ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 15ης Οκτωβρίου 2015 (1)
Υπόθεση C‑248/14 P
Schwenk Zement KG
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Αγορές τσιμέντου και συναφών προϊόντων — Άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου — Εξουσίες της Επιτροπής να ζητεί πληροφορίες — Επιλογή της νομικής πράξεως με την οποία ζητούνται οι πληροφορίες — Αναλογικότητα — Αιτιολογία»
1. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα όρια της εξουσίας που έχει η Επιτροπή να απαιτεί από επιχειρήσεις, με απόφασή της, την παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με πιθανές παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης;
2. Αυτά είναι, ουσιαστικά, τα βασικά ζητήματα που εγείρονται με την αίτηση αναιρέσεως που κατέθεσε η Schwenk Zement KG (στο εξής: Schwenk Zement ή αναιρεσείουσα) κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή ακυρώσεως που στρεφόταν κατά αποφάσεως της Επιτροπής, εκδοθείσας βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (2), δυνάμει της οποίας η Επιτροπή ζητούσε από την εν λόγω εταιρία την παροχή σημαντικού όγκου πληροφοριών.
3. Παρόμοια σε μεγάλο βαθμό ζητήματα εγείρονται και με τρεις άλλες αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν από διαφορετικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην αγορά τσιμέντου και στρέφονται κατά τριών αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίφθηκαν επίσης, ως επί το πλείστον, οι προσφυγές τους κατά αποφάσεων της Επιτροπής αντίστοιχων με αυτήν που προσβάλλει η Schwenk Zement. Σήμερα πρόκειται να αναπτύξω προτάσεις και επί των άλλων αυτών τριών υποθέσεων (3). Επομένως, οι παρούσες προτάσεις συνθέτουν ένα σύνολο με τις προτάσεις μου στις υποθέσεις εκείνες.
I – Νομικό πλαίσιο
4. Η αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού 1/2003 έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει σε ολόκληρη την Κοινότητα την εξουσία να απαιτεί τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον εντοπισμό συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου [101 ΣΛΕΕ], καθώς και περιπτώσεων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου [102 ΣΛΕΕ]. Οι επιχειρήσεις, όταν συμμορφώνονται με απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορούν να υποχρεωθούν να ομολογήσουν ότι διέπραξαν παράβαση, αλλά υποχρεούνται εν πάση περιπτώσει να απαντήσουν στις περί των γεγονότων ερωτήσεις και να παράσχουν έγγραφα, ακόμη και αν οι πληροφορίες αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους ή εναντίον άλλων επιχειρήσεων για τη θεμελίωση ύπαρξης παράβασης.»
5. Το άρθρο 18 (Αιτήσεις παροχής πληροφοριών) του κανονισμού 1/2003, στο μέτρο που ασκεί επιρροή εν προκειμένω, προβλέπει τα εξής:
«1. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται, κατόπιν απλής αιτήσεως ή βάσει αποφάσεως, να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
2. Κατά την υποβολή απλής αίτησης παροχής πληροφοριών προς επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, η Επιτροπή αναφέρει τη νομική βάση και το σκοπό της αίτησης, προσδιορίζει τι είδους πληροφορίες χρειάζεται και καθορίζει την προθεσμία υποβολής των ζητούμενων πληροφοριών, καθώς και τις κυρώσεις που επισύρει η παροχή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 23.
3. Όταν η Επιτροπή απαιτεί από επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες με απόφασή της, στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται η νομική βάση και ο σκοπός της αίτησης, προσδιορίζονται οι ζητούμενες πληροφορίες και τάσσεται προθεσμία για την παροχή τους. Επίσης, μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 23 και μνημονεύονται ή επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 24. Στην απόφαση αναφέρεται περαιτέρω το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο.
[…]»
II – Ιστορικό της διαφοράς
6. Το 2008 και το 2009, η Επιτροπή —ενεργώντας δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003— διενήργησε πληθώρα ελέγχων σε εγκαταστάσεις αρκετών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στην αγορά τσιμέντου. Σε συνέχεια αυτών των ελέγχων, το 2009 και το 2010, απέστειλε διάφορες αιτήσεις παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Στις εγκαταστάσεις της Schwenk Zement δεν διενεργήθηκε έλεγχος, ούτε της απεστάλη αίτηση παροχής πληροφοριών.
7. Με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 2010, η Επιτροπή κοινοποίησε στη Schwenk Zement, αφενός, την πρόθεσή της να της αποστείλει απόφαση για την παροχή πληροφοριών, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, και, αφετέρου, το σχέδιο ερωτηματολογίου το οποίο επρόκειτο να επισυνάψει στην εν λόγω απόφαση. Η Schwenk Zement υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
8. Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη Schwenk Zement ότι είχε αποφασίσει, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 και του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 (4), να κινήσει, τόσο εναντίον της όσο και εναντίον άλλων επτά επιχειρήσεων, διαδικασία για εικαζόμενες παραβάσεις του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, που είχαν ως αντικείμενο περιορισμούς των εισαγωγών στον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ, κατανομή αγορών, συντονισμό των τιμών και παρεμφερείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων.
9. Στις 30 Μαρτίου 2011, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2011) 2367 τελικό, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου (Υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
10. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή σημείωνε ότι, κατά το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003, μπορεί προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται από τον εν λόγω κανονισμό να ζητεί, με απλή αίτηση ή βάσει αποφάσεως, από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να της παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες (αιτιολογική σκέψη 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Μετά την επισήμανση ότι η Schwenk Zement είχε ενημερωθεί σχετικά με την πρόθεση της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και ότι η επιχείρηση είχε υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί του σχεδίου ερωτηματολογίου (αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως), η Επιτροπή, με την απόφασή της, κάλεσε την αναιρεσείουσα να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο που επισυναπτόταν ως παράρτημα I. Σημειωτέον δε ότι το παράρτημα I αποτελούνταν από 94 σελίδες και 11 ομάδες ερωτήσεων. Οι οδηγίες σχετικά με τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο περιλαμβάνονταν στο παράρτημα II, ενώ τα πρότυπα απαντήσεων στο παράρτημα III.
11. Η Επιτροπή επέστησε επίσης την προσοχή στις εικαζόμενες παραβάσεις (αιτιολογική σκέψη 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως), τις οποίες περιέγραψε ως εξής: «[ο]ι εικαζόμενες παραβάσεις αφορούν περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εισαγωγών προς τον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ, κατανομή των αγορών, συντονισμό των τιμών και συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων». Λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα και τον όγκο των πληροφοριών που ζητούνταν, καθώς και τη σοβαρότητα των εικαζομένων παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να τάξει στην Schwenk Zement προθεσμία 12 εβδομάδων για να απαντήσει στις πρώτες 10 ομάδες ερωτημάτων και προθεσμία 2 εβδομάδων για να απαντήσει στην 11η ομάδα ερωτημάτων (αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
12. Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
Η Schwenk Zement KG και όσες θυγατρικές της βρίσκονται εντός της ΕΕ και υπάγονται στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχό της, θα παράσχουν τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της παρούσας αποφάσεως, υπό τη μορφή που ζητούνται στο παράρτημα II και στο παράρτημα III αυτής, εντός προθεσμίας δώδεκα εβδομάδων για τις ερωτήσεις 1-10 και δύο εβδομάδων για την ερώτηση 11, από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως. Όλα τα παραρτήματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας αποφάσεως.
Άρθρο 2
Αποδέκτες της παρούσας αποφάσεως είναι η Schwenk Zement KG και όσες θυγατρικές της βρίσκονται εντός της ΕΕ και υπάγονται στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της.»
13. Αμέσως μετά την παραλαβή της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Schwenk Zement ζήτησε παράταση της προθεσμίας προκειμένου να απαντήσει στην 11η ομάδα ερωτημάτων. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την Επιτροπή.
14. Στις 18 Απριλίου, στις 5 Μαΐου και στις 27 Ιουνίου 2011, η Schwenk Zement διαβίβασε τις απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο που της είχε αποσταλεί από την Επιτροπή.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
15. Με προσφυγή την οποία άσκησε στις 10 Ιουνίου 2011, η Schwenk Zement ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
16. Με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014, Schwenk Zement κατά Επιτροπής, T‑306/11 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (5), το Γενικό Δικαστήριο: (i) ακύρωσε την απόφαση C(2011) 2367 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2011, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου (υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα), όσον αφορά την 11η ομάδα ερωτήσεων του ερωτηματολογίου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I αυτής· (ii) καταδίκασε, αφενός, τη Schwenk Zement στα δύο τρίτα των δικαστικών της εξόδων και στα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής και, αφετέρου, την Επιτροπή στο ένα τρίτο των δικαστικών της εξόδων και στο ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων της Schwenk Zement· και (iii) απέρριψε κατά τα λοιπά την προσφυγή.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
17. Με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Μαΐου 2014, η Schwenk Zement ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση T‑306/11∙
– να ακυρώσει την απόφαση C(2011) 2367 τελικό της Επιτροπής, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 (υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα), στο σύνολό της·
– επικουρικά, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί αυτό εκ νέου·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
18. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– επικουρικά, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως T‑306/11, να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει τη Schwenk Zement στα δικαστικά έξοδα.
19. Η Schwenk Zement και η Επιτροπή ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 3 Ιουνίου 2015.
V – Ανάλυση των λόγων αναιρέσεως
20. Η Schwenk Zement προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως. Σε γενικές γραμμές, αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως αφορούν το ζήτημα αν το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε ορθώς τις εξουσίες της Επιτροπής να ζητεί πληροφορίες δυνάμει του κανονισμού 1/2003.
21. Οι βασικές νομοθετικές διατάξεις και η νομολογία σχετικά με τις εξουσίες της Επιτροπής να ζητεί πληροφορίες παρατίθενται στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C‑247/14 P (6), τις οποίες επίσης αναπτύσσω σήμερα.
22. Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, θα εξετάσω τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα.
Α — Αναλογικότητα όσον αφορά την επιλογή της νομικής πράξεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
23. Με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι μπορούν να εξεταστούν από κοινού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας εκδίδοντας, βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, απόφαση για να ζητήσει τις σχετικές πληροφορίες.
24. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος στρέφεται κατά των σκέψεων 45 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς την ιεραρχική σχέση μεταξύ των δύο τύπων νομικών πράξεων που προβλέπονται στο άρθρο 18: η Επιτροπή μπορεί να καταφύγει στην έκδοση δεσμευτικής αποφάσεως μόνον όταν έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι η απλή αίτηση παροχής πληροφοριών δεν θα επιτύχει τον σκοπό της, διότι ο αποδέκτης της ενδέχεται να μην προτίθεται να συνεργαστεί.
25. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος στρέφεται κατά των σκέψεων 51 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον στήριξε τα συμπεράσματά του σε γενικόλογες αναφορές στις αγορές και στις επιχειρήσεις που αφορούσαν οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών, αντί να εξετάσει συγκεκριμένα την περίπτωση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε δηλώσει στην Επιτροπή, πριν ακόμη εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν διατεθειμένη να εξαντλήσει τις δυνατότητές της προκειμένου να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο όσο πιο διεξοδικά και γρήγορα μπορούσε.
26. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
2. Ανάλυση
27. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εγείρει το ζήτημα κατά πόσον υπάρχει εγγενής ιεραρχική ή χρονολογική σειρά μεταξύ των δύο τύπων νομικών πράξεων που προβλέπει το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 και υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει η Επιτροπή να επιλέγει τη μία ή την άλλη από αυτές τις νομικές πράξεις.
28. Κατ’ αρχάς, κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμιστεί ότι το κανονισμός (ΕΟΚ) 17 (7) προέβλεπε ρητώς μια διαδικασία δύο σταδίων όσον αφορά τις αιτήσεις για παροχή πληροφοριών υπό εκείνο το καθεστώς: η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, προκειμένου να εκδώσει δεσμευτική απόφαση, να έχει αποστείλει απλή αίτηση παροχής πληροφοριών (8).
29. Πάντως, ο κανονισμός 1/2003, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 17, κατάργησε τη συγκεκριμένη διαδικασία των δύο σταδίων. Όντως, το άρθρο 18, παράγραφος 1, του νέου κανονισμού προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί «κατόπιν απλής αιτήσεως ή βάσει αποφάσεως» να ζητεί από επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την έρευνά της.
30. Επομένως, υπό αυτή την έννοια, η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να τροποποιήσει το γράμμα της σχετικής διατάξεως φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία (9). Από κανένα στοιχείο της νέας διατάξεως δεν συνάγεται ότι μεταξύ των δύο νομικών πράξεων υφίσταται κάποιου είδους ιεραρχική ή χρονολογική σχέση. Ειδικότερα δε, η χρήση του διαζευκτικού συνδέσμου «ή» καταδεικνύει ότι επαφίεται στην Επιτροπή να επιλέξει, κατά περίπτωση, την πλέον κατάλληλη νομική πράξη για την επιτυχή διεξαγωγή της έρευνάς της, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως (10).
31. Στα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά της κάθε υποθέσεως δεν περιλαμβάνεται μόνον η προθυμία της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως να συνεργαστεί στο πλαίσιο της διενεργούμενης έρευνας αλλά επίσης —και πιο σημαντικό— πόσο πιθανό είναι η εν λόγω επιχείρηση πράγματι να συνεργαστεί και, μάλιστα, εντός της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή. Ο ρόλος της οικείας επιχειρήσεως (για παράδειγμα, μέλος συμπράξεως, πληροφοριοδότης, θύμα της συμπράξεως ή απλός τρίτος) μπορεί επίσης να έχει σημασία στο πλαίσιο της σχετικής αξιολογήσεως. Το ενδεχόμενο να συντρέχει λόγος ταχείας διενέργειας της έρευνας είναι ένας άλλος παράγοντας ο οποίος μπορεί να επηρεάσει την επιλογή της Επιτροπής υπέρ της μίας ή της άλλης από τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003.
32. Κατά συνέπεια, δεν συμφωνώ με την αναιρεσείουσα ότι η Επιτροπή επιτρέπεται να εκδώσει δεσμευτική απόφαση μόνον όταν έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι η απλή αίτηση για παροχή πληροφοριών δεν πρόκειται να επιτύχει τον σκοπό της διότι ο αποδέκτης ενδέχεται να μην προτίθεται να συνεργαστεί. Είναι πιθανό να συντρέχουν άλλοι λόγοι οι οποίοι ωθούν την Επιτροπή να προβεί στην άμεση έκδοση αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Ως προς αυτό το ζήτημα, η Επιτροπή απολαύει ευρείας διακριτικής ευχέρειας (11).
33. Πάντως, κατ’ αρχήν, δεν αποκλείεται, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω της επιλογής της Επιτροπής να εκδώσει δεσμευτική απόφαση (η οποία ενέχει επίσης υψηλότερο κίνδυνο επιβολής κυρώσεων) αντί να αποστείλει απλή αίτηση (12). Πράγματι, η αρχή αυτή, όπως υπογράμμισε το Γενικό Δικαστήριο, επιτάσσει τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να μην υπερβαίνουν τα εύλογα και αναγκαία όρια των σκοπών που επιδιώκονται με τα μέτρα αυτά· εφόσον υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές, τα δε μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (13).
34. Ωστόσο, φρονώ ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν είχε στην πραγματικότητα επιλογή μεταξύ δύο διαφορετικών νομικών πράξεων (της απλής αιτήσεως και της δεσμευτικής αποφάσεως) οι οποίες ήταν το ίδιο κατάλληλες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
35. Πρώτον, η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε στοιχεία τα οποία να θέτουν υπό αμφισβήτηση την αναλογικότητα της αποφάσεως της Επιτροπής να ζητήσει πληροφορίες δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Απλώς και μόνον το γεγονός ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως η αναιρεσείουσα είχε γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ότι ήταν πρόθυμη να εξαντλήσει τις δυνατότητές της προκειμένου να απαντήσει όσο πιο διεξοδικά και γρήγορα μπορούσε ή το γεγονός ότι (σε αντίθεση με τις λοιπές υπό διερεύνηση επιχειρήσεις) η Schwenk Zement δεν είχε λάβει προηγουμένως αίτηση παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, δεν αρκούν, κατά την άποψή μου, για να στοιχειοθετήσουν έλλειψη αναλογικότητας.
36. Δεύτερον, η Επιτροπή, όπως διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είχε συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο αποφάσισε να αποστείλει, ταυτόχρονα, μια περίπου ίδια αίτηση παροχής πληροφοριών, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, σε όλες τις επιχειρήσεις που υποψιαζόταν ότι συμμετείχαν στις εικαζόμενες παραβάσεις. Ο κύριος όγκος των πληροφοριών που ζητούνταν με την προσβαλλόμενη απόφαση συνίστατο σε δεδομένα τα οποία η Επιτροπή είχε ζητήσει και από όλες τις λοιπές επιχειρήσεις προκειμένου να προβεί σε σύγκριση μεταξύ τους (14). Η Επιτροπή μπορούσε να διενεργήσει ουσιαστική σύγκριση μόνον αν οι ζητούμενες πληροφορίες υποβάλλονταν περίπου ταυτόχρονα και ήταν ακριβείς και πλήρεις. Σφάλματα ή καθυστερήσεις, ακόμη και από έναν μόνο εμπλεκόμενο, θα είχαν ως αποτέλεσμα να μην καταστεί εφικτή ή, εν πάση περιπτώσει, επαρκώς αξιόπιστη η σύγκριση που θα επιχειρούσε η Επιτροπή.
37. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Επιτροπή δικαιολογημένα θεώρησε ότι η έκδοση δεσμευτικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, αποτελούσε την πλέον κατάλληλη μέθοδο για να διασφαλίσει ότι οι ζητούμενες πληροφορίες θα ήταν όσο το δυνατόν πιο πλήρεις και σωστές και ότι θα υποβάλλονταν εντός του επιθυμητού χρονικού διαστήματος.
38. Εξάλλου, είμαι της γνώμης ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι στήριξε τις εκτιμήσεις του όσον αφορά το ζήτημα αυτό σε γενικόλογες αναφορές, χωρίς να εξετάσει τη συγκεκριμένη κατάσταση της αναιρεσείουσας. Τουναντίον, στην ανάλυσή του, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τόσο τον τύπο της έρευνας που διεξήγαγε η Επιτροπή και τον αριθμό των εμπλεκομένων επιχειρήσεων (15) όσο και την ποσότητα των πληροφοριών που ζητήθηκαν από την αναιρεσείουσα (16).
39. Για όλους αυτούς τους λόγους, καταλήγω ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη στο μέτρο που έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας εκδίδοντας απόφαση βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, αντί απλής αιτήσεως βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
40. Ως εκ τούτου, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Β − Αιτιολογία
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
41. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος στρέφεται κατά των σκέψεων 18 έως 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Schwenk Zement προβάλλει διπλή παραβίαση της αρχής σύμφωνα με την οποία οι πράξεις της Ένωσης πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένες. Αφενός, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τόσο το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 όσο και το άρθρο 296 ΣΛΕΕ καθόσον έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Τούτο, συνακόλουθα, είχε ως συνέπεια την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, στο μέτρο που κατέστη αδύνατο να ελεγχθεί, ελλείψει λεπτομερέστερης περιγραφής του σκοπού της έρευνας, αν η αίτηση παροχής πληροφοριών είχε αναλογικό χαρακτήρα ή όχι. Αφετέρου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει επίσης ανεπαρκή αιτιολογία: οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκαν τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα επί του συγκεκριμένου ζητήματος παρατέθηκαν μόνο συνοπτικά.
42. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Υπογραμμίζει ότι, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η διαδικασία βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Κατά την άποψή της, η αίτηση παροχής πληροφοριών δεν μπορεί να είναι τόσο σαφής όσο οι αποφάσεις που εκδίδονται μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, όπως οι ανακοινώσεις αιτιάσεων. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το δεύτερο σκέλος του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο στον βαθμό που η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει με σαφήνεια ποια τμήματα της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου στερούνται σαφήνειας.
2. Ανάλυση
43. Κατ’ αρχάς, τονίζω ότι, κατά την άποψή μου, οι αιτιάσεις που προβάλλει η Επιτροπή κατά του δεύτερου σκέλους του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμες. Με αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται ανεπαρκή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ωστόσο, ούτε στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ούτε με τις προφορικές της παρατηρήσεις εξέθεσε, με την απαιτούμενη σαφήνεια, κατά ποιων τμημάτων της εν λόγω αποφάσεως βάλλει και για ποιους ακριβώς λόγους. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται απλώς ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πολύ «συνοπτική» ως προς την εξέταση του λόγου ακυρώσεως που αυτή προέβαλε σχετικά με την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.
44. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι προδήλως ανεπαρκής και δεν παρέχει, ως εκ τούτου, στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ελέγξει τη νομιμότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Είναι σχεδόν ειρωνικό ότι η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τον συνοπτικό της χαρακτήρα, ενώ το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως έχει το ίδιο πρόβλημα όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα.
45. Σε κάθε περίπτωση, φρονώ ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και πιο συγκεκριμένα στις σκέψεις 18 έως 44, αποτυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
46. Αντιθέτως, είμαι της απόψεως ότι το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Schwenk Zement, το οποίο αφορά την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι βάσιμο.
47. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία των μέτρων που λαμβάνονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στο εκάστοτε μέτρο και να διαφαίνεται από αυτήν σαφώς και χωρίς περιθώριο παρερμηνείας η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στον δε δικαστή της Ένωσης να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας αυτού. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία έχουν σημασία, καθόσον το αν η αιτιολογία μιας πράξεως πληροί τις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν το σχετικό ζήτημα (17).
48. Όσον αφορά τις αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η διενέργεια έρευνας δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί στους αποδέκτες των εν λόγω αποφάσεων το σύνολο των στοιχείων που διαθέτει σχετικά με τις πιθανολογούμενες παραβάσεις ούτε να προβαίνει σε ακριβή νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων αυτών, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι μνημονεύει ρητώς για ποια πραγματικά περιστατικά προτίθεται να πραγματοποιήσει έρευνα. Καίτοι η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τα στοιχεία που αναζητεί και τα ζητήματα με τα οποία συνδέεται η έρευνα, δεν είναι, αντιθέτως, απαραίτητο να προσδιορίζονται επακριβώς στην απόφαση περί διενέργειας ελέγχου ούτε η σχετική αγορά ούτε ο νομικός χαρακτήρας των εικαζομένων παραβάσεων ούτε η χρονική περίοδος κατά την οποία φέρεται να τελέστηκαν οι εν λόγω παραβάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι στην απόφαση περιέχονται τα προαναφερθέντα βασικά στοιχεία. Πράγματι, κατά κανόνα, οι έλεγχοι διενεργούνται με την έναρξη της έρευνας και, ως εκ τούτου, σε εκείνο το στάδιο η Επιτροπή δεν έχει στη διάθεσή της ακριβείς πληροφορίες επί των συγκεκριμένων ζητημάτων. Σκοπός της έρευνας είναι ακριβώς να συλλεγούν αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέονται με την τέλεση μιας πιθανολογούμενης παραβάσεως, προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να επιβεβαιώσει τις υποψίες της και να προβεί σε πιο συγκεκριμένη νομική αξιολόγηση (18).
49. Φρονώ ότι οι αρχές αυτές ισχύουν —mutatis mutandis— και για τις αποφάσεις με τις οποίες ζητούνται πληροφορίες δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Προφανώς, αμφότερα τα μέτρα επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ο οποίος συνίσταται στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. Μολονότι η διατύπωση των δύο διατάξεων δεν είναι πανομοιότυπη, εντούτοις, η σημαντική ομοιότητα μεταξύ τους μάλλον συνηγορεί υπέρ της ομοιόμορφης ερμηνείας τους (19).
50. Με αυτά τα δεδομένα, το κρίσιμο ζήτημα έγκειται στο αν το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ορθώς την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι το ακόλουθο: λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι η επίμαχη αιτιολογία αρκετά σαφής ώστε, αφενός, να επιτρέπει στον αποδέκτη της αποφάσεως να ασκήσει τα δικαιώματα άμυνάς του και να εκτιμήσει την υποχρέωση συνεργασίας του με την Επιτροπή και, αφετέρου, να παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως δικαστικού ελέγχου εκ μέρους του δικαστή της Ένωσης;
51. Κατά την άποψή μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
52. Στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως «[…] έχει πολύ γενική διατύπωση η οποία θα έχρηζε περαιτέρω διευκρινίσεως και ότι, για αυτόν τον λόγο, είναι επιλήψιμη». Κατά την άποψή μου, η διαπίστωση αυτή δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: όντως, τρία βασικά στοιχεία της αιτιολογίας στερούνταν επαρκών λεπτομερειών. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στην περιγραφή των εικαζομένων παραβάσεων, στη γεωγραφική έκτασή τους και στα προϊόντα που αυτές αφορούσαν.
53. Ως προς τις εικαζόμενες παραβάσεις, στην αιτιολογική σκέψη 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως επισημαίνεται ότι «[ο]ι εικαζόμενες παραβάσεις αφορούν περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών […], συμπεριλαμβανομένου περιορισμού των εισαγωγών […], κατανομή αγορών, συντονισμό των τιμών και συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό». Αυτή η περιγραφή των εικαζομένων παραβάσεων δεν είναι απλώς πολύ αόριστη («περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών», «συμπεριλαμβανομένου περιορισμού των εισαγωγών») αλλά περιλαμβάνει τα πάντα («συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό»). Η αναφορά στην «κατανομή των αγορών» και στον «συντονισμό των τιμών» —κατά τόσο γενικό τρόπο— συνεισφέρει ελάχιστα στην ακριβέστερη οριοθέτηση του χαρακτήρα της συμπεριφοράς που θεωρεί ύποπτη η Επιτροπή. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες συμπράξεις (cartels) ενέχουν στοιχεία κατανομής των αγορών και συντονισμού των τιμών. Πρακτικά, η συντριπτική πλειονότητα των τύπων των συμφωνιών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ εμπίπτει στην ως άνω περιγραφή.
54. Όσον αφορά τη γεωγραφική έκταση των εικαζομένων παραβάσεων, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται λόγος για περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών εντός του ΕΟΧ, συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εισαγωγών προς τον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ. Είναι αληθές ότι, στις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 18 (20), δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται λεπτομερώς ποια είναι η σχετική αγορά από γεωγραφικής απόψεως, εντούτοις, θα έπρεπε να γίνεται μνεία σε ορισμένες έστω χώρες που επηρεάζονται. Ιδίως, δεν είναι σαφές αν η αγορά που ενδέχεται να επηρεαστεί είναι όλος ο ΕΟΧ ή ορισμένα τμήματά του, και, στη δεύτερη περίπτωση, ποια είναι αυτά.
55. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακόμη πιο ασαφής ως προς το ποια ακριβώς προϊόντα αποτελούν αντικείμενο της έρευνας. Πρακτικά, ως σημαντικό προϊόν κατονομάζεται μόνο το τσιμέντο, δεδομένου ότι —κατά τα λοιπά— η απόφαση αναφέρεται σε «συναφείς [προς το τσιμέντο] αγορές προϊόντων». Και πάλι, η συγκεκριμένη περιγραφή είναι όχι μόνο εξαιρετικά αόριστη (πόσο «συναφή» προς το τσιμέντο θα πρέπει να είναι τα προϊόντα;), αλλά μπορεί δυνητικά να καλύπτει όλους τους τύπους προϊόντων στους οποίους δραστηριοποιείται η αναιρεσείουσα (είτε ως πωλήτρια είτε ως αγοράστρια).
56. Κατά το Γενικό Δικαστήριο (21), η απουσία λεπτομερειών από την προσβαλλόμενη απόφαση αντισταθμίζεται εν μέρει από το γεγονός ότι η απόφαση αυτή παραπέμπει ρητώς στην απόφαση της Επιτροπής περί κινήσεως της διαδικασίας, στην οποία περιλαμβάνονταν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη γεωγραφική έκταση των εικαζομένων παραβάσεων και τους τύπους προϊόντων που αφορούσαν οι παραβάσεις αυτές.
57. Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κατά πόσον επιτρέπεται μια τέτοια συνδυαστική ανάγνωση των δύο αποφάσεων.
58. Κατά την άποψή μου, πράξεις της Ένωσης οι οποίες επιβάλλουν υποχρεώσεις που υπεισέρχονται στην ιδιωτική σφαίρα προσώπων ή επιχειρήσεων και, σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς τους, ενέχουν κίνδυνο επιβολής βαρέων οικονομικών κυρώσεων, πρέπει, κατ’ αρχήν, να αιτιολογούνται αυτοτελώς (22). Πράγματι, έχει ιδιαίτερη σημασία να παρέχεται σε αυτούς τους ιδιώτες ή τις επιχειρήσεις η δυνατότητα να κατανοούν για ποιον λόγο εκδίδεται η εκάστοτε πράξη χωρίς να απαιτείται εκ μέρους τους ιδιαίτερη ερμηνευτική προσπάθεια (23), ούτως ώστε να μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά και εμπρόθεσμα τα δικαιώματά τους. Τούτο ισχύει ιδίως όσον αφορά τις πράξεις που περιέχουν ρητές παραπομπές σε προγενέστερες πράξεις οι οποίες έχουν διαφορετική αιτιολογία. Οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των δύο πράξεων θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει πηγή αβεβαιότητας για τον αποδέκτη.
59. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, φρονώ ότι, κατ’ εξαίρεση, στην υπό κρίση υπόθεση το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να αναγνωσθεί σε συνδυασμό με την αιτιολογία της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας. Οι δύο αποφάσεις είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας και, προφανώς, αφορούσαν τις ίδιες εικαζόμενες παραβάσεις. Επιπλέον, είχαν εκδοθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το κυριότερο, μεταξύ των αιτιολογιών των δύο αυτών αποφάσεων δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Ως εκ τούτου, έχω την άποψη ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η πρώτη απόφαση μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί «πλαίσιο» της δεύτερης αποφάσεως, το οποίο ο αποδέκτης δεν είναι δυνατό να αγνοούσε (24).
60. Ωστόσο, μολονότι είναι αληθές ότι η πρώτη απόφαση περιείχε περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τη γεωγραφική έκταση των εικαζομένων παραβάσεων (απαριθμώντας τα πιθανώς θιγόμενα κράτη μέλη), εντούτοις, δεν ήταν το ίδιο ακριβής ως προς τον χαρακτήρα των εν λόγω παραβάσεων και τα προϊόντα που αυτές αφορούσαν. Παραδείγματος χάρη, ο ορισμός της έννοιας «τσιμέντο και συναφή προϊόντα» ο οποίος παρατίθεται ως υποσημείωση στη σελίδα 4 της εν λόγω αποφάσεως, καλύπτει δυνητικά ένα πολύ ευρύ σύνολο ανόμοιων προϊόντων.
61. Πάντως, θεωρώ ότι το γεγονός ότι μια αιτιολογία είναι υπέρ το δέον γενική ή σε μεγάλο βαθμό αόριστη ως προς ορισμένες πτυχές της δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής αποφάσεως αν το υπόλοιπο κείμενό της παρέχει στον αποδέκτη και στον δικαστή της Ένωσης να κατανοήσουν επαρκώς ποιες πληροφορίες ζητεί η Επιτροπή και για ποιους λόγους (25). Πράγματι, ακόμη και έμμεσα ή σιωπηρά, το αντικείμενο των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν μπορεί να αποσαφηνίσει μια αιτιολογία η οποία ενδέχεται να έχει συνταχθεί χωρίς την απαιτούμενη ακρίβεια. Σε τελική ανάλυση, οι πολύ συγκεκριμένες και στοχευμένες ερωτήσεις αναπόφευκτα αποκαλύπτουν το πεδίο έρευνας της Επιτροπής. Τούτο, κατά την άποψή μου, ισχύει ιδίως για τις πράξεις που εκδίδονται σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, όταν το πεδίο της έρευνας δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί εντελώς και οριστικά και, μάλιστα, ενδέχεται μελλοντικά να πρέπει να περιοριστεί ή να διευρυνθεί, λόγω των πληροφοριών που θα συγκεντρωθούν.
62. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, ισχύει στην πραγματικότητα το αντίθετο. Οι ερωτήσεις που τέθηκαν στη Schwenk Zement ήταν εξαιρετικά πολυάριθμες και κάλυπταν πολύ διαφορετικούς τύπους πληροφοριών. Κατά την άποψή μου, ήταν εξαιρετικά δυσχερές να εντοπιστεί ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ αρκετών από τις ερωτήσεις που περιλαμβάνονταν στο ερωτηματολόγιο (26). Εξάλλου, ορισμένες από τις ερωτήσεις δεν φαίνεται να ευθυγραμμίζονται πλήρως με το περιεχόμενο της προηγηθείσας αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας: για παράδειγμα, οι ερωτήσεις 3 και 4 (οι οποίες αφορούσαν ιδιαίτερα σημαντικό όγκο πληροφοριών δεκαετούς περιόδου) δεν περιορίζονταν στα απαριθμούμενα ως κράτη μέλη που ενδεχομένως αφορούσε η απόφαση περί κινήσεως διαδικασίας.
63. Παρεμπιπτόντως, αν ο συνδετικός ιστός μεταξύ αυτών των ερωτήσεων ήταν η πλήρης αποτύπωση των δομών εσόδων και εξόδων της επιχειρήσεως προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να τις αναλύσει βάσει οικονομετρικών μεθόδων (συγκρίνοντας τα στοιχεία αυτά με τα στοιχεία άλλων εταιρειών οι οποίες επίσης δραστηριοποιούνταν στην αγορά τσιμέντου), θα μπορούσε εύλογα να αμφισβητηθεί κατά πόσο μια τόσο ευρεία και σύνθετη αίτηση παροχής πληροφοριών μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη προς το άρθρο 18. Τέτοιου είδους αίτηση παροχής πληροφοριών θα ήταν καταλληλότερη για τη διεξαγωγή έρευνας ανά κλάδο δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 1/2003, εκτός και αν η Επιτροπή διέθετε αποχρώσες ενδείξεις περί υπάρξεως μιας κολάσιμης συμπεριφοράς σε σχέση με την οποία μια τέτοιου είδους ανάλυση θα μπορούσε να παράσχει την αναγκαία θεμελίωση.
64. Υπό αυτές τις περιστάσεις, συμφωνώ με την αναιρεσείουσα ότι δεν προέκυπτε σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας ποιος ήταν ο σκοπός της αιτήσεως της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών. Κατά συνέπεια, ήταν υπερβολικά δυσχερές για τη συγκεκριμένη επιχείρηση να κατανοήσει τις εικαζόμενες παραβάσεις ούτως ώστε να εκτιμήσει το εύρος της υποχρεώσεως συνεργασίας της με την Επιτροπή και, εφόσον κρινόταν απαραίτητο, να ασκήσει τα δικαιώματα άμυνάς της, αρνούμενη, για παράδειγμα, να απαντήσει σε ερωτήματα τα οποία θεωρούσε παράνομα. Πολύ περισσότερο δε στον βαθμό που ορισμένες ερωτήσεις αφορούσαν πληροφορίες οι οποίες δεν σχετίζονταν απλώς με πραγματικά περιστατικά αλλά περιελάμβαναν και αξιολογικές κρίσεις (27), ενώ άλλες ερωτήσεις ήταν σχετικά αόριστες (28). Επομένως, ως προς αυτές τις ερωτήσεις, η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να αποκλείσει τον κίνδυνο να δώσει απαντήσεις οι οποίες θα την ενοχοποιούσαν (29).
65. Αυτή η αοριστία δεν δικαιολογείται ―όπως υποστηρίζει η Επιτροπή― από το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε σε πρώιμο στάδιο της έρευνας. Τουναντίον, η συγκεκριμένη απόφαση εκδόθηκε περίπου τρία χρόνια μετά την έναρξη της έρευνας. Κατά τον χρόνο αυτό, είχαν ήδη διεξαχθεί αρκετοί έλεγχοι και είχαν υποβληθεί από την Επιτροπή πολύ λεπτομερείς αιτήσεις παροχής πληροφοριών στις οποίες είχαν απαντήσει οι οικείες επιχειρήσεις. Ακόμη και αν αυτοί οι έλεγχοι και οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών δεν αφορούσαν τη Schwenk Zement, η έρευνα, κατά πάσα πιθανότητα, βρισκόταν σε σχετικά προχωρημένο στάδιο όταν η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, αρκετούς μήνες πριν εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι είχε συγκεντρώσει επαρκή στοιχεία προκειμένου να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 και το άρθρο 2 του κανονισμού 773/2004 και κατά της Schwenk Zement. Τα στοιχεία αυτά θα έπρεπε να έχουν δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να αιτιολογήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια την προσβαλλόμενη απόφαση.
66. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι το πόσο λεπτομερής θα πρέπει να είναι μια αιτιολογία εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τις πληροφορίες τις οποίες έχει ήδη στην κατοχή της η Επιτροπή όταν προβαίνει στην έκδοση μιας αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 18 (30). Ωστόσο, κατά την άποψή μου, τούτο σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι αιτιολογία η οποία ενδέχεται να είναι επαρκής για απόφαση που εκδίδεται κατά την έναρξη της έρευνας (για παράδειγμα, απόφαση η οποία υποχρεώνει μια επιχείρηση να υποβληθεί σε έλεγχο βάσει του άρθρου 20 ή πρώτη απόφαση για παροχή πληροφοριών βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3) μπορεί να μην είναι επαρκής για απόφαση που εκδίδεται σε μεταγενέστερο στάδιο της έρευνας, όταν η Επιτροπή διαθέτει πολύ πιο εκτεταμένες πληροφορίες σχετικά με τις εικαζόμενες παραβάσεις.
67. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θα χαρακτήριζα απαράδεκτο το γεγονός ότι η Schwenk Zement, παρά το σύνολο των πληροφοριών που είχε παράσχει στην Επιτροπή κατά τα προηγούμενα έτη και τις πρόσθετες προσπάθειες τις οποίες αναγκάστηκε να καταβάλει προς συμμόρφωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνέχιζε να «παραμένει στο σκοτάδι» ως προς το ακριβές πεδίο έρευνας της Επιτροπής.
68. Εξάλλου, φρονώ ότι η αναιρεσείουσα δικαιολογημένα υποστηρίζει ότι η άσκηση του ελέγχου της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον δικαστή της Ένωσης κατέστη ουσιωδώς δυσχερέστερη. Όπως εξήγησα λεπτομερέστερα στις προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement, C‑247/14 P, (31), δεδομένου ότι οι πληροφορίες που περιέχονταν σε εκείνη την απόφαση, ως προς τις εικαζόμενες παραβάσεις, ήταν ανεπαρκείς (ακόμη και αν η εν λόγω απόφαση διαβαζόταν σε συνδυασμό με την απόφαση περί κινήσεως διαδικασίας), καθίσταται δυσχερές για τον δικαστή της Ένωσης να διαπιστώσει την πλήρωση των απαιτήσεων για αναγκαιότητα και αναλογικότητα της αιτήσεως (32). Ως προς το πρώτο στοιχείο, το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει κατά πόσον υφίσταται επαρκής σύνδεση μεταξύ της πιθανολογούμενης παραβάσεως και των ζητούμενων πληροφοριών. Ως προς το δεύτερο, το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει αν οι προσπάθειες που απαιτήθηκαν από την επιχείρηση δικαιολογούνταν ή όχι από λόγους δημοσίου συμφέροντος ή ήταν υπερβολικές.
69. Για τους λόγους αυτούς, καταλήγω ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τα άρθρα 296 ΣΛΕΕ και 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 όσον αφορά την απαιτούμενη αιτιολογία στις αποφάσεις για την παροχή πληροφοριών. Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στον βαθμό που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, για τους λόγους που παρατίθενται στις σκέψεις 18 έως 44 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
VI – Συνέπειες της εκτιμήσεως
70. Κατά το άρθρο 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Εφόσον η διαδικασία το επιτρέπει, μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της υποθέσεως. Έχει επίσης τη δυνατότητα να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο.
71. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο τρίτος λόγος είναι βάσιμος και, ως εκ τούτου, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να αναιρεθεί.
72. Βάσει των πραγματικών περιστατικών που περιήλθαν σε γνώση μου και από την ανταλλαγή απόψεων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς.
73. Στην προσφυγή που άσκησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προέβαλε πέντε λόγους για να στηρίξει το αίτημά της περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
74. Υπό το πρίσμα της προεκτεθείσας αναλύσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν παράνομη διότι δεν περιείχε αιτιολογία σύμφωνη με το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 (βλ. σημεία 41 έως 69 των παρουσών προτάσεων). Αυτό το νομικό σφάλμα αρκεί, από μόνο του, προκειμένου να ακυρωθεί στο σύνολό της η απόφαση. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι είναι περιττό να εξεταστεί αν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά την εκδίκαση της υποθέσεως πρωτοδίκως ήταν βάσιμοι.
VII – Δικαστικά έξοδα
75. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
76. Αν το Δικαστήριο συνταχθεί με την άποψή μου ως προς την αίτηση αναιρέσεως, τότε, σύμφωνα με τα άρθρα 137, 138 και 184 του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
VIII – Πρόταση
77. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Μαρτίου 2013, στην υπόθεση Schwenk Zement κατά Επιτροπής,· T‑306/11
– να ακυρώσει την απόφαση C(2011) 2361 τελικό της Επιτροπής σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 (υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα)·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
1 — Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 — Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).
3 — Υποθέσεις HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C‑247/14 P, Buzzi Unicem κατά Επιτροπής, C‑267/14 P, και Italmobiliare κατά Επιτροπής, C‑268/14 P.
4 — Κανονισμός της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 123, σ. 18).
5 — EU:T:2014:123.
6 — C‑247/14 P (σημεία 22 έως 28).
7 — Κανονισμός του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της [Σ]υνθήκης ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
8 — Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 5, του κανονισμού 17/62. Βλ., επίσης, απόφαση National Panasonic κατά Επιτροπής (136/79, EU:C:1980:169, σκέψη 10).
9 — Βλ. σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
10 — Βλ. συναφώς, κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις National Panasonic κατά Επιτροπής (136/79, EU:C:1980:169, σκέψεις 11 και 12) και Roquette Frères (C‑94/00, EU:C:2002:603, σκέψη 77).
11 — Βλ. σημείο 21 των παρουσών προτάσεων.
12 — Όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
13 — Βλ. σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
14 — Βλ., επίσης, αιτιολογικές σκέψεις 4 και 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
15 — Σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
16 — Σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
17 — Βλ. απόφαση Nexans και Nexans France κατά Επιτροπής (C‑37/13 P, EU:C:2014:2030, σκέψεις 31 και 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
18 — Όπ.π. (σκέψεις 34 έως 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
19 — Το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 προβλέπει ότι στην απόφαση πρέπει να «[…] αναφέρονται η νομική βάση και ο σκοπός της αίτησης, [να] προσδιορίζονται οι ζητούμενες πληροφορίες και [να] τάσσεται προθεσμία για την παροχή τους». Το άρθρο 20, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι στην απόφαση «[…] προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, [και] καθορίζεται η ημερομηνία έναρξής του […]».
20 — Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokkot επί της υποθέσεως Nexans και Nexans France κατά Επιτροπής (C‑37/13 P, EU:C:2014:223, σημεία 35 έως 38).
21 — Σκέψεις 36 και 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
22 — Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής (C‑310/93 P, EU:C:1994:408, σημείο 22).
23 — Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C. Lenz στην υπόθεση SITPA (C‑27/90, EU:C:1990:407, σημείο 59).
24 — Βλ. νομολογία που παρατίθεται στο σημείο 47 των παρουσών προτάσεων.
25 — Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Nexans και Nexans France κατά Επιτροπής (C‑37/13 P, EU:C:2014:223, σημείο 52).
26 — Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, σημείο 46).
27 — Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, σημείο 161).
28 — Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, σημεία 138 έως 146).
29 — Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, σημεία 149 έως 168).
30 — Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, σημείο 50).
31 — Βλ. σημεία 52 έως 54.
32 — Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση SEP κατά Επιτροπής (C‑36/92 P, EU:C:1993:928, σημείο 30).
Full & Egal Universal Law Academy