ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 5ης Μαρτίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑242/14
Saatgut‑Treuhandverwaltungs GmbH
κατά
Gerhard und Jürgen Vogel GbR
Jürgen Vogel
Gerhard Vogel
[αίτηση του Landgericht Mannheim (Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών — Κανονισμός (ΕΚ) 2100/94 — Άρθρα 14 και 94 — Κανονισμός (EΚ) 1768/95 — Χρήση, εκ μέρους καλλιεργητή, του προϊόντος της συγκομιδής προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας άνευ αδείας του κατόχου του κοινοτικού δικαιώματος — Παρέκκλιση από την προστασία που παρέχει το εν λόγω δικαίωμα — Προνόμιο των καλλιεργητών — Υποχρέωση καταβολής δίκαιης αμοιβής στον κάτοχο του δικαιώματος — Προθεσμία εντός της οποίας απαιτείται να έχει λάβει χώρα η καταβολή προκειμένου να χωρεί υπαγωγή στο καθεστώς παρεκκλίσεως — Χρονικό σημείο ενάρξεως και εκπνοής της εν λόγω προθεσμίας»
I – Εισαγωγή
1.
Η υποβληθείσα από το Landgericht Mannheim (Γερμανία) αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά κατά βάση την ερμηνεία των άρθρων 14 και 94 του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών ( 2 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός), καθώς και ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με τη γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94 ( 3 ) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός) ( 4 ).
2.
Η υπό εξέταση αίτηση υπεβλήθη στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Saatgut‑Treuhandverwaltungs GmbH (στο εξής: STV), η οποία εκπροσωπεί τα συμφέροντα διαφόρων κατόχων δικαιωμάτων επί προστατευόμενων φυτικών ποικιλιών, και, αφετέρου, της Gerhard und Jürgen Vogel GbR, εταιρείας η οποία διαχειρίζεται γεωργική εκμετάλλευση, καθώς και των Gerhard Vogel και Jürgen Vogel, προσωπικώς ευθυνόμενων εταίρων της εν λόγω εταιρείας (στο εξής: εταίροι Vogel), σχετικής με την εκ μέρους των δεύτερων χρήση του πολλαπλασιαστικού υλικού μίας εκ των εν λόγω ποικιλιών άνευ αδείας του δικαιούχου της.
3.
Υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια χρήση στοιχειοθετούσε προσβολή δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, η STV αξίωσε από τους εναγομένους της κύριας δίκης, επί τη βάσει του άρθρου 94 του βασικού κανονισμού, την καταβολή ποσού ίσου προς το συνολικό ποσό που οι εναγόμενοι θα όφειλαν να καταβάλουν για την απόκτηση αδείας χρήσεως της επίμαχης προστατευόμενης ποικιλίας. Οι εταίροι Vogel αντιτάχθηκαν στην αξίωση αυτή επικαλούμενοι το καθεστώς του άρθρου 14 του ιδίου κανονισμού, κατά το οποίο οι καλλιεργητές δύνανται να επωφεληθούν παρεκκλίσεως από το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων καταλέγεται, ειδικότερα, η υποχρέωση καταβολής στον κάτοχο του οικείου κοινοτικού δικαιώματος δίκαιης αμοιβής, το ύψος της οποίας είναι χαμηλότερο εκείνου της αποζημιώσεως που οφείλεται σε περίπτωση αποδεδειγμένης προσβολής του δικαιώματος.
4.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί εάν καλλιεργητής δύναται να επικαλεσθεί το εν λόγω καθεστώς παρεκκλίσεως στην περίπτωση κατά την οποία καταβάλλει την επιβαλλόμενη από το εν λόγω άρθρο 14 δίκαιη αμοιβή σε χρόνο μεταγενέστερο της εκ μέρους του χρήσεως της οικείας ποικιλίας διά της καλλιέργειας του προϊόντος της συγκομιδής του, ούτως ώστε, στην περίπτωση αυτή, η συγκεκριμένη πράξη να θεωρείται επιτρεπόμενη και, συνεπώς, να μην επισύρει τις προβλεπόμενες από το εν λόγω άρθρο έννομες συνέπειες. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τις διατάξεις των εν λόγω άρθρων προκειμένου να προσδιορίσει το χρονικό σημείο μέχρι του οποίου χωρεί καταβολή εκ μέρους του ενδιαφερόμενου καλλιεργητή της εν λόγω αμοιβής.
II – Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
5.
Η STV είναι εταιρεία με έδρα στη Γερμανία, η οποία εκπροσωπεί τους κατόχους δικαιωμάτων επί διαφόρων προστατευόμενων φυτικών ποικιλιών ( 5 ) και διαχειρίζεται, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα του κατόχου επί της ποικιλίας χειμερινής κριθής «Finita» (στο εξής: ποικιλία «Finita»), η οποία προστατεύεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του βασικού κανονισμού.
6.
Στο πλαίσιο αυτό η STV δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο με το σύνολο των προστατευόμενων φυτικών ποικιλιών τις οποίες διαχειρίζεται βάσει συμβάσεως, καθώς και το ποσό που οφείλεται για την καλλιέργεια των ποικιλιών αυτών. Επιπροσθέτως, σε ετήσια βάση, η STV ζητεί από τους καλλιεργητές, κατά τρόπο γενικό, να την ενημερώνουν για ενδεχόμενη καλλιέργεια κάποιας εκ των εν λόγω ποικιλιών, αποστέλλοντας προς τούτο σε αυτούς έντυπα δηλώσεως συνοδευόμενα από ευρετήριο με το σύνολο των προστατευόμενων ποικιλιών που η ίδια διαχειρίζεται κατά την οικεία περίοδο εμπορίας, καθώς και με τα στοιχεία των αντίστοιχων κατόχων δικαιωμάτων επί των ποικιλιών και των κατόχων αδείας εκμεταλλεύσεως.
7.
Οι εταίροι Vogel, οι οποίοι δεν συνδέονται συμβατικώς με την STV, δεν ανταποκρίθηκαν στις εν λόγω αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Εντούτοις, τη 16η Δεκεμβρίου 2011 η STV πληροφορήθηκε μέσω μεταποιητή ( 6 ) ότι, κατά την περίοδο εμπορίας 2010/2011, οι εταίροι Vogel είχαν, μεταξύ άλλων, επεξεργασθεί σπόρους της ποικιλίας «Finita».
8.
Με έγγραφο της 31ης Μαΐου 2012 η STV κάλεσε τους εταίρους Vogel να εξετάσουν τις εν λόγω πληροφορίες, οι οποίες αποκάλυπταν μη δηλωθείσα χρήση του πολλαπλασιαστικού υλικού της εν λόγω ποικιλίας που είχε αποκτηθεί μέσω καλλιέργειας αυτής, και να της παράσχουν συναφώς στοιχεία, τάσσοντας σε αυτούς προθεσμία απαντήσεως έως την 20ή Ιουνίου 2012. Οι εταίροι δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημα αυτό.
9.
Με έγγραφο της 27ης Ιουλίου 2012 η STV αξίωσε από τους εταίρους Vogel την καταβολή ποσού ύψους 262,50 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο σύνολο των δικαιωμάτων που οφείλονταν για τη βάσει αδείας χρήση σπόρων της ποικιλίας «Finita», των αποκαλούμενων «δικαιωμάτων αδείας C», για την αποκατάσταση της ζημίας που είχε υποστεί από τη μη δηλωθείσα καλλιέργεια της εν λόγω προστατευόμενης ποικιλίας.
10.
Δεδομένου ότι οι εταίροι Vogel δεν προέβησαν στην εν λόγω καταβολή, με δικόγραφο της 18ης Μαρτίου 2013 η STV άσκησε αγωγή ενώπιον του Amtsgericht Euskirchen (δικαστήριο του καντονίου Euskirchen), με αίτημα την καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως. Τη 13η Σεπτεμβρίου 2013 το εν λόγω δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Landgericht Mannheim (δικαστήριο της περιφέρειας του Mannheim).
11.
Προς στήριξη του αιτήματός της η STV επισημαίνει ότι οι εταίροι Vogel υποχρεούνται να της καταβάλουν εύλογη αποζημίωση, δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, ύψους ίσου προς το σύνολο των δικαιωμάτων αδείας C, καθώς προέβησαν σε καλλιέργεια η οποία, ως μη «εξουσιοδοτημένη» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, στοιχειοθετούσε προσβολή του δικαιώματος του κατόχου. Όπως επισημαίνει, οι εταίροι Vogel δεν δύνανται να επικαλούνται την προβλεπόμενη από το άρθρο 14, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού παρέκκλιση, διότι δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση καταβολής, υπέρ του κατόχου του δικαιώματος επί της οικείας προστατευόμενης ποικιλίας, της κατ’ άρθρο 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού δίκαιης αμοιβής. Η STV υποστηρίζει ότι οι καλλιεργητές οφείλουν στο σύνολό τους να εκπληρώνουν την εν λόγω υποχρέωση κατ’ αρχήν προ της σποράς και, εν πάση περιπτώσει, προ της λήξεως της περιόδου εμπορίας κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η καλλιέργεια, τούτο δε εξ ιδίας πρωτοβουλίας, ανεξαρτήτως της έγκαιρης ή μη υποβολής, εκ μέρους του κατόχου του δικαιώματος, αιτήσεως παροχής πληροφοριών.
12.
Οι εταίροι Vogel αποκρούουν τις θέσεις της STV. Οι εν λόγω αντίδικοι εκτιμούν ότι, στην πιο ακραία εκδοχή, θα όφειλαν να καταβάλουν ποσό μειωμένο λόγω «εξουσιοδοτημένης» καλλιέργειας κατ’ εφαρμογήν της προβλεπόμενης από το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού παρεκκλίσεως. Επιπροσθέτως, οι εταίροι Vogel υποστηρίζουν ότι, για την κατάφαση των προϋποθέσεων της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 του εν λόγω κανονισμού αξιώσεως αποζημιώσεως, πρέπει να στοιχειοθετείται παράβαση της προβλεπόμενης από το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώσεως ενημερώσεως του κατόχου του δικαιώματος, η οποία, κατά την άποψή τους, δεν απεδείχθη εν προκειμένω ( 7 ).
13.
Στο πλαίσιο αυτό, με απόφαση της 9ης Μαΐου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο τη 19η Μαΐου 2014, το Landgericht Mannheim ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Υποχρεούται καλλιεργητής ο οποίος, χωρίς να έχει συνάψει σχετική σύμβαση με τον κάτοχο κοινοτικού δικαιώματος επί προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας, έκανε χρήση του πολλαπλασιαστικού υλικού της εν λόγω ποικιλίας το οποίο απέκτησε μέσω καλλιέργειας, να καταβάλει εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 94, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και, εφόσον έχει ενεργήσει εκ δόλου ή εξ αμελείας, να αποκαταστήσει επιπλέον τη ζημία που προκλήθηκε από την προσβολή δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών κατά το άρθρο 94, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, όταν, κατά τον χρόνο πραγματικής χρήσεως του προϊόντος συγκομιδής με σκοπό την αναπαραγωγή στον αγρό, δεν έχει ακόμη εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής δίκαιης αμοιβής (ποσού οφειλόμενου για την καλλιέργεια) την οποία υπέχει από άρθρο 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 επ. του [εκτελεστικού] κανονισμού;
2)
Στην περίπτωση κατά την οποία δοθεί επί του πρώτου ερωτήματος η απάντηση ότι ο καλλιεργητής δύναται να εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής της δίκαιης αμοιβής που οφείλεται για την καλλιέργεια ακόμη και μετά την πραγματική χρήση του προϊόντος συγκομιδής με σκοπό την αναπαραγωγή στον αγρό, πρέπει οι προμνησθείσες διατάξεις να ερμηνευθούν ως τάσσουσες προθεσμία εντός της οποίας ο καλλιεργητής που έκανε χρήση του πολλαπλασιαστικού υλικού προστατευόμενης ποικιλίας το οποίο απέκτησε μέσω καλλιέργειας οφείλει, προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί “εξουσιοδοτημένος” να προβεί στην εν λόγω καλλιέργεια κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 94, παράγραφος 1, και 14 του [βασικού] κανονισμού, να εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής δίκαιης αμοιβής;»
14.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η STV, οι εταίροι Vogel, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν διεξήχθη.
III – Ανάλυση
Α – Επί των επιμέρους πτυχών της προβληματικής της υπό κρίση υποθέσεως
15.
Επιβάλλεται εκ προοιμίου η υπόμνηση ορισμένων στοιχείων σχετικών με το έννομο καθεστώς που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως, στοιχείων τα οποία είτε προκύπτουν από τα σχετικά νομοθετήματα και από τη συναφή με αυτά νομολογία είτε παραμένουν ασαφή κατά το τρέχον στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης. Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών θα αποσαφηνισθεί εν συνεχεία το περιεχόμενο των υποβληθέντων στο Δικαστήριο ερωτημάτων.
16.
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, φορέας του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, ο αποκαλούμενος «δημιουργός», είναι το πρόσωπο «που δημιούργησε ή ανακάλυψε και ανέπτυξε την ποικιλία ή ο διάδοχός του». Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι οι δικαιούχοι της εν λόγω κοινοτικής προστασίας απολαύουν του αποκλειστικού δικαιώματος να διενεργούν ορισμένες πράξεις, ο κατάλογος των οποίων περιλαμβάνεται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου.
17.
Η εν λόγω παράγραφος 2 εξαρτά, κατ’ αρχήν, από την προηγούμενη άδεια του κατόχου κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών (στο εξής: κάτοχος) την εκ μέρους τρίτου διενέργεια των πράξεων που απαριθμούνται σε αυτήν, μεταξύ των οποίων καταλέγονται η «αναπαραγωγή (πολλαπλασιασμός)» και «η επεξεργασία με σκοπό την αναπαραγωγή» του συγκομισθέντος υλικού προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας. Ο όρος αυτός επισφραγίζεται με τη δυνατότητα που παρέχεται στον κάτοχο, δυνάμει του άρθρου 94 του εν λόγω κανονισμού, να ασκεί αγωγές αστικού δικαίου στην περίπτωση κατά την οποία η χρήση μιας τέτοιας ποικιλίας συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματός του.
18.
Εντούτοις, «[χάριν του] δημοσίου συμφέροντος» ( 8 ) και, ειδικότερα, «για τη διασφάλιση της γεωργικής παραγωγής» ( 9 ), το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού εισάγει «παρέκκλιση» από την εν λόγω αρχή, η οποία αποκαλείται κοινώς «προνόμιο των καλλιεργητών» ( 10 ). Εφόσον οι όροι που το εν λόγω άρθρο θέτει πληρούνται στο σύνολό τους, οι καλλιεργητές έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν, ιδία βουλήσει και άνευ προηγούμενης αδείας του κατόχου, το προϊόν της συγκομιδής το οποίο απέκτησαν διά της καλλιέργειας μίας εκ των προστατευόμενων ποικιλιών ( 11 ), με σκοπό την αναπαραγωγή σε αγρό της γεωργικής εκμεταλλεύσεώς τους· η πράξη αυτή ορίζεται επίσης ως χρήση «σπόρων αγροκτήματος» ( 12 ). Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των όρων από τους οποίους εξαρτώνται τα αποτελέσματα του εν λόγω καθεστώτος παρεκκλίσεως ορίζονται από τον εκτελεστικό κανονισμό, o οποίος χαρακτηρίζει το εν λόγω καθεστώς «γεωργική εξαίρεση» ( 13 ).
19.
Ειδικότερα, το άρθρο 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι ο καλλιεργητής που επιθυμεί να επωφεληθεί του εν λόγω προνομίου οφείλει να καταβάλει στον κάτοχο, ως αντιστάθμισμα για τη χρήση αυτή ( 14 ), «δίκαιη αμοιβή» ( 15 ). Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες γεννάται και καθίσταται εκπληρωτέα η «ατομική υποχρέωση» καταβολής της εν λόγω αμοιβής, χωρίς, ωστόσο, να ορίζει ρητώς προθεσμία ή συγκεκριμένο χρονικό σημείο για τη διενέργειά της. Η Σύμβαση της Διεθνούς Ενώσεως για την προστασία νέων φυτικών ποικιλιών ( 16 ) (στο εξής: Σύμβαση UPOV), με την οποία ευθυγραμμίζονται οι διατάξεις του βασικού κανονισμού ( 17 ), προβλέπει ανάλογη παρέκκλιση, χωρίς, όμως, ομοίως να παρέχει λεπτομέρειες περί του καθορισμού τέτοιας προθεσμίας ( 18 ). Όπως θα εκτεθεί λεπτομερώς κατωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απότοκος αυτής ακριβώς της αβεβαιότητας ως προς το χρονικό σημείο εκπληρώσεως της υποχρεώσεως καταβολής.
20.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης εκπληρώσεως, εκ μέρους του καλλιεργητή, της ατομικής του υποχρεώσεως καταβολής, θεωρείται ότι αυτός προέβη σε παράνομη χρήση προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας ( 19 ). Το αυτό ισχύει για τον καλλιεργητή ο οποίος, παραλείποντας να δηλώσει μέρος της ποσότητας του προϊόντος της συγκομιδής το οποίο καλλιέργησε, δεν κατέβαλε δίκαιη αμοιβή ( 20 ). Στις περιπτώσεις αυτές ο ενδιαφερόμενος απολλύει το προνόμιο των καλλιεργητών, ενώ επ’ αυτού δεν τυγχάνει εφαρμογής το καθεστώς παρεκκλίσεως του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού, αλλά ο κανόνας αρχής του άρθρου 13, παράγραφος 2, τον οποίο επικαλείται η STV στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης ( 21 ).
21.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο κάτοχος του δικαιώματος επί της οικείας φυτικής ποικιλίας δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του καλλιεργητή που χρησιμοποίησε την εν λόγω ποικιλία άνευ της αδείας του ( 22 ), βάσει του άρθρου 94 του βασικού κανονισμού ( 23 ). Το άρθρο 17 του εκτελεστικού κανονισμού επιβεβαιώνει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να ενάγει για «παραβίαση» οιοδήποτε πρόσωπο δεν τήρησε πλήρως τους προβλεπόμενους από το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού όρους εφαρμογής της παρεκκλίσεως. Κατά το άρθρο 94, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, ο κάτοχος δύναται να επιδιώξει δικαστικώς είτε την παύση της παραβιάσεως, είτε την καταβολή εύλογης αποζημιώσεως είτε την ικανοποίηση αμφοτέρων των αξιώσεων. Το άρθρο 94, παράγραφος 2, προσθέτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος καλλιεργητής έχει τελέσει την πράξη που του καταλογίζεται εκ δόλου ή εξ αμελείας έχει επιπλέον υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο κάτοχος ( 24 ).
22.
Προς αποσόβηση οιουδήποτε κινδύνου συγχύσεως, επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι η κατ’ άρθρο 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, δίκαιη αμοιβή, την οποία καλείται να καταβάλει απευθείας στον κάτοχο, ως δίκαιη αποζημίωση, αυτός που κάνει χρήση του προνομίου των καλλιεργητών, διακρίνεται από την εύλογη αποζημίωση που οφείλεται δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφος 1, την οποία θα υποχρεωθεί ενδεχομένως να καταβάλει ο εναγόμενος καλλιεργητής αν οι πράξεις προσβολής που του προσάπτονται αποδειχθούν από τον ενάγοντα κάτοχο ( 25 ). Η εν λόγω διαφορά αποτυπώνεται στα κριτήρια καθορισμού του ύψους των αντίστοιχων ποσών. Στην πρώτη περίπτωση η αμοιβή είναι πιο περιορισμένη, καθώς «είναι αισθητά χαμηλότερη από το ποσό που καταβάλλεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή» ( 26 ), ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, «πρέπει να λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού το ποσό που ισοδυναμεί με την οφειλόμενη αμοιβή για τη βάσει της “αδείας Γ” παραγωγή» ( 27 ). Οι εταίροι Vogel υποστηρίζουν ότι η κατάστασή τους εμπίπτει ενδεχομένως στην πρώτη περίπτωση, η οποία είναι ευνοϊκότερη για τους ίδιους από οικονομικής απόψεως, και όχι στη δεύτερη.
23.
Υπό αυτές τις περιστάσεις το Δικαστήριο καλείται, κατ’ ουσίαν, να προσδιορίσει από και έως ποιο χρονικό σημείο καλλιεργητής που χρησιμοποίησε το πολλαπλασιαστικό υλικό προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας το οποίο απέκτησε μέσω καλλιέργειας, χωρίς να έχει συνάψει προς τούτο σύμβαση με τον κάτοχο του δικαιώματος επί της εν λόγω ποικιλίας, οφείλει να καταβάλει στον κάτοχο τη δίκαιη αμοιβή που αυτός δικαιούται δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, προκειμένου να μπορεί ο εν λόγω καλλιεργητής να επωφεληθεί της προβλεπόμενης από το ίδιο άρθρο παρεκκλίσεως από την υποχρέωση αποκτήσεως άδειας εκ μέρους του κατόχου και, συνεπώς, προκειμένου να είναι κατοχυρωμένος έναντι ενδεχόμενης εναντίον του ασκήσεως των προβλεπόμενων από το άρθρο 94 του ιδίου κανονισμού αγωγών.
24.
Δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν προσφέρουν, αυτές καθ’ εαυτές, σαφή απάντηση επί του διττού αυτού ερωτήματος, καθίσταται αναγκαία η εξέταση του περιεχομένου των άρθρων 14 και 94 του βασικού κανονισμού όχι μόνο σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 επ. του εκτελεστικού κανονισμού, αλλά ομοίως υπό το πρίσμα των ερμηνευτικών κανόνων που το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη υπενθυμίσει και εφαρμόσει. Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, να ληφθούν υπόψη τα συνήθη κριτήρια, όπως το ιστορικό θεσπίσεως των εν λόγω διατάξεων ( 28 ), η οικονομία τους, ο σκοπός τους, η διατύπωσή τους στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις των κανονισμών ( 29 ) και, κυρίως σε περίπτωση σιωπής του νομοθέτη ή νομικού κενού, το ευρύτερο σύστημα στο οποίο οι διατάξεις αυτές εντάσσονται.
25.
Μολονότι εκτιμώ ότι θα καταστεί εν τέλει δυνατή η παροχή ενιαίας απαντήσεως επί των δύο υποβληθέντων ερωτημάτων, καθώς αμφότερα σκοπούν στον προσδιορισμό της προθεσμίας εντός της οποίας ένας καλλιεργητής οφείλει να εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής δίκαιης αμοιβής υπό τους όρους του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού, επιβάλλεται, κατά την άποψή μου, η χωριστή εξέταση των δύο ερωτημάτων, αφενός, διότι αυτά αφορούν τα δύο άκρα της εν λόγω προθεσμίας και, αφετέρου, διότι τα κρίσιμα ερμηνευτικά στοιχεία για ένα έκαστο εξ αυτών διαφέρουν. Συγκεκριμένα, φρονώ ότι μια τέτοια χωριστή εξέταση υπαγορεύεται κατά μείζονα λόγο εκ του γεγονότος ότι οι μέθοδοι ερμηνείας που θα χρησιμοποιηθούν καθώς και τα λυσιτελή για την παροχή απαντήσεως επί των δύο ερωτημάτων νομικά ερείσματα θα είναι διαφορετικά, αφού ο προσδιορισμός της αφετηρίας της εν λόγω προθεσμίας θα βασισθεί πρωτίστως επί σημαντικής διατάξεως του εκτελεστικού κανονισμού, ενώ ο προσδιορισμός του καταληκτικού σημείου της εν λόγω προθεσμίας θα βασισθεί επιπλέον επί των θεμελιωδών αρχών που αποτέλεσαν γνώμονα για τη νομοτεχνική κατάστρωση του βασικού κανονισμού.
B – Επί της αφετηρίας της προθεσμίας καταβολής, εκ μέρους καλλιεργητή, της δίκαιης αμοιβής που οφείλεται δυνάμει του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού
26.
Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να προσδιορίσει το χρονικό σημείο από του οποίου ο καλλιεργητής που επιθυμεί να υπαχθεί στο προβλεπόμενο από το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού ευνοϊκό καθεστώς παρεκκλίσεως βαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής, υπέρ του κατόχου του δικαιώματος επί της προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας την οποία προτίθεται να χρησιμοποιήσει, της δίκαιης αμοιβής που επιβάλλεται από την παράγραφο 3, τέταρτη περίπτωση, του εν λόγω άρθρου και της οποίας η μη καταβολή θεμελιώνει δικαίωμα του κατόχου για άσκηση των προβλεπόμενων από το άρθρο 94 του εν λόγω κανονισμού αγωγών λόγω προσβολής. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ειδικότερα εάν η παρέκκλιση αυτή αναπτύσσει τα ευνοϊκά αποτελέσματά της αποκλειστικώς όταν η απαιτούμενη καταβολή πραγματοποιείται προ της καλλιέργειας του προϊόντος της συγκομιδής της εν λόγω ποικιλίας ή εάν, αντιθέτως, τα εν λόγω αποτελέσματα επέρχονται ακόμη και όταν η καταβολή πραγματοποιείται σε μεταγενέστερο χρόνο.
27.
H STV διατείνεται ότι ο ενδιαφερόμενος καλλιεργητής θα πρέπει κατ’ ανάγκην να πληροί το σύνολο των προϋποθέσεων εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος παρεκκλίσεως κατά τον χρόνο πραγματικής χρήσεως του προϊόντος της συγκομιδής της προστατευόμενης ποικιλίας, ήτοι κατά την ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω προϊόν φυτεύεται με σκοπό την αναπαραγωγή του στον αγρό. Ειδικότερα, κατά την STV, ο εν λόγω καλλιεργητής θα πρέπει να έχει εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής δίκαιης αμοιβής, εξ ιδίας πρωτοβουλίας ( 30 ), πριν ακόμη προχωρήσει στην καλλιέργεια της προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας, ήτοι αφ’ ης στιγμής έχει επιλέξει να κάνει χρήση του προβλεπόμενου από το εν λόγω άρθρο 14 προνομίου των καλλιεργητών. Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συγκεκριμένη άποψη. Τα λοιπά μέρη που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζουν στο σύνολό τους θέση αντίθετη εκείνης του ενάγοντος της κύριας δίκης.
28.
Εκτιμώ, όπως το αιτούν δικαστήριο και τα εν λόγω μέρη, ότι, μολονότι το άρθρο 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού δεν είναι πράγματι σαφές επί του συγκεκριμένου θέματος, στις διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού εντοπίζονται στοιχεία σημαντικά για την απάντηση, καθώς πρόκειται για στοιχεία τα οποία σκοπούν ακριβώς στον καθορισμό των όρων εφαρμογής της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο 14 παρεκκλίσεως.
29.
Φρονώ, συγκεκριμένα, ότι από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού προκύπτει ότι ο καλλιεργητής δεν είναι υποχρεωμένος να εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής της εν λόγω αμοιβής εκ των προτέρων, ήτοι πριν ακόμη προχωρήσει στην επίμαχη σπορά.
30.
Από το πρώτο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου 1 προκύπτει ότι η υποχρέωση του καλλιεργητή να καταβάλει τη δίκαιη αμοιβή που οφείλεται δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, «ισχύει από τη στιγμή που αυτός όντως χρησιμοποιεί το προϊόν της συγκομιδής για πολλαπλασιαστικούς σκοπούς στον αγρό» εντός της γεωργικής εκμεταλλεύσεώς του ( 31 ) και μόνον από του συγκεκριμένου αυτού χρονικού σημείου ( 32 ).
31.
Η STV υποστηρίζει ότι από το εν λόγω πρώτο εδάφιο θα μπορούσε να συναχθεί ότι η υποχρέωση καταβολής της αμοιβής γεννάται αφ’ ης στιγμής ο καλλιεργητής αποφασίζει να προβεί σε επανασπορά με το πολλαπλασιαστικό υλικό προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας που ο ίδιος έχει παραγάγει, άνευ αδείας του οικείου κατόχου, και ότι εκ του χρονικού εκείνου σημείου το καταβλητέο ποσό καθίσταται άμεσα απαιτητό.
32.
Εντούτοις, η συνέχεια του εν λόγω άρθρου 6, παράγραφος 1, αντικρούει, κατά την άποψή μου, την προσέγγιση αυτή. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του εκτελεστικού κανονισμού, «[ο] κάτοχος μπορεί να προσδιορίσει τα στοιχεία και τον τρόπο πληρωμής» της δίκαιης αμοιβής, ιδίως όταν έχει συνάψει σύμβαση με τον καλλιεργητή, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει στην υπόθεση της διαφοράς της κύριας δίκης. Εν πάση περιπτώσει, με τη δεύτερη περίοδο του εν λόγω εδαφίου διευκρινίζεται ότι, «[ω]στόσο, δεν θα πρέπει να προσδιορίσει ημέρα πληρωμής νωρίτερα από την ημέρα κατά την οποία ξεκινά η ισχύς της υποχρέωσης» ( 33 ). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν πρώτο εδάφιο της ιδίας παραγράφου, προκύπτει ότι ο κάτοχος δεν δύναται να απαιτήσει καταβολή εκ των προτέρων, ήτοι προ της εν τοις πράγμασι χρήσεως του προϊόντος της συγκομιδής διά της καλλιέργειας με σκοπό τον πολλαπλασιασμό.
33.
Επιπροσθέτως, εκτιμώ ότι η τελευταία αυτή ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού συνάδει, αφενός, προς τον σκοπό του εν λόγω καθεστώτος παρεκκλίσεως, το οποίο, κατά τη διατύπωση της νομολογίας του Δικαστηρίου ( 34 ), θεσπίσθηκε «προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος της διασφαλίσεως της γεωργικής παραγωγής» και, αφετέρου, προς την αναγκαιότητα διατηρήσεως μιας εύλογης ισορροπίας μεταξύ των εννόμων συμφερόντων του καλλιεργητή και του κατόχου ( 35 ), συμφώνως προς τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 2 του εκτελεστικού κανονισμού ( 36 ).
34.
Κατά την άποψή μου, ενδεχόμενη επιβολή στον καλλιεργητή, προκειμένου αυτός να μπορεί να επωφεληθεί της επίμαχης παρεκκλίσεως, του όρου να έχει ήδη εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής προ της καλλιέργειας του προϊόντος της συγκομιδής της προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας, ενόσω δεν έχει ακόμη χωρήσει συγκεκριμένη προσβολή των δικαιωμάτων του κατόχου και ενόσω, συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος χορηγήσεως του σχετικού οικονομικού αντισταθμίσματος, θα αποτελούσε απαίτηση υπέρμετρα αυστηρή. Ένας τέτοιος προαπαιτούμενος όρος θα μπορούσε να αποτρέπει τους καλλιεργητές από την αξιοποίηση του προνομίου των καλλιεργητών και, συνεπώς, να αποθαρρύνει τη γεωργική παραγωγή την οποία αφορά το εν λόγω καθεστώς ( 37 ).
35.
Κατά συνέπεια, τάσσομαι υπέρ της παροχής αρνητικής απαντήσεως επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος και, συγκεκριμένα, υπέρ της απαντήσεως ότι ο καλλιεργητής είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον κάτοχο τη δίκαιη αμοιβή που οφείλεται βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού μόνον αφ’ ης στιγμής χρησιμοποιεί πράγματι το προϊόν της συγκομιδής της ποικιλίας με σκοπό τον πολλαπλασιασμό στον αγρό και ότι, συνεπώς, ο εν λόγω καλλιεργητής δεν δύναται να εναχθεί βάσει του άρθρου 94 του εν λόγω κανονισμού για τον λόγο ότι κατά την ημερομηνία κατά την οποία προβαίνει στην εν λόγω πραγματική χρήση δεν έχει ακόμη εκπληρώσει την υποχρέωσή του καταβολής.
Γ – Επί του καταληκτικού σημείου της προθεσμίας καταβολής, εκ μέρους καλλιεργητή, της δίκαιης αμοιβής που οφείλεται δυνάμει του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού
36.
Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφανθεί, όπως προτείνω, ότι προκειμένου να υπαχθεί στο προβλεπόμενο από το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού ευνοϊκό καθεστώς παρεκκλίσεως, ο καλλιεργητής δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τη δίκαιη αμοιβή, υπέρ του κατόχου του δικαιώματος επί της προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας την οποία επιθυμεί να χρησιμοποιήσει, πριν ο ίδιος προχωρήσει στις πράξεις που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν, ελλείψει συμβάσεως μεταξύ καλλιεργητή και κατόχου, το προνόμιο των καλλιεργητών εξαρτάται από την τήρηση συγκεκριμένης προθεσμίας καταβολής, οριζόμενης από τις οικείες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, ενώ, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ζητεί να προσδιορισθούν τα κριτήρια καθορισμού της εν λόγω προθεσμίας. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μια τέτοια προθεσμία δεν βρίσκει σαφές νομικό έρεισμα ούτε στα νομοθετήματα που τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής, ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου.
37.
Συναφώς, οι εταίροι Vogel και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει καμία προθεσμία για την εκ μέρους καλλιεργητή καταβολή δίκαιης αμοιβής στον κάτοχο υπό τέτοιες περιστάσεις. Αντιθέτως, η Ολλανδική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, οσάκις ο κάτοχος δεν έχει ζητήσει από τον καλλιεργητή την καταβολή της εν λόγω αμοιβής, ο ενδιαφερόμενος καλλιεργητής υποχρεούται, προκειμένου να μπορεί να επωφεληθεί του καθεστώτος παρεκκλίσεως, να καταβάλει την αμοιβή αυτή «εντός εύλογης προθεσμίας». Η STV και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί η απάντηση ότι η καταβολή πρέπει να πραγματοποιείται υποχρεωτικώς έως τη λήξη της περιόδου εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας ο εν λόγω καλλιεργητής έσπειρε το συγκομισθέν υλικό, εκτός εάν ο κάτοχος και ο καλλιεργητής έχουν συμφωνήσει ρητώς άλλως. Με την άποψη αυτή συντάσσομαι και εγώ.
38.
Είναι βεβαίως αληθές, όπως επισημαίνουν ιδίως οι εταίροι Vogel και η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι ούτε το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού ούτε το άρθρο 6 του εκτελεστικού κανονισμού προβλέπουν ρητώς καταληκτική ημερομηνία για την καταβολή της εν λόγω δίκαιης αμοιβής, καθώς το εν λόγω άρθρο 6 διέπει αποκλειστικώς τη γένεση της σχετικής υποχρεώσεως και όχι την απόσβεσή της.
39.
Εντούτοις, εκτιμώ ότι ενδεχόμενη αποδοχή της θέσεως ότι η προθεσμία για την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρεώσεως είναι απεριόριστη θα ήταν αντίθετη προς την οικονομία και την πρακτική αποτελεσματικότητα των οικείων διατάξεων. Ειδικότερα, η προβλεπόμενη από το άρθρο 94 του βασικού κανονισμού δυνατότητα ασκήσεως αγωγών θα καθίστατο άνευ αντικειμένου αν το πρόσωπο που επιθυμούσε να επωφεληθεί του προνομίου των καλλιεργητών διέθετε απεριόριστο χρονικό περιθώριο για την καταβολή της δίκαιης αμοιβής που ο κάτοχος δικαιούται βάσει του άρθρου 14 του εν λόγω κανονισμού. Μόνον ο καθορισμός συγκεκριμένης προθεσμίας για τον ενδιαφερόμενο καλλιεργητή καθιστά δυνατή την άσκηση αγωγής κατά ενδεχόμενων παραβατών και, συνεπώς, την εξασφάλιση της εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως.
40.
Επισημαίνεται συναφώς ότι ο βασικός κανονισμός καθιέρωσε καθεστώς προστασίας το οποίο πρέπει να τυγχάνει ομοιόμορφης εφαρμογής στο σύνολο της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τους όρους υπό τους οποίους ο καλλιεργητής δικαιούται να χρησιμοποιεί το προϊόν συγκομιδής για πολλαπλασιασμό ( 38 ), εφαρμογής η οποία θα ήταν ανέφικτη αν το εν λόγω νομοθέτημα ερμηνευόταν ως μη επιβάλλον σιωπηρώς την τήρηση ενιαίας προθεσμίας καταβολής. Επιβάλλεται, επίσης, να τονισθεί ότι δεν πρόκειται για προθεσμία δικονομικής φύσεως, κατηγορία προθεσμίας ως προς την οποία τα κράτη μέλη διαθέτουν κανονιστική αυτονομία ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως της Ένωσης ( 39 ), αλλά για ουσιαστική προθεσμία, καθώς αυτή καθιστά δυνατή τη μη απώλεια του ευεργετήματος που απορρέει από ουσιαστικό δικαίωμα, όπως είναι το προνόμιο των καλλιεργητών.
41.
Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι, συμφώνως προς τον σκοπό που εξαγγέλλεται με το άρθρο 2 του εκτελεστικού κανονισμού, επιβάλλεται η εξασφάλιση εύλογης ισορροπίας μεταξύ των εννόμων συμφερόντων του καλλιεργητή και του κατόχου. Ελλείψει, όμως, αυστηρώς καθορισμένης προθεσμίας, ένας κακόπιστος καλλιεργητής θα μπορούσε να αναβάλλει επ’ αόριστον την καταβολή, χωρίς να διατρέχει ιδιαίτερο κίνδυνο, με την ελπίδα να την αποφύγει ( 40 ), τούτο δε όταν, αντιθέτως, είναι αναγκαία η ενθάρρυνση των καλλιεργητών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν έναντι των κατόχων δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών ( 41 ). Όπως επισημαίνει η STV, εάν ο καλλιεργητής ηδύνατο να τακτοποιεί την κατάστασή του και μετά την ανακάλυψη, εκ μέρους του κατόχου, μη δηλωθείσας χρήσεως, τα συμφέροντα του κατόχου δεν θα διαφυλάσσονταν επαρκώς ( 42 ). Επιπροσθέτως, ενδεχόμενη αναγνώριση της δυνατότητας μιας τέτοιας εκ των υστέρων τακτοποιήσεως θα ήταν αντίθετη προς τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος, λαμβάνοντας σχετική μέριμνα, προέβλεψε, με το άρθρο 94 του βασικού κανονισμού, τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγών σε περίπτωση αποδεδειγμένης παραβάσεως της υποχρεώσεως καταβολής δίκαιης αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 14 του εν λόγω κανονισμού. Επιβάλλεται, επομένως, να γίνει δεκτό ότι είναι λογικό να τάσσεται προθεσμία στον καλλιεργητή που επικαλείται την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο παρέκκλιση.
42.
Φρονώ ότι, προς επίρρωση της ασφάλειας δικαίου, γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης της οποίας η τήρηση επιβάλλεται με αυξημένη αυστηρότητα στο πεδίο των οικονομικών υποχρεώσεων ( 43 ), η κύρια πρόταση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία το κριτήριο της «εύλογης προθεσμίας» αρκεί για τη χρονική οριοθέτηση της καταβολής της εν λόγω αμοιβής, πρέπει να αποκρουσθεί. Είναι, κατά την άποψή μου, προτιμότερος ο καθορισμός προθεσμίας της οποίας η καταληκτική ημερομηνία θα μπορεί να προσδιορισθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια και θα είναι, επομένως, προβλέψιμη.
43.
Εκτιμώ, όπως η STV και η Επιτροπή, ότι ως πλέον ενδεδειγμένη καταληκτική ημερομηνία πρέπει να θεωρηθεί η ημερομηνία λήξεως της περιόδου εμπορίας κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος καλλιεργητής χρησιμοποίησε τω όντι το πολλαπλασιαστικό υλικό προστατευόμενης ποικιλίας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού δίκαιη αμοιβή πρέπει να καταβάλλεται «κατά» την «περίοδο εμπορίας», η οποία, όπως διευκρινίζεται, «αρχίζει την 1η Ιουλίου και τελειώνει στις 30 Ιουνίου του επόμενου ημερολογιακού έτους». Συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία, μολονότι η διάταξη αυτή σχετίζεται με τομέα διάφορο εκείνου του προνομίου των καλλιεργητών ( 44 ), είναι διαφωτιστική ως προς το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης εννόησε την περίοδο εμπορίας ως την κρίσιμη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να καταβάλλεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού δίκαιη αμοιβή.
44.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση συνταυτίζεται, εξάλλου, με την προσέγγιση αυτή, καθώς διευκρινίζει ότι η «εύλογη προθεσμία» την οποία προτείνει θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εκπνέει προ της ημερομηνίας που σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου σποράς η οποία έπεται της περιόδου εμπορίας κατά την οποία φυτεύθηκαν τα προϊόντα συγκομιδής, για τον βάσιμο, κατά την άποψή μου, λόγο ότι είναι λογικό να απαιτείται από έναν καλλιεργητή να έχει εκπληρώσει την οικονομική υποχρέωσή του έως την εν λόγω ημερομηνία, διότι μέχρι τότε θα έχει κατά κανόνα λάβει το παραχθέν από το συγκομισθέν υλικό προϊόν.
45.
Τέλος, όσον αφορά τους όρους καταβολής της δίκαιης αμοιβής που οφείλεται δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, το ζήτημα κατά πόσον αυτή πρέπει να πραγματοποιείται με πρωτοβουλία του καλλιεργητή ή κατ’ αίτηση του κατόχου, καίτοι δεν θίγεται ρητώς με τα προδικαστικά ερωτήματα, υπονοείται με το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής. Συναφώς, η STV υποστηρίζει ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι διατείνονται οι εταίροι Vogel και η Ισπανική Κυβέρνηση ( 45 ), η υποχρέωση καταβολής της εν λόγω αμοιβής δεν εξαρτάται από αίτηση καταβολής ή ακόμη και προηγούμενη έκδοση τιμολογίου εκ μέρους του κατόχου, για τον λόγο ότι οι οικείοι καλλιεργητές είναι σε θέση να καθορίζουν οι ίδιοι το ύψος της εν λόγω αμοιβής ενόψει της καταβολής της στον αντίστοιχο κάτοχο ( 46 ).
46.
Το γράμμα της εν λόγω τέταρτης περιπτώσεως φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της θέσεως της STV, καθώς με την εν λόγω διάταξη επισημαίνεται κατηγορηματικώς ότι οι «καλλιεργητές θα υποχρεούνται να καταβάλλουν στον κάτοχο μια δίκαιη αμοιβή», ενώ η έκτη περίπτωση της ιδίας παραγράφου 3 ορίζει ότι «οι καλλιεργητές […] παρέχουν, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, κατάλληλες πληροφορίες στους κατόχους» ( 47 ). Εξάλλου, εάν ένας κακόπιστος καλλιεργητής ηδύνατο απλώς να παραλείψει να δηλώσει ότι προέβη στις πράξεις του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού, θα μπορούσε με ιδιαίτερη ευχέρεια να αποφύγει την καταβολή έως ότου θεωρητικώς διενεργηθεί σχετικός έλεγχος, ενδεχόμενο το οποίο, άλλωστε, δεν εμποιεί στους καλλιεργητές ιδιαίτερο φόβο προκειμένου για γεωργικά φυτά τα οποία, όπως τα γεώμηλα, δεν αποτελούν αντικείμενο μεταποιήσεως.
47.
Συγκεκριμένα, όπως συμβαίνει εν γένει στις περιπτώσεις εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, οι χρήστες αυτών υποχρεούνται να μεριμνούν οι ίδιοι για την ενημέρωσή τους περί των στοιχείων των κατόχων των εν λόγω δικαιωμάτων και περί των όρων εκμεταλλεύσεώς τους, ιδίως από οικονομικής απόψεως. Τούτο προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 94, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, το οποίο προβλέπει υποχρέωση καταβολής δίκαιης αποζημιώσεως ακόμη και σε περίπτωση μη υπαίτιας προσβολής, οπότε οι αγωγές που ασκούνται κατά του οικείου καλλιεργητή βασίζονται σε αντικειμενική ευθύνη ( 48 ).
48.
Εντούτοις, εκτιμώ ότι, προκειμένου να διαφυλάσσεται η επιτασσόμενη από το άρθρο 2 του εκτελεστικού κανονισμού εύλογη ισορροπία μεταξύ των εννόμων συμφερόντων του καλλιεργητή και του κατόχου, ο καλλιεργητής θα πρέπει, κατ’ αρχήν να προβαίνει εξ ιδίας πρωτοβουλίας στην καταβολή της δίκαιης αμοιβής, εντός της προθεσμίας που θα προσδιορισθεί από το Δικαστήριο, αλλά και ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το οφειλόμενο ποσό, καθώς ο υπολογισμός του ποσού αυτού ενδέχεται να αποδεικνύεται ενίοτε δυσχερής ( 49 ), αυτός θα πρέπει να απευθύνεται στον κάτοχο προκειμένου να προσδιορίζει με τη δική του συνδρομή το ποσό που πρέπει να του καταβάλει ( 50 ). Το Δικαστήριο έχει βεβαίως αποκρούσει την άποψη ότι η υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κάτοχο, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 14, παράγραφος 3, έκτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, βαρύνει εν γένει το σύνολο των καλλιεργητών ( 51 )· ωστόσο, η νομολογιακή αυτή θέση ουδόλως σημαίνει ότι ο καλλιεργητής που εν επιγνώσει αποφάσισε να κάνει χρήση της προβλεπόμενης από το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού παρεκκλίσεως δεν υποχρεούται να ενημερώσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας τον οικείο κάτοχο για τη χρήση αυτή ( 52 ).
49.
Συνεπώς, επιβάλλεται, κατά την άποψή μου, να δοθεί ενιαία απάντηση επί των δύο υποβληθέντων ερωτημάτων και, συγκεκριμένα, να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία των άρθρων 14 και 94 του βασικού κανονισμού, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας μεταξύ των οικείων μερών, καλλιεργητής που επωφελείται της προβλεπόμενης από το άρθρο 14 παρεκκλίσεως υποχρεούται να καταβάλει δίκαιη αμοιβή στον κάτοχο του δικαιώματος επί της προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας μόνον από της ημερομηνίας πραγματικής χρήσεως της εν λόγω ποικιλίας και ως τη λήξη της περιόδου εμπορίας κατά την οποία έλαβε χώρα η ενέργεια αυτή, ήτοι το αργότερο την 30ή του μηνός Ιουνίου που έπεται της ημερομηνίας επανασποράς.
50.
Προς επίρρωση της ανωτέρω ερμηνείας που προτείνεται για τις διατάξεις που αφορά η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, τονίζεται ότι η εν λόγω προσέγγιση στοιχείται προς τον συνήθη κανόνα στο πεδίο των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κατά τον οποίο, οσάκις δεν έχει λάβει χώρα εκ των προτέρων καταβολή, περίπτωση η οποία συντρέχει, κατά την άποψή μου, εν προκειμένω, η υποχρέωση καταβολής τέλους, εν γένει υπό τη μορφή δικαιωμάτων χρήσεως/εκμεταλλεύσεως (royalties), συνδέεται με την πραγματική εκμετάλλευση του επίμαχου δικαιώματος. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εν λόγω προσέγγιση ευθυγραμμίζεται και με την πρακτική που είθισται να ακολουθείται στο πεδίο της προστασίας νέων φυτικών ποικιλιών, μεταξύ άλλων από την STV.
IV – Πρόταση
51.
Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας συλλογιστικής, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει επί των υποβληθέντων από το Landgericht Mannheim (Γερμανία) προδικαστικών ερωτημάτων την ακόλουθη απάντηση:
Κατ’ ορθή ερμηνεία των άρθρων 14 και 94 του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 επ. του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με τη γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94, ένας καλλιεργητής έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το προϊόν της συγκομιδής που απέκτησε μέσω της καλλιέργειας, εντός της δικής του γεωργικής εκμεταλλεύσεως, του πολλαπλασιαστικού υλικού προστατευόμενης ποικιλίας, άνευ αδείας του κατόχου του δικαιώματος επί της εν λόγω ποικιλίας, υπό τον όρον ότι καταβάλλει σε αυτόν δίκαιη αμοιβή, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 14, εντός προθεσμίας η οποία άρχεται την ημερομηνία κατά την οποία ο καλλιεργητής προέβη πράγματι σε σπορά του προϊόντος της συγκομιδής του και εκπνέει με τη λήξη της περιόδου εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκε η εν λόγω χρήση.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 227, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ L 173, σ. 14.
( 4 ) Οι διαδοχικές τροποποιήσεις που υπέστησαν οι εν λόγω κανονισμοί από της εκδόσεώς τους δεν ασκούν άμεση επιρροή επί της υπό κρίση υποθέσεως.
( 5 ) Για το εταιρικό αντικείμενο της STV και το κύρος μιας τέτοιας οργανώσεως κατόχων δικαιωμάτων, βλ. απόφαση Saatgut‑Treuhandverwaltungsgesellschaft (C‑182/01, EU:C:2004:135, σκέψεις 17, 51 και 58).
( 6 ) Για την υποχρέωση των μεταποιητών να παρέχουν πληροφορίες στον κάτοχο δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού, βλ. αποφάσεις Brangewitz (C‑336/02, EU:C:2004:622, σκέψεις 54 και 66) και Raiffeisen‑Waren‑Zentrale Rhein‑Main (C‑56/11, EU:C:2012:713, σκέψη 42).
( 7 ) Οι εταίροι Vogel επισημαίνουν ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι να απαντήσουν στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 31ης Μαΐου 2012, για τον λόγο ότι η αίτηση αυτή δεν αφορούσε την τρέχουσα περίοδο εμπορίας, εν αντιθέσει προς ό,τι προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού. Το εν λόγω άρθρο ορίζει τις πληροφορίες τις οποίες, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 3, έκτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, οφείλει να παρέχει ο καλλιεργητής στον κάτοχο του δικαιώματος, κατ’ αίτηση αυτού. Συναφώς, βλ. αποφάσεις Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, ιδίως σκέψεις 59 έως 72) και Saatgut‑Treuhandverwaltungsgesellschaft (C‑182/01, EU:C:2004:135, σκέψεις 59 έως 62).
( 8 ) Κατά τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, «η ενάσκηση των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών πρέπει να υπάγεται σε περιορισμούς που καθορίζονται από διατάξεις δημοσίου συμφέροντος».
( 9 ) Βλ. δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
( 10 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψεις 7 και 47).
( 11 ) Η παρέκκλιση εφαρμόζεται μόνον επί των αποκλειστικώς απαριθμούμενων στο άρθρο 14, παράγραφος 2, γεωργικών φυτικών ειδών, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το «Hordeum vulgare L. – Κριθάρι», σιτηρό του οποίου η μη δηλωθείσα χρήση αποτελεί το επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης ζήτημα.
( 12 ) Ο καλλιεργητής που απέκτησε νομοτύπως τους σπόρους προστατευόμενης φυτικής ποικιλίας έχει τη συναίνεση του κατόχου για την πρώτη αναπαραγωγή ή τον πρώτο πολλαπλασιασμό της εν λόγω ποικιλίας. Αντιθέτως, η χρήση της παραγόμενης συγκομιδής αποτελεί πράξη για την οποία ο κάτοχος δεν έχει εν γένει συναινέσει και η οποία ενδέχεται, επομένως, να στοιχειοθετεί προσβολή του δικαιώματός του. Εντούτοις, κατ’ εφαρμογήν της προβλεπόμενης από το άρθρο 14 παρεκκλίσεως, ο καλλιεργητής δύναται θεμιτώς να χρησιμοποιήσει εν όλω ή εν μέρει το προϊόν της συγκομιδής του προκειμένου να καλλιεργήσει την ποικιλία για δεύτερη φορά, ήτοι προκειμένου να προβεί σε επανασπορά, εντός της εκμεταλλεύσεώς του (βλ., μεταξύ άλλων, Bouche, N., «Protection communautaire des obtentions végétales», JurisClasseur Droit international, τεύχος 572‑200, 2014, παράγραφοι 150 επ.).
( 13 ) Βλ. πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη του εκτελεστικού κανονισμού.
( 14 ) Στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού, το οποίο αφορά το «ύψος της αμοιβής» που προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο 14, γίνεται συναφώς μνεία για «δίκαιη αποζημίωση».
( 15 ) Η τρίτη περίπτωση της παραγράφου 3 ορίζει, εντούτοις, ότι οι «μικροκαλλιεργητές», όπως αυτοί ορίζονται στη συγκεκριμένη διάταξη, απαλλάσσονται της υποχρεώσεως καταβολής της εν λόγω αμοιβής στον κάτοχο.
( 16 ) Η εν λόγω σύμβαση υπεγράφη στο Παρίσι τη 2α Δεκεμβρίου 1961 και έχει αναθεωρηθεί επανειλημμένως, εσχάτως δε τη 19η Μαρτίου 1991· το κείμενό της είναι διαθέσιμο στην ακόλουθη ιστοσελίδα: . Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσχώρησε στην UPOV την 29η Ιουλίου 2005.
( 17 ) Βλ. εικοστή ένατη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού.
( 18 ) Το άρθρο 15, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως UPOV προβλέπει «προαιρετική εξαίρεση», ορίζοντας συγκεκριμένα ότι, «[κ]ατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 14 [σχετικού με το «Εύρος του δικαιώματος του δημιουργού»], έκαστο των συμβαλλομένων μερών δύναται, εντός ευλόγων ορίων και υπό τον όρο διασφαλίσεως των εννόμων συμφερόντων του δημιουργού, να θέτει περιορισμούς στο δικαίωμα του δημιουργού επί οιασδήποτε ποικιλίας προκειμένου να παρέχει στους καλλιεργητές τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν, για τους σκοπούς της αναπαραγωγής ή του πολλαπλασιασμού, εντός της εκμεταλλεύσεώς τους, το προϊόν της συγκομιδής που απέκτησαν διά της καλλιέργειας, εντός της εκμεταλλεύσεώς τους, της προστατευόμενης ποικιλίας […]». Για το ιστορικό θεσπίσεως και τις ιδιαιτερότητες της εν λόγω διατάξεως εν σχέσει προς τις αντίστοιχες του δικαίου της Ένωσης, βλ. Würtenberger, G. κ.λπ., European Community Plant Variety Protection, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2009, σ. 131.
( 19 ) Απόφαση Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψη 71).
( 20 ) Απόφαση Geistbeck (C‑509/10, EU:C:2012:416, σκέψεις 13, 23 και 24).
( 21 ) Όπ.π., σκέψεις 34 και 35.
( 22 ) Από την απόφαση Greenstar‑Kanzi Europe (C‑140/10, EU:C:2011:677, σκέψεις 44 και 49) προκύπτει ότι ο κάτοχος του δικαιώματος ή ο αδειούχος δύναται να ασκήσει αγωγή λόγω προσβολής ομοίως κατά του τρίτου που απέκτησε το συγκομισθέν υλικό της προστατευόμενης ποικιλίας μέσω άλλου αδειούχου ο οποίος παρέβη τους όρους ή παραβίασε τους περιορισμούς που τίθενται με τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως την οποία ο ίδιος είχε προηγουμένως συνάψει με τον κάτοχο, ανεξαρτήτως της εκ μέρους του τρίτου γνώσεως ή μη των εν λόγω συμβατικών ρητρών.
( 23 ) Βλ. αποφάσεις Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψη 71), καθώς και Geistbeck (C‑509/10, EU:C:2012:416, σκέψη 25), απόφαση με την οποία το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η καλλιέργεια σπόρων μη δηλωθέντων συνιστά «παραβίαση» κατά την έννοια του άρθρου 94 του βασικού κανονισμού.
( 24 ) Η εν λόγω παράγραφος διευκρινίζει ότι, «[σ]ε περίπτωση ελαφράς αμέλειας, η αξίωση αυτή μπορεί να μειωθεί ανάλογα με το βαθμό της ελαφράς αμέλειας, δεν μπορεί όμως να είναι κατώτερη του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης από την παραβίαση».
( 25 ) Για τη διάκριση αυτή, βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Geistbeck (C‑509/10, EU:C:2012:187, σημεία 41 επ.), καθώς και την απόφαση Geistbeck (C‑509/10, EU:C:2012:416, σκέψη 28).
( 26 ) Η υπογράμμιση δική μου. Για την έννοια αυτήν, η οποία περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, βλ. απόφαση Saatgut‑Treuhandverwaltung (C‑7/05 έως C‑9/05, EU:C:2006:376), η οποία αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφοι 2, 4 και 5, του εκτελεστικού κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2605/98 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1998 (EE L 328, σ. 6)· το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα κριτήρια καθορισμού του ακριβούς ποσού της αμοιβής που οφείλεται στο πλαίσιο αυτό στον κάτοχο, οσάκις μεταξύ καλλιεργητή και κατόχου δεν έχει συναφθεί ή δεν τυγχάνει εφαρμογής έγκυρη σύμβαση.
( 27 ) Η υπογράμμιση δική μου. Απόφαση Geistbeck (C-509/10, EU:C:2012:416, σκέψη 43).
( 28 ) Επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού παρέκκλιση είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού που επήλθε κατόπιν μακράς αμφιλογίας, λόγω των διιστάμενων απόψεων των δημιουργών και των παραγωγών γεωργικών προϊόντων, καθώς και λόγω της ελλείψεως ομοφωνίας μεταξύ των κρατών μελών· βλ. Kiewiet, B., «Régime de protection communautaire des obtentions végétales», Comptes rendus de l’Académie d’agriculture de France, 1997, τόμος 83, αριθ. 2, σ. 5 επ., σημείο 2.3.
( 29 ) Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις Geistbeck (C‑509/10, EU:C:2012:416, σκέψη 28) και Raiffeisen‑Waren‑Zentrale Rhein‑Main (C‑56/11, EU:C:2012:713, σκέψη 27) το Δικαστήριο αποκατέστησε ορισμένες ανακρίβειες που υπήρχαν στη γαλλική εκδοχή του βασικού κανονισμού και του εκτελεστικού κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη άλλες γλωσσικές αποδόσεις των εν λόγω νομοθετημάτων.
( 30 ) Συναφώς, βλ. κατωτέρω, σημεία 45 επ. των προτάσεων.
( 31 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 32 ) Η έννοια του χρονικού σημείου κατά το οποίο γεννάται παραχρήμα η υποχρέωση καταβολής προκύπτει σαφέστερα από άλλες, διάφορες της γαλλικής, γλωσσικές εκδοχές, όπως η ισπανική, η ιταλική, η πορτογαλική και η φινλανδική.
( 33 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 34 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψη 47).
( 35 ) Για τα συγκρουόμενα στο πλαίσιο αυτό συμφέροντα, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz‑Jarabo Colomer στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Saatgut‑Treuhandverwaltung (C‑7/05 έως C‑9/05, EU:C:2006:97, σκέψεις 22 και 23).
( 36 ) Κατά την [παράγραφο 1] του εν λόγω άρθρου 2, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διασφάλιση συμφερόντων», οι όροι που απαιτούνται για την εφαρμογή της προβλεπόμενης από το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού παρεκκλίσεως θα πρέπει «να [τηρούνται] τόσο από τον κάτοχο […] όσο και από τον καλλιεργητή κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζονται τα νόμιμα συμφέροντα και των δύο», στοιχείο που, [κατά την παράγραφο 2] του ιδίου άρθρου, προϋποθέτει ότι «λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να διατηρηθεί μία λογική ισορροπία μεταξύ όλων αυτών [των συμφερόντων] ή η ανάγκη για αναλογικότητα μεταξύ του σκοπού του σχετικού όρου και του αποτελέσματος της εφαρμογής του».
( 37 ) Επισημαίνεται, χάριν πληρότητας, ότι, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, ο καθορισμός, ως αφετηρίας της υποχρεώσεως καταβολής που υπέχει ο καλλιεργητής, χρονικού σημείου μετά την ημερομηνία επανασποράς και, ενδεχομένως, κατόπιν αιτήματος του κατόχου των δικαιωμάτων επί των φυτικών ποικιλιών αποτελεί συνήθη πρακτική στον συγκεκριμένο τομέα.
( 38 ) Βλ. τρίτη και δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού· με τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη τονίζεται, ειδικότερα, ότι «πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι προϋποθέσεις καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο».
( 39 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Kone κ.λπ. (C‑557/12, EU:C:2014:1317, σκέψεις 24 επ.).
( 40 ) Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, πέμπτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, οι κάτοχοι είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τον έλεγχο και την παρακολούθηση της χρήσεως των προστατευόμενων ποικιλιών στο πλαίσιο της επιτρεπόμενης από το άρθρο αυτό καλλιέργειας και ότι, εκ των πραγμάτων, αυτοί επαφίενται στην καλή πίστη και στη διάθεση συνεργασίας των οικείων καλλιεργητών (απόφαση Geistbeck, C‑509/10, EU:C:2012:416, σκέψη 42).
( 41 ) Όπ.π., καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση Geistbeck (C‑509/10, EU:C:2012:187, σημείο 54).
( 42 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Raiffeisen‑Waren‑Zentrale Rhein‑Main (C‑56/11, EU:C:2012:713, σκέψεις 26 έως 28), με την οποία το Δικαστήριο επισήμανε ότι ενδεχόμενη αποδοχή της θέσεως ότι δεν υφίσταται κανένας χρονικός περιορισμός όσον αφορά τη βαρύνουσα τον μεταποιητή υποχρέωση παροχής πληροφοριών θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό του εκτελεστικού κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στη σύμμετρη διαφύλαξη των εννόμων συμφερόντων του δημιουργού και του καλλιεργητή.
( 43 ) Δεδομένου ότι αποτελεί μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης, η αρχή της ασφάλειας δικαίου πρέπει να τηρείται τόσο από τα θεσμικά όργανα αυτής όσο και από τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των εξουσιών που τους απονέμουν οι πράξεις του δικαίου της Ένωσης. Η εν λόγω αρχή επιτάσσει, αφενός, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς και, αφετέρου, η εφαρμογή αυτών να είναι προβλέψιμη για τους διοικούμενους. Η τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου καθίσταται επιτακτικότερη στην περίπτωση κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία δύναται να συνεπάγεται οικονομικές επιβαρύνσεις, τούτο δε προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να γνωρίζουν με ακρίβεια τις υποχρεώσεις που η ρύθμιση αυτή τους επιβάλλει. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψη 58)· «Goed Wonen» (C‑376/02, EU:C:2005:251, σκέψη 32) και Traum (C‑492/13, EU:C:2014:2267, σκέψεις 27 έως 29).
( 44 ) Όπως επισημαίνεται με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του εκτελεστικού κανονισμού, το άρθρο 7 αυτού, με τίτλο «Μικροκαλλιεργητές», συμπληρώνει τα κριτήρια που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της εν λόγω ρητώς απαλλασσόμενης από την υποχρέωση καταβολής δίκαιης αμοιβής κατηγορίας καλλιεργητών, κριτήρια τα οποία ορίζονται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού. Με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 7 διευκρινίζεται ότι οι εκτάσεις σε αγρανάπαυση «κατά την περίοδο εμπορίας […] στην οποία πρέπει να γίνει η καταβολή της αμοιβής» θεωρούνται εκτάσεις οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον έλεγχο της υπαγωγής ή μη καλλιεργητή στην κατηγορία των μικροκαλλιεργητών, υπό τον όρον ότι ο καλλιεργητής λαμβάνει επιδοτήσεις ή αντισταθμιστικές αποζημιώσεις χορηγούμενες από την Ένωση ή από το οικείο κράτος μέλος για το συγκεκριμένο είδος αγραναπαύσεως (η υπογράμμιση δική μου).
( 45 ) Η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, εφόσον το δίκαιο της Ένωσης δεν ορίζει συγκεκριμένη προθεσμία για την καταβολή της εν λόγω αμοιβής, ο κάτοχος οφείλει να αξιώσει την καταβολή της εντός του χρόνου παραγραφής που προβλέπεται από τις σχετικές με αξιώσεις τέτοιας φύσεως διατάξεις του εθνικού δικαίου, καθορίζοντας το καταβλητέο ποσό με την έκδοση τιμολογίου και ορίζοντας την προθεσμία καταβολής, και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, μολονότι επέρχεται γένεση της υποχρεώσεως αμοιβής, η εν λόγω οφειλή δεν δύναται να θεωρηθεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και, ως εκ τούτου, καθίσταται αδύνατη η τέλεση, εκ μέρους του καλλιεργητή, της παραβάσεως του άρθρου 94 του βασικού κανονισμού.
( 46 ) Η STV εκτιμά ότι, εν προκειμένω, ο κατάλογος των προστατευόμενων ποικιλιών τις οποίες διαχειρίζεται, ο οποίος αποστέλλεται σε ετήσια βάση στους καλλιεργητές, καθώς και τα συμπληρωματικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στον ιστότοπό της (βλ. σημείο 6 των παρουσών προτάσεων) παρέχουν στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να υπολογίζουν με ευχέρεια το ποσό που οφείλουν ως δίκαιη αμοιβή.
( 47 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 48 ) Η υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας που έχει υποστεί ο κάτοχος σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματός του, η οποία συνιστά και τον σκοπό του εν λόγω άρθρου 94 (βλ. απόφαση Geistbeck, C‑509/10, EU:C:2012:416, σκέψη 36), εμπερικλείει, αντιθέτως, την παράμετρο της υπαιτιότητας στις περιστάσεις για τις οποίες γίνεται μνεία στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου.
( 49 ) Τα κριτήρια καθορισμού του ύψους της δίκαιης αμοιβής, τα οποία ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 επ, συνεπάγονται, πράγματι, πολύπλοκους υπολογισμούς. Επιπροσθέτως, το άρθρο 14, παράγραφος 3, έκτη περίπτωση in fine, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι «το πραγματικό επίπεδο της δίκαιης αυτής αμοιβής μπορεί να μεταβάλλεται με το χρόνο».
( 50 ) Συγκεκριμένα, το άρθρο 10 του εκτελεστικού κανονισμού διευκρινίζει ότι ο κάτοχος έχει την υποχρέωση να κοινοποιεί στον καλλιεργητή τα στοιχεία που είναι χρήσιμα για τον υπολογισμό του ύψους της δίκαιης αμοιβής που δικαιούται δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού.
( 51 ) Με τις αποφάσεις Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψεις 69 επ.), Brangewitz (C‑336/02, EU:C:2004:622, σκέψεις 53 επ.), και Saatgut‑Treuhandverwaltungsgesellschaft (C‑182/01, EU:C:2004:135, σκέψη 62) το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ούτε ο βασικός κανονισμός ούτε ο εκτελεστικός κανονισμός προβλέπουν τη δυνατότητα του κατόχου, οσάκις αυτός δεν διαθέτει ενδείξεις περί ενδεχόμενης χρήσεως του προνομίου των καλλιεργητών εκ μέρους άλλου προσώπου, να ζητήσει από το πρόσωπο αυτό να τον ενημερώσει περί του κατά πόσον έχει κάνει ή προτίθεται να κάνει χρήση του εν λόγω προνομίου.
( 52 ) Στη γερμανική θεωρία έχει διατυπωθεί η θέση ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για τον οποίο πρόσωπο το οποίο έχει κάνει χρήση του προνομίου των καλλιεργητών δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωμένο να παράσχει άμεσα τις απαιτούμενες συναφώς πληροφορίες [βλ. Würtenberger, G., «Nachbauvergütungen: eine kritische Bestandsaufnahme», σε Rechtsschutz von Pflanzenzüchtungen, Metzger, A. (υπό τη διεύθυνσή του), Mohr Siebeck, Tübingen, 2014, σ. 111].
Full & Egal Universal Law Academy