τους πριν τη σύναψη της συμβάσεως, προβλέπει έναν και μόνο τρόπο για να αποδείξουν οι εν λόγω προσφέροντες ότι έχουν στη διάθεσή τους τα μέσα άλλων φορέων.
45.
Η υποχρέωση αυτή είναι κατά τη γνώμη μου αντίθετη προς το γράμμα των άρθρων 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18, το οποίο παραθέτει ως παράδειγμα έναν τρόπο αποδείξεως που μπορεί να χρησιμοποιήσει ορισμένος οικονομικός φορέας προκειμένου να επικαλεστεί, για συγκεκριμένη σύμβαση, τις δυνατότητες άλλων φορέων, πράγμα το οποίο σημαίνει εξ ορισμού ότι όχι μόνο δεν επιβάλλει τον τρόπο αυτό, αλλά ότι δεν αποκλείει και άλλους τρόπους.
46.
Έτι περαιτέρω, το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων, με την υποχρέωση που επιβάλλει, απαγορεύει τη χρήση του τρόπου αποδείξεως που παρατίθεται στα άρθρα 47 και 48 της οδηγίας 2004/18.
47.
Εξάλλου, εκτιμώ ότι το άρθρο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων, επιβάλλοντας στους προσφέροντες έναν και μόνο τρόπο για να αποδείξουν την καταλληλότητά τους και ότι έχουν στη διάθεσή τους τα μέσα άλλων φορέων, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ( 15 ).
48.
Συγκεκριμένα, καίτοι ο σκοπός που συνίσταται στη διασφάλιση της εκτελέσεως της συμβάσεως αποτελεί θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος, εντούτοις η υποχρέωση που επιβάλλει το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων βαίνει σαφώς πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων, επιβάλλοντας στον προσφέροντα και στους λοιπούς φορείς με τους οποίους προτίθεται να συνεργαστεί περιορισμό ως προς τη νομική μορφή της μεταξύ τους σχέσεως, τον οποίο δεν προβλέπουν τα άρθρα 47, παράγραφος 2 και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18, περιορίζει ουσιωδώς και αδικαιολόγητα το δικαίωμα του προσφέροντος να στηρίζεται στις δυνατότητες των εν λόγω φορέων και, ως εκ τούτου, την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή προσφερόντων ( 16 ) στις διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών, παρά το γεγονός ότι το συμφέρον της Ένωσης στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών επιτάσσει το άνοιγμα των διαγωνισμών δημοσίων συμβάσεων στον ευρύτερο δυνατό ανταγωνισμό ( 17 ).
49.
Επιπλέον, οι επιβαλλόμενες στον προσφέροντα υποχρεώσεις να καταρτίσει με τους φορείς των οποίων επικαλείται, παραδείγματος χάρη, τις τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες συμφωνία περί αστικής εταιρίας ή να συστήσει με αυτούς ομόρρυθμη εταιρία πριν τη σύναψη της συμβάσεως και να συμπεριλάβει στη συμφωνία αυτή ρήτρα κατά την οποία ο προσφέρων και οι άλλοι φορείς ευθύνονται ατομικώς και αλληλεγγύως για την εκτέλεση της συμβάσεως, ανεξαρτήτως του τμήματος της συμβάσεως που ο προσφέρων προτίθεται να εκτελέσει μέσω υπεργολαβίας, έχουν σαφώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα ως προς αυτήν τη μορφή οικονομικής συνεργασίας ( 18 ). Θα μπορούσε δε να αμφισβητηθεί η αποτελεσματικότητα του μέτρου για την επίτευξη του σκοπού που συνίσταται στη διασφάλιση της εκτελέσεως της συμβάσεως, δεδομένου ότι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η επιχείρηση της οποίας τις τεχνικές και επαγγελματικές ικανότητες επικαλείται ο προσφέρων θα αποδεχόταν αλληλέγγυα οικονομική ευθύνη, ενώ της έχει ανατεθεί υπεργολαβικά μόνο ένα ελάχιστο τμήμα της συμβάσεως.
50.
Τέλος, το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων θίγοντας, παραδείγματος χάρη, το δικαίωμα του προσφέροντος να αναθέσει υπεργολαβικά, σύμφωνα με το άρθρο 25 της οδηγίας 2004/18, ένα τμήμα της επίμαχης παροχής, περιορίζει την πρόσβαση των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων στις δημόσιες συμβάσεις ( 19 ).
Δ — Υπεργολαβία ή κοινοπραξία οικονομικών φορέων
51.
Η Λεττονική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι φορείς, όπως και οι πιθανοί υπεργολάβοι στις δυνατότητες των οποίων στηρίζεται ο προσφέρων, συνιστούν, κατά την άποψη της αναθέτουσας αρχής, κοινοπραξία οικονομικών φορέων η οποία είναι ο εν δυνάμει φορέας εκτελέσεως της συμβάσεως. Επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/18, «οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να απαιτούν να έχουν οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων συγκεκριμένη νομική μορφή· ωστόσο, η επιλεγείσα κοινοπραξία είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική μορφή, εάν της ανατεθεί η σύμβαση, στο μέτρο που η περιβολή αυτής της νομικής μορφής είναι αναγκαία για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης». Η Λεττονική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι, για τη διασφάλιση της εκτελέσεως της συμβάσεως, η αναθέτουσα αρχή δικαιούται να ζητήσει από ένωση οικονομικών φορέων να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική μορφή. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, νομίμως το σημείο 9.5 της επίμαχης συγγραφής υποχρεώσεων επιβάλλει, στην πράξη, στους οικονομικούς φορείς οι οποίοι επιθυμούν να στηριχθούν σε υπεργολάβους ( 20 ), την υποχρέωση να συστήσουν κοινοπραξία με αυτούς.
52.
Επισημαίνεται καταρχάς ότι, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/18, η υποχρέωση των κοινοπραξιών οικονομικών φορέων να περιβληθούν ορισμένη νομική μορφή μετά την ανάθεση του αντικειμένου της συμβάσεως «στο μέτρο που η περιβολή αυτής της νομικής μορφής είναι αναγκαία για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης» ( 21 ) συνιστά, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετική απαίτηση η οποία επιβάλλεται μόνο όταν είναι αντικειμενικά αναγκαία και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν προβάλλεται εν προκειμένω.
53.
Ειδικότερα, καίτοι οι αναθέτουσες αρχές μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να απαιτούν από κοινοπραξία οικονομικών φορέων να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική μορφή μετά την ανάθεση του αντικειμένου της συμβάσεως, εντούτοις δεν μπορούν να επιβάλλουν τη σύσταση τέτοιας κοινοπραξίας από προσφέροντα και τους υπεργολάβους με τους οποίους προτίθεται να συνεργαστεί, διότι η οδηγία 2004/18 παρέχει στον προσφέροντα την επιλογή είτε να αναθέσει υπεργολαβικά μέρος της συμβάσεως σε τρίτους (άρθρο 25), είτε να σχηματίσει με άλλους φορείς κοινοπραξία οικονομικών φορέων ώστε να υποβάλουν κοινή προσφορά για συγκεκριμένη σύμβαση (άρθρο 4, παράγραφος 2).
54.
Πάντως, το σημείο 9.5 της συγγραφής υποχρεώσεων συνδέει τις δύο αυτές δυνατότητες οι οποίες είναι σαφώς διακριτές ( 22 ) και, τουλάχιστον κατά την άποψη της Λεττονικής Κυβερνήσεως, υποχρεώνει τον προσφέροντα που προσφεύγει σε υπεργολάβους να μετατρέψει αυτόν τον τρόπο συνεργασίας σε κοινοπραξία οικονομικών φορέων.
55.
Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18, ο προσφέρων που συμμετέχει σε διαδικασία επιλογής έχει το δικαίωμα να επιλέγει τον τρόπο συνεργασίας με άλλους φορείς προκειμένου να πληροί τις επίμαχες απαιτήσεις οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας.
56.
Κατά συνέπεια, το σημείο 9.5 στερεί από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/18 και εφαρμόζει εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
VI – Πρόταση
57.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Augstākā tiesa (Λεττονία) ως εξής:
Τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε προϋπόθεση περιλαμβανόμενη σε συγγραφή υποχρεώσεων που επιβάλλει σε προσφέροντα ο οποίος επικαλείται τις δυνατότητες άλλων φορέων την υποχρέωση είτε να καταρτίσει με τους εν λόγω φορείς συμφωνία περί αστικής εταιρίας είτε να συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με αυτούς πριν τη σύναψη της συμβάσεως.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 134, σ. 114, και διορθωτικό, ΕΕ L 351, σ. 44.
( 3 ) Επισημαίνεται ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά το συμβατό των διατάξεων του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης. Η Ostas celtnieks αμφισβητεί μόνο τη νομιμότητα ορισμένων προϋποθέσεων της επίμαχης συγγραφής υποχρεώσεων. Βλ. σημεία 16 έως 18 των παρουσών προτάσεων. Εξάλλου, κατόπιν ερωτήσεως που έθεσε ο πρόεδρος Α. Tizzano κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Λεττονική Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι η επίμαχη σύμβαση στην υπόθεση της κύριας δίκης ήταν σύμβαση έργου αξίας περίπου 3 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι κατώτερης από το όριο που καθορίζει η οδηγία για αυτό το είδος συμβάσεων (βλ. άρθρο 7, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18). Εντούτοις, η Λεττονική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι η λεττονική νομοθεσία έχει προβλέψει την εφαρμογή της οδηγίας 2004/18 σε συμβάσεις έργων ποσού ίσου με αυτό της επίμαχης συμβάσεως.
( 4 ) Βλ. άρθρα 41 («Οικονομική και χρηματοοοικονομική επάρκεια»), παράγραφος 3, και 42 («Τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες»), παράγραφος 3, του λεττονικού νόμου περί δημοσίων συμβάσεων, καθώς και άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18.
( 5 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις Ballast Nedam Groep (C‑389/92, EU:C:1994:133, σκέψη 16) και Holst Italia (C‑176/98, EU:C:1999:593, σκέψεις 28 και 29).
( 6 ) Η Λεττονική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι «“[α]στική εταιρία είναι η συνεργασία δύο ή περισσοτέρων προσώπων βάσει σχετικής συμφωνίας με σκοπό την επίτευξη κοινών σκοπών, με κοινούς πόρους και μέσα”. Το άρθρο 2257 του λεττονικού αστικού κώδικα ρυθμίζει το ζήτημα της ευθύνης των συμμετεχόντων στην αστική εταιρία υπό την έννοια ότι οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η εταιρία δεσμεύουν αλληλεγγύως όλα τα μέλη αυτής έναντι τρίτων».
( 7 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑368/10, EU:C:2012:284, σκέψεις 103 και 104). Πράγματι, υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεως εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, το σημείο 9.5 προφανώς παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στις απαιτήσεις του παραρτήματος 1 της συγγραφής υποχρεώσεων που φέρει τον τίτλο «Οικονομική προσφορά» καθώς και στο παράρτημα 2 αυτής με τίτλο «Προεπιλογή».
( 8 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑368/10, EU:C:2012:284, σκέψη 76).
( 9 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση CoNISMa (C‑305/08, EU:C:2009:807, σκέψεις 41 και 42 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 10 ) Βλ. απόφαση Swm Costruzioni 2 και Mannocchi Luigino (C‑94/12, EU:C:2013:646, σκέψεις 28 και 29). Η υπογράμμιση δική μου. Τα άρθρα 47, παράγραφος 2, 48, παράγραφος 3, και 52 της οδηγίας 2004/18 κωδικοποιούν την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επί των προγενέστερων οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων. Βλ. προτάσεις γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen επί της υποθέσεως Swm Costruzioni 2 και Mannocchi Luigino (C‑94/12, EU:C:2013:130, σημείο 20).
( 11 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Holst Italia (C‑176/98, EU:C:1999:593, σκέψη 29) και Siemens και ARGE Telekom (C‑314/01, EU:C:2004:159, σκέψεις 43 και 44). Συνεπώς, το βάρος αποδείξεως φέρει ο προσφέρων ο οποίος επικαλείται τις δυνατότητες τρίτων. Στη σκέψη 35 της αποφάσεως Swm Costruzioni 2 και Mannocchi Luigino (C‑94/12, EU:C:2013:646), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι υπάρχουν εργασίες με ιδιαιτερότητες οι οποίες απαιτούν ικανότητα η οποία δεν μπορεί να προκύψει ως άθροισμα της ελάσσονος ικανότητας περισσότερων. Στην περίπτωση αυτή, η αναθέτουσα αρχή ευλόγως μπορεί να απαιτήσει το ελάχιστο επίπεδο της οικείας ικανότητας να καλύπτεται από έναν μόνον οικονομικό φορέα ή, ενδεχομένως, από περιορισμένο αριθμό οικονομικών φορέων, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18, στον βαθμό που η απαίτηση αυτή είναι συνδεδεμένη και ανάλογη με το αντικείμενο της επίμαχης συμβάσεως». Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δέχεται την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων κατά τις οποίες, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της επίμαχης συμβάσεως, η επίκληση των δυνατοτήτων άλλων φορέων από προσφέροντα μπορεί να περιορίζεται. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά στην ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων στην υπόθεση της κύριας δίκης.
( 12 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Holst Italia (C‑176/98, EU:C:1999:593, σκέψη 28).
( 13 ) Όπ.π. (σκέψη 30).
( 14 ) «Αμφότερα τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18 προβλέπουν με σχεδόν όμοια διατύπωση ότι “ένας οικονομικός φορέας μπορεί […] να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων”. Από τη διατύπωση προκύπτει η αναγνώριση δικαιώματος των οικονομικών φορέων να επιλέγουν τη μέθοδο αυτή ως προς την πλήρωση των κριτηρίων επιλογής, υπό τον όρο ότι μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν όντως τα ανήκοντα σε άλλους φορείς μέσα τα οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως». Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στην υπόθεση Swm Costruzioni 2 και Mannocchi Luigino (C‑94/12, EU:C:2013:130, σημείο 24).
( 15 ) Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη θεμιτού σκοπού. Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Serrantoni και Consorzio stabile edili (C‑376/08, EU:C:2009:808, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.).
( 16 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση CoNISMa (C‑305/08, EU:C:2009:807, σκέψη 37).
( 17 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Consorzio Stabile Libor Lavori Pubblici (C‑358/12, EU:C:2014:2063, σκέψη 29) και Swm Costruzioni 2 και Mannocchi Luigino (C‑94/12, EU:C:2013:646, σκέψη 34). «Ο σκοπός του ανοίγματος στον ευρύτερο δυνατό ανταγωνισμό δεν συναρτάται μόνο με τη διασφάλιση του συμφέροντος στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά και με το συμφέρον της ίδιας της αναθέτουσας αρχής, η οποία διαθέτει με τον τρόπο αυτόν ευρεία δυνατότητα επιλογής σε σχέση με την πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά». Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στην υπόθεση Swm Costruzioni 2 και Mannocchi Luigino (C‑94/12, EU:C:2013:130, σημείο 32).
( 18 ) Σημειώνεται ότι το άρθρο 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94, σ. 65), προβλέπει ότι, «[ό]ταν οικονομικός φορέας στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων όσον αφορά τα κριτήρια που σχετίζονται με την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητά από τον οικονομικό φορέα και τους φορείς αυτούς να είναι από κοινού υπεύθυνοι για την εκτέλεση της σύμβασης». Επισημαίνεται, ωστόσο, αφενός, ότι η διάταξη αυτή, η οποία πρέπει να μεταφερθεί από τα κράτη μέλη το αργότερο έως τις 18 Απριλίου 2016 κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 90 της οδηγίας 2014/24, δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης και, αφετέρου, ότι η εν λόγω διάταξη αφορά αποκλειστικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο προσφέρων στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων όσον αφορά τα κριτήρια που σχετίζονται με την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια αποκλειομένων αυτών που σχετίζονται με τις τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες. Επιπλέον, η διάταξη αυτή απαιτεί μόνο ο προσφέρων και οι άλλοι φορείς να είναι αλληλεγγύως υπεύθυνοι για την εκτέλεση της συμβάσεως χωρίς να επιβάλλει, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ιδιαίτερη νομική μορφή συνεργασίας μεταξύ αυτών. Είναι εξάλλου λογικό μόνον η στήριξη στην «οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια» να συνδέεται με την αλληλέγγυα ευθύνη.
( 19 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Swm Costruzioni 2 και Mannocchi Luigino (C‑94/12, EU:C:2013:646, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 20 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Ordine degli Architetti κ.λπ. (C‑399/98, EU:C:2001:401, σκέψεις 90 και 91).
( 21 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 22 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Holst Italia (C‑176/98, EU:C:1999:593, σκέψη 24). Βλ., επίσης, άρθρα 47, παράγραφος 3, και 48, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/18.
Full & Egal Universal Law Academy