ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑283/14 και C‑284/14
CM Eurologistik GmbH (C-283/14)
κατά
Hauptzollamt Duisburg
και
Grünewald Logistik Service GmbH (C-284/14)
κατά
Hauptzollamt Hamburg‑Stadt
[αιτήσεις του Finanzgericht Düsseldorf (Γερμανία)
και του Finanzgericht Hamburg (Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Δασμός αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών καταγωγής Κίνας — Επιστροφή δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με αρχικό κανονισμό ο οποίος κρίθηκε άκυρος από το Δικαστήριο — Επανέναρξη της αρχικής έρευνας περί του προσδιορισμού της κανονικής αξίας — Εκ νέου επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ βάσει των ίδιων δεδομένων»
I – Εισαγωγή
1.
Με τις δύο υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων, τα εθνικά δικαστήρια υποβάλλουν στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με το κύρος του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 158/2013 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2013, για την εκ νέου επιβολή [οριστικού] δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ( 2 ). Οι αιτήσεις αυτές θέτουν κατ’ ουσίαν το ζήτημα της διττής λειτουργίας της νομοθεσίας αντιντάμπινγκ ως συστήματος μέτρων προστασίας στο πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής, αφενός, και ως εκφράσεως της λήψεως μιας διοικητικής αποφάσεως που υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, αφετέρου.
2.
Τα ερωτήματα υποβάλλονται στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ, αντιστοίχως, των CM Eurologistik GmbH (στο εξής: Eurologistik) και Hauptzollamt Duisburg (κεντρικού τελωνείου του Duisburg), και των Grünwald Logistik Service GmbH (στο εξής: GLS) και Hauptzollamt Hamburg‑Stadt (κεντρικού τελωνείου της πόλεως του Αμβούργου), σχετικά με την είσπραξη, από τις προαναφερθείσες τελωνειακές αρχές, δασμού αντιντάμπινγκ επί της εισαγωγής κονσερβών μανταρινιών προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.
3.
Τα αιτούντα δικαστήρια προβάλλουν πλείονες λόγους ακυρότητας του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού. Εντούτοις, κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, με τις παρούσες προτάσεις μου θα εξετάσω αποκλειστικά και μόνον αν, σε περίπτωση μερικής επανενάρξεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ μετά από απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία κηρύσσεται άκυρος προγενέστερος κανονισμός για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, τα θεσμικά όργανα μπορούν να εμμείνουν στην αρχική περίοδο έρευνας ως βάση προσδιορισμού της κανονικής αξίας των οικείων προϊόντων για τους σκοπούς του εκτελεστικού κανονισμού που εκδίδεται στη συνέχεια.
II – Νομικό πλαίσιο
4.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: βασικός κανονισμός) ( 3 ):
«Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι τα μέτρα παύουν να ισχύουν μετά την πάροδο πενταετίας, εκτός αν διαπιστωθεί, από την επανεξέτασή τους, ότι είναι σκόπιμη η διατήρησή τους σε ισχύ. Είναι ακόμη ανάγκη να προβλεφθεί ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν υποβληθεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη μεταβολή των συνθηκών, διενεργείται επανεξέταση ή έρευνα, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον επιβάλλεται η επιστροφή δασμών αντιντάμπινγκ. […]»
5.
Κατά το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθορισμός του ντάμπινγκ», «[η] κανονική αξία βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής».
6.
Το άρθρο 2, Α, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού ορίζει:
«[σ]την περίπτωση εισαγωγών από χώρες χωρίς οικονομία αγοράς, η κανονική αξία καθορίζεται με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, ή την τιμή από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας, ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση, συμπεριλαμβανομένης της τιμής που έχει πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθεί στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, δεόντως προσαρμοσμένης αν χρειάζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.
Μία κατάλληλη τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς θα επιλέγεται με εύλογο τρόπο, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη κάθε αξιόπιστη πληροφορία διαθέσιμη κατά τη στιγμή της επιλογής. […]»
7.
Κατά το άρθρο 6 του βασικού κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έρευνα»:
«1. Μετά την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή, ενεργώντας σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, αρχίζει έρευνα σε επίπεδο Κοινότητας. Η έρευνα αυτή αφορά τόσο το ντάμπινγκ όσο και τη ζημία, και διεξάγεται και για τα δύο ταυτοχρόνως. Προκειμένου να εξαχθούν αντιπροσωπευτικά συμπεράσματα, επιλέγεται μια περίοδος έρευνας η οποία, στην περίπτωση του ντάμπινγκ, συνήθως καλύπτει διάστημα όχι βραχύτερο των έξι μηνών αμέσως πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Κατά κανόνα, τυχόν πληροφορίες που αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της περιόδου έρευνας δεν λαμβάνονται υπόψη.
[…]»
8.
Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διάρκεια ισχύος, επανεξέταση και επιστροφές», προβλέπουν τα εξής:
«2. Κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του ή από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της πλέον πρόσφατης διαδικασίας επανεξέτασης η οποία κάλυψε τόσο το ντάμπινγκ όσο και τη ζημία, εκτός αν η επανεξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τυχόν λήξη της ισχύος του μέτρου είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. […]
[…]
3. Η ανάγκη διατήρησης σε ισχύ δεδομένου μέτρου είναι επίσης δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο επανεξέτασης, όταν κρίνεται δικαιολογημένη, με πρωτοβουλία της Επιτροπής [...]. Ενδιάμεση επανεξέταση αρχίζει όταν η αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η διατήρηση σε ισχύ του μέτρου δεν είναι πλέον απαραίτητη για την εξουδετέρωση του ντάμπινγκ ή/και ότι είναι απίθανο να συνεχισθεί ή να επαναληφθεί η ζημία σε περίπτωση άρσης ή διαφοροποίησης του μέτρου ή το υφιστάμενο μέτρο δεν αρκεί ή δεν αρκεί πλέον για την εξουδετέρωση των ζημιογόνων συνεπειών του ντάμπινγκ. […]»
III – Τα πραγματικά περιστατικά που προηγήθηκαν της εκδόσεως του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού
9.
Το καθοριστικό στοιχείο για την απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι, συνεπώς, η εμβέλεια της αποφάσεως GLS ( 4 ) με την οποία το Δικαστήριο έκρινε άκυρο τον κανονισμό (ΕΚ) 1355/2008 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων εσπεριδοειδών ( 5 ). Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 του εν λόγω κανονισμού, η έρευνα αναφορικά με το ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2006 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2007 ( 6 ).
10.
Με την απόφαση GLS, το Δικαστήριο, ακολουθώντας την πρόταση του γενικού εισαγγελέα ( 7 ), έκρινε ότι, υπό το πρίσμα του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, σε περίπτωση εισαγωγών από τρίτη χώρα που δεν έχει οικονομία αγοράς, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα υποχρεούνται να εξετάζουν όλες τις πληροφορίες που διαθέτουν, προκειμένου να εντοπίσουν ανάλογη χώρα με οικονομία αγοράς ( 8 ).
11.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «η Επιτροπή και το Συμβούλιο, καθορίζοντας την κανονική αξία του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης προϊόντος με βάση τις τιμές που πράγματι καταβάλλονταν ή έπρεπε να καταβάλλονται στην Ένωση για ομοειδές προϊόν, χωρίς να επιδείξουν όλη την απαιτούμενη επιμέλεια προκειμένου να προσδιορίσουν την αξία αυτή με βάση τις τιμές που καταβάλλονταν για το ίδιο αυτό προϊόν σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, δεν τήρησαν τις απαιτήσεις του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού» ( 9 ).
12.
Κατόπιν της αποφάσεως GLS, η Επιτροπή εξέδωσε στις 19 Ιουνίου 2012 ανακοίνωση για την επανέναρξη της διαδικασίας αντιντάμπινγκ ( 10 ), με την οποία δήλωνε ότι οι οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ οι οποίοι καταβλήθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό 1355/2008 θα έπρεπε να επιστραφούν ή να διαγραφούν. Διευκρίνιζε επίσης ότι, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση, «οι εισαγωγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κ.λπ.) ( 11 ) δεν υπόκεινται πλέον στα μέτρα αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1355/2008». Η ανακοίνωση αυτή σηματοδότησε επίσης τη μερική επανέναρξη της έρευνας αντιντάμπινγκ αναφορικά με τις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κλπ.) καταγωγής Κίνας, με σκοπό τη συμμόρφωση με την προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου. Η εν λόγω ανακοίνωση διευκρίνιζε ότι η επανέναρξη αφορούσε αποκλειστικά την επιλογή ανάλογης χώρας, εφόσον υπήρχε, και τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού.
13.
Στη συνέχεια, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, εκδόθηκε ο επίδικος εκτελεστικός κανονισμός με τον οποίο επιβλήθηκε εκ νέου οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ. Η ισχύς του κανονισμού άρχισε στις 23 Φεβρουαρίου 2013 και έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2013 ( 12 ). Η έρευνα για το ντάμπινγκ και τη ζημία στην οποία βασίστηκε κάλυπτε την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2006 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2007 ( 13 ).
IV – Οι διαφορές των κύριων δικών, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
14.
Στην υπόθεση C‑283/14, η Eurologistik, εταιρία παροχής υπηρεσιών αποθηκεύσεως και διανομής, τοποθέτησε, στις 20 και 25 Μαρτίου 2013, μανταρίνια-πορτοκάλια καταγωγής Κίνας σε εγκεκριμένη αποθήκη τελωνειακής αποταμιεύσεως ( 14 ). Τον Απρίλιο 2013 η Eurologistik απέσυρε μέρος των προαναφερθέντων μανταρινιών από την αποθήκη τελωνειακής αποταμιεύσεως και στη συνέχεια τα δήλωσε προς θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. Προς τον σκοπό αυτόν, υπολόγισε τον δασμό αντιντάμπινγκ σε 9657,99 ευρώ. Με απόφαση της 7ης Μαΐου 2013, το Hauptzollamt Duisburg της επέβαλε δασμούς αντιντάμπινγκ ύψους 9657,99 ευρώ.
15.
Η Eurologistik υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής, υποστηρίζοντας ότι ο επίδικος κανονισμός ήταν άκυρος. Το Hauptzollamt Duisburg, αφού επέστρεψε, με απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, δασμούς αντιντάμπινγκ ύψους 255,25 ευρώ, απέρριψε με απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2013 τη διοικητική ένσταση, εκτιμώντας ότι δεσμεύεται από τον εν λόγω κανονισμό. Κατόπιν τούτου, η Eurologistik άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Finanzgericht Düsseldorf, προβάλλοντας και πάλι την ακυρότητα του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού.
16.
Το Finanzgericht Düsseldorf αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι έγκυρος ο [επίδικος] εκτελεστικός κανονισμός […];»
17.
Στην υπόθεση C‑284/14, το Hauptzollamt Hamburg‑Stadt, με απόφαση της 3ης Απριλίου 2013, επέβαλε στην GLS, εισαγωγέα κονσερβών μανταρινιών προελεύσεως Κίνας, εισαγωγικούς δασμούς, εκ των οποίων 62983,52 ευρώ αφορούσαν δασμούς αντιντάμπινγκ, βάσει του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού.
18.
Προβάλλοντας την ακυρότητα του εν λόγω κανονισμού, η GLS υπέβαλε στις 30 Απριλίου 2013 διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Hauptzollamt Hamburg‑Stadt, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με απόφαση της 24ης Μαΐου 2013. Στις 26 Ιουνίου 2013 η GLS άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht Hamburg, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι έγκυρος ο [επίδικος] εκτελεστικός κανονισμός […], μολονότι δεν διενεργήθηκε λίγο πριν από την έκδοσή του αυτοτελής έρευνα αντιντάμπινγκ, αλλά απλώς συνεχίστηκε η έρευνα αντιντάμπινγκ που είχε ήδη διεξαχθεί για την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2006 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2007 και για την οποία όμως το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση GLS της 22ας Μαΐου 2012, ότι είχε διεξαχθεί κατά παράβαση των επιταγών του κανονισμού (ΕΚ) 384/96, πράγμα που οδήγησε το Δικαστήριο να αποφανθεί, με την ίδια αυτή απόφαση, ότι ήταν άκυρος ο κανονισμός (ΕΚ) 1355/2008 […], ο οποίος είχε εκδοθεί κατόπιν της έρευνας αυτής;»
V – Ανάλυση
Α — Επί του κρίσιμου λόγου ακυρότητας
19.
Ο ένας από τους λόγους ακυρότητας που προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα δίκη θέτει το ζήτημα κατά πόσον ο επίδικος εκτελεστικός κανονισμός αντιβαίνει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, καθόσον βασίζεται σε περίοδο έρευνας διεξαχθείσα πριν από μια πενταετία και πλέον, από την 1η Οκτωβρίου 2006 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2007. Τα αιτούντα δικαστήρια ερωτούν το Δικαστήριο αν είναι σύννομο να ληφθεί υπόψη η αρχική περίοδος έρευνας για την εξέταση της υπάρξεως ανάλογης χώρας στο πλαίσιο της εκ νέου επιβολής του επίδικου δασμού αντιντάμπνιγκ.
20.
Κατά το Finanzgericht Düsseldorf, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι ο έλεγχος πρέπει υποχρεωτικά να αφορά πρόσφατη περίοδο έρευνας, πράγμα που ισχύει και σε περίπτωση εκ νέου επιβολής δασμού αντιντάμπινγκ. Το Finanzgericht Hamburg προσθέτει ότι, ακόμα και αν πρέπει κατ’ αρχήν να είναι δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη η αρχική περίοδος έρευνας, αυτό είναι αδύνατον εν προκειμένω, λόγω του ότι δεν μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποφευχθεί με επαρκή βεβαιότητα η παραβίαση της υποχρεώσεως (επιμέλειας) την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφαση GLS. Το Finanzgericht Hamburg επισημαίνει ότι όσο πιο απομακρυσμένη χρονικά είναι η οικεία περίοδος έρευνας τόσο λιγότερο διατεθειμένες είναι οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών να απαντήσουν σε ερωτήσεις.
21.
Από την πλευρά τους, οι Eurologistik και GLS υποστηρίζουν ότι, αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, προκύπτει ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ μπορούν να θεσπιστούν μόνον κατόπιν καθορισμού της πλέον πρόσφατης, κατά το δυνατόν, περιόδου έρευνας. Υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στα θεσμικά όργανα να επιλέγουν πρόσφατη περίοδο έρευνας θεμελιώνεται στην απόφαση Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου ( 15 ). Τέλος, οι εν λόγω διάδικοι των κύριων δικών παραπέμπουν στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, το οποίο διέπει την ενδιάμεση επανεξέταση, και υποστηρίζουν ότι από την εν λόγω διάταξη αποδεικνύεται επίσης ότι οι ισχύοντες δασμοί αντιντάμπινγκ δεν αποκλείουν έλεγχο βασιζόμενο σε πρόσφατα στοιχεία.
Β — Επί της νομιμότητας της συνεκτιμήσεως της οικείας περιόδου έρευνας
22.
Πριν σχολιάσω τον λόγο ακυρότητας που αντλείται από την επιλογή της περιόδου έρευνας, θα ήθελα να υπενθυμίσω ορισμένες αρχές που διέπουν την επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ, καθώς και τους κλασικούς κανόνες όσον αφορά την έκδοση διοικητικών αποφάσεων. Στη συνέχεια, θα εξετάσω ειδικότερα την τήρησή τους στο πλαίσιο της εκδόσεως του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού.
1. Παρατηρήσεις υπό το πρίσμα της νομοθεσίας αντιντάμπινγκ ως συστήματος μέτρων προστασίας που εμπίπτουν στην κοινή εμπορική πολιτική
23.
Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού δεν καθορίζει κατά τρόπο απόλυτο την περίοδο έρευνας που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα θεσμικά όργανα. Προβλέπει απλώς ότι η περίοδος έρευνας κατά κανόνα καλύπτει τουλάχιστον το διάστημα των έξι μηνών οι οποίοι προηγούνται της ενάρξεως της διαδικασίας.
24.
Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι σκοπός των δασμών αντιντάμπινγκ είναι η εξουδετέρωση του περιθωρίου ντάμπινγκ που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της τιμής της πραγματοποιούμενης προς την Ένωση εξαγωγής και της κανονικής αξίας του προϊόντος, προς άρση των ζημιογόνων επιπτώσεων της εισαγωγής των επίμαχων εμπορευμάτων στην Ένωση ( 16 ). Σκοπός της διαδικασίας αντιντάμπινγκ είναι η προστασία της βιομηχανίας της Ένωσης, η οποία δικαιούται την εν λόγω προστασία εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο βασικός κανονισμός (άρθρα 5, παράγραφος 9, και 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού) ( 17 ).
25.
Με την απόφαση Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου ( 18 ), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η θέσπιση δασμών αντιντάμπινγκ δεν συνιστά κύρωση για παλαιότερη συμπεριφορά ( 19 ), αλλά μέτρο άμυνας και προστασίας κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού ο οποίος προκύπτει από την πρακτική του ντάμπινγκ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, κατά κανόνα, δυνάμει του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού, οι δασμοί αντιντάμπινγκ δεν μπορούν να επιβάλλονται ούτε να αυξάνονται με αναδρομική ισχύ. Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα θεσμικά όργανα πρέπει να διεξάγουν την έρευνα για τον προσδιορισμό της ζημίας«με βάση τις πλέον πρόσφατες, κατά το δυνατόν, πληροφορίες» ( 20 ).
26.
Εξάλλου, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν, ειδικότερα στον τομέα των μέτρων αντιντάμπινγκ, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάζουν. Ως προς τον δικαστικό έλεγχο της εν λόγω εκτιμήσεως, αυτός πρέπει επομένως να περιορίζεται στον έλεγχο τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας, του υποστατού των περιστατικών επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και της απουσίας πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ή καταχρήσεως εξουσίας ( 21 ).
27.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, η ανάλογη χώρα επιλέγεται με εύλογο τρόπο ( 22 ). Ειδικότερα, η επιλογή της ανάλογης χώρας εντάσσεται στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που έχουν τα θεσμικά όργανα κατά την ανάλυση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Καίτοι η άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας δεν εξαιρείται του δικαστικού ελέγχου, η έκταση του ελέγχου της επιλογής ανάλογης χώρας από το Δικαστήριο είναι σχετικώς περιορισμένη ( 23 ). Κατά συνέπεια, επιβάλλεται στενή ερμηνεία κατά την εκτίμηση του σφάλματος που διαπιστώθηκε με την απόφαση GLS.
28.
Επιπλέον, επιβάλλεται μια διευκρίνιση σχετικά με τη διάρκεια των μέτρων αντιντάμπινγκ, ζήτημα που προκάλεσε σύγχυση στους διαδίκους της κύριας δίκης. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, του βασικού κανονισμού, υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 20 του ίδιου κανονισμού, κάθε μέτρο αντιντάμπινγκ παραμένει σε ισχύ αποκλειστικά για όσο χρόνο αυτό είναι απαραίτητο. Κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του, εκτός αν η επανεξέταση οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ισχύς του πρέπει να διατηρηθεί.
29.
Η επανεξέταση (μέτρων των οποίων παύει η ισχύς) κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού συνεπάγεται, κατά συνέπεια, για την Επιτροπή την ανάγκη να καθορίσει νέα περίοδο έρευνας. Εξάλλου, ο λόγος υπάρξεως της ενδιάμεσης επανεξετάσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού είναι να ανταποκριθεί σε μεταβολή των περιστάσεων. Αυτό συνεπάγεται κατά κανόνα προσδιορισμό νέας περιόδου έρευνας. Εξάλλου, η αποτελεσματικότητα και η επικαιρότητα της περιόδου έρευνας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της επιστροφής των δασμών αντιντάμπινγκ σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού ( 24 ), εφόσον στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής διεξάγεται έρευνα επί των εξαγωγών του παραγωγού-εξαγωγέα προς την Ένωση και υπολογίζεται το νέο περιθώριο ντάμπινγκ. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή είναι δυνατόν να αναγκαστεί να εξετάσει δύο περιόδους έρευνας ( 25 ). Επισημαίνω συναφώς ότι η διαδικασία που ακολούθησε την απόφαση GLS και η έκδοση του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού δεν εμπίπτουν σε καμία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις.
30.
Τέλος, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο βασικός κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τη συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (GATT) ( 26 ) που προσαρτάται στο παράρτημα 1 A της συμφωνίας για τη σύσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της ( 27 ).
31.
Από τις επεξηγήσεις που αφορούν τη συμφωνία αντιντάμπινγκ προκύπτει ότι η τήρηση των χρονικών ορίων δεν είναι πλέον υποχρεωτική εφόσον για τα συγκεκριμένα προϊόντα εκκρεμεί ένδικη διαδικασία ( 28 ). Είναι αληθές ότι η διευκρίνιση αυτή αφορά τις διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας για την έναρξη της έρευνας και τη μετέπειτα διεξαγωγή της, η οποία περιορίζεται σε 18 μήνες στο πλαίσιο του ΠΟΕ, μολονότι υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, η διεξαγωγή της έρευνας περιορίζεται, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 9, του κανονισμού 384/96, σε 15 μήνες. Ανεξαρτήτως αυτού, ο εν λόγω κανόνας απορρέει, κατά την άποψή μου, από τη γενική αρχή ότι η παράταση διαδικασίας αντιντάμπινγκ λόγω μεταγενέστερης ένδικης διαδικασίας δεν καθιστά αναγκαία την επανεξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της επιβολής των δασμών αντιντάμπινγκ αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρόδου του χρόνου. Εντούτοις, η δικαστική αμφισβήτηση μέτρου αντιντάμπινγκ προφανώς δεν πρέπει να μετατρέπει τη διοικητική διαδικασία σε «perpetuum mobile». Η αρχή αυτή διέπει, κατά την άποψή μου, και την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
2. Παρατηρήσεις υπό το πρίσμα του ελέγχου νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας
32.
Υπό το πρίσμα του ελέγχου της νομιμότητας των κανόνων που είναι εφαρμοστέοι σε κάθε διοικητική διαδικασία, οι υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν τα θεσμικά όργανα εν προκειμένω απορρέουν από το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο το θεσμικό όργανο του οποίου η πράξη κηρύχθηκε άκυρη οφείλει να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
33.
Θα πρέπει να υπενθυμιστεί συναφώς ότι η ακύρωση πράξεως με την οποία ολοκληρώνεται διοικητική διαδικασία που περιλαμβάνει πολλά στάδια, όπως μια διαδικασία αντιντάμπινγκ, δεν επιφέρει αναγκαστικά την ακύρωση ολόκληρης της διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως ( 29 ).
34.
Η διαδικασία αντιντάμπινγκ αποτελεί παράδειγμα τέτοιας διαδικασίας με πολλά στάδια. Κατά συνέπεια, η ακύρωση κανονισμού με τον οποίο θεσπίζονται μέτρα αντιντάμπινγκ δεν επιφέρει αυτεπαγγέλτως ακύρωση του συνόλου της διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως του κανονισμού. Όπως διευκρινίζει το Συμβούλιο με τις γραπτές του παρατηρήσεις, τα θεσμικά όργανα προχωρούν συστηματικά σε μερική επανέναρξη της αρχικής έρευνας προκειμένου να θεραπευθεί η αντίθεση του αρχικού κανονισμού προς τον νόμο. Συνεπώς, η έκταση της εν λόγω επανενάρξεως περιορίζεται στην εφαρμογή της αποφάσεως του δικαστικού οργάνου της Ένωσης με την οποία ακυρώθηκε ο αρχικός κανονισμός ( 30 ).
35.
Κατά συνέπεια, συμφωνώ με τη θέση των θεσμικών οργάνων ότι, για να εκτελεστεί απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η ακυρότητα, αρκεί να στραφεί κανείς προς το παρελθόν και να θεραπεύσει τη μεμονωμένη πλημμέλεια την οποία επισήμανε το Δικαστήριο.
36.
Εντούτοις, είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ του ίδιου του λόγου ακυρότητας, εν προκειμένω της παραβιάσεως της υποχρεώσεως επιμέλειας κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας, και του ουσιαστικού περιεχομένου ενός τέτοιου λόγου ακυρότητας, δηλαδή των επιπτώσεών του («spread–effects») στο σύνολο της πράξεως που κηρύχθηκε άκυρη από το Δικαστήριο. Πράγματι, η έκταση διαδικαστικής πλημμέλειας πρέπει να αξιολογείται επί τη βάσει του σφάλματος που διαπιστώνεται ( 31 ). Θεωρώ προφανές ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η έκταση της πλημμέλειας είναι τέτοια, ώστε η διαδικασία πρέπει να αρχίσει εκ νέου. Αυτό όμως θα πρέπει να προκύπτει σαφώς από την απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία κηρύσσεται άκυρος ο εκτελεστικός κανονισμός. Στο πλαίσιο αυτό, διευκρινίζω ότι με την απόφαση GLS δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση οι λοιπές διαπιστώσεις που περιέχονται στον κανονισμό 1355/2008, για παράδειγμα σχετικά με τη ζημία, το κοινοτικό συμφέρον και την τιμή εξαγωγής. Ιδίως, δεν αμφισβητήθηκε αυτή καθεαυτήν η αποδεικτική αξία της έρευνας. Αντιθέτως, η διαδικαστική πλημμέλεια αφορούσε την αβεβαιότητα όσον αφορά την ανεπάρκεια των δεδομένων για την επιλογή ανάλογης τρίτης χώρας.
3. Επί της επιλογής της περιόδου έρευνας
37.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η προβληματική επικεντρώνεται στον σεβασμό των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτουν τα θεσμικά όργανα κατά την εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου διαπιστώνουσας την ακυρότητα κανονισμού αντιντάμπινγκ. Η εν λόγω εξουσία μπορεί να ασκείται αποκλειστικά εντός των ορίων των σκοπών που διώκει ο βασικός κανονισμός ( 32 ).
38.
Επισημαίνω ότι η περίοδος έρευνας την οποία προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αποβλέπει ιδίως στο να διασφαλίζει ότι τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται ο προσδιορισμός του ντάμπινγκ και της ζημίας δεν επηρεάζονται από τη συμπεριφορά των ενδιαφερόμενων παραγωγών μετά την κίνηση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και, επομένως, ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται μετά το πέρας της διαδικασίας μπορεί όντως να καλύψει τη ζημία που απορρέει από το ντάμπινγκ ( 33 ).
39.
Στην υπό κρίση υπόθεση, κατά συνέπεια, η αξιολόγηση των επιπτώσεων λόγου ακυρότητας πρέπει να δίδει απάντηση στο ερώτημα αν, λαμβανομένης υπόψη αυτής της λειτουργίας της περιόδου έρευνας, είναι δυνατόν να θεραπευθούν οι επικρίσεις τις οποίες διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση GLS χωρίς να διεξαχθεί έρευνα βασιζόμενη σε πρόσφατη περίοδο και πρόσφατα δεδομένα. Με άλλα λόγια, πρέπει να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό το σφάλμα κατά τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας μπορούσε να επηρεάσει την εκτίμηση του ντάμπινγκ ( 34 ).
40.
Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση GLS, η Επιτροπή υπέπεσε σε διαδικαστικό και όχι σε ουσιαστικό σφάλμα. Από την ανακοίνωση για την επανέναρξη της διαδικασίας αντιντάμπινγκ προκύπτει ότι η διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά την «επιλογή της ανάλογης χώρας, εάν υπάρχει, και [τον] προσδιορισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ» ( 35 ).
41.
Επισημαίνω ότι στις αιτιολογικές σκέψεις 43 και 86 του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού αναφέρονται δύο λόγοι που οδήγησαν τα θεσμικά όργανα στην προσβαλλόμενη επιλογή. Αφενός, «επειδή οι δασμοί αντιντάμπινγκ ήταν σε ισχύ, κάθε στοιχείο που είχε συλλεγεί κατά τη διάρκεια νέας περιόδου έρευνας θα είχε στρεβλωθεί από την ύπαρξη των εν λόγω δασμών αντιντάμπινγκ», και, αφετέρου, «[τα ζητήματα που έθεσαν] τα διάφορα μέρη αναφορικά με την [προβαλλόμενη] απουσία ντάμπινγκ κατά την παρούσα χρονική στιγμή δύνανται να συζητηθούν καταλληλότερα στο πλαίσιο μιας ενδιάμεσης αναθεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού».
42.
Επιπλέον, με την αιτιολογική σκέψη 54 του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού επιβεβαιώνεται ότι, «[λ]αμβανομένων υπόψη των σχολίων που διατυπώθηκαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη, την ανάλυση αυτών και, παρά τις σημαντικές προσπάθειες από μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής, την έλλειψη συνεργασίας από δυνητικούς παραγωγούς τρίτων χωρών, προέκυψε το συμπέρασμα ότι η κανονική αξία με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς όπως περιγράφεται στο άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού δεν μπόρεσε να προσδιοριστεί».
43.
Εξάλλου, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, οι δασμοί που επιβάλλονται με τον επίδικο εκτελεστικό κανονισμό παράγουν αποτελέσματα μόνο για την εναπομένουσα διάρκεια του κανονισμού 1355/2008 και όχι για μια πενταετία από την έναρξη ισχύος του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση υποθέσεις δεν αφορούν έρευνα που κινήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 του βασικού κανονισμού. Στο ίδιο πνεύμα, η Επιτροπή προσθέτει ότι από την επανεξέταση προκύπτει ότι το διαδικαστικό σφάλμα δεν είχε πράγματι ουδεμία επίπτωση ως προς το αποτέλεσμα του ελέγχου. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα της αρχικής έρευνας έχουν ενσωματωθεί, στο μέτρο του δυνατού, στο αποτέλεσμα του ελέγχου, όπως εκφράζεται στον επίδικο εκτελεστικό κανονισμό. Η διεξαγωγή εξ ολοκλήρου νέας έρευνας για πρόσφατη περίοδο θα προκαλούσε σημαντικές καθυστερήσεις, μη δυνάμενες να δικαιολογηθούν λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος της βιομηχανίας της Ένωσης σε προστασία αυτού του είδους και του ότι το διαδικαστικό σφάλμα περιοριζόταν σε μια επιμέρους πτυχή.
44.
Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι, εν προκειμένω, το σφάλμα στον προσδιορισμό ανάλογης χώρας δεν επηρέασε άλλα στοιχεία που συνεκτιμώνται κατά τον υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ. Μολονότι η λογική που διέπει τους κανόνες της κοινής εμπορικής πολιτικής συνηγορεί, εκ πρώτης όψεως, υπέρ της χρησιμοποιήσεως των πλέον πρόσφατων δεδομένων, φρονώ ότι η διοικητική λογική σύμφωνα με την οποία η νομιμότητα διοικητικής πράξεως δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση λόγω μεταγενέστερων εξελίξεων της πραγματικής καταστάσεως είναι εκείνη που υπερισχύει εν προκειμένω στη στάθμιση μεταξύ των δύο αυτών προσεγγίσεων. Συνεπώς, τα θεσμικά όργανα δεν υπερέβησαν τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν.
45.
Βάσει όλων των προεκτεθέντων, η εξέταση του επίδικου εκτελεστικού κανονισμού δεν οδηγεί στη διαπίστωση ότι είναι άκυρος.
VI – Πρόταση
46.
Υπό την επιφύλαξη της εξετάσεως των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακυρότητας, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Finanzgericht Düsseldorf και του Finanzgericht Hamburg ότι από την εξέταση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 158/2013 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2013, για την εκ νέου επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, δεν προέκυψαν στοιχεία που να επιτρέπουν να κηρυχθεί άκυρος.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 49, σ. 29, στο εξής: επίδικος εκτελεστικός κανονισμός.
( 3 ) ΕΕ L 343, σ. 51. Ο βασικός κανονισμός, ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 11 Ιανουαρίου 2010, κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2117/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2005 (ΕΕ L 340, σ. 17) (στο εξής: κανονισμός 384/96).
( 4 ) Απόφαση GLS (C‑338/10, EU:C:2012:158).
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 350, σ. 35, στο εξής: κανονισμός 1355/2008). Διευκρινίζω ότι, με την απόφαση Zhejiang Xinshiji Foods και Hubei Xinshiji Foods κατά Συμβουλίου (Τ-122/09, EU:T:2011:46), το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε άκυρο τον κανονισμό 1355/2008 καθόσον αφορούσε τις προσφεύγουσες Zhejiang Xinshiji Foods Co. Ltd και Hubei Xinshiji Foods Co. Ltd λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας και ελλείψεως αιτιολογίας.
( 6 ) Όπως προέκυπτε από την αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού (ΕΚ) 642/2008 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2008, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών, κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 178, σ. 19).
( 7 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση GLS (C‑338/10, EU:C:2011:636, σημείο 10), όπου αναφέρεται ότι «ο κανονισμός 1355/2008 αντιβαίνει στον νόμο, δεδομένου ότι δεν προκύπτει από αυτόν ότι τα κοινοτικά όργανα κατέβαλαν σοβαρές και επαρκείς προσπάθειες να καθορίσουν την κανονική αξία των μανταρινιών και άλλων παρόμοιων εσπεριδοειδών σε κονσέρβα βάσει των τιμών σε ή από μια από τις τρίτες χώρες με οικονομία αγοράς από τις οποίες, σύμφωνα με τις στατιστικές της Eurostat, εισήχθησαν στην Κοινότητα το 2006 ή το 2007 προϊόντα που υπάγονται στην ίδια δασμολογική κατάταξη με το οικείο προϊόν σε ποσότητες που δεν είναι προδήλως αμελητέες».
( 8 ) Θα πρέπει, συνεπώς, να βεβαιωθούν, προτού καθορίσουν την κανονική αξία με αναφορά σε άλλη εύλογη βάση, ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η κανονική αξία με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, ή με βάση την τιμή που ισχύει για πωλήσεις από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες.
( 9 ) Απόφαση GLS (C‑338/10, EU:C:2012:158, σκέψη 36).
( 10 ) Ανακοίνωση σχετικά με τα μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και τη μερική εκ νέου έναρξη της έρευνας αντιντάμπινγκ αναφορικά με τις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ 2012, C 175, σ. 19, στο εξής: ανακοίνωση για την επανέναρξη).
( 11 ) Η ανακοίνωση αφορά μανταρίνια (συμπεριλαμβανομένων των ειδών tangerines και satsumas), κλημεντίνες, wilkings και άλλα παρόμοια υβρίδια εσπεριδοειδών, όπως ορίζονται στη ΣΟ 2008, καταγωγής Κίνας.
( 12 ) Αξίζει να υπογραμμιστεί το πεδίο εφαρμογής ratione temporis του νέου δασμού αντιντάμπινγκ, το οποίο αφορούσε αρχική περίοδο πέντε ετών, δηλαδή υπολογιζόταν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1355/2008. Κατά συνέπεια, ο επίδικος εκτελεστικός κανονισμός για τη συμμόρφωση με την απόφαση GLS έπρεπε να εκπνέει πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος (στις 31 Δεκεμβρίου 2008) του κανονισμού 1355/2008, ήτοι στις 31 Δεκεμβρίου 2013.
( 13 ) Βλ. υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων.
( 14 ) Ειδικότερα, επρόκειτο για 48000 χαρτοκιβώτια που περιείχαν έκαστο 24 κονσέρβες (312 γραμμαρίων) μανταρινιών-πορτοκαλιών χωρίς προσθήκη αλκοόλ και με προσθήκη ζάχαρης (13,95 %) της διακρίσεως 2008 30 75 90 του ενοποιημένου δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (TARIC). Με την ευκαιρία αυτή, δήλωσε ως δασμολογητέα αξία 5,91 ευρώ ανά χαρτοκιβώτιο.
( 15 ) C‑458/98 P, EU:C:2000:531.
( 16 ) Απόφαση Carboni e derivati (C‑263/06, EU:C:2008:128, σκέψεις 39 έως 41).
( 17 ) Βλ. αποφάσεις Fediol κατά Επιτροπής (191/82, EU:C:1983:259, σκέψεις 15 έως 25) και Eurocoton κατά Συμβουλίου (C‑76/01 P, EU:C:2003:511, σκέψεις 54 έως 74).
( 18 ) C‑458/98 P, EU:C:2000:531.
( 19 ) Αφού υπογραμμιστεί ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ δεν μπορούν να διαρκούν επ’ άπειρον, όπως προκύπτει από το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεώς τους ως μέτρων προστασίας και όχι ποινικών, ή έστω διοικητικών κυρώσεων, δεν είναι εφαρμοστέα σε αυτά η αρχή ne bis in idem.
( 20 ) C‑458/98 P, EU:C:2000:531, σκέψεις 91 και 92.
( 21 ) Βλ. απόφαση Simon, Evers & Co. (C‑21/13, EU:C:2014:2154, σκέψη 29).
( 22 ) Αποφάσεις Nölle (C‑16/90, EU:C:1991:402, σκέψεις 11 και 12)· Rotexchemie (C‑26/96, EU:C:1997:261, σκέψεις 10 και 11) και GLS (C‑338/10, EU:C:2012:158, σκέψη 22).
( 23 ) Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Fliesen‑Zentrum Deutschland (C‑687/13, EU:C:2015:349, σκέψη 35).
( 24 ) Βλ. σημείο 3.6 της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ (ΕΕ 2014, C 164, σ. 9).
( 25 ) Βλ. εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής η οποία αφορά αιτήσεις για την επιστροφή δασμών αντιντάμπινγκ που καταβλήθηκαν για εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Ρωσίας [C(2014) 9807 τελικό].
( 26 ) ΕΕ 1994, L 336, σ. 103, στο εξής: συμφωνία αντιντάμπινγκ.
( 27 ) EΕ 1994, L 336, σ. 1. Βλ. απόφαση BEUC κατά Επιτροπής (T‑256/97, EU:T:2000:21, σκέψεις 66 και 67).
( 28 ) Το άρθρο 9.3.1 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ έχει ως εξής: «Όταν το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ καθορίζεται βάσει παρελθόντων στοιχείων, o υπολογισμός της τελικής οφειλής που πρέπει να καταβληθεί λόγω των δασμών αντιντάμπινγκ διενεργείται το συντομότερο δυνατόν, και καταρχήν εντός δωδεκαμήνου, ενώ σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να μεσολαβήσει μέχρι τη διενέργειά του χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 18 μηνών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος για τον οριστικό προσδιορισμό του ποσού που αντιπροσωπεύουν οι δασμοί αντιντάμπινγκ. Οποιαδήποτε επιστροφή πραγματοποιείται αμελλητί και κατά κανόνα εντός 90 ημερών το αργότερο από τον προσδιορισμό της τελικής οφειλής κατ’ εφαρμογήν της παρούσας παραγράφου. Σε κάθε περίπτωση, αν η επιστροφή δεν πραγματοποιηθεί εντός 90 ημερών, οι αρχές είναι υποχρεωμένες, εφόσον τους ζητηθεί, να παράσχουν σχετικές εξηγήσεις».
( 29 ) Βλ. απόφαση Αστερίς κ.λπ. κατά Επιτροπής (97/86, 99/86, 193/86 και 215/86, EU:C:1988:199, σκέψη 30) και απόφαση Fedesa κ.λπ. (C‑331/88, EU:C:1990:391, σκέψη 34).
( 30 ) Βλ. αποφάσεις Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (34/86, EU:C:1986:291, σκέψη 47), Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑415/96, EU:C:1998:533, σκέψη 31), και Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου (C‑458/98 P, EU:C:2000:531).
( 31 ) Για παράδειγμα, στην περίπτωση διαδικαστικής πλημμέλειας που δεν πλήττει τα συμφέροντα της επιχειρήσεως η οποία συμμετείχε στη διαδικασία αντιντάμπινγκ. Αυτό συμβαίνει όταν τα θεσμικά όργανα, αφού ακούσουν τη μαρτυρία επιχειρήσεως, αποφασίζουν να επιβάλουν τον δασμό αντιντάμπινγκ χωρίς εντούτοις να κοινοποιήσουν εγκαίρως την απόφασή τους στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση.
( 32 ) Απόφαση Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑76/01 P, EU:C:2003:511, σκέψη 70).
( 33 ) Απόφαση Transnational Company Kazchrome και ENRC Marketing κατά Συμβουλίου (T‑192/08, EU:T:2011:619, σκέψεις 221 έως 224).
( 34 ) Συμφωνώ, εξάλλου, με τη θέση που υποστήριξε η γενική εισαγγελέας E. Sharpston, σχετικά με τις συνέπειες της πλάνης περί τα πράγματα, ότι η απλή ύπαρξη πλάνης περί τα πράγματα —όσο πρόδηλη κι αν είναι— δεν δύναται να επιφέρει αυτή καθ’ εαυτήν αυτοδικαίως την ακύρωση κανονισμού αντιντάμπινγκ. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι το πρόδηλο του σφάλματος, αλλά το κατά πόσον, λόγω της πλάνης αυτής, καθίσταται πλέον αβέβαιο αν το Συμβούλιο θα κατέληγε στα ίδια συμπεράσματα, σε περίπτωση που διέθετε τα ορθά αριθμητικά στοιχεία. Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Bricmate (C‑569/13, EU:C:2015:342, παράγραφος 61).
( 35 ) Σημείο 3 της ανακοινώσεως για την επανέναρξη.
Full & Egal Universal Law Academy