ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 7ης Μαΐου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑255/14
Robert Michal Chmielewski
κατά
Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága
[αίτηση του Kecskeméti Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (Ουγγαρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Έλεγχοι ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση — Κανονισμός (EΚ) 1889/2005 — Παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως — Αναλογικότητα των κυρώσεων — Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και των πληρωμών»
I – Εισαγωγή
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την αναλογικότητα διοικητικού προστίμου το οποίο προβλέπει το ουγγρικό δίκαιο ως κύρωση για την παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 1889/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Κοινότητα ( 2 ).
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
2.
Στο άρθρο του 17, που επιγράφεται «Δικαίωμα ιδιοκτησίας», ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) καθιερώνει και προστατεύει, στην παράγραφό του 1, το δικαίωμα ιδιοκτησίας ως εξής:
«Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από τον νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον.»
2. Ο κανονισμός 1889/2005
3.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 που επιγράφεται «Στόχος»:
«Ο παρών κανονισμός συμπληρώνει τις διατάξεις της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ ως προς τις συναλλαγές μέσω των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επαγγελμάτων θεσπίζοντας εναρμονισμένους κανόνες για τον έλεγχο, από τις αρμόδιες αρχές, των ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την [Ευρωπαϊκή Ένωση].»
4.
Το άρθρο του 3, που επιγράφεται «Υποχρέωση δήλωσης», προβλέπει τα εξής:
«1. Κάθε φυσικό πρόσωπο που εισέρχεται ή εξέρχεται από την [Ένωση] και μεταφέρει ρευστά διαθέσιμα αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των 10000 ευρώ δηλώνει το εν λόγω ποσό στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μέσω των οποίων εισέρχεται ή εξέρχεται από την [Ένωση], σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η υποχρέωση δήλωσης δεν έχει εκπληρωθεί εάν η παρεχόμενη πληροφορία είναι ανακριβής ή ελλιπής.
2. Η δήλωση της παραγράφου 1 περιέχει λεπτομέρειες για:
[…]
ε)
την προέλευση και τη σκοπούμενη χρήση των ρευστών διαθεσίμων·
[…]».
5.
Το άρθρο 4, που επιγράφεται «Εξουσίες των αρμοδίων αρχών», προβλέπει, στην παράγραφό του 2, τα εξής:
«Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση δήλωσης του άρθρου 3, τα ρευστά διαθέσιμα είναι δυνατό να δεσμεύονται με διοικητική απόφαση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας.»
6.
Κατά το άρθρο του 6 που επιγράφεται «Ανταλλαγή πληροφοριών»:
«1. Όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ποσά των ρευστών διαθεσίμων αφορούν παράνομες δραστηριότητες, συνδεόμενες με κίνηση ρευστών διαθεσίμων, όπως μνημονεύεται στην οδηγία 91/308/ΕΟΚ, οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω της δήλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 3 ή των ελέγχων που προβλέπονται στο άρθρο 4 είναι δυνατόν να διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 515/97 εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν.
2. Όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ποσά των ρευστών διαθεσίμων αφορούν προϊόν απάτης ή οποιασδήποτε άλλης παράνομης δραστηριότητας που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, οι εν λόγω πληροφορίες διαβιβάζονται και στην Επιτροπή.»
7.
Το άρθρο 7, που επιγράφεται «Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες», ορίζει:
«Στο πλαίσιο της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, οι πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μπορούν να γνωστοποιηθούν από κράτη μέλη ή από την Επιτροπή σε τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση της σύμφωνης γνώμης των αρμοδίων αρχών που έλαβαν τις πληροφορίες αυτές σύμφωνα με το άρθρο 3 ή/και το άρθρο 4 και εφόσον συνάδει με τις αντίστοιχες εθνικές και κοινοτικές διατάξεις περί διαβιβάσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών όταν αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.»
8.
Το άρθρο 9, που επιγράφεται «Κυρώσεις», ορίζει, στην παράγραφό του 1, τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει κυρώσεις για τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση δήλωσης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.»
Β – Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών
9.
Κατά το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, το οποίο επιγράφεται «Προστασία της ιδιοκτησίας»:
«Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ει μή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον (γενικόν) συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.»
Γ – Το ουγγρικό δίκαιο
10.
Το άρθρο 2 του νόμου XLVIII του 2007 ορίζει:
«(1) Η συμμόρφωση προς την υποχρέωση δηλώσεως που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού [1889/2005] πρέπει να γίνεται γραπτώς.
(2) Πρέπει να αναγράφονται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του κυρίου των ρευστών διαθεσίμων σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού [1889/2005], το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του αποδέκτη των ρευστών διαθεσίμων δυνάμει του στοιχείου γʹ της εν λόγω διατάξεως, καθώς επίσης και το επιλεγέν μεταφορικό μέσο – και, σε περίπτωση οχημάτων, ο αριθμός κυκλοφορίας –, δυνάμει του στοιχείου ζʹ της ιδίας διατάξεως.
[…]»
11.
Το άρθρο 5/A του νόμου XLVIII του 2007 προβλέπει:
«Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του κανονισμού 1889/2005, φυσικό πρόσωπο που εισέρχεται στο έδαφος της [Ένωσης] ή εξέρχεται από αυτό και το οποίο δεν εκπληρώνει την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως την οποία επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού [1889/2005], σχετικά με τα ρευστά διαθέσιμα που έχει στην κατοχή του σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, ή το οποίο εκπληρώνει την αναφερθείσα υποχρέωση κατά τρόπο ανακριβή ή ελλιπή, οφείλει να καταβάλει επιτόπου πρόστιμο, το ποσόν του οποίου θα ορίζεται σε φιορίνια, ως εξής:
a)
στο 10 % του ποσού που βρίσκεται στην κατοχή του, σε περίπτωση που το άθροισμα των ρευστών διαθεσίμων είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 10000 ευρώ, εφόσον αυτό δεν υπερβαίνει τις 20000 ευρώ·
b)
στο 40 % του ποσού που βρίσκεται στην κατοχή του, σε περίπτωση που το άθροισμα των ρευστών διαθεσίμων υπερβαίνει τις 20000 ευρώ, εφόσον δεν είναι μεγαλύτερο από 50000 ευρώ·
c)
στο 60 % του ποσού που βρίσκεται στην κατοχή του, σε περίπτωση που το άθροισμα των ρευστών διαθεσίμων υπερβαίνει τις 50000 ευρώ.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12.
Στις 9 Αυγούστου 2012, ο R. M. Chmielewski εισήλθε στην ουγγρική επικράτεια προερχόμενος από τη Σερβία χωρίς να δηλώσει το άθροισμα των ρευστών διαθεσίμων τα οποία μετέφερε, ήτοι συνολικό ποσό ύψους 147492 ευρώ, αποτελούμενο από 249150 βουλγαρικά λέβα (BGN) (περίπου 127400 ευρώ), 30000 τουρκικές λίρες (TRY) (περίπου 6500 ευρώ) και 29394 ρουμανικά λέι (RON) (περίπου 13600 ευρώ).
13.
Κατά την Επιτροπή, στο πλαίσιο του ελέγχου, ο R. M. Chmielewski δήλωσε στους τελωνειακούς υπαλλήλους ότι κατείχε αυτό το σημαντικό ποσό χρημάτων διότι σκόπευε να προβεί στην αγορά οικίας στη Βουλγαρία, πλην όμως ότι επέστρεφε άπρακτος στην Πολωνία.
14.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága (γενική διεύθυνση τελωνείων και φόρων της περιφέρειας Del-alföld) διευκρίνισε ότι 60 % του ποσού που κατείχε ο R. M. Chmieliewski (ήτοι το ισόποσο των 24532000 HUF) δεσμεύθηκε λόγω επιβολής του προστίμου που προβλέπει το άρθρο 5/A, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου XLVIII του 2007 για τη μη υποβολή δηλώσεως.
15.
Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2013, η Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága (γενική διεύθυνση τελωνείων και φόρων της περιφέρειας Del-alföld) απέρριψε το αίτημα του R. M. Chmielewski να απαλλαγεί του προστίμου λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων τις οποίες αυτός επικαλείτο και επικύρωσε το διοικητικό πρόστιμο ύψους 24532000 HUF, το οποίο του επιβλήθηκε από τους τελωνειακούς υπαλλήλους, δεδομένου ότι, παραλείποντας να δηλώσει το εν λόγω ποσό κατά την είσοδό του στο έδαφος της Ένωσης, δεν τήρησε την υποχρέωση που του επιβάλλει ο κανονισμός 1889/2005 και ο νόμος XLVIII του 2007.
16.
Ο R. M. Chmielewski άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Kecskeméti Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστηρίου διοικητικών και εργατικών υποθέσεων του Kecskemét) επικαλούμενος μεταξύ άλλων ότι οι διατάξεις του νόμου XLVIII του 2007 ήσαν αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης.
17.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Kecskeméti Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Το ποσό του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 5/Α του νόμου [XLVIII του 2007], εκτελεστικού του κανονισμού [1889/2005] ικανοποιεί την απαίτηση του άρθρου 9, παράγραφος 1, του αναφερθέντος κανονισμού, σύμφωνα με την οποία οι κυρώσεις που θεσπίζει το εθνικό δίκαιο πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και, ταυτόχρονα, ανάλογες προς τη διαπραχθείσα παράβαση νόμου και τον επιδιωκόμενο σκοπό;
2)
Αντίκειται το άρθρο 5/Α του νόμου [XLVIII του 2007], συνεπεία του ύψους των προστίμων που επιβάλλει, στην απαγόρευση συγκεκαλυμμένων περιορισμών της ελεύθερης κινήσεως των κεφαλαίων που επιβάλλει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το άρθρο 65, παράγραφος 3, [ΣΛΕΕ];»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
18.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 27 Μαΐου 2014. Η Ουγγρική, η Βελγική, η Ισπανική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις.
19.
Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη τη 18η Μαρτίου 2015 στο πλαίσιο της οποίας η Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága, η οποία δεν είχε καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις, η Ουγγρική, η Βελγική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
V – Ανάλυση
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
20.
Μολονότι, στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων που κατοχυρώνουν τα άρθρα 63 επ. ΣΛΕΕ, το δίκαιο της Ένωσης δεν απαγορεύει τις μεταφορές ρευστών διαθεσίμων, ωστόσο το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι αυτή η κυκλοφορία των κεφαλαίων δεν εμποδίζει να εξαρτάται η εξαγωγή μεταλλικών νομισμάτων, τραπεζογραμματίων ή επιταγών εις τον κομιστή από προηγούμενη άδεια ( 3 ). Επίσης, ο κανόνας αυτός επαναλαμβάνεται στα νομοθετήματα της Ένωσης που έχουν το ίδιο αντικείμενο όπως είναι ο κανονισμός 1889/2005 και, ειδικότερα, το άρθρο του 3.
21.
Ως εκ τούτου, το ζήτημα σχετικά με την κύρωση που προβλέπει το ουγγρικό δίκαιο μπορεί να εξεταστεί σε σχέση τόσο προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005 όσο και προς το άρθρο 65, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει τους κεκαλυμμένους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων.
22.
Όπως πρότεινε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, θα εξετάσω από κοινού τα δύο προδικαστικά ερωτήματα.
Β – Τα επιχειρήματα των διαδίκων
23.
Οι διάδικοι στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου συμφωνούν ότι οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 5/A, παράγραφος 1, του νόμου XLVIII του 2007 είναι αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005. Εντούτοις, εν αντιθέσει προς τις Κυβερνήσεις της Ουγγαρίας, του Βελγίου, της Ισπανίας και της Ιταλίας που φρονούν ότι οι κυρώσεις αυτές είναι και αναλογικές, η Επιτροπή φρονεί ότι οι κυρώσεις που προβλέπουν τα σημεία b και c της διατάξεως αυτής, ήτοι 40 % για μη δηλωθέν ποσό από 20000 έως 50000 ευρώ και 60 % για μη δηλωθέν ποσό άνω των 50000 ευρώ, δεν είναι σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας.
24.
Για την Επιτροπή, η έλλειψη αναλογικότητας έγκειται τόσο στο γεγονός ότι το άρθρο 5/A, παράγραφος 1, του νόμου XLVIII του 2007 δεν αφήνει ούτε στη διοίκηση ούτε στον εθνικό δικαστή περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της εκάστοτε περιπτώσεως κατά τον προσδιορισμό του ποσού του προστίμου όσο και στο γεγονός ότι προβλέπει τόσο υψηλά ποσά ώστε φαίνεται να θεωρεί δεδομένο τον δόλο του προσώπου που διέπραξε την οικεία διοικητική παράβαση.
25.
Αφετέρου, η Ουγγρική, η Βελγική, η Ισπανική και η Ιταλική Κυβέρνηση συνάγουν την αναλογικότητα του συστήματος κυρώσεων που εισάγεται με το άρθρο 5/A, παράγραφος 1, του νόμου XLVIII του 2007 από τον αποτελεσματικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα τους, καθώς και από την προοδευτική αύξηση των προστίμων αναλόγως του ύψους των μη δηλωθέντων ποσών.
Εκτίμηση
1. Η νομολογία του Δικαστηρίου επί της αναλογικότητας των κυρώσεων
26.
Το ζήτημα της αναλογικότητας των κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο πλειάδος αποφάσεων του Δικαστηρίου.
27.
Κατά πάγια δε νομολογία έχει κριθεί ότι, «ελλείψει εναρμονίσεως της νομοθεσίας [της Ένωσης] στον τομέα των κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση μη τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπει σύστημα το οποίο έχει θεσπιστεί με τη νομοθεσία αυτή, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να επιλέγουν τις κυρώσεις που θεωρούν κατάλληλες. Τα κράτη μέλη οφείλουν όμως να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή συμφώνως προς το δίκαιο [της Ένωσης] και προς τις γενικές αρχές του και, κατά συνέπεια, συμφώνως προς την αρχή της αναλογικότητας» ( 4 ).
28.
«Πράγματι, όπως το Δικαστήριο έκρινε κατ’ επανάληψη, οι διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών, μια δε τόσο δυσανάλογη προς τη βαρύτητα της παραβάσεως κύρωση δεν πρέπει να συνδέεται με τις λεπτομέρειες ασκήσεως του ελέγχου ώστε να συνιστά περιορισμό των ελευθεριών τις οποίες καθιερώνει η Συνθήκη [ΣΕΕ]» ( 5 ).
29.
Εντούτοις, το Δικαστήριο σπανίως έχει αποφανθεί κατά τρόπο συγκεκριμένο επί της αναλογικότητας των εθνικών κυρώσεων που αποτελούν το αντικείμενο της εκάστοτε υποθέσεως. Βεβαίως, το έπραξε στην υπόθεση επί της οποία εξεδόθη η απόφαση Urbán (C‑210/10, EU:C:2012:64), πλην όμως στην υπόθεση αυτή η παρατυπία που επέσυρε την επιβολή κυρώσεως δεν ενείχε τον χαρακτήρα καταχρήσεως ούτε ήταν σοβαρή, ενώ το ύψος του προστίμου ήταν εξαιρετικά υψηλό, πράγμα το οποίο οδήγησε το Δικαστήριο να κρίνει ότι το επίμαχο πρόστιμο ήταν δυσανάλογο ( 6 ).
30.
Συνήθως, το Δικαστήριο αφήνει τον έλεγχο της αναλογικότητας στο αιτούν δικαστήριο παρέχοντάς του χρήσιμα κριτήρια προκειμένου να προβεί ορθώς στον έλεγχο αυτό ( 7 ).
31.
Στην υπόθεση επί της οποία εξεδόθη η απόφαση Λουλουδάκης (C‑262/99, EU:C:2001:407), το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 69 ότι, «καίτοι οι επιταγές της καταστολής και της προλήψεως δικαιολογούν τη μέσω της εθνικής νομοθεσίας επιβολή αρκετά αυστηρών κυρώσεων, εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι [οι] κυρώσεις [αυτές], μπορούν να αποδειχθούν δυσανάλογες και να αποτελέσουν εμπόδιο στην άσκηση της εν λόγω ελευθερίας [εν προκειμένω, της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των εμπορευμάτων], καθόσον προβλέπουν πρόστιμα κατ’ αποκοπήν καθοριζόμενα με βάση το μοναδικό κριτήριο του κυβισμού του οχήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παλαιότητά του, και πολλαπλό τέλος μέχρι και δεκαπλάσιο των σχετικών φορολογικών επιβαρύνσεων. Πράγματι, κύρωση στηριζόμενη αποκλειστικώς στο κριτήριο του κυβισμού μπορεί να είναι δυσανάλογη σε σχέση με τη σοβαρότητα της παραβάσεως, συνδυαζόμενη ιδίως με άλλη βαριά κύρωση επιβαλλόμενη για την ίδια παράβαση. Το ίδιο ισχύει και για κύρωση ανερχόμενη στο πολλαπλάσιο των σχετικών φορολογικών επιβαρύνσεων, π.χ. στο δεκαπλάσιο αυτών».
32.
Κατά τρόπο απολύτως εύλογο, το Δικαστήριο επιλύει το ίδιο το ζήτημα αυτό οσάκις πρόκειται για κυρώσεις που προβλέπει το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης χωρίς να το παραπέμπει στην εκτίμηση του εθνικού δικαστή.
33.
Π.χ., στην υπόθεση επί της οποία εξεδόθη η απόφαση Billerud Karlsborg και Billerud Skärblacka (C‑203/12, EU:C:2013:664) ( 8 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι «[η] κρίση όμως σχετικά με την αναλογικότητα πράξης της Ένωσης δεν μπορεί να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις σχετικά με τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της. Οσάκις ο νομοθέτης της Ένωσης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρύθμισης την οποία πρέπει να θεσπίσει, καίτοι τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη με βάση τα στοιχεία που ο εν λόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θέσπισης της οικείας ρύθμισης» ( 9 ).
34.
Επί της βάσεως αυτής, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι «το πρόστιμο για καθ’ υπέρβαση εκπομπές που προβλέπει η οδηγία 2003/87 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας καθόσον το ύψος του δεν συνοδεύεται από καμία δυνατότητα προσαρμογής από το εθνικό δικαστήριο» ( 10 ). Επισημαίνω ότι, στην απόφαση Λουλουδάκης (C‑262/99, EU:C:2001:407), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κατ’ αποκοπήν καθοριζόμενα πρόστιμα, εάν δεν λαμβάνουν υπόψη ορισμένα κριτήρια, μπορούσαν «να αποδειχθούν δυσανάλογ[α]» (βλ. σκέψεις 69 έως 71).
35.
Κατόπιν των ανωτέρω παρατηρήσεων, είναι προφανές ότι η νομολογία του Δικαστηρίου επί της αναλογικότητας των κυρώσεων που αφήνει στα εθνικά δικαστήρια τον έλεγχο αυτόν στηρίζεται κατ’ ουσίαν στις συγκεκριμένες περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη σοβαρότητα της παραβάσεως, τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ευχέρεια των αρχών να προβλέψουν τον βαθμό αποτελεσματικότητας του κατασταλτικού συστήματος, τον τρόπο υπολογισμού της κυρώσεως και τα κριτήρια που τον διέπουν.
2. Η αναλογικότητα των κυρώσεων υπό το πρίσμα του δικαιώματος ιδιοκτησίας
36.
Όπως επισημαίνει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται ως κύρωση για την παράλειψη δηλώσεως ρευστών διαθεσίμων στα σύνορα έχουν αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
37.
Φρονώ ότι και η παρούσα υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του δικαιώματος ιδιοκτησίας που κατοχυρώνει το άρθρο 17 του Χάρτη, κατά μείζονα λόγο αφού ο κανονισμός 1889/2005 επισημαίνει στην αιτιολογική του σκέψη 15 ότι «σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές […] [που] επαναλαμβάνονται στον [Χάρτη]», δεδομένου ότι αυτός έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο του 51, παράγραφος 1, οσάκις τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.
38.
Με τον τρόπο αυτόν, δεδομένου ότι το άρθρο 17 του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της εν λόγω Συμβάσεως, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα μπορούσε να είναι χρήσιμη στην υπό κρίση υπόθεση λαμβανομένου υπόψη ότι ο Χάρτης δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει «ευρύτερη προστασία» ( 11 ).
39.
Οι κριθείσες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υποθέσεις με πραγματικά περιστατικά πανομοιότυπα με αυτά της υπό κρίση υποθέσεως είναι τρεις: Ismayilov κατά Ρωσίας ( 12 ), Grifhorst κατά Γαλλίας ( 13 ) και Moon κατά Γαλλίας ( 14 ).
α) Η υπόθεση Ismayilov κατά Ρωσίας
40.
Στις 17 Νοεμβρίου 2002, ο Α.Υ. Ismayilov, αζέρικης ιθαγενείας, έφθασε στη Μόσχα έχοντας μαζί του 21348 USD, ποσό το οποίο αντιπροσώπευε το τίμημα πωλήσεως οικίας ευρισκομένης στο Μπακού (Αζερμπαϊτζάν), την οποία είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του. Εντούτοις, δήλωσε στους τελωνειακούς υπαλλήλους ότι είχε μαζί του μόνον 48 USD, ενώ, κατά τον ρωσικό νόμο, οποιοδήποτε ποσό που υπερβαίνει τα 10000 USD έπρεπε να δηλώνεται. Κατά τον επακολουθήσαντα έλεγχο, ανευρέθη στις αποσκευές του το υπόλοιπο ποσό. Κατόπιν αυτού, του απευθύνθηκε η κατηγορία της λαθρεμπορίας και το επίμαχο ποσό κατασχέθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο. Ο Α. Υ. Ismayilov καταδικάστηκε σε ποινή περιορισμένης ελευθερίας, τα δε ρωσικά δικαστήρια διέταξαν να αποδοθεί το επίμαχο ποσό στις τελωνειακές αρχές που είχαν προβεί στην κατάσχεσή του.
41.
Κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, «προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, η παρέμβαση [στο δικαίωμα ιδιοκτησίας] θα πρέπει να ανταποκρίνεται στη βαρύτητα της διαπιστωθείσας παραβάσεως, ήτοι της παραβάσεως της υποχρεώσεως δηλώσεως, και όχι στη βαρύτητα ενδεχόμενης παραβάσεως που δεν έχει εισέτι διαπιστωθεί κατά το στάδιο αυτό, όπως είναι το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή η φοροδιαφυγή» ( 15 ).
42.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσέθεσε ότι σκοπός της κατασχέσεως δεν ήταν η αποκατάσταση της χρηματικής ζημίας που υπέστη το κράτος «δεδομένου ότι [αυτό το τελευταίο] δεν έχει υποστεί καμία ζημία λόγω της παραλείψεως του προσφεύγοντος να δηλώσει το [επίμαχο] ποσό, αλλά έχει αποτρεπτικό και τιμωρητικό σκοπό» ( 16 ).
43.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου συνήγαγε ότι «[δεν] αποδείχθηκε κατά τρόπο πειστικό ούτε προβλήθηκε από τη [Ρωσική] Κυβέρνηση ότι αυτή και μόνον η κύρωση [ήτοι η φυλάκιση] δεν επαρκούσε για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτρεπτικού και τιμωρητικού σκοπού, καθώς και για την αποτροπή της μη συμμορφώσεως προς την υποχρέωση δηλώσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επιβολή του μέτρου της κατασχέσεως ως πρόσθετης κυρώσεως ήταν […] δυσανάλογη, στον βαθμό που επέβαλε στον προσφεύγοντα ένα “υπέρμετρα επαχθές ατομικώς κατ’ αυτού βάρος”» ( 17 ).
β) Η υπόθεση Grifhorst κατά Γαλλίας
44.
Η υπόθεση Grifhorst κατά Γαλλίας ομοιάζει με την παρούσα υπόθεση στον βαθμό που οι κρίσιμες στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής διατάξεις του γαλλικού δικαίου (ήτοι τα άρθρα 464 και 465 του τελωνειακού κώδικα) είναι αυτές με τις οποίες μεταφέρονται στη γαλλική έννομη τάξη τα άρθρα 3 και 9 του κανονισμού 1889/2005.
45.
Στις 29 Ιανουαρίου 1996, στα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Ανδόρας, ο R. Grifhorst ελέγχθηκε από τις γαλλικές τελωνειακές αρχές. Όπως στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, στην ερώτηση των τελωνειακών υπαλλήλων, η οποία του ετέθη στην αγγλική και στην ισπανική, εάν είχε κάποια ποσά να δηλώσει, ο R. Grifhorst απάντησε αρνητικά. Το όχημα, καθώς και ο R. Grifhorst, ελέχθησαν και οι τελωνειακοί υπάλληλοι ανακάλυψαν 500000 ολλανδικά φιορίνια (NLG) στις θήκες του εν λόγω οχήματος, ήτοι 233056 ευρώ. Στο πλαίσιο των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, ο R. Grifhorst δήλωσε ότι διαμένει στην Ανδόρα και ότι είχε προβεί σε ανάληψη του ποσού από την Crédit d’Andorre προκειμένου να αγοράσει ακίνητο στο Άμστερνταμ.
46.
Εν αντιθέσει προς την υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, οι τελωνειακοί υπάλληλοι κατέσχεσαν το σύνολο του ποσού που κατείχε ο R. Grifhorst.
47.
Ακολούθως, και εν αντιθέσει προς ό,τι έπραξαν οι ουγγρικές αρχές στην υπό κρίση υπόθεση, οι γαλλικές αρχές επικοινώνησαν με τις ολλανδικές αρχές προκειμένου να ενημερωθούν για τις δραστηριότητες του R. Grifhorst, αυτές δε τους επεσήμαναν ότι το πρόσωπο αυτό τους ήταν γνωστό, ιδίως για τελεσθείσες το 1983 πράξεις εκβιάσεως και αποσπάσεως χρηματικών ποσών κατόπιν απειλής, απαγωγής και κατοχής όπλου. Οι ολλανδικές αρχές διευκρίνισαν επίσης ότι η μόνη γνωστή δραστηριότητα του R. Grifhorst συνδεόταν με τα ακίνητα, ότι διεθνής έρευνα που διεξαγόταν από το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σχετικά με τις δραστηριότητές του δεν είχε παρουσιάσει πρόοδο και ότι υπήρχαν υπόνοιες ότι νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες για λογαριασμό άλλων προσώπων, αλλά ότι δεν ήταν δυνατό να παρασχεθεί κανένα άλλο περαιτέρω συγκεκριμένο στοιχείο.
48.
Ο R. Grifhorst κλητεύθηκε σε δίκη ενώπιον του πλημμελειοδικείου του Perpignan (Γαλλία) το οποίο, με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1998, τον κήρυξε ένοχο για το πλημμέλημα της μη τηρήσεως της υποχρεώσεως δηλώσεως των ποσών, των τίτλων ή των αξιών που προβλέπει το άρθρο 464 του τελωνειακού κώδικα και επέβαλε την κατάσχεση του συνολικού ποσού και τον καταδίκασε στην καταβολή προστίμου ίσου προς το ήμισυ του μη δηλωθέντος ποσού (225000 NLG, ήτοι 116828 ευρώ), επί τη βάση του άρθρου 465 του ιδίου κώδικα.
49.
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο του Montpellier (Γαλλία), το οποίο απέρριψε το αίτημά του να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Το Cour de cassation (Γαλλία) απέρριψε επίσης την αναίρεσή του. Κατόπιν της απορρίψεως αυτής, ο R. Grifhorst άσκησε προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου λόγω προσβολής του δικαιώματός του ιδιοκτησίας το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
50.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επισήμανε κατ’ αρχάς ότι «[η] μόνη παράνομη συμπεριφορά η οποία [μπορούσε] να προσαφθεί εις βάρος [του R. Grifhorst] αφορού[σε] την παράλειψή του να δηλώσει κατά τη διέλευση από τα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Ανδόρας τα μετρητά τα οποία μετέφερε[,] [η] δε Κυβέρνηση δεν υποστήριξε εξάλλου ότι τα μεταφερόμενα ποσά προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες ή προορίζονταν για τέτοιου είδους δραστηριότητες» ( 18 ).
51.
Συντασσόμενο με την προσέγγιση της Επιτροπής που διατυπώθηκε στην αιτιολογημένη γνώμη την οποία απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία με αφορμή τη συμβατότητα του άρθρου 465 του τελωνειακού κώδικα προς το δίκαιο της Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε επίσης ότι «η κύρωση πρέπει να ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παραβάσεως, ήτοι της μη συμμορφώσεως προς την υποχρέωση δηλώσεως και όχι προς τη σοβαρότητα της ενδεχόμενης μη διαπιστωθείσας, κατά το στάδιο αυτό, παραβάσεως λόγω εγκλήματος όπως είναι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή η φοροδιαφυγή» ( 19 ).
52.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επισήμανε εν συνεχεία ότι το άρθρο 465 τροποποιήθηκε το 2004, κατόπιν της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής. Κατά το τροποποιημένο άρθρο, η κατάσχεση δεν επιβαλλόταν αυτοδικαίως και δεν μπορούσε πλέον να διαταχθεί, το αργότερο κατά το πέρας μιας μέγιστης περιόδου έξι μηνών κατά τη διάρκεια της οποίας το μη δηλωθέν ποσό ήταν δεσμευμένο, παρά μόνον εάν υπήρχαν εύλογες ενδείξεις ή λόγοι να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος είχε διαπράξει και άλλες παραβάσεις εμπίπτουσες στον τελωνειακό κώδικα. Το πρόστιμο οριζόταν στο 25 % του ποσού το οποίο αφορούσε η παράβαση ( 20 ).
53.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι «ένα […] σύστημα [όπως είναι αυτό που εισήγαγε η τροποποίηση του 2004] επέτρε[πε] να διαφυλαχθεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου» ( 21 ), ενώ τυχόν σώρευση της «κατασχέσεως και του προστίμου[] ήταν δυσανάλογη[] υπό το πρίσμα της διαπραχθείσας παραβάσεως» ( 22 ).
γ) Η υπόθεση Moon κατά Γαλλίας
54.
Στην υπόθεση Moon κατά Γαλλίας ετέθησαν τα ίδια ζητήματα με αυτά της υποθέσεως Grifhorst κατά Γαλλίας, με τη μόνη σημαντική διαφορά ότι το επιβαλλόμενο πρόστιμο ανερχόταν στο 25 % του μη δηλωθέντος ποσού.
55.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επικύρωσε την απόφασή του Grifhorst κατά Γαλλίας αποφαινόμενο ότι η σώρευση της κατασχέσεως και του προστίμου ανερχόταν στο 125 % του μη δηλωθέντος ποσού και ότι, ως εκ τούτου, ήταν δυσανάλογη ( 23 ).
3. Το σύστημα κυρώσεων που εισήγαγαν τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005
56.
Όπως επισήμανε η Επιτροπή, ο σκοπός του κανονισμού 1889/2005 είναι να συμπληρώσει τον μηχανισμό του δικαίου της Ένωσης περί αποτροπής της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διασφαλίζοντας ένα ορισμένο επίπεδο ελέγχου των κινήσεων των ρευστών διαθεσίμων από τα σύνορα της Ένωσης και συγκεντρώσεως πληροφοριών σχετικά με τέτοιου είδους κινήσεις ( 24 ).
57.
Το σύστημα ελέγχου που καθιερώνει ο κανονισμός 1889/2005 προβλέπει έτσι την υποχρέωση δηλώσεως οποιουδήποτε ποσού ίσου ή ανώτερου των 10000 ευρώ ( 25 ). Βάσει του συστήματος αυτού, η μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής πρέπει να συνεπάγεται την επιβολή κυρώσεων «αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών» τις οποίες τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέψουν στο εσωτερικό τους δίκαιο ( 26 ) και οι οποίες μπορούν να συνοδεύονται από τη δέσμευση των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων με διοικητική απόφαση υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η εθνική νομοθεσία ( 27 ).
58.
Συνεπώς, από τη δομή του συστήματος αυτού συνάγεται σαφώς ότι, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, τα πρόστιμα που εισάγουν τα κράτη μέλη τιμωρούν μόνον τη διαπιστωθείσα παράβαση, ήτοι την παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως, και όχι τη μη διαπιστωθείσα ενδεχόμενη παράβαση, όπως είναι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή η φοροδιαφυγή.
59.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1889/2005 ( 28 ), εναπόκειται στις εθνικές αρχές, όπως έπραξαν οι γαλλικές αρχές στην υπόθεση Grifhorst κατά Γαλλίας, να εξακριβώνουν κάθε φορά την προέλευση και τη σκοπούμενη χρήση των ρευστών διαθεσίμων, αποστολή η οποία καθίσταται ευχερέστερη από τις διατάξεις που αφορούν την ανταλλαγή πληροφοριών που ορίζονται στα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού αυτού.
60.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága επισήμανε ότι ήταν δυσχερές για τους τελωνειακούς υπαλλήλους να συλλέξουν στα σύνορα αποδεικτικά στοιχεία για ποινικές παραβάσεις συνδεόμενες με τα μη δηλωθέντα ρευστά διαθέσιμα, όπως είναι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή η φοροδιαφυγή. Εντούτοις, ακριβώς προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η αποστολή αυτή το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1889/2005 προβλέπει ότι τα ρευστά διαθέσιμα μπορούν προσωρινώς να δεσμευθούν με διοικητική απόφαση.
61.
Εάν διαπιστωθεί η νομιμότητα της προελεύσεως και της σκοπούμενης χρήσεως των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων, όπως συνέβη στην περίπτωση των υποθέσεων Ismayilov κατά Ρωσίας ( 29 ) και Moon κατά Γαλλίας ( 30 ), ή εάν η νομιμότητά τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όπως συνέβη στην περίπτωση της υποθέσεως Grifhorst κατά Γαλλίας ( 31 ), η μόνη κύρωση που μπορεί να επιβληθεί είναι αυτή που προβλέπει το εθνικό δίκαιο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005, ήτοι το πρόστιμο εν προκειμένω.
62.
Αντιθέτως, η κύρωση της κατασχέσεως μπορεί να επιβάλλεται στην περίπτωση που διαπιστώνεται ο παράνομος χαρακτήρας της προελεύσεως ή της σκοπούμενης χρήσεως των οικείων ρευστών διαθεσίμων, συμφώνως προς τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, και να σωρεύεται με την κύρωση που προβλέπει το εθνικό δίκαιο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005.
63.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι, καθώς το πρόστιμο δεν αφορά την προέλευση ή τη σκοπούμενη χρήση των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων, δεν μπορεί να ποικίλλει αναλόγως της νομιμότητας ή μη της προελεύσεως ή της χρήσεως του οικείου ποσού.
64.
Εν συνόψει, όπως έχει ήδη κρίνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προκειμένου το επιβληθέν πρόστιμο σε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως δηλώσεως να είναι αναλογικό, πρέπει «να ανταποκρίνεται στη βαρύτητα της διαπιστωθείσας παραβάσεως, ήτοι στην παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως» ( 32 ).
4. Η συμβατότητα του νόμου XLVIII του 2007 προς τον κανονισμό 1889/2005
α) Γενική θεώρηση
65.
Πρέπει να τονιστεί ευθύς εξ αρχής ότι, όπως εξέθεσε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι κυρώσεις που προβλέπουν τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005 διαφέρουν μεταξύ τους σε μεγάλο βαθμό τόσο όσον αφορά τον υπολογισμό του προστίμου (ποσοστό του μη δηλωθέντος ποσού ή ποσό καθοριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές μεταξύ ενός ανώτατου και ενός κατώτατου ορίου που προβλέπεται νομοθετικώς) όσο και ως προς το ύψος των ποσών τα οποία μπορούν να προβλέψουν τα συστήματα αυτά κατά μέγιστο όριο (από 1200 ευρώ στην Εσθονία έως πρόστιμο ενός εκατομμυρίου ευρώ κατ’ ανώτατο όριο στη Γερμανία).
66.
Στη συνάφεια αυτή, δεν φρονώ ότι ένα σύστημα επιβολής προστίμων, όπως είναι αυτό που έχει καθιερώσει ο Ούγγρος νομοθέτης, το οποίο προβλέπει την προοδευτικότητα των προστίμων αναλόγως του ύψους του μη δηλωθέντος ποσού είναι καθαυτό εκτός του συνήθους πλαισίου.
β) Άλλες παράμετροι πέραν του καθαυτό προστίμου
67.
Εντούτοις, φρονώ ότι ορισμένες παράμετροι του συστήματος αυτού αντιβαίνουν προς τον κανονισμό 1889/2005.
68.
Κατ’ αρχάς, όπως επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága, δεδομένου ότι η ουγγρική νομοθεσία δεν έχει εκμεταλλευθεί τη δυνατότητα που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1889/2005 να δεσμεύονται τα μη δηλωθέντα ρευστά διαθέσιμα με διοικητική απόφαση, τα ρευστά διαθέσιμα που είχε μαζί του ο R. M. Chmielewski κατά τη διέλευσή του από τα σερβοουγγρικά σύνορα δεν κατασχέθηκαν προσωρινώς από τις ουγγρικές αρχές ( 33 ).
69.
Περαιτέρω, έστω και αν ο R. M. Chmielewski φέρεται να δήλωσε στους Ούγγρους τελωνειακούς υπαλλήλους ότι κατείχε το επίμαχο ποσό διότι σκόπευε να προβεί στην αγορά οικίας στη Βουλγαρία, πλην όμως ότι επέστρεφε άπρακτος στην Πολωνία, από τη δικογραφία δεν συνάγεται ότι οι ουγγρικές αρχές επεχείρησαν να προσδιορίσουν την προέλευση των επίμαχων διαθεσίμων ρευστών. Προς τούτο, μπορούσαν να ζητήσουν τη συνδρομή των πολωνικών αρχών, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν. Υπό την έννοια αυτή, δεν εφάρμοσαν το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1889/2005.
70.
Πάντως, δεδομένου ότι ο βασικός σκοπός του κανονισμού 1889/2005 είναι, ιδίως μέσω της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών την οποία καθιστά ευχερέστερη το άρθρο του 6, να καταστεί αποτελεσματικότερη η καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της φοροδιαφυγής, τα κράτη μέλη πρέπει οπωσδήποτε να ερευνούν την προέλευση και τον προορισμό των επίμαχων κεφαλαίων χωρίς να αρκούνται στην απλή διαπίστωση και στην επιβολή κυρώσεως για την παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια ότι τα κεφάλαια αυτά μπορούν προσωρινώς να δεσμευθούν κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας αυτής.
71.
Αντί να προβλέψει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσαν να δεσμευθούν με διοικητική απόφαση τα μη δηλωθέντα ρευστά διαθέσιμα, συμφώνως προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1889/2005, ο τρόπος εφαρμογής του κανονισμού αυτού που καθιερώνει ο νόμος XLVIII του 2007 στηρίζεται, κατά την άποψή μου, στην απλή συνεκτίμηση, δια της προοδευτικότητας του προστίμου, του ενδεχόμενου να είναι παράνομη η προέλευση και η σκοπούμενη χρήση των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων.
72.
Ωστόσο, φρονώ ότι ένα τέτοιο σύστημα το οποίο συνδυάζει, μέσω της επιβολής προστίμου αναλόγως του ύψους των εν λόγω ποσών, ένα τεκμήριο παράνομου χαρακτήρα της προελεύσεως ή του προορισμού τους, αφ’ ενός, με την παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως, αφ’ ετέρου, αντιβαίνει προς τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1889/2005.
73.
Πράγματι, ο νόμος XLVIII του 2007, μη προβλέποντας την υποβολή ερωτήσεων σχετικά με την προέλευση και τη σκοπούμενη χρήση των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων και μη παρέχοντας τη δυνατότητα προσωρινής δεσμεύσεώς τους με διοικητική απόφαση προκειμένου να παρασχεθεί στις ουγγρικές αρχές η δυνατότητα να αποφασίσουν εάν πρέπει να επιβληθεί κατάσχεση ( 34 ), δεν τηρεί τους κανόνες που επιβάλλει ο κανονισμός και διακυβεύει την αποτελεσματικότητά του.
74.
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, όπου δεν είναι πλέον δυνατό για το αιτούν δικαστήριο να δεσμεύσει προσωρινώς τα μη δηλωθέντα ρευστά διαθέσιμα προκειμένου να μπορέσει να τα κατασχέσει στην περίπτωση που αποδειχθεί ο παράνομος χαρακτήρας της προελεύσεώς τους ή της σκοπούμενης χρήσεώς τους, πρέπει να εξεταστεί η αναλογικότητα του επιβληθέντος προστίμου λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων προβλημάτων συμβατότητας του νόμου XLVIII του 2007 με τον κανονισμό 1889/2005.
γ) Η αυτόματη σχέση μεταξύ του προστίμου και του αθροίσματος των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων
75.
Το σύστημα επιβολής προστίμων που εισήχθη με το άρθρο 5/A του νόμου XLVIII του 2007 δεν αφήνει κανένα περιθώριο χειρισμών στις αρμόδιες αρχές προκειμένου να αποκλίνουν από το προκαθοριζόμενο ποσό του προστίμου. Περαιτέρω, το ποσό αυτό αυξάνεται αυτομάτως αναλόγως του ύψους του μη δηλωθέντος ποσού (ήτοι 10 % εάν το ποσό κυμαίνεται μεταξύ 10000 και 20000 ευρώ, 40 % για ποσά μεταξύ 20000 και 50000 ευρώ και 60 % για κάθε ποσό άνω των 50000 ευρώ).
76.
Συνεπώς, ο μόνος παράγων υπολογισμού του προστίμου είναι το ύψος του μη δηλωθέντος ποσού.
77.
Η Επιτροπή επικρίνει το σύστημα αυτό για τον λόγο ότι δεν παρέχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να συνεκτιμούν τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως π.χ. την πρόθεση ή την καθ’ υποτροπή παράλειψη δηλώσεως, πράγμα το οποίο, κατά την Επιτροπή, θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη μείωση ή ακόμη και την ακύρωση του προστίμου εάν ο παραβάτης μπορέσει εκ των υστέρων να αποδείξει τη νομιμότητα της προελεύσεως και του προορισμού του μη δηλωθέντος ποσού. Στην περίπτωση αυτή, παρά την παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι το γενικό συμφέρον δεν θίγεται.
78.
Καίτοι τόνισα ανωτέρω ότι ο κανονισμός 1889/2005 επιβάλλει να ερευνάται η προέλευση και η σκοπούμενη χρήση του επίμαχου ποσού στο πλαίσιο του ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005, φρονώ ότι η επίκριση αυτή δεν είναι πειστική.
79.
Πράγματι, έστω και αν ο κανονισμός 1889/2005 δεν απαγορεύει την εφαρμογή ενός συστήματος όπως αυτό που πρότεινε η Επιτροπή, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στις τελωνειακές αρχές ή τα εθνικά δικαστήρια να συνεκτιμούν τις ιδιαίτερες περιστάσεις εκάστης υποθέσεως, εντούτοις φρονώ ότι ένα τέτοιο σύστημα δεν θα μπορούσε σε όλες τις περιπτώσεις να καταλήγει στη μη επιβολή κυρώσεως για την παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005 το οποίο ορίζει ρητώς ότι τα κράτη μέλη «θεσπίζ[ουν] κυρώσεις για τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση δήλωσης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3».
80.
Εξάλλου, φρονώ ότι τα συστήματα τα οποία, όπως αυτό που προβλέπει ο νόμος XLVIII του 2007, δεν παρέχουν τη δυνατότητα να συνεκτιμώνται οι ιδιαίτερες περιστάσεις εκάστης υποθέσεως, δεν αντιβαίνουν εξ αυτού και μόνον του λόγου στον κανονισμό 1889/2005. Πράγματι, για ποιον λόγο να παρέχεται περιθώριο εκτιμήσεως στις αρμόδιες αρχές για μια διοικητική παράβαση λόγω παραλείψεως δηλώσεως σε σχέση με την οποία η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να είναι απλή η διαπίστωσή της και ανεξάρτητη από άλλα αδικήματα όπως είναι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η φοροδιαφυγή, η κλεπταποδοχή, η κλοπή, τα κέρδη από τον εμπόριο ναρκωτικών ή το λαθρεμπόριο, καθώς και ανεξάρτητη από την ύπαρξη οποιουδήποτε βουλητικού στοιχείου;
81.
Φρονώ ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν ένα σύστημα επιβολής προστίμων το οποίο να είναι απλό, αποτελεσματικό και αποτρεπτικό και το οποίο να επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση σε όλους της ενδιαφερομένους υπό την επιφύλαξη διαφορετικών προβλέψεων για την καταστολή άλλων παραβάσεων πέραν της παραλείψεως δηλώσεως.
δ) Η αναλογικότητα του προστίμου που επιβλήθηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης
82.
Έστω και αν ένα πρόστιμο του οποίου το ύψος αυξάνεται προοδευτικά αναλόγως του αθροίσματος των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων μπορεί βεβαίως να επιτύχει τον σκοπό του, ήτοι να ενθαρρύνει την τήρηση και να κολάσει την παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως, εντούτοις τείνω να θεωρήσω ότι είναι δυσανάλογος ο μέγιστος συντελεστής προοδευτικότητας που επέλεξε ο Ούγγρος νομοθέτης. Αν και δεν θεωρώ, όπως φαίνεται να το πράττει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ( 35 ), ότι το ίδιο ποσοστό (εν προκειμένω 25 %) θα έπρεπε να εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του μη δηλωθέντος ποσού, φρονώ ότι ένα πρόστιμο της τάξεως του 60 % επί του συνόλου του ποσού άπαξ αυτό υπερβαίνει τα 50000 ευρώ, πιθανώς εξαιτίας της τεκμαιρόμενης υπάρξεως και άλλων παραβάσεων ή της προθέσεως διαπράξεώς τους, ομοιάζει προς το μέτρο της κατασχέσεως προκειμένου να τιμωρηθεί η παράβαση και μόνον της υποχρεώσεως δηλώσεως και δεν επιτυγχάνει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και των απαιτήσεων της προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας που κατοχυρώνει το άρθρο 17 του Χάρτη.
83.
Ολοκληρώνω με δύο παρατηρήσεις. Χωρίς να το καθιστώ αποφασιστικής σημασίας στοιχείο, επισημαίνω στην παρουσίαση της Επιτροπής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι μεταξύ των κρατών μελών τα οποία επέλεξαν, όπως η Ουγγαρία, πρόστιμο ισούμενο προς ποσοστό επί του μη δηλωθέντος ποσού, ουδεμία προέβλεψε τόσο υψηλό συντελεστή, δεδομένου ότι τα ποσοστά κυμαίνονται από 5 έως 50 %, αυτό δε το τελευταίο ποσοστό επιβάλλεται, σε ένα κράτος μέλος, μόνον εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.
84.
Υπενθυμίζω, τέλος, ότι η κατάσχεση του συνόλου των επίμαχων κεφαλαίων θα ήταν απολύτως αναλογική στην περίπτωση που δεν προσδιοριζόταν η νόμιμη προέλευση και ο νόμιμος προορισμός των οικείων ποσών υπό την επιφύλαξη άλλων κυρώσεων για τις λοιπές παραβάσεις που ενδεχομένως διαπιστωθούν.
VI – Πρόταση
85.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Kecskeméti Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság ως εξής:
«Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1889/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Κοινότητα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό κύρωση, όπως είναι αυτή που επιβάλλει το άρθρο 5/A, παράγραφος 1, σημείο c, του νόμου XLVIII του 2007, στον βαθμό που προβλέπει, χωρίς τη δυνατότητα δεσμεύσεως του μη δηλωθέντος ποσού για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο προκειμένου να ερευνηθεί η προέλευση και ο προορισμός του, ύψος προστίμου ανερχόμενο στο 60 % του ποσού αυτού άπαξ αυτό υπερβαίνει τα 50000 ευρώ.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 309, σ. 9.
( 3 ) Βλ. αποφάσεις Bordessa κ.λπ. (C‑358/93 και C‑416/93, EU:C:1995:54, σκέψη 31), και Sanz de Lera κ.λπ. (C‑163/94, C‑165/94 και C‑250/94, EU:C:1995:451, σκέψη 39).
( 4 ) Απόφαση Λουλουδάκης (C‑262/99, EU:C:2001:407, σκέψη 67). Βλ., επίσης, στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις Amsterdam Bulb (50/76, EU:C:1977:13, σκέψεις 33 και 35), Επιτροπή κατά Ελλάδος (C‑210/91, EU:C:1992:525, σκέψη 19), Siesse (C‑36/94, EU:C:1995:351, σκέψη 21), de Andrade (C‑213/99, EU:C:2000:678, σκέψη 20), Ντιόνικ και Πίκουλας (C‑430/05, EU:C:2007:410, σκέψη 54), και Urbán (C‑210/10, EU:C:2012:64, σκέψη 53).
( 5 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (C‑210/91, EU:C:1992:525, σκέψη 20). Βλ. επίσης, στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις Casati (203/80, EU:C:1981:261, σκέψη 27), Luisi και Carbone (286/82 και 26/83, EU:C:1984:35, σκέψεις 34 και 35), Επιτροπή κατά Ελλάδος (68/88, EU:C:1989:339, σκέψη 24), Λουλουδάκης (C‑262/99, EU:C:2001:407, σκέψη 67), Ντιόνικ και Πίκουλας (C‑430/05, EU:C:2007:410, σκέψη 53), και Urbán (C‑210/10, EU:C:2012:64, σκέψη 53).
( 6 ) Βλ. απόφαση Urbán (C‑210/10, EU:C:2012:64, σκέψεις 55 έως 58). Βλ., ιδίως, σκέψη 56 στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «το ουγγρικό σύστημα κυρώσεων είναι δυσανάλογο, ιδίως σε περιπτώσεις όπως εκείνη που αποτέλεσε το αντικείμενο της κύριας δίκης, όπου μόνον ένας από τους ελεγχθέντες δίσκους είχε ελλιπείς καταχωρίσεις, ήτοι δεν περιλάμβανε την ένδειξη του χιλιομετρητή κατά το τέλος του ταξιδίου» και ότι «οι επίμαχες ελλιπείς καταχωρίσεις δεν συνεπάγονταν οποιαδήποτε κατάχρηση, καθόσον το ελλείπον από το φύλλο καταγραφής στοιχείο περιλαμβανόταν στο φύλλο πορείας». Βλ., επίσης, σκέψη 58 στην οποία το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι το «κατασταλτικό μέτρο δεν [έπρεπε] να είναι δυσανάλογο», επισήμανε ότι το ύψος του προστίμου «είναι σχεδόν ίσο με το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα μισθωτού στην Ουγγαρία».
( 7 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις Λουλουδάκης (C‑262/99, EU:C:2001:407, σκέψη 70), καθώς και Ντιόνικ και Πίκουλας (C‑430/05, EU:C:2007:410, σκέψη 54).
( 8 ) Η υπόθεση αυτή αφορούσε τη νομιμότητα κατ’ αποκοπήν προστίμου ύψους 100 ευρώ το οποίο προέβλεπε το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (Ε L 275 σ. 32), για κάθε τόνο εκπομπών ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα από την εν λόγω εγκατάσταση, για τον οποίο ο φορέας δεν παρέδωσε δικαιώματα.
( 9 ) Στην προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, Επιτροπή κατά Γερμανίας, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «[…] απλώς και μόνον ο κίνδυνος ότι οι εποπτεύουσες αρχές μπορούν να ασκήσουν πολιτική επιρροή επί των αποφάσεων των αρχών ελέγχου αρκεί για να εμποδίσει την ανεξάρτητη άσκηση των καθηκόντων τους. Αφενός, όπως επισήμανε η Επιτροπή οι αρχές αυτές θα μπορούσαν να επιδείξουν “εκ προοιμίου υπακοή”, λαμβάνοντας υπόψη την πρακτική της εποπτεύουσας αρχής κατά τη λήψη αποφάσεων. Αφετέρου, ο ρόλος των θεματοφυλάκων του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή τον οποίο αναλαμβάνουν οι εν λόγω αρχές επιβάλλει όπως οι αποφάσεις τους και, συνεπώς, και οι ίδιες είναι υπεράνω κάθε υποψίας μεροληψίας» (σκέψη 37).
( 10 ) Οπ.π. (σκέψη 38).
( 11 ) Βλ. άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη.
( 12 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Ismayilov κατά Ρωσίας, 6 Νοεμβρίου 2008 (απόφαση μη δημοσιευθείσα στη Recueil des arrêts et décisions, προσβάσιμη από τον ιστότοπο του ΕΔΔΑ ).
( 13 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Grifhorst κατά Γαλλίας, 26 Φεβρουαρίου 2009 (απόφαση μη δημοσιευθείσα στη Recueil des arrêts et décisions, προσβάσιμη από τον ιστότοπο του ΕΔΔΑ ).
( 14 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Moon κατά Γαλλίας, 9 Ιουλίου 2009, (απόφαση μη δημοσιευθείσα στη Recueil des arrêts et décisions, προσβάσιμη από τον ιστότοπο του ΕΔΔΑ ).
( 15 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Ismayilov κατά Ρωσίας, 6 Νοεμβρίου 2008, § 38 (σε δική μου μετάφραση): «in order to be considered proportionate, the interference should correspond to the gravity of the infringement, namely the failure to comply with the declaration requirement, rather than to the gravity of any presumed infringement which had not however been actually established, such as an offence of money laundering or tax evasion».
( 16 ) Οπ.π. (σε δική μου μετάφραση): «the confiscation measure was not intended as pecuniary compensation for damage – as the State had not suffered any loss as a result of the applicant’s failure to declare the money – but was deterrent and punitive in its purpose».
( 17 ) Οπ.π. (σε δική μου μετάφραση): «It has not been convincingly shown or indeed argued by the Government that that sanction alone was not sufficient to achieve the desired deterrent and punitive effect and prevent violations of the declaration requirement. In these circumstances, the imposition of a confiscation measure as an additional sanction was, in the Court’s assessment, disproportionate, in that it imposed an “individual and excessive burden” on the applicant».
( 18 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Grifhorst κατά Γαλλίας, 26 Φεβρουαρίου 2009, § 98.
( 19 ) Οπ.π., § 102.
( 20 ) Οπ.π., § 103.
( 21 ) Όπ.π.
( 22 ) Όπ.π., § 105.
( 23 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Moon κατά Γαλλίας, 9 Ιουλίου 2009, § 48 έως 52.
( 24 ) Βλ., ιδίως, άρθρο 1, καθώς και τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 του κανονισμού 1889/2005.
( 25 ) Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1889/2005.
( 26 ) Οπ.π., άρθρο 9, παράγραφος 1.
( 27 ) Οπ.π., άρθρο 4, παράγραφος 2. Διευκρινίζω ότι αυτή η δέσμευση είναι προσωρινή, δεδομένου ότι η διάρκειά της δεν υπερβαίνει τον απολύτως αναγκαίο χρόνο προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πρέπει να κατασχεθεί το μη δηλωθέν ποσό.
( 28 ) Πρέπει να επισημάνω στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και στο αιτούν δικαστήριο, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου XLVIII του 2007, το οποίο αποκλείει την αναγραφή της προελεύσεως και τη σκοπούμενη χρήση των ρευστών διαθεσίμων από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δήλωση, αντιβαίνει στη ρητή διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1889/2005 και, ως εκ τούτου, πρέπει να μην εφαρμόζεται.
( 29 ) Βλ. σημείο 40 των παρουσών προτάσεων. Το ποσό που κατείχε ο A. Y. Ismayilov κατά τη διέλευση των ρωσικών συνόρων αντιπροσώπευε το τίμημα πωλήσεως οικείας ευρισκομένης στο Μπακού (Αζερμπαϊτζάν) την οποία είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του.
( 30 ) Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Moon κατά Γαλλίας, 9 Ιουλίου 2009, § 9 και 12. Στο πλαίσιο ελέγχου στα γαλλοελβετικά σύνορα, ο Τ. Moon διευκρίνισε ότι το ποσό το οποίο κατείχε [28240 λίρες στερλίνες (GBP)] προερχόταν από δάνειο που του είχε χορηγήσει εταιρεία εδρεύουσα στη Γενεύη και ότι το δάνειο αυτό προοριζόταν για την αγορά οικίας στη Γαλλία ή, στην περίπτωση που δεν εύρισκε κάποιο να αγοράσει, για την αγορά σπορ αυτοκινήτου στην Αγγλία. Το πλημμελειοδικείο της Thonon-les-Bains (Γαλλία) ενώπιον του οποίου κλητεύθηκε σε δίκη ο Τ. Moon έκρινε ότι ο Τ. Moon είχε προσκομίσει στοιχεία από τα οποία αποδεικνυόταν ότι τα εισοδήματά του και η προσωπική του περιουσία του παρείχαν τη δυνατότητα να κατέχει ένα τέτοιο ποσό.
( 31 ) Βλ. σημεία 47 και 50 των παρουσών προτάσεων. Παρά το γεγονός ότι, κατά τις ολλανδικές αρχές, o R. Grifhorst ήταν ύποπτος κατά το παρελθόν για παράνομες δραστηριότητες, εντούτοις διευκρίνισαν ότι η μονή γνωστή δραστηριότητα του R. Grifhorst σχετιζόταν με ακίνητα και ότι από διεθνή έρευνα δεν προέκυψαν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία.
( 32 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Ismayilov κατά Ρωσίας, 6 Νοεμβρίου 2008, § 38, απόφαση Grifhorst κατά Γαλλίας, 26 Φεβρουαρίου 2009, § 98 και 102, απόφαση Moon κατά Γαλλίας, 9 Ιουλίου 2009, § 49.
( 33 ) Τούτο ενδέχεται να εκπλήσσει, δεδομένου ότι είναι παράδοξο το γεγονός ότι ο R.M. Chmielewski είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει ως επί το πλείστον ρουμανικά λέι και τουρκικές λίρες για την αγορά ακινήτου στη Βουλγαρία και προφανώς δεν εξήγησε για ποιον λόγο ανελάμβανε τον κίνδυνο να πραγματοποιήσει σιδηροδρομικώς ένα τόσο μεγάλο ταξίδι (από την Πολωνία στη Βουλγαρία μετ’ επιστροφής) έχοντας μαζί του ένα τόσο μεγάλο ποσό αντί να το εμβάσει μέσω τραπέζης.
( 34 ) Βλ. σημείο 68 των ανά χείρας προτάσεων.
( 35 ) Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Grifhorst κατά Γαλλίας, 26 Φεβρουαρίου 2009, § 103. Βλ. επίσης στο ίδιο πνεύμα ΕΔΔΑ, απόφαση Moon κατά Γαλλίας, 9 Ιουλίου 2009, § 48 έως 52.
Full & Egal Universal Law Academy