ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 15ης Οκτωβρίου 2015 (1)
Υπόθεση C‑267/14 P
Buzzi Unicem SpA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Αγορές τσιμέντου και συναφών προϊόντων — Άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου — Εξουσίες της Επιτροπής να ζητεί πληροφορίες — Αναλογικότητα — Αιτιολογία — Αυτοενοχοποίηση — Βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την υποβολή οικονομικών στοιχείων»
1. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα όρια της εξουσίας που έχει η Επιτροπή να απαιτεί από επιχειρήσεις, με απόφασή της, την παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με πιθανές παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης;
2. Αυτά είναι, ουσιαστικά, τα βασικά ζητήματα που εγείρονται με την αίτηση αναιρέσεως που κατέθεσε η Buzzi Unicem SpA (στο εξής: Buzzi Unicem ή αναιρεσείουσα) κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή ακυρώσεως που στρεφόταν κατά αποφάσεως της Επιτροπής, εκδοθείσας βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (2), δυνάμει της οποίας η Επιτροπή ζητούσε από την εν λόγω εταιρία την παροχή σημαντικού όγκου πληροφοριών.
3. Παρόμοια σε μεγάλο βαθμό ζητήματα εγείρονται και με τρεις άλλες αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν από διαφορετικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην αγορά τσιμέντου, και στρέφονται κατά τριών αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίφθηκαν επίσης, ως επί το πλείστον, οι προσφυγές τους κατά αποφάσεων της Επιτροπής αντίστοιχων με αυτήν που προσβάλλει η Buzzi Unicem. Σήμερα πρόκειται να αναπτύξω προτάσεις και επί των άλλων αυτών τριών υποθέσεων (3). Επομένως, οι παρούσες προτάσεις συνθέτουν ένα σύνολο με τις προτάσεις μου στις υποθέσεις εκείνες.
I – Νομικό πλαίσιο
4. Η αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού 1/2003 έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει σε ολόκληρη την Κοινότητα την εξουσία να απαιτεί τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον εντοπισμό συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου [101 ΣΛΕΕ], καθώς και περιπτώσεων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου [102 ΣΛΕΕ]. Οι επιχειρήσεις, όταν συμμορφώνονται με απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορούν να υποχρεωθούν να ομολογήσουν ότι διέπραξαν παράβαση, αλλά υποχρεούνται εν πάση περιπτώσει να απαντήσουν στις περί των γεγονότων ερωτήσεις και να παράσχουν έγγραφα, ακόμη και αν οι πληροφορίες αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους ή εναντίον άλλων επιχειρήσεων για τη θεμελίωση ύπαρξης παράβασης.»
5. Το άρθρο 18 (Αιτήσεις παροχής πληροφοριών) του κανονισμού 1/2003, στο μέτρο που ασκεί επιρροή εν προκειμένω, προβλέπει τα εξής:
«1. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται, κατόπιν απλής αιτήσεως ή βάσει αποφάσεως, να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
2. Κατά την υποβολή απλής αίτησης παροχής πληροφοριών προς επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, η Επιτροπή αναφέρει τη νομική βάση και το σκοπό της αίτησης, προσδιορίζει τι είδους πληροφορίες χρειάζεται και καθορίζει την προθεσμία υποβολής των ζητούμενων πληροφοριών, καθώς και τις κυρώσεις που επισύρει η παροχή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 23.
3. Όταν η Επιτροπή απαιτεί από επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες με απόφασή της, στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται η νομική βάση και ο σκοπός της αίτησης, προσδιορίζονται οι ζητούμενες πληροφορίες και τάσσεται προθεσμία για την παροχή τους. Επίσης, μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 23 και μνημονεύονται ή επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 24. Στην απόφαση αναφέρεται περαιτέρω το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο.
[…]»
II – Ιστορικό της διαφοράς
6. Το 2008 και το 2009, η Επιτροπή —ενεργώντας δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003— διενήργησε πληθώρα ελέγχων σε εγκαταστάσεις αρκετών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στην αγορά τσιμέντου, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων τόσο της Buzzi Unicem όσο και των Dyckerhoff AG και Cimalux SA, δύο εταιριών τις οποίες ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, η αναιρεσείουσα. Σε συνέχεια αυτών των ελέγχων, το 2009 και το 2010, απέστειλε διάφορες αιτήσεις παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
7. Με έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 2010, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Buzzi Unicem, αφενός, την πρόθεσή της να της αποστείλει απόφαση για την παροχή πληροφοριών, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, και, αφετέρου, το σχέδιο ερωτηματολογίου το οποίο επρόκειτο να επισυνάψει στην εν λόγω απόφαση. Η Buzzi Unicem υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2010.
8. Στις 6 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Buzzi Unicem ότι είχε αποφασίσει, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 και του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 (4), να κινήσει, τόσο εναντίον της όσο και εναντίον άλλων επτά επιχειρήσεων, διαδικασία για εικαζόμενες παραβάσεις του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, που είχαν ως αντικείμενο περιορισμούς των εισαγωγών στον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ, κατανομή αγορών, συντονισμό των τιμών και παρεμφερείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων.
9. Στις 30 Μαρτίου 2011, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2011) 2361 τελικό της 30ής Μαρτίου 2011 σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου (Υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
10. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή σημείωνε ότι, κατά το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003, μπορεί προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται από τον εν λόγω κανονισμό να ζητεί, με απλή αίτηση ή βάσει αποφάσεως, από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να της παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες (αιτιολογική σκέψη 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Μετά την επισήμανση ότι η προσφεύγουσα είχε ενημερωθεί σχετικά με την πρόθεση της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και ότι η επιχείρηση είχε υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί του σχεδίου ερωτηματολογίου (αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως), η Επιτροπή, με την απόφασή της, κάλεσε την αναιρεσείουσα να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο που επισυναπτόταν ως παράρτημα I. Σημειωτέον δε ότι το παράρτημα I αποτελούνταν από 79 σελίδες και 11 ομάδες ερωτημάτων. Οι οδηγίες σχετικά με τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο περιλαμβάνονταν στο παράρτημα II, ενώ τα πρότυπα απαντήσεων στο παράρτημα III.
11. Η Επιτροπή επέστησε επίσης την προσοχή στις εικαζόμενες παραβάσεις (αιτιολογική σκέψη 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως), τις οποίες περιέγραψε ως εξής: «[ο]ι εικαζόμενες παραβάσεις αφορούν περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εισαγωγών προς τον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ, κατανομή των αγορών, συντονισμό των τιμών και συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων». Λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα και τον όγκο των πληροφοριών που ζητούνταν, καθώς και τη σοβαρότητα των εικαζομένων παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να τάξει στην αναιρεσείουσα προθεσμία 12 εβδομάδων για να απαντήσει στις πρώτες 10 ομάδες ερωτημάτων και προθεσμία 2 εβδομάδων για να απαντήσει στην 11η ομάδα ερωτημάτων (αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
12. Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
Η Buzzi Unicem SpA και όσες θυγατρικές της βρίσκονται εντός της ΕΕ και υπάγονται στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχό της, θα παράσχουν τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της παρούσας αποφάσεως, υπό τη μορφή που ζητούνται στο παράρτημα II και στο παράρτημα III αυτής, εντός προθεσμίας δώδεκα εβδομάδων για τις ερωτήσεις 1-10 και δύο εβδομάδων για την ερώτηση 11, από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως. Όλα τα παραρτήματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας αποφάσεως.
Άρθρο 2
Αποδέκτες της παρούσας αποφάσεως είναι η Buzzi Unicem SpA και όσες θυγατρικές της βρίσκονται εντός της ΕΕ και υπάγονται στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της.»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
13. Με προσφυγή την οποία άσκησε στις 10 Ιουνίου 2011, η Buzzi Unicem ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
14. Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε την ίδια ημέρα, η Buzzi Unicem υπέβαλε αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία δυνάμει του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Με διάταξη που εξέδωσε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2011, η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε.
15. Με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014 στην υπόθεση Buzzi Unicem κατά Επιτροπής, T‑297/11 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (5), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε την Buzzi Unicem στα δικαστικά έξοδα.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
16. Με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 2014, η Buzzi Unicem ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση T‑297/11∙
– να ακυρώσει την απόφαση C(2011) 2361 τελικό της Επιτροπής, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 (υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα)·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
17. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει την Buzzi Unicem στα δικαστικά έξοδα.
V – Ανάλυση των λόγων αναιρέσεως
18. Η Buzzi Unicem προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως. Σε γενικές γραμμές, αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως αφορούν το ζήτημα αν το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε ορθώς τις εξουσίες της Επιτροπής να ζητεί πληροφορίες δυνάμει του κανονισμού 1/2003.
19. Οι βασικές νομοθετικές διατάξεις και η νομολογία σχετικά με τις εξουσίες της Επιτροπής να ζητεί πληροφορίες παρατίθενται στις επίσης σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως HeidelbergCement κατά Επιτροπής (6).
20. Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, θα εξετάσω τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα.
Α — Σκοπός της αιτήσεως παροχής πληροφοριών
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
21. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Buzzi Unicem υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη στο μέτρο που απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως σχετικά με ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιγράφονταν με επαρκείς λεπτομέρειες ούτε οι εικαζόμενες παραβάσεις ούτε το χρονικό διάστημα που κάλυπτε η έρευνα της Επιτροπής. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι η απλή παραπομπή στην απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας αρκεί για να γίνει δεκτό ότι έχει τηρηθεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ούτε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, υπό την έννοια ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα επί του συγκεκριμένου ζητήματος απορρίφθηκαν χωρίς αποδεκτές διευκρινίσεις.
22. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι, στην πραγματικότητα, η αναιρεσείουσα εγείρει ζητήματα που αφορούν πραγματικά περιστατικά συγκεκαλυμμένα ως νομικά ζητήματα. Επικουρικά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Υπογραμμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά τον έλεγχο της υποχρεώσεως της Επιτροπής για αιτιολόγηση και έκρινε ορθώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία μιας πράξεως της Ένωσης μπορεί να παραπέμπει σε άλλες πράξεις.
2. Ανάλυση
23. Κατ’ αρχάς, έχω την άποψη ότι η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται δύο σφάλματα τα οποία αφορούν την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αντίστοιχα. Προκειμένου να εξετάσει αυτές τις αιτιάσεις, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να κρίνει εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν πρωτοδίκως, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, αλλά μόνο να αποφανθεί κατά νόμον βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και του άρθρου 296 ΣΛΕΕ.
24. Εξάλλου, κατά την άποψή μου, το δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και πιο συγκεκριμένα στις σκέψεις 31 έως 38, αποτυπώνονται επαρκώς οι λόγοι για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
25. Αντιθέτως, είμαι της απόψεως ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι βάσιμο.
26. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία των μέτρων που λαμβάνονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στο εκάστοτε μέτρο και να διαφαίνεται από αυτήν σαφώς και χωρίς περιθώριο παρερμηνείας η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στον δε δικαστή της Ένωσης να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας αυτού. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία έχουν σημασία, καθόσον το αν η αιτιολογία μιας πράξεως πληροί τις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν το σχετικό ζήτημα (7).
27. Όσον αφορά τις αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η διενέργεια έρευνας δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί στους αποδέκτες των εν λόγω αποφάσεων το σύνολο των στοιχείων που διαθέτει σχετικά με τις πιθανολογούμενες παραβάσεις ούτε να προβαίνει σε ακριβή νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων αυτών, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι μνημονεύει ρητώς για ποια πραγματικά περιστατικά προτίθεται να πραγματοποιήσει έρευνα. Καίτοι η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τα στοιχεία που αναζητεί και τα ζητήματα με τα οποία συνδέεται η έρευνα, δεν είναι, αντιθέτως, απαραίτητο να προσδιορίζονται επακριβώς στην απόφαση περί διενέργειας ελέγχου ούτε η σχετική αγορά ούτε ο νομικός χαρακτήρας των εικαζομένων παραβάσεων ούτε η χρονική περίοδος κατά την οποία φέρεται να τελέστηκαν οι εν λόγω παραβάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι στην απόφαση περιέχονται τα προαναφερθέντα βασικά στοιχεία. Πράγματι, κατά κανόνα, οι έλεγχοι διενεργούνται με την έναρξη της έρευνας και, ως εκ τούτου, σε εκείνο το στάδιο η Επιτροπή δεν έχει στη διάθεσή της ακριβείς πληροφορίες επί των συγκεκριμένων ζητημάτων. Σκοπός της έρευνας είναι ακριβώς να συλλεγούν αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέονται με την τέλεση μιας πιθανολογούμενης παραβάσεως, προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να επιβεβαιώσει τις υποψίες της και να προβεί σε πιο συγκεκριμένη νομική αξιολόγηση (8).
28. Φρονώ ότι οι αρχές αυτές ισχύουν —mutatis mutandis— και για τις αποφάσεις με τις οποίες ζητούνται πληροφορίες δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Προφανώς, αμφότερα τα μέτρα επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ο οποίος συνίσταται στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. Μολονότι η διατύπωση των δύο διατάξεων δεν είναι πανομοιότυπη, εντούτοις, η σημαντική ομοιότητα μεταξύ τους μάλλον συνηγορεί υπέρ της ομοιόμορφης ερμηνείας τους (9).
29. Με αυτά τα δεδομένα, το κρίσιμο ζήτημα έγκειται στο αν το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ορθώς την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι το ακόλουθο: λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι η επίμαχη αιτιολογία αρκετά σαφής ώστε, αφενός, να επιτρέπει στον αποδέκτη της αποφάσεως να ασκήσει τα δικαιώματα άμυνάς του και να εκτιμήσει την υποχρέωση συνεργασίας του με την Επιτροπή και, αφετέρου, να παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως δικαστικού ελέγχου εκ μέρους του δικαστή της Ένωσης;
30. Κατά την άποψή μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
31. Στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η διατύπωση της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν «[…] πολύ γενική […], θα έχρηζε περαιτέρω διευκρινίσεως και […], για αυτόν τον λόγο, είναι επιλήψιμη». Κατά την άποψή μου, η διαπίστωση αυτή δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: όντως, τρία βασικά στοιχεία της αιτιολογίας στερούνταν επαρκών λεπτομερειών. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στην περιγραφή των εικαζομένων παραβάσεων, στη γεωγραφική έκτασή τους και στα προϊόντα που αυτές αφορούσαν.
32. Ως προς τις εικαζόμενες παραβάσεις, στην αιτιολογική σκέψη 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως επισημαίνεται ότι «[ο]ι εικαζόμενες παραβάσεις αφορούν περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών […], συμπεριλαμβανομένου περιορισμού των εισαγωγών […], κατανομή αγορών, συντονισμό των τιμών και συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό». Αυτή η περιγραφή των εικαζομένων παραβάσεων δεν είναι απλώς πολύ αόριστη («περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών», «συμπεριλαμβανομένου περιορισμού των εισαγωγών») αλλά περιλαμβάνει τα πάντα («συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό»). Η αναφορά στην «κατανομή των αγορών» και στον «συντονισμό των τιμών» —κατά τόσο γενικό τρόπο— συνεισφέρει ελάχιστα στην ακριβέστερη οριοθέτηση του χαρακτήρα της συμπεριφοράς που θεωρεί ύποπτη η Επιτροπή. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες συμπράξεις (cartels) ενέχουν στοιχεία κατανομής των αγορών και συντονισμού των τιμών. Πρακτικά, η συντριπτική πλειονότητα των τύπων των συμφωνιών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ εμπίπτει στην ως άνω περιγραφή.
33. Όσον αφορά τη γεωγραφική έκταση των εικαζομένων παραβάσεων, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται λόγος για περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών εντός του ΕΟΧ, συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εισαγωγών προς τον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ. Είναι αληθές ότι, στις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 18 (10), δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται λεπτομερώς ποια είναι η σχετική αγορά από γεωγραφικής απόψεως, εντούτοις, θα έπρεπε να γίνεται μνεία σε ορισμένες έστω χώρες που επηρεάζονται. Ιδίως, δεν είναι σαφές αν η αγορά που ενδέχεται να επηρεαστεί είναι όλος ο ΕΟΧ ή ορισμένα τμήματά του, και, στη δεύτερη περίπτωση, ποια είναι αυτά.
34. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακόμη πιο ασαφής ως προς το ποια ακριβώς προϊόντα αποτελούν αντικείμενο της έρευνας. Πρακτικά, ως σημαντικό προϊόν κατονομάζεται μόνο το τσιμέντο, δεδομένου ότι —κατά τα λοιπά— η απόφαση αναφέρεται σε «συναφείς [προς το τσιμέντο] αγορές προϊόντων». Και πάλι, η συγκεκριμένη περιγραφή είναι όχι μόνο εξαιρετικά αόριστη (πόσο «συναφή» προς το τσιμέντο θα πρέπει να είναι τα προϊόντα;), αλλά μπορεί δυνητικά να καλύπτει όλους τους τύπους προϊόντων στους οποίους δραστηριοποιείται η αναιρεσείουσα (είτε ως πωλήτρια είτε ως αγοράστρια).
35. Μολονότι δεν θεωρώ ότι μια απόφαση δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003 πρέπει, κατ’ ανάγκην, να προσδιορίζει τη χρονική περίοδο κατά την οποία πιθανολογείται ότι έλαβαν χώρα οι εικαζόμενες παραβάσεις —όπως υπαινίσσεται η αναιρεσείουσα— φρονώ ότι μια τέτοια μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση θα ήταν σκόπιμη. Δεδομένων των γενικόλογων περιγραφών στις οποίες ήδη αναφέρθηκα, και λαμβανομένου υπόψη ότι τα ερωτήματα κάλυπταν μια ολόκληρη δεκαετία, η παράθεση περισσοτέρων λεπτομερειών σχετικά με την κρίσιμη χρονική περίοδο θα μπορούσε να βοηθήσει την αναιρεσείουσα να κατανοήσει καλύτερα το πεδίο της έρευνας της Επιτροπής.
36. Κατά το Γενικό Δικαστήριο (11), η απουσία λεπτομερειών από την προσβαλλόμενη απόφαση αντισταθμίζεται εν μέρει από το γεγονός ότι η απόφαση αυτή παραπέμπει ρητώς στην απόφαση της Επιτροπής περί κινήσεως της διαδικασίας, στην οποία περιλαμβάνονταν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη γεωγραφική έκταση των εικαζομένων παραβάσεων και τους τύπους προϊόντων που αφορούσαν οι παραβάσεις αυτές.
37. Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί ότι οι πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούν να θεραπευθούν με μια απλή παραπομπή σε προγενέστερη απόφαση και επισημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας πάσχει επίσης την ίδια αοριστία.
38. Κατά την άποψή μου, πράξεις της Ένωσης οι οποίες επιβάλλουν υποχρεώσεις που υπεισέρχονται στην ιδιωτική σφαίρα προσώπων ή επιχειρήσεων και, σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς τους, ενέχουν κίνδυνο επιβολής βαρέων οικονομικών κυρώσεων, πρέπει, κατ’ αρχήν, να αιτιολογούνται αυτοτελώς (12). Πράγματι, έχει ιδιαίτερη σημασία να παρέχεται σε αυτούς τους ιδιώτες ή τις επιχειρήσεις η δυνατότητα να κατανοούν για ποιον λόγο εκδίδεται η εκάστοτε πράξη χωρίς να απαιτείται εκ μέρους τους ιδιαίτερη ερμηνευτική προσπάθεια (13), ούτως ώστε να μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά και εμπρόθεσμα τα δικαιώματά τους. Τούτο ισχύει ιδίως όσον αφορά τις πράξεις που περιέχουν ρητές παραπομπές σε προγενέστερες πράξεις οι οποίες έχουν διαφορετική αιτιολογία. Οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των δύο πράξεων θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει πηγή αβεβαιότητας για τον αποδέκτη.
39. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, εκτιμώ ότι, κατ’ εξαίρεση, στην υπό κρίση υπόθεση το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με την αιτιολογία της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας. Οι δύο αποφάσεις είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας και, προφανώς, αφορούσαν τις ίδιες εικαζόμενες παραβάσεις. Επιπλέον, είχαν εκδοθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το κυριότερο, μεταξύ των αιτιολογιών των δύο αυτών αποφάσεων δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η πρώτη απόφαση μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί «πλαίσιο» της δεύτερης αποφάσεως, το οποίο ο αποδέκτης δεν είναι δυνατό να αγνοούσε (14).
40. Ωστόσο, μολονότι είναι αληθές ότι η πρώτη απόφαση περιείχε περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τη γεωγραφική έκταση των εικαζομένων παραβάσεων (καθόσον απαριθμούνταν τα πιθανώς θιγόμενα κράτη μέλη), εντούτοις, δεν ήταν το ίδιο ακριβής ως προς το είδος των εν λόγω παραβάσεων και τα προϊόντα που αυτές αφορούσαν. Παραδείγματος χάρη, ο ορισμός της έννοιας «τσιμέντο και συναφή προϊόντα» ο οποίος παρατίθεται ως υποσημείωση στη σελίδα 4 της εν λόγω αποφάσεως, καλύπτει δυνητικά ένα πολύ ευρύ σύνολο ανόμοιων προϊόντων.
41. Πάντως, φρονώ ότι το γεγονός ότι μια αιτιολογία είναι υπέρ το δέον γενική ή σε μεγάλο βαθμό αόριστη ως προς ορισμένες πτυχές της δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής αποφάσεως αν το υπόλοιπο κείμενό της παρέχει στον αποδέκτη και στον δικαστή της Ένωσης τη δυνατότητα να κατανοήσουν επαρκώς ποιες πληροφορίες ζητεί η Επιτροπή και για ποιους λόγους (15). Πράγματι, ακόμη και έμμεσα ή σιωπηρά, το αντικείμενο των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν μπορεί να αποσαφηνίσει μια αιτιολογία η οποία ενδέχεται να έχει συνταχθεί χωρίς την απαιτούμενη ακρίβεια. Σε τελική ανάλυση, οι πολύ συγκεκριμένες και στοχευμένες ερωτήσεις αναπόφευκτα αποκαλύπτουν το πεδίο έρευνας της Επιτροπής. Τούτο, κατά την άποψή μου, ισχύει ιδίως για τις πράξεις που εκδίδονται σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, όταν το πεδίο της έρευνας δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί εντελώς και οριστικά και, μάλιστα, ενδέχεται μελλοντικά να πρέπει να περιοριστεί ή να διευρυνθεί, λόγω των πληροφοριών που θα συγκεντρωθούν.
42. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, ισχύει στην πραγματικότητα το αντίθετο. Οι ερωτήσεις που τέθηκαν στην Buzzi Unicem ήταν εξαιρετικά πολυάριθμες και κάλυπταν πολύ διαφορετικούς τύπους πληροφοριών. Κατά την άποψή μου, ήταν εξαιρετικά δυσχερές να εντοπιστεί ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ αρκετών από τις ερωτήσεις που περιελάμβανε το ερωτηματολόγιο (16). Εξάλλου, ορισμένες από τις ερωτήσεις δεν φαίνεται να ευθυγραμμίζονται πλήρως με το περιεχόμενο της προηγηθείσας αποφάσεως περί κινήσεως διαδικασίας: για παράδειγμα, οι ερωτήσεις 3 και 4 (οι οποίες αφορούσαν ιδιαίτερα σημαντικό όγκο πληροφοριών δεκαετούς περιόδου) δεν περιορίζονταν στα απαριθμούμενα ως κράτη μέλη που ενδεχομένως αφορούσε η απόφαση περί κινήσεως διαδικασίας.
43. Παρεμπιπτόντως, αν ο συνδετικός ιστός μεταξύ αυτών των ερωτήσεων ήταν η πλήρης αποτύπωση των δομών εσόδων και εξόδων της επιχειρήσεως προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να τις αναλύσει βάσει οικονομετρικών μεθόδων (συγκρίνοντας τα στοιχεία αυτά με τα στοιχεία άλλων εταιριών οι οποίες επίσης δραστηριοποιούνταν στην αγορά τσιμέντου), θα μπορούσε εύλογα να αμφισβητηθεί κατά πόσο μια τόσο ευρεία και σύνθετη αίτηση παροχής πληροφοριών μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη προς το άρθρο 18. Μια τέτοιου είδους αίτηση παροχής πληροφοριών θα ήταν καταλληλότερη για τη διεξαγωγή έρευνας ανά κλάδο δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 1/2003, εκτός και αν η Επιτροπή διέθετε αποχρώσες ενδείξεις περί υπάρξεως μιας κολάσιμης συμπεριφοράς σε σχέση με την οποία μια τέτοιου είδους ανάλυση θα μπορούσε να παράσχει την αναγκαία θεμελίωση.
44. Υπό αυτές τις περιστάσεις, συμφωνώ με την αναιρεσείουσα ότι δεν προέκυπτε σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας ποιος ήταν ο σκοπός της αιτήσεως της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών. Κατά συνέπεια, ήταν υπερβολικά δυσχερές για τη συγκεκριμένη επιχείρηση να κατανοήσει τις εικαζόμενες παραβάσεις ούτως ώστε να εκτιμήσει το εύρος της υποχρεώσεως συνεργασίας της με την Επιτροπή και, εφόσον κρινόταν απαραίτητο, να ασκήσει τα δικαιώματα άμυνάς της, αρνούμενη, για παράδειγμα, να απαντήσει σε ερωτήματα τα οποία θεωρούσε παράνομα. Πολύ περισσότερο δε στον βαθμό που —όπως και το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε— ορισμένες ερωτήσεις αφορούσαν πληροφορίες οι οποίες δεν σχετίζονταν απλώς με πραγματικά περιστατικά αλλά περιελάμβαναν και αξιολογικές κρίσεις (17), ενώ άλλες ερωτήσεις ήταν σχετικά αόριστες (18). Κατά συνέπεια, ως προς αυτές τις ερωτήσεις, η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να αποκλείσει τον κίνδυνο να δώσει απαντήσεις οι οποίες θα την ενοχοποιούσαν (19).
45. Αυτή η αοριστία δεν δικαιολογείται —όπως υποστηρίζει η Επιτροπή— από το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε σε πρώιμο στάδιο της έρευνας. Τουναντίον, η συγκεκριμένη απόφαση εκδόθηκε περίπου τρία χρόνια μετά την έναρξη της έρευνας. Κατά τον χρόνο αυτό, είχαν ήδη διεξαχθεί αρκετοί έλεγχοι και είχαν υποβληθεί από την Επιτροπή πολύ λεπτομερείς αιτήσεις παροχής πληροφοριών στις οποίες είχαν απαντήσει οι οικείες επιχειρήσεις. Μάλιστα, αρκετούς μήνες πριν εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι είχε συγκεντρώσει επαρκή στοιχεία προκειμένου να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 και το άρθρο 2 του κανονισμού 773/2004. Τα στοιχεία αυτά θα έπρεπε να έχουν δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να αιτιολογήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια την προσβαλλόμενη απόφαση.
46. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι το πόσο λεπτομερής θα πρέπει να είναι μια αιτιολογία εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τις πληροφορίες τις οποίες έχει ήδη στην κατοχή της η Επιτροπή όταν προβαίνει στην έκδοση μιας αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 18 (20). Ωστόσο, κατά την άποψή μου, τούτο σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι μια αιτιολογία η οποία ενδέχεται να είναι επαρκής για απόφαση που εκδίδεται κατά την έναρξη της έρευνας (για παράδειγμα, απόφαση η οποία υποχρεώνει μια επιχείρηση να υποβληθεί σε έλεγχο βάσει του άρθρου 20 ή πρώτη απόφαση για παροχή πληροφοριών βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3) μπορεί να μην είναι επαρκής για απόφαση που εκδίδεται σε μεταγενέστερο στάδιο της έρευνας, όταν η Επιτροπή διαθέτει πολύ πιο εκτεταμένες πληροφορίες σχετικά με τις εικαζόμενες παραβάσεις.
47. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θα χαρακτήριζα απαράδεκτο το γεγονός ότι, παρά το σύνολο των πληροφοριών που είχε παράσχει στην Επιτροπή κατά τα προηγούμενα έτη και τις πρόσθετες προσπάθειες τις οποίες αναγκάστηκε να καταβάλει προς συμμόρφωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Buzzi Unicem συνέχιζε να «παραμένει στο σκοτάδι» ως προς το ακριβές πεδίο έρευνας της Επιτροπής.
48. Εξάλλου, φρονώ ότι η αναιρεσείουσα δικαιολογημένα υποστηρίζει ότι η άσκηση του ελέγχου της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον δικαστή της Ένωσης κατέστη ουσιωδώς δυσχερέστερη. Όπως εξήγησα λεπτομερέστερα στις προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement (21), δεδομένου ότι οι πληροφορίες που περιέχονταν σε αυτή την απόφαση, ως προς τις εικαζόμενες παραβάσεις, ήταν ανεπαρκείς (ακόμη και αν η εν λόγω απόφαση διαβαζόταν σε συνδυασμό με την απόφαση περί κινήσεως διαδικασίας), είναι δύσκολο για τον δικαστή της Ένωσης να διαπιστώσει αν η αίτηση πληρούσε τις επιταγές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας (22). Ως προς το πρώτο στοιχείο, το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει κατά πόσον υφίσταται σύνδεση μεταξύ της πιθανολογούμενης παραβάσεως και των ζητούμενων πληροφοριών. Ως προς το δεύτερο, το Δικαστήριο πρέπει να καταλήξει αν οι προσπάθειες που απαιτήθηκαν από την επιχείρηση δικαιολογούνταν λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεν ήταν υπερβολικές.
49. Για τους λόγους αυτούς, έχω την άποψη ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τα άρθρα 296 ΣΛΕΕ και 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 όσον αφορά την απαιτούμενη αιτιολογία στις αποφάσεις για την παροχή πληροφοριών. Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στον βαθμό που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, για τους λόγους που παρατίθενται στις σκέψεις 19 έως 39 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
Β — Κατάχρηση εξουσίας και αντιστροφή του βάρους αποδείξεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
50. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Buzzi Unicem αμφισβητεί την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου επί του λόγου ακυρώσεως που αυτή προέβαλε, ισχυριζόμενη ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφασή της, είχε υποπέσει σε κατάχρηση εξουσίας και είχε αντιστρέψει το βάρος αποδείξεως. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, από τον τύπο και τον όγκο των πληροφοριών που ζητήθηκαν καθίσταται σαφές ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν είχε στη διάθεσή της επαρκείς ενδείξεις περί υπάρξεως παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «διερευνητική», κάτι τέτοιο όμως απαγορεύεται από το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003. Αν η Επιτροπή είχε την πρόθεση να διενεργήσει έρευνα ανά τομέα, όφειλε να ενεργήσει βάσει του άρθρου 17 του ίδιου κανονισμού. Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε δεόντως τη σχετική επιχειρηματολογία της. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν διέταξε τη λήψη μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων προκειμένου να διαπιστώσει αν η Επιτροπή διέθετε επαρκείς ενδείξεις ώστε να εκδώσει απόφαση δυνάμει του άρθρου 18.
51. Η Επιτροπή, από την πλευρά της, αντιτείνει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον εγείρει ζητήματα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος.
2. Ανάλυση
52. Με τον δεύτερο λόγο, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 45 έως 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προσάπτοντας ουσιαστικά στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε δεόντως τα επιχειρήματά της που αφορούσαν κατάχρηση εξουσίας και αντιστροφή του βάρους αποδείξεως.
53. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
54. Πρώτον, στο μέτρο που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένως τα στοιχεία που προσκόμισε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα προς στήριξη του λόγου ακυρώσεως σχετικά με κατάχρηση εξουσίας, η αναιρεσείουσα ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να προβεί σε νέα κρίση επί αυτών των στοιχείων. Τούτο ωστόσο είναι απαράδεκτο στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης.
55. Δεύτερον, όσον αφορά την αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν διέταξε αυτεπαγγέλτως, ως όφειλε, μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων ή οργανώσεως της διαδικασίας προκειμένου να διαπιστώσει αν πράγματι υφίσταντο επαρκείς ενδείξεις παραβάσεων, και αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά πάγια νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει αν παρίσταται ανάγκη να συμπληρώσει τα πληροφοριακά στοιχεία που διαθέτει σε υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί. Η επάρκεια των αποδείξεων ενώπιόν του αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην αποκλειστική του αρμοδιότητα και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ή αν η ανακρίβεια των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει από τη δικογραφία (23). Η συγκεκριμένη αρχή ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν τίθεται ζήτημα να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η λήψη μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων ή οργανώσεως της διαδικασίας (24).
56. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει τη λήψη οποιουδήποτε τέτοιου μέτρου προκειμένου να διαπιστωθεί αν η Επιτροπή διέθετε επαρκείς ενδείξεις. Μάλιστα, στην «παράλληλη» υπόθεση Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο, απαντώντας σε ρητό αίτημα της αναιρεσείουσας, διέταξε την Επιτροπή να προσκομίσει ενώπιόν του τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή της προκειμένου το ίδιο να βεβαιωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αυθαίρετη (25).
57. Εν προκειμένω όμως η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι απολύτως θεμιτά το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, λαμβανομένου υπόψη του γενικού χαρακτήρα των στοιχείων που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα (εκτίμηση η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετική κρίση) και ελλείψει συγκεκριμένου αιτήματος, ότι ήταν περιττή η περαιτέρω διερεύνηση του εν λόγω ζητήματος (26).
58. Τρίτον, κατά την άποψή μου, ουδεμία κριτική επιδέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς την επάρκεια της αιτιολογίας της σε σχέση με το ενδεχόμενο καταχρήσεως εξουσίας και αντιστροφής του βάρους αποδείξεως. Κατά πρώτον, είναι προφανές ότι το Γενικό Δικαστήριο όντως εξέτασε, στις σκέψεις 46 και 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τον σχετικό λόγο ακυρώσεως στον βαθμό που αφορούσε κατάχρηση εξουσίας. Επίσης, στη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξέτασε τον λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα και ως προς το επιχείρημα περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως.
59. Ομολογουμένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι, σε ορισμένα σημεία της, σχετικά συνοπτική όσον αφορά τους λόγους απορρίψεως κάποιων επιχειρημάτων, ενώ αλλού το Γενικό Δικαστήριο έχει επιλέξει να μην απαντήσει χωριστά, αλλά μόνον από κοινού σε διάφορα επιχειρήματα. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, στο Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να προσαφθεί τίποτε ως προς αυτό το ζήτημα, δεδομένου ότι η προσφυγή ακυρώσεως η οποία ασκήθηκε ενώπιό του περιείχε αρκετούς λόγους και επιχειρήματα που, ενίοτε, είτε επαναλαμβάνονταν είτε δεν αναπτύσσονταν με τον απαιτούμενο βαθμό σαφήνειας.
60. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ — Είδος των ζητούμενων πληροφοριών
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
61. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως — ο οποίος στρέφεται κατά των σκέψεων 54 έως 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως — η Buzzi Unicem υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη και δεν αιτιολόγησε επαρκώς για ποιον λόγο απέρριψε τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί κατάχρησης, εκ μέρους της Επιτροπής, των εξουσιών της δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής ως προς τρεις τύπους ζητούμενων πληροφοριών: τις αυτοενοχοποιητικές πληροφορίες, τις πληροφορίες που ήταν ήδη στη διάθεση του κοινού και τις πληροφορίες τις οποίες η αναιρεσείουσα δεν είχε στην κατοχή της. Όσον αφορά, ειδικότερα, τις αυτοενοχοποιητικές πληροφορίες, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι τα ερωτήματα 5R, 5S, 5T και 5T αφορούσαν αμιγώς πραγματικά περιστατικά και ότι το ερώτημα 1V δεν ήταν αυτοενοχοποιητικό.
62. Η Επιτροπή αντιτείνει, πρώτον, ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει την ίδια επιχειρηματολογία με αυτήν που ανέπτυξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά την Επιτροπή, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτος στο μέτρο που η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αξιολογήσει εκ νέου τι είδους ήταν ορισμένα ερωτήματα, τα οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι αφορούσαν «αμιγώς πραγματικά περιστατικά». Δεύτερον, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος —όπως προσθέτει η Επιτροπή— διότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003.
2. Ανάλυση
63. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Buzzi Unicem υποστηρίζει ουσιαστικά ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003, ως προς το ζήτημα του είδους των πληροφοριών τις οποίες η Επιτροπή επιτρέπεται να ζητεί από τις επιχειρήσεις.
64. Πριν στραφώ στην ουσία του ζητήματος το οποίο θεωρώ ότι είναι το πλέον προβληματικό σε αυτό το πλαίσιο (ήτοι το ζήτημα της αυτοενοχοποιήσεως), θα εξετάσω ορισμένα εισαγωγικά επιχειρήματα τα οποία προέβαλαν οι διάδικοι.
65. Πρώτον, όσον αφορά το παραδεκτό, επιβάλλεται να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι τα επιχειρήματα τα οποία περιλαμβάνονται, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, στην αίτηση αναιρέσεως ελήφθησαν σε μεγάλο βαθμό, αυτολεξεί, από το δικόγραφο της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι άνευ σημασίας, εφόσον η αναιρεσείουσα προσδιορίζει τα συγκεκριμένα εδάφια ή τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που επικρίνει ως νομικώς εσφαλμένα, καθώς τους λόγους για τους οποίους η ίδια θεωρεί ότι είναι εσφαλμένα. Εν προκειμένω, η αίτηση αναιρέσεως φαίνεται να πληροί αυτές τις απαιτήσεις ως προς τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
66. Εξάλλου, αξίζει να επισημανθεί ότι το αν συγκεκριμένα ερωτήματα που περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο πραγματικά περιστατικά είναι σαφώς ένα πραγματικό ζήτημα το οποίο δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Αντιστρόφως, το κατά πόσον συγκεκριμένα ερωτήματα ήταν αυτοενοχοποιητικά, κατά το δίκαιο της Ένωσης, αποτελεί ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών και, ως τέτοιο, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
67. Συνεπώς, εντός αυτών των ορίων (27), ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
68. Δεύτερον, όσον αφορά την ουσία του λόγου αναιρέσεως, εκτιμώ ότι ορισμένα τμήματα αυτού πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
69. Σχετικά με το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ως προς τη διαβίβαση πληροφοριών τις οποίες η ίδια δεν είχε στην κατοχή της, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, από κανένα σημείο της εν λόγω αποφάσεως δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή επιτρέπεται να ζητεί από επιχείρηση πληροφορίες τις οποίες η τελευταία δεν έχει στην κατοχή της. Στις σκέψεις 80 και 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σημειώνεται, πρώτον, ότι το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί μια επιχείρηση, προκειμένου να ανταποκριθεί στην αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, να συγκεντρώσει ή να συστηματοποιήσει δεδομένα τα οποία έχει στην κατοχή της. Ωστόσο, στη συνέχεια, διευκρινίζεται ότι η αρχή αυτή δεν ισχύει για δεδομένα τα οποία δεν βρίσκονται στην κατοχή της οικείας επιχειρήσεως.
70. Προφανώς επ’ αυτού συντάσσομαι με το Γενικό Δικαστήριο. Πέραν ότι ισχύει το ευρέως διαδεδομένο νομικό αξίωμα ad impossibilia nemo tenetur [ουδείς υποχρεούται στο αδύνατο], προσυπογράφω επίσης σε μεγάλο βαθμό τις ακόλουθες παρατηρήσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon: «[η] Επιτροπή δεν μπορεί να ζητήσει από μια επιχείρηση παρά μόνο πληροφορίες τις οποίες εκείνη ήδη κατέχει, έστω και αν θα πρέπει, ανάλογα με την περίπτωση, να τις συστηματοποιήσει. Η αίτηση παροχής πληροφοριών δεν μπορεί να αποσκοπεί στο να αναγκάσει μια επιχείρηση να αναζητήσει πληροφορίες που γνωρίζουν τρίτοι. 'Έτσι, μια αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή πληροφοριών [που] η Επιτροπή γνωρίζει ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση δεν κατέχει ή δεν μπορεί να κατέχει είναι ασφαλώς παράτυπη» (28).
71. Όσον αφορά, ακολούθως, το επιχείρημα περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με το κατά πόσον η Επιτροπή επιτρέπεται να ζητήσει από τους αποδέκτες αποφάσεώς της να της παράσχουν πληροφορίες οι οποίες είναι ήδη στη διάθεση του κοινού, σημειώνω τα ακόλουθα. Η αναιρεσείουσα κακώς υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε ειδικώς το συγκεκριμένο επιχείρημα. Το Γενικό Δικαστήριο το εξέτασε, και δη από απόψεως αναλογικότητας και αναγκαιότητας των πληροφοριών που ζητήθηκαν (29). Το γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πολύ συνοπτική ως προς αυτό το ζήτημα οφείλεται στο ότι η Buzzi Unicem προέβαλε το εν λόγω ζήτημα σε ένα μόνο σημείο του δικογράφου της προσφυγής ακυρώσεως και δεν το ανέπτυξε διεξοδικότερα στο υπόμνημα απαντήσεως. Στα σχετικά χωρία, η αναιρεσείουσα ουσιαστικά ισχυρίστηκε ότι ορισμένες πληροφορίες δεν βρίσκονταν «αποκλειστικά στην κατοχή της», σημειώνοντας ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε λάβει αυτές τις πληροφορίες «αυτόνομα». Ουδόλως διευκρινίστηκε, ούτε καν συνοπτικά, για ποιους λόγους το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στην Επιτροπή να ζητεί πληροφορίες τις οποίες μπορεί να αποκτήσει από άλλες πηγές, πολλώ δε μάλλον από πού και πώς θα μπορούσαν να αποκτηθούν οι εν λόγω πληροφορίες.
72. Υπό αυτές τις περιστάσεις, επ’ ουδενί μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε λεπτομερέστερα το συγκεκριμένο επιχείρημα.
73. Τέλος, θα εξετάσω αυτό που θεωρώ ότι αποτελεί το βασικό ζήτημα που εγείρεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως: κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε ορθώς και έλαβε δεόντως υπόψη του το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως.
74. Κατ’ αρχάς, κρίνεται σκόπιμη η υπόμνηση ότι η αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού 1/2003 αναφέρεται στο δικαίωμα των επιχειρήσεων να μην αυτοενοχοποιούνται στο πλαίσιο της συμμορφώσεώς τους προς αποφάσεις της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών. Το δικαίωμα αυτό είχε ήδη αναγνωριστεί από το Δικαστήριο πριν από την έκδοση του συγκεκριμένου κανονισμού (30). Πράγματι, το εν λόγω δικαίωμα αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία της άμυνας των επιχειρήσεων και μπορεί να προβληθεί σε όλες τις διαδικασίες που κινεί η Επιτροπή βάσει του κανονισμού 1/2003.
75. Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, θα αναλύσω, πρώτον, αν το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε υπερβολικά περιοριστική ερμηνεία του δικαιώματος μη αυτοενοχοποιήσεως και, δεύτερον, αν το συγκεκριμένο δικαίωμα ελήφθη δεόντως υπόψη στην υπό κρίση υπόθεση.
76. Στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των ερωτήσεων αναλόγως του αν έχουν αμιγώς σχέση με πραγματικά περιστατικά ή όχι. Κατά την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, μόνον εφόσον η ερώτηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως έχουσα αμιγώς σχέση με πραγματικά περιστατικά, θα πρέπει να ελέγχεται αν ενδέχεται να ενέχει ομολογία της οικείας επιχειρήσεως σε σχέση με την ύπαρξη παραβάσεως της οποίας την τέλεση οφείλει να αποδείξει η Επιτροπή. Με τις σκέψεις 64 και 65 το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ορισμένα ερωτήματα, τα οποία απαιτούσαν απλώς από την επιχείρηση να συγκεντρώσει δεδομένα, αφορούσαν αμιγώς πραγματικά περιστατικά και, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετούσαν προσβολή του δικαιώματος άμυνάς της.
77. Αυτή, κατά την άποψή μου, είναι μια εσφαλμένη ερμηνεία του δικαιώματος μη αυτοενοχοποιήσεως. Παρά την κάπως ασαφή διατύπωση της αιτιολογικής σκέψεως 23 του κανονισμού 1/2003 (31), το ζήτημα αν η επιχείρηση, προκειμένου να απαντήσει σε συγκεκριμένο, χρειάζεται να δώσει μόνον πληροφορίες σχετικές με πραγματικά περιστατικά (όπως να συγκεντρώσει δεδομένα, να αποσαφηνίσει πραγματικές περιστάσεις, να περιγράψει πραγματικά περιστατικά αντικειμενικής φύσεως, κ.λπ.) αποτελεί μεν σημαντικό στοιχείο υπ’ αυτήν την έννοια, πλην όμως δεν έχει κατ’ ανάγκην αποφασιστική σημασία. Το γεγονός ότι δεν ζητούνται από την επιχείρηση πληροφορίες υποκειμενικού χαρακτήρα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να προσβάλλεται το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεώς της.
78. Το Δικαστήριο έχει αναφερθεί επανειλημμένως σε ερωτήματα τα οποία «ενδέχεται να αποδεικνύουν την ύπαρξη παραβάσεως». Οι όροι τους οποίους επέλεξε το Δικαστήριο έχουν σημασία. Στην υπόθεση PVC II, το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω το κριτήριο της αυτοενοχοποιήσεως: αν η απάντηση που δίνεται από την επιχείρηση στην οποία απευθύνθηκε το ερώτημα ισοδυναμεί, όντως, με ομολογία παραβάσεως (32).
79. Από τη νομολογία αυτή απορρέει ότι η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να υποβάλλει ερωτήματα των οποίων οι απαντήσεις ενδέχεται να συνιστούν ομολογία ενοχής της οικείας επιχειρήσεως.
80. Για παράδειγμα, δεν αμφισβητείται, κατά την άποψή μου, ότι η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να ερωτά τις επιχειρήσεις αν, σε μια συγκεκριμένη συνάντηση, οι εκπρόσωποί τους συμφώνησαν με εκπροσώπους των ανταγωνιστών τους σε αυξήσεις τιμών ή δέχθηκαν να μην ανταγωνίζονται σε συγκεκριμένες εθνικές αγορές. Μολονότι θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι τέτοιο ερώτημα αφορά αμιγώς πραγματικά περιστατικά, εντούτοις, θίγει προδήλως το δικαίωμα της επιχειρήσεως να μην αυτοενοχοποιηθεί, δεδομένου ότι η απάντησή του θα ισοδυναμούσε με ρητή ομολογία παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
81. Η προτεινόμενη ερμηνεία του δικαιώματος μη αυτοενοχοποιήσεως επιβεβαιώνεται επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, από τις αποφάσεις Orkem, Solvay και SGL Carbon. Σε όλες αυτές τις υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ως αυτοενοχοποιητικά, και ως εκ τούτου απαράδεκτα, ερωτήματα τα οποία αφορούσαν αμιγώς πραγματικά περιστατικά (33).
82. Συνεπώς, ένα ερώτημα ενδέχεται, υπό περιστάσεις, να είναι απαράδεκτο διότι η απάντησή του συνιστά ομολογία ενοχής, ακόμη και αν το ίδιο το ερώτημα αφορά αποκλειστικά και μόνον πραγματικά περιστατικά και δεν ζητείται να εκφραστεί άποψη επ’ αυτών των περιστατικών. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την ερμηνεία του δικαιώματος μη αυτοενοχοποιήσεως.
83. Κατά μείζονα λόγο, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, τα ερωτήματα μπορεί να προσβάλλουν το δικαίωμα μιας επιχειρήσεως να μην αυτοενοχοποιηθεί ακόμη και αν δεν ζητείται από τον αποδέκτη της αποφάσεως να προβεί σε νομική αξιολόγηση ή να παράσχει νομική γνωμοδότηση. Τούτο συνάγεται με απόλυτη σαφήνεια από τη νομολογία που προαναφέρθηκε στο σημείο 81 των παρουσών προτάσεων: κανένα από τα ερωτήματα τα οποία είχαν κριθεί απαράδεκτα από το Δικαστήριο δεν απαιτούσε από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να προβούν σε νομική αξιολόγηση. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι με το ερώτημα 1D δεν ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα να διατυπώσει την άποψή της επί νομικού ζητήματος, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το συγκεκριμένο ερώτημα αποκλείεται να στοιχειοθετεί προσβολή του δικαιώματός της να μην αυτοενοχοποιηθεί.
84. Έχοντας καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα, χάριν πληρότητας, θα εξετάσω επίσης αν το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως δεν ελήφθη υπόψη όπως έπρεπε στην υπό κρίση υπόθεση.
85. Στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αξιολόγηση στην οποία ζητήθηκε από την Buzzi Unicem να προβεί στο πλαίσιο του ερωτήματος 1D ήταν «ουσιαστικά ένας σχολιασμός ως προς το επίπεδο του περιθωρίου κέρδους της», και ότι τούτο ενδεχομένως «θα αποτελούσε ένδειξη υποδεικνύουσα την ύπαρξη πρακτικών αντίθετων προς τον ανταγωνισμό». Μολονότι η διατύπωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι απολύτως σαφής, εντούτοις φαίνεται να υπονοεί ότι, με την απάντησή της στο συγκεκριμένο ερώτημα, η αναιρεσείουσα θα μπορούσε, στην πραγματικότητα, να ομολογήσει τη συμμετοχή της στις εικαζόμενες παραβάσεις.
86. Ωστόσο, στη συνέχεια το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι, παρά τον αυτοενοχοποιητικό χαρακτήρα του ερωτήματος 1D, έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα (προσφεύγουσα) διατηρούσε το δικαίωμα, σε μεταγενέστερο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ή στο πλαίσιο ασκήσεως προσφυγής κατά της οριστικής αποφάσεως της Επιτροπής, να προτείνει μια εναλλακτική ερμηνεία της απαντήσεώς της στο συγκεκριμένο ερώτημα, η οποία, πιθανώς, θα ήταν διαφορετική από αυτήν που είχε υιοθετήσει η Επιτροπή (34). Για τον λόγο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
87. Η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου μάλλον προκαλεί σύγχυση. Το ότι η Buzzi Unicem θα μπορούσε επίσης να προβάλει τον αυτοενοχοποιητικό χαρακτήρα του ερωτήματος 1D αν και όταν η Επιτροπή θα εξέδιδε απόφαση περί επιβολής προστίμου εναντίον της (είτε διότι δεν θα είχε απαντήσει στο ερώτημα είτε λόγω παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ) επ’ ουδενί σημαίνει ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να διαπιστώσει την εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή του δικαιώματος άμυνας της εν λόγω επιχειρήσεως στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, και να την τιμωρήσει γι’ αυτό. Η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος θα στερούσε από τον αποδέκτη αποφάσεως το δικαίωμά του να ζητήσει από τον δικαστή της Ένωσης να ελέγξει τη νομιμότητά της, όπως αυτό κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003.
88. Συναφώς, το βασικό ζήτημα, στο οποίο το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να επικεντρώσει την ανάλυσή του, είναι κατά πόσον η απάντηση στο ερώτημα 1D θα ισοδυναμούσε, για την Buzzi Unicem, με εκ μέρους της ομολογία τελέσεως παραβάσεως.
89. Το Γενικό Δικαστήριο μάλλον παρακάμπτει το ζήτημα και δεν τοποθετείται. Προσωπικά, επισημαίνω ότι η διατύπωση του ερωτήματος 1D έχει κάποιες ομοιότητες με τα δύο ερωτήματα τα οποία το Δικαστήριο έκρινε ως απαράδεκτα στις υποθέσεις Orkem και Solvay, διότι θα εξανάγκαζαν τις επιχειρήσεις να ομολογήσουν τη συμμετοχή τους σε συμφωνίες που απαγορεύονταν βάσει του (τότε) άρθρου 85 ΕΟΚ (35). Έτσι και εν προκειμένω, δεν μπορεί με βεβαιότητα να αποκλειστεί ότι, ζητώντας από την εμπλεκόμενη επιχείρηση να εκφέρει την άποψή της σχετικά με την καταλληλότερη μέθοδο υπολογισμού του περιθωρίου ακαθάριστου κέρδους της ανά τρίμηνο, η Επιτροπή αποσκοπούσε στην πραγματικότητα να εκμαιεύσει από την επιχείρηση μια ομολογία ότι υπήρχε συμπαιγνία με τους ανταγωνιστές της για καθορισμό ή συντονισμό των τιμών.
90. Πάντως, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι το Γενικό Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, ερμήνευσε εσφαλμένως το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος.
91. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, με τις σκέψεις 57 έως 79, τον λόγο ακυρώσεως που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα σχετικά με προσβολή του δικαιώματός της να μην αυτοενοχοποιηθεί. Κατά τα λοιπά, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
Δ — Αναλογικότητα και αναγκαιότητα
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
92. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως —ο οποίος στρέφεται κατά των σκέψεων 84 έως 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως— η Buzzi Unicem υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των απαιτήσεων περί αναγκαιότητας και αναλογικότητας των πληροφοριών που ζητήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.
93. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί: κατά την άποψή της, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς αναγνώρισε ότι η Επιτροπή απολαύει ευρείας διακριτικής ευχέρειας όταν αποφασίζει ποιες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την έρευνά της. Προσθέτει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
2. Ανάλυση
94. Λογικά, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαχωριστεί σε δύο σκέλη, εκ των οποίων το ένα αφορά την αναγκαιότητα των πληροφοριών που ζητήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση και το άλλο την αναλογικότητα αυτής της αποφάσεως συνολικά. Οι δύο αυτοί έλεγχοι είναι, στην πραγματικότητα, συμπληρωματικοί. Αφενός, ο έλεγχος της απαιτήσεως αναγκαιότητας επιτάσσει να διαπιστωθεί κατά πόσον, από την οπτική της Επιτροπής όπως ενεργεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της αιτήσεως, οι πληροφορίες που ζητούνται από την επιχείρηση είναι πιθανό να βοηθήσουν το θεσμικό όργανο να εξακριβώσει αν τελέστηκε η εικαζόμενη παράβαση και να προσδιορίσει τον ακριβή χαρακτήρα και την έκτασή της. Αφετέρου, ο έλεγχος της απαιτήσεως αναλογικότητας επιβάλλει να εξεταστεί κατά πόσον, από την οπτική του αποδέκτη της αποφάσεως της Επιτροπής, οι πληροφορίες που ζητούνται ισοδυναμούν με μια υπερβολική και απαράδεκτη επιβάρυνση.
95. Ωστόσο, από μια πιο προσεκτική εξέταση των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας στην υπό κρίση υπόθεση συνάγονται τα εξής: (i) η αναιρεσείουσα αναφέρεται στις δύο αυτές απαιτήσεις, σχεδόν πάντα, από κοινού και (ii) επί της ουσίας, τα επιχειρήματά της αποσκοπούν κυρίως να καταδείξουν την υπερβολική και τή επιβάρυνση που επωμίστηκε εξαιτίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
96. Ως εκ τούτου, για λόγους οικονομίας της δίκης, δεν θα αναλύσω χωριστά τα επιχειρήματα που αφορούν τον μη αναγκαίο χαρακτήρα των ζητούμενων πληροφοριών. Για γενικές παρατηρήσεις επί του ζητήματος, παραπέμπω στα σημεία 70 έως 76 των προτάσεων που ανέπτυξα στην υπόθεση C-247/14 P, HeidelbergCement.
97. Κατά συνέπεια, θα εξετάσω ευθύς αμέσως τα επιχειρήματα που αφορούν την αναλογικότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
98. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει επανειλημμένως ότι η ανάγκη προστασίας των ιδιωτών έναντι αυθαίρετων ή δυσανάλογα επαχθών επεμβάσεων των δημοσίων αρχών στην ιδιωτική τους σφαίρα, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες οι αρχές αυτές εξασφαλίζουν την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού, συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (36). Ειδικότερα, τα μέτρα έρευνας είναι δυσανάλογα όταν συνιστούν υπερβολική και, ως εκ τούτου, μη ανεκτή επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα μιας επιχειρήσεως (37).
99. Προφανώς, δεν υφίσταται κανένα απολύτως ξεκάθαρο κριτήριο για να καθοριστεί αν συγκεκριμένη αίτηση παροχής πληροφοριών που απευθύνεται σε συγκεκριμένη επιχείρηση είναι υπερβολική ή όχι. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να συναχθεί μόνον κατόπιν εξετάσεως της κάθε υποθέσεως χωριστά, και λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων περιστάσεων.
100. Δύο είναι ιδίως τα στοιχεία που πρέπει να σταθμιστούν προκειμένου να εκτιμηθεί η αναλογικότητα της αιτήσεως παροχής πληροφοριών (38). Από τη μία πλευρά, το δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί την έρευνα της Επιτροπής, και η ανάγκη αυτού του θεσμικού οργάνου να λάβει πληροφορίες οι οποίες θα του επιτρέψουν να ασκήσει τα καθήκοντα που του ανατίθενται από τη Συνθήκη. Όσο πιο ζημιογόνα ενδέχεται να αποβεί μια εικαζόμενη παράβαση για τον ανταγωνισμό, τόσο πιο εύλογη θα είναι η προσδοκία της Επιτροπής να καταβάλει η οικεία επιχείρηση προσπάθειες προκειμένου να της παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες, προς εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της για ενεργή συνεργασία. Από την άλλη πλευρά, ο φόρτος εργασίας τον οποίο συνεπάγεται η αίτηση παροχής πληροφοριών για την οικεία επιχείρηση. Όσο μεγαλύτερος είναι ο φόρτος εργασίας που δημιουργείται, με συνέπεια να εκτρέπεται η προσοχή του προσωπικού από τα συνήθη εργασιακά του καθήκοντα και να πραγματοποιούνται πρόσθετες δαπάνες, τόσο πιο υπερβολική μπορεί να θεωρηθεί η σχετική αίτηση παροχής πληροφοριών.
101. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στην αναιρεσείουσα θα στοιχειοθετούσε πολύ σοβαρή παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης. Καίτοι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πολύ λίγα πληροφοριακά στοιχεία επ’ αυτού, η άποψη της Επιτροπής ότι οι επιπτώσεις των εικαζομένων παραβάσεων θα ήταν, σε περίπτωση που επιβεβαιωνόταν η τέλεσή τους, ιδιαιτέρως σοβαρές για τους Ευρωπαίους καταναλωτές, πιθανότατα ευσταθεί (39).
102. Ανεξαρτήτως αυτού, ο φόρτος εργασίας που δημιουργήθηκε για την αναιρεσείουσα από την προσβαλλόμενη απόφαση (την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χαρακτήρισε ως υπαίτια «ιδιαίτερα σημαντικο[ύ] φόρτο[υ] εργασίας») (40) ήταν υπερβολικός και αδικαιολογήτως επαχθής.
103. Δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή κάλεσε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρεσείουσα να υποβάλει εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα δεδομένων, τα οποία κάλυπταν σχεδόν το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων της αναιρεσείουσας σε 12 κράτη μέλη για χρονική περίοδο μεγαλύτερη από μια δεκαετία.
104. Η Buzzi Unicem ανέφερε, χωρίς να αντικρουστεί από την Επιτροπή, ότι απλώς και μόνον η συγκέντρωση ορισμένων από τα δεδομένα που της ζητήθηκαν δημιούργησε σημαντικό φόρτο εργασίας για το προσωπικό της: ορισμένες ερωτήσεις την υποχρέωναν να ελέγξει όλες τις οικονομικές συναλλαγές τις οποίες είχε πραγματοποιήσει τα τελευταία δέκα έτη, ούτως ώστε να καταλήξει στα δεδομένα που ζητούνταν. Ωστόσο, ορισμένα δεδομένα, ιδίως αυτά που αφορούσαν παλαιότερες συναλλαγές, δεν ήταν αποθηκευμένα στις βάσεις δεδομένων της. Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να ταυτοποιήσει, ένα προς ένα, χιλιάδες οικονομικά έγγραφα και στη συνέχεια να εισαγάγει χειροκίνητα τα σχετικά δεδομένα σε αρχεία του προγράμματος Excel, μορφοποιώντας τα σύμφωνα με τις οδηγίες της Επιτροπής.
105. Ακόμη ένας λόγος που συνετέλεσε στη δημιουργία σημαντικού φόρτου εργασίας από την προσβαλλόμενη απόφαση ήταν η μορφή με την οποία ζητήθηκε από την Επιτροπή να της υποβληθούν οι ζητούμενες πληροφορίες. Πράγματι, στην ψηφιακή εποχή, το γεγονός ότι με την αίτηση παροχής πληροφοριών ζητείται η υποβολή πολύ μεγάλου όγκου πληροφοριών ενδέχεται να έχει δευτερεύουσα σημασία. Σε πολλές περιπτώσεις ο φόρτος εργασίας που δημιουργείται από την αίτηση παροχής πληροφοριών εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή ζητεί από τον αποδέκτη της εν λόγω αιτήσεως να της παράσχει τις πληροφορίες. Με άλλα λόγια, η μορφή υπό την οποία η Επιτροπή απαιτεί να της παρασχεθούν οι ζητούμενες πληροφορίες ενδέχεται συχνά να είναι αυτή που δημιουργεί τον μεγαλύτερο φόρτο εργασίας σε μια επιχείρηση.
106. Συναφώς, επισημαίνω ότι το παράρτημα II (λεπτομερείς πληροφορίες για την απάντηση του ερωτηματολογίου) και το παράρτημα III (πρότυπα απαντήσεων) της προσβαλλομένης αποφάσεως συνθέτουν ένα δαιδαλώδες τριαντασέλιδο. Η μορφή υπό την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες ήταν η πλέον αυστηρή και οι οδηγίες ιδιαιτέρως λεπτομερείς.
107. Ως προς την αυστηρότητα του συγκεκριμένου μορφότυπου υποβολής των πληροφοριών, υπογραμμίζω ότι η πλήρης συμμόρφωση προς την απαιτούμενη μορφή διασφαλιζόταν μέσω ρητής απειλής για επιβολή κυρώσεων. Στο αρχικό πλαίσιο του ερωτηματολογίου, η Επιτροπή αναφέρει (με έντονους και υπογραμμισμένους χαρακτήρες): «Παρακαλούμε, λάβετε υπόψη σας ότι η απάντησή σας ενδέχεται να θεωρηθεί εσφαλμένη ή παραπλανητική σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς σας προς τους ακόλουθους όρους και οδηγίες».
108. Όσον αφορά τον εξαιρετικά λεπτομερή χαρακτήρα των οδηγιών, θα αναφερθώ απλώς στις υπερβολικά σχολαστικές προδιαγραφές σχετικά με τις απαντήσεις που ζητούσε η Επιτροπή να υποβληθούν μέσω αρχείων του προγράμματος Excel. Η αναιρεσείουσα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά και μόνον τα πρότυπα που περιλαμβάνονταν στο παράρτημα III και ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει απαρέγκλιτα τις οδηγίες που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των αρχείων που θα υποβάλλονταν, τον αριθμό των υπολογιστικών φύλλων εκάστου αρχείου, την ονομασία κάθε υπολογιστικού φύλλου, τις επιτρεπόμενες συντομογραφίες, τις ονομασίες και τους αριθμούς των στηλών ή των γραμμών, τη μορφή των ημερομηνιών και την χρήση των διαστημάτων, των ειδικών χαρακτήρων ή των συμβόλων (41).
109. Επιπλέον, οι πολυάριθμοι και σχεδόν κρυπτογραφημένοι κωδικοί τους οποίους έπρεπε να χρησιμοποιήσουν οι αποδέκτες των αποφάσεων —όπως τόνιζε η Επιτροπή, «ομοιόμορφα» και «στις απαντήσεις όλων των ερωτημάτων» (42)— είναι σαφές ότι ούτε συνέτειναν στην ευχερέστερη ανάγνωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε διευκόλυναν το έργο της συλλογής των απαντήσεων από την επιχείρηση.
110. Δεν αμφισβητείται ότι, ακόμη και για έναν έμπειρο επιχειρηματία, η μορφή υπό την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να αποτελεί γρίφο.
111. Όπως εξήγησα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-247/14 P, HeidelbergCement, ο όρος «πληροφορίες» για τους σκοπούς του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στην Επιτροπή να απαιτεί από τις επιχειρήσεις να της υποβάλουν τις ζητούμενες πληροφορίες υπό συγκεκριμένη μορφή. Προφανώς, οι αποδέκτες των αιτήσεων παροχής πληροφοριών είναι υποχρεωμένοι να ανταποκρίνονται σε αυτές τις αιτήσεις παρέχοντας πληροφορίες οι οποίες όχι μόνον είναι ορθές και πλήρεις, αλλά ακριβείς και σαφείς. Επιπλέον, όταν για την υποβολή χρήσιμης απαντήσεως απαιτείται η συλλογή πληροφοριών, μπορεί επίσης να αναμένεται από αυτούς, λόγω της υποχρεώσεως που υπέχουν για ενεργή συνεργασία, να λαμβάνουν υπόψη τους την μορφή υπό την οποία τους ζητείται από την Επιτροπή να παρασχεθούν οι πληροφορίες. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να απαιτεί από τις επιχειρήσεις να εκτελούν τόσο εκτενείς, σύνθετες και χρονοβόρες γραφειοκρατικές και διοικητικές εργασίες προς υποβολή των πληροφοριών που τους ζητήθηκαν, ώστε, στην πράξη, η προετοιμασία και η στοιχειοθέτηση της υποθέσεως να «ανατίθεται» στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Σε τελική ανάλυση, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τις παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης (43).
112. Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 18 (την οποία δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα), έχω την άποψη ότι η μορφή υπό την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες με την προσβαλλόμενη απόφαση δημιούργησε σαφώς πολύ σημαντικό φόρτο εργασίας για την αναιρεσείουσα. Τούτο δεν είναι αποδεκτό, πολύ δε περισσότερο στον βαθμό που οι απαιτούμενες εργασίες μορφοποιήσεως αφορούσαν, σε πολλές περιπτώσεις, δεδομένα τα οποία είτε κατείχε ήδη η Επιτροπή είτε ήταν διαθέσιμα στο κοινό.
113. Επί του πρώτου ζητήματος, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε σε συνέχεια άλλων ιδιαιτέρως επαχθών αιτήσεων παροχής πληροφοριών (υπό τη μορφή απλών αιτήσεων του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003), στις οποίες η Buzzi Unicem είχε ήδη απαντήσει. Αυτές οι προηγούμενες αιτήσεις αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό το ίδιο είδος πληροφοριών, με κάποιες διαφορετικές λεπτομέρειες ή υπό διαφορετική μορφή.
114. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωνε την αναιρεσείουσα —λόγω της μορφής υπό την οποία απαιτούσε να παρασχεθούν οι πληροφορίες— να υποβληθεί σε πρόσθετες προσπάθειες απλώς και μόνο προκειμένου να μορφοποιηθούν εκ νέου δεδομένα τα οποία είχαν ήδη παρασχεθεί στην Επιτροπή. Θεωρώ ότι μια τέτοια αίτηση επ’ ουδενί δικαιολογείται. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η απαίτηση της Επιτροπής για την εκ νέου μορφοποίηση πολύ μεγάλου όγκου δεδομένων θα μπορούσε να συγκριθεί, κατ’ αναλογία, με την απαίτηση μεταφράσεως σε διαφορετική γλώσσα πολυάριθμων και μακροσκελών εγγράφων τα οποία έχει στην κατοχή της η επιχείρηση. Το ενδεχόμενο να στερείται το προσωπικό της Επιτροπής των απαραίτητων γλωσσικών προσόντων δεν δικαιολογεί, κατά την άποψή μου, ένα τέτοιο αίτημα.
115. Αν η Επιτροπή, στις αιτήσεις της για παροχή πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, είχε διατυπώσει τις ερωτήσεις με τον ίδιο τρόπο που ήταν διατυπωμένες στην προσβαλλόμενη απόφαση ή αν δεχόταν έστω κατόπιν να υποβληθούν οι ζητούμενες πληροφορίες υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή, η αναιρεσείουσα θα είχε απαλλαγεί από σημαντικό φόρτο εργασίας.
116. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, η προσβαλλόμενη απόφαση απαιτούσε από την αναιρεσείουσα να συγκεντρώσει πληροφορίες οι οποίες ήταν διαθέσιμες στο κοινό. Για παράδειγμα, το σημείο 10 του παραρτήματος II της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει τα εξής: «Όλες οι νομισματικές αξίες αναφέρονται σε ευρώ. Αν η τοπική νομισματική μονάδα που χρησιμοποιείται δεν είναι το ευρώ, παρακαλούμε όπως μετατρέψετε τα εν λόγω ποσά σε ευρώ βάσει της επίσημης συναλλαγματικής ισοτιμίας που είχε δημοσιευθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς». Ουδέποτε εξηγήθηκε για ποιον λόγο αυτοί οι υπολογισμοί δεν μπορούσαν να γίνουν από το προσωπικό της Επιτροπής (44).
117. Για όλους αυτούς τους λόγους, είμαι της απόψεως ότι η αναιρεσείουσα ορθώς υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να γίνει δεκτός και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί αντιστοίχως.
Ε — Βέλτιστες πρακτικές
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
118. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον δεν ήλεγξε αν η Επιτροπή σεβάστηκε τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας όπως απορρέουν από τις «Βέλτιστες πρακτικές για την υποβολή οικονομικών αποδεικτικών στοιχείων και τη συλλογή δεδομένων σε υποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και σε υποθέσεις συγχωνεύσεων (έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής)» (45) (στο εξής: Βέλτιστες Πρακτικές). Κατά την αναιρεσείουσα, αν η Επιτροπή επιλέξει να συμμορφωθεί προς τις εν λόγω Βέλτιστες Πρακτικές και να συμβουλευθεί την επιχείρηση ως προς το σχέδιο αιτήσεως παροχής πληροφοριών, τότε είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της τις παρατηρήσεις και τα διευκρινιστικά αιτήματα της επιχειρήσεως. Επομένως, κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον παρέβλεψε τη συγκεκριμένη υποχρέωση.
119. Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του ως άνω επιχειρήματος.
2. Ανάλυση
120. Το σημείο 3.4.3 των Βέλτιστων Πρακτικών αναφέρει τα εξής: «Στις περιπτώσεις όπου κρίνεται πρόσφορο και σκόπιμο η ΓΔ Ανταγωνισμού θα αποστέλλει “σχέδιο” αιτήσεως δεδομένων για ποσοτικά δεδομένα προκειμένου να διευκολύνεται η καλύτερη ταυτοποίηση της ζητούμενη μορφής και να καθίστανται εφικτοί οι βασικοί έλεγχοι συνέπειας (βλ. τμήμα 3.3.2). Σκοπός του σχεδίου αιτήσεως δεδομένων είναι να καλούνται τα μέρη να προτείνουν τυχόν τροποποιήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να μειώσουν την επιβάρυνση προς συμμόρφωση, επιτρέποντας ταυτόχρονα τη συγκέντρωση των απαραίτητων πληροφοριών. Οποιαδήποτε μείωση του πεδίου της αιτήσεως δεδομένων μπορεί να γίνει δεκτή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακινδυνεύει την έρευνα και δεν προκαλεί, ιδίως στις υποθέσεις συγχωνεύσεων, συρρίκνωση της αρχικά προβλεπόμενης προθεσμίας για απάντηση».
121. Κατά τη γνώμη μου, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία κατά την οποία η Επιτροπή, όταν ανακοινώνει ορισμένους ενδεικτικούς κανόνες συμπεριφοράς που αποσκοπούν στην παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων έναντι τρίτων, δεν επιτρέπεται να παρεκκλίνει από τους κανόνες αυτούς χωρίς να εξηγεί τους λόγους, οι οποίοι μάλιστα πρέπει να συμβιβάζονται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Ωστόσο, όπως επίσης υπογράμμισε το Γενικό Δικαστήριο, είναι πρόδηλο ότι οι Βέλτιστες Πρακτικές αναγνωρίζουν ότι είναι στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις όταν είναι «πρόσφορες και σκόπιμες», και να τις υιοθετεί όταν με αυτές «δεν διακινδυνεύει την έρευνα» (46).
122. Ως εκ τούτου, από το γράμμα των Βέλτιστων Πρακτικών δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή θέλησε, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, να καθιερώσει μια σαφή και απαρέγκλιτη πρακτική.
123. Σημειωτέον δε ότι, κατά την άποψή μου, είναι επίσης αντιφατικό να υποστηριχθεί ότι, με την αποστολή σχεδίου αποφάσεως στους πιθανούς αποδέκτες, η Επιτροπή δεσμεύεται να συμμορφωθεί προς τις παρατηρήσεις που θα της υποβληθούν. Ένα τέτοιο επιχείρημα δεν έχει βάση ούτε στηρίζεται σε κάποια λογική. Πέραν της υποχρεώσεως της Επιτροπής να λάβει δεόντως υπόψη της τις παρατηρήσεις της επιχειρήσεως με την οποία διαβουλεύεται, δεν διακρίνω οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση που να απορρέει από το σημείο 3.4.3 των βέλτιστων πρακτικών. Υπ’ αυτήν την έννοια, η Buzzi Unicem δεν προσκόμισε κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε δεόντως υπόψη της τις παρατηρήσεις της.
124. Τέλος, σημειώνω επίσης ότι από τα σημεία 7 και 8 των Βέλτιστων Πρακτικών συνάγεται με σαφήνεια ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να επανεξετάζει και να μεταβάλλει τη θέση της σε σχέση με τις εν λόγω πρακτικές, καθώς και ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αποσκοπεί στην παραγωγή νέων εννόμων αποτελεσμάτων ούτε στην τροποποίηση της πρακτικής λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής. Εξάλλου, ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας των Βέλτιστων Πρακτικών επιβεβαιώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι αυτές έχουν εκδοθεί απλώς υπό τη μορφή «εγγράφου εργασίας» της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού της Επιτροπής και όχι ως έγγραφο το οποίο έχει εγκριθεί από την Επιτροπή συνολικά (που συμφωνήθηκε δηλαδή από το σώμα των επιτρόπων). Μάλιστα, οι Βέλτιστες Πρακτικές ουδέποτε δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καίτοι προκαλεί απορία το για ποιον λόγο η Επιτροπή εκδίδει έγγραφα την αξία των οποίων ακολούθως υπονομεύει όταν τα επικαλείται ο αντίδικος στο πλαίσιο μιας ένδικης διαδικασίας, εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι οι Βέλτιστες Πρακτικές σαφώς δεν αποσκοπούσαν στη θέσπιση δεσμευτικών κανόνων.
125. Κατόπιν τούτου, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη απορρίπτοντας τον λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα, σχετικά με μη τήρηση των Βέλτιστων Πρακτικών. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
VI – Συνέπειες της αναλύσεως
126. Κατά το άρθρο 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Εφόσον η διαδικασία το επιτρέπει, μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της υποθέσεως. Έχει επίσης τη δυνατότητα να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο.
127. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πέντε από τους επτά λόγους είναι βάσιμοι και, ως εκ τούτου, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να αναιρεθεί.
128. Βάσει των πραγματικών περιστατικών που περιήλθαν σε γνώση μου και από την ανταλλαγή απόψεων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς.
129. Στην προσφυγή που άσκησε η Buzzi Unicem ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προέβαλε πέντε λόγους για να στηρίξει το αίτημά της περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
130. Υπό το πρίσμα της προεκτεθείσας αναλύσεως, εκτιμώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν παράνομη για δύο κύριους λόγους: δεν αιτιολογούσε επαρκώς τον σκοπό της αιτήσεως παροχής πληροφοριών (βλ. σημεία 23 έως 49 των παρουσών προτάσεων) και δεν ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. σημεία 94 έως 117 των παρουσών προτάσεων). Καθένα από αυτά τα νομικά σφάλματα αρκεί, από μόνο του, προκειμένου να ακυρωθεί στο σύνολό της η απόφαση. Κατά συνέπεια, είναι περιττό να εξεταστεί αν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό ήταν βάσιμοι.
VII – Δικαστικά έξοδα
131. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
132. Αν το Δικαστήριο συνταχθεί με την άποψή μου ως προς την αίτηση αναιρέσεως, τότε, σύμφωνα με τα άρθρα 137, 138 και 184 του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
VIII – Πρόταση
133. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Μαρτίου 2014 στην υπόθεση Buzzi Unicem κατά Επιτροπής, T‑297/11·
– να ακυρώσει την απόφαση C(2011) 2361 τελικό της Επιτροπής σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (υπόθεση 39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα)·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
1 — Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 — Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).
3 — HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C‑247/14 P, Schwenk Zement κατά Επιτροπής, C‑248/14 P, και Italmobiliare κατά Επιτροπής, C‑268/14 P.
4 — Κανονισμός της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 123, σ. 18).
5 — EU:T:2014:122.
6 — C-247/14 P (σημεία 22 έως 27).
7 — Βλ. απόφαση Nexans και Nexans France κατά Επιτροπής (C‑37/13 P, EU:C:2014:2030, σκέψεις 31 και 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
8 — Όπ.π. (σκέψεις 34 έως 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 — Το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 προβλέπει ότι στην απόφαση πρέπει να «[…] αναφέρονται η νομική βάση και ο σκοπός της αίτησης, [να] προσδιορίζονται οι ζητούμενες πληροφορίες και [να] τάσσεται προθεσμία για την παροχή τους». Το άρθρο 20, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι στην απόφαση «[…] προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, [και] καθορίζεται η ημερομηνία έναρξής του […]».
10 — Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokkot επί της υποθέσεως Nexans και Nexans France κατά Επιτροπής (C‑37/13 P, EU:C:2014:223, σημεία 35 έως 38)
11 — Σκέψεις 35 και 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
12 — Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής (C‑310/93 P, EU:C:1994:408, σημείο 22).
13 — Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C. Lenz στην απόφαση SITPA (C‑27/90, EU:C:1990:407, σημείο 59).
14 — Βλ. νομολογία που παρατίθεται στο σημείο 26 των παρουσών προτάσεων.
15 — Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Nexans και Nexans France κατά Επιτροπής (C‑37/13 P, EU:C:2014:223, σημείο 52).
16 — Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, σημεία 46 και 47).
17 — Ερώτηση 1D. Βλ. σημείο 85 των παρουσών προτάσεων.
18 — Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, σημεία 138 έως 146).
19 — Βλ. σημεία 73 έως 91 των παρουσών προτάσεων.
20 — Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, C-247/14 P, σημείο 50).
21 — C‑247/14 P (σημεία 52 έως 54).
22 — Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση SEP κατά Επιτροπής (C‑36/92 P, EU:C:1993:928, σημείο 30).
23 — Βλ. απόφαση Der Grüne Punkt — Duales System Deutschland κατά Επιτροπής (C‑385/07 P, EU:C:2009:456, σκέψη 163 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24— Βλ., συναφώς, απόφαση Χαλκόρ κατά Επιτροπής (C‑386/10 P, EU:C:2011:815, σκέψεις 65 και 66).
25 — T‑296/11 (EU:T:2014:121, σκέψεις 41 έως 56).
26 — Σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
27 — Συνεπώς, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν οφείλει να ελέγξει αν τα ερωτήματα 5S, 5R, 5T και 5V αφορούσαν μόνο πραγματικά περιστατικά, ανεξαρτήτως αν τούτο είναι, κατά την άποψή μου, μάλλον προφανές.
28 — Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στην υπόθεση Orkem κατά Επιτροπής (374/87, EU:C:1989:207, σημείο 55).
29 — Βλ. σκέψεις 87 και 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
30 — Βλ., ιδίως, αποφάσεις Orkem κατά Επιτροπής (374/87, EU:C:1989:387, σκέψη 35) και Solvay κατά Επιτροπής (27/88, EU:C:1989:388, σκέψη 32).
31 — Όπως προαναφέρθηκε, η αιτιολογική σκέψη 23 αναφέρεται σε «περί των γεγονότων ερωτήσεις». Η δυσκολία να βρεθεί ο καλύτερος τρόπος για να περιγραφεί ο τύπος των ερωτήσεων που, λόγω του ότι το περιεχόμενό τους συνδέεται αποκλειστικώς με τα πραγματικά περιστατικά, δεν προσβάλλουν το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως είναι εμφανής και στη νομολογία. Βλ. νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 94 των προτάσεών μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P).
32 — Απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 273, στο εξής: PVC II) (η υπογράμμιση δική μου).
33 — Βλ. προτάσεις στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C-247/14 P, σημείο 157).
34 — Σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35 — Βλ., ιδίως, αποφάσεις Orkem κατά Επιτροπής (374/87, EU:C:1989:387, σκέψη 39) και Solvay κατά Επιτροπής (27/88, EU:C:1989:388, σκέψη 36).
36 — Βλ. αποφάσεις Hoechst κατά Επιτροπής (46/87 και 227/88, EU:C:1989:337, σκέψη 19) και Roquette Frères (C‑94/00, EU:C:2002:603, σκέψεις 27, 50 και 52).
37 — Βλ., συναφώς, απόφαση Roquette Frères (C‑94/00, EU:C:2002:603, σκέψεις 76 και 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38 — Στα λοιπά στοιχεία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο χαρακτήρας της εμπλοκής της οικείας επιχειρήσεως, η σημασία των αποδεικτικών στοιχείων που ζητήθηκαν και ο όγκος και η μορφή των χρήσιμων πληροφοριών τις οποίες η Επιτροπή εκτιμά ότι έχει στην κατοχή της η επίμαχη επιχείρηση.
39 — Μεταξύ άλλων, λαμβάνω υπόψη μου τον αριθμό των εταιριών που ενεπλάκησαν, τη γεωγραφική έκταση των εικαζομένων παραβάσεων και τους ιδιαιτέρως σοβαρούς περιορισμούς τους οποίους ενείχαν οι πιθανολογούμενες συμφωνίες.
40 — Σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
41 — Βλ. σημεία 2, 6, 7, 8, 9, 13, 14 και 15 του παραρτήματος III. Για παρόμοιες σύνθετες οδηγίες, βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ερωτήματα 1A και 2 στο παράρτημα I.
42 — Βλ. σημεία 16 και 17 του παραρτήματος II.
43 — Βλ. άρθρο 2 του κανονισμού 1/2003.
44 — Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, σημείο 120).
45 — Έγγραφο που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της ΓΔ Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
46 — Βλ. σκέψεις 140 και 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
Full & Egal Universal Law Academy