ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 3ης Σεπτεμβρίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑407/14
María Auxiliadora Arjona Camacho
κατά
Securitas Seguridad España, SA
[αίτηση του εργατοδικείου αριθ. 1 της Κόρδοβας (Juzgado de lo Social no 1 de Córdoba, Ισπανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι — Συνθήκες απασχολήσεως — Απόλυση που συνιστά δυσμενή διάκριση — Ίση μεταχείριση — Παραβίαση — Άρθρο 6 της οδηγίας 2006/54/ΕΚ — Απαίτηση αποτρεπτικής αποζημιώσεως ή αντισταθμίσεως — Πλήρης αποζημίωση — Επαρκής αποζημίωση — Κύρωση — Εξουσίες του εθνικού δικαστή περί επιβολής τιμωρητικής αποζημιώσεως»
1.
Πληροί κράτος μέλος την απαίτηση περί αποτρεπτικής αποζημιώσεως ή αντισταθμίσεως που επιβάλλει η οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης ( 2 ), εάν προβλέπει μόνο, σε περίπτωση απολύσεως που συνιστά δυσμενή διάκριση, την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ζημιωθείς και εάν το εθνικό του δίκαιο δεν προβλέπει την καταβολή, στην περίπτωση αυτή, τιμωρητικής αποζημιώσεως; Αυτό είναι το ζήτημα που τίθεται με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
2.
Μολονότι το Δικαστήριο πρέπει να προβεί, για πρώτη φορά, στην ερμηνεία του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54 το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη στη λήψη των αναγκαίων αποτρεπτικών και ανάλογων προς την παράβαση μέτρων για την επανόρθωση της προκληθείσας ζημίας, εντούτοις η προγενέστερη νομολογία του επί παρεμφερών ζητημάτων μπορεί να παράσχει χρήσιμες διευκρινίσεις για το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Η οδηγία 2006/54
3.
Η αιτιολογική σκέψη 33 της οδηγίας 2006/54 υπενθυμίζει ότι «το Δικαστήριο έχει κρίνει σαφώς ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης, για να είναι αποτελεσματική, επιβάλλει, η επιδικαζόμενη αποζημίωση, για οποιαδήποτε παραβίαση, να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημία».
4.
Η οδηγία 2006/54 «περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς […] τους όρους εργασίας» ( 3 ) και «[π]εριλαμβάνει επίσης διατάξεις με σκοπό να εξασφαλίζεται ότι η εφαρμογή αυτή καθίσταται αποτελεσματικότερη μέσω της θέσπισης κατάλληλων διαδικασιών» ( 4 ).
5.
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 προβλέπει ότι «[δ]εν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων, όσον αφορά […] τους όρους απασχόλησης και εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων».
6.
Το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 ορίζει:
«[τ]α κράτη μέλη εισάγουν στην εθνική έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αντιστάθμιση, όπως καθορίζεται από τα κράτη μέλη, για την απώλεια και τη ζημία που υφίσταται ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα διάκρισης λόγω φύλου, κατά τρόπο αποτρεπτικό και ανάλογο προς την [προκληθείσα] ζημία. Η εν λόγω αποζημίωση ή αντιστάθμιση δεν μπορεί να περιορισθεί εκ των προτέρων από καθορισμένο ανώτατο όριο, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο εργοδότης μπορεί να αποδείξει ότι η μόνη ζημία που υπέστη ο αιτών συνεπεία διάκρισης κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας έγκειται στην άρνηση να ληφθεί υπόψη η αίτηση εργασίας του».
7.
Το άρθρο 25 της οδηγίας 2006/54 αφορά τις κυρώσεις. Ορίζει:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα επιβολής τους. Οι κυρώσεις οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης στο θύμα, πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 5 Οκτωβρίου 2005 και της κοινοποιούν επίσης κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους αμελλητί.»
8.
Το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 διευκρινίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για την προστασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης από τις διατάξεις [της εν λόγω οδηγίας]».
Β — Το ισπανικό δίκαιο
9.
Ο οργανικός νόμος 3/2007, για την πραγματική ισότητα ανδρών και γυναικών (Ley Orgánica 3/2007 para la igualdad efectiva de mujeres y hombres, στο εξής: οργανικός νόμος 3/2007), της 22ας Μαρτίου 2007 ( 5 ), μετέφερε, μεταξύ άλλων, στην ισπανική έννομη τάξη, την οδηγία 2006/54. Ο εν λόγω νόμος προβλέπει, στο άρθρο του 10, ότι «[ν]ομικές πράξεις και ρήτρες περιεχόμενες σε δικαιοπραξίες που συνιστούν ή προκαλούν δυσμενή διάκριση λόγω φύλου θεωρούνται άκυρες και θεμελιώνουν ευθύνη μέσω ενός συστήματος αντισταθμίσεων ή αποζημιώσεων που πρέπει να είναι πραγματικές, αποτελεσματικές και ανάλογες προς την προκληθείσα ζημία, καθώς επίσης, κατά περίπτωση, μέσω ενός αποτελεσματικού και αποτρεπτικού συστήματος κυρώσεων που προλαμβάνει την εκδήλωση συμπεριφορών που ενέχουν δυσμενή διάκριση».
10.
Το άρθρο 183 του νόμου 36/2011, περί ρυθμίσεως των δικαστηρίων εργατικών διαφορών (Ley 36/2011 reguladora de la jurisdicción social, στο εξής: νόμος 36/2011) της 10ης Οκτωβρίου 2011 ( 6 ), ορίζει τα εξής:
«1. Όταν με την απόφαση που εκδίδεται διαπιστώνεται η ύπαρξη προσβολής, ο δικαστής αποφαίνεται σχετικά με το ποσό της αποζημιώσεως που, κατά περίπτωση, πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα επειδή υπέστη δυσμενή διάκριση ή άλλου είδους προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του, αναλόγως τόσο της προκληθείσης ηθικής βλάβης και της προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος όσο και της πρόσθετης προκληθείσης ζημίας.
2. Το δικαστήριο αποφαίνεται σχετικά με το ύψος της αποζημιώσεως, επιδικάζοντας εύλογη αποζημίωση όταν η διαπίστωση του ακριβούς ύψους της ζημίας καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής ή δαπανηρή, με σκοπό την ικανοποιητική αποκατάσταση του ζημιωθέντος και την επαναφορά του κατά το δυνατό στην προτέρα της προσβολής κατάστασή του, καθώς επίσης και την πρόληψη της ζημίας».
II – Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
11.
Η ενάγουσα στην κύρια δίκη απολύθηκε από τον εργοδότη της το 2014. Μετά το πέρας άκαρπης απόπειρας συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, προσέφυγε στο αιτούν δικαστήριο προκειμένου, αφ’ ενός, να διαπιστωθεί η ακυρότητα της απολύσεώς της, στον βαθμό που αποτελεί δυσμενή διάκριση λόγω φύλου και, αφ’ ετέρου, να της επιδικασθεί αποζημίωση ύψους 6000 ευρώ ως ηθική βλάβη.
12.
Το αιτούν δικαστήριο εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι η απόλυση αυτή συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω φύλου και, ως εκ τούτου, αντιβαίνει στην ισπανική νομοθεσία που μετέφερε τις διατάξεις της οδηγίας 2006/54. Υπό το πρίσμα του ισπανικού δικαίου, η απόλυση της ενάγουσας στην κύρια δίκη θα έπρεπε να θεωρηθεί άκυρη ( 7 ).
13.
Για λόγους που δεν διευκρινίζει στη διάταξή του περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο ενημερώνει το Δικαστήριο ότι προτίθεται να επιδικάσει στην ενάγουσα της κύριας δίκης το ποσό των 3000 ευρώ ως αποζημίωση, ποσό το οποίο, κατά την εκτίμησή του και κατ’ εφαρμογήν του εθνικού του δικαίου, κρίνεται επαρκές για τη δίκαιη επανόρθωση της ζημίας που υπέστη.
14.
Τούτου δοθέντος, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσον επαρκεί η αντιστάθμιση αυτή, εκτιμώντας ότι η αποζημίωση δεν έχει παρά μόνον επανορθωτικό σκοπό, ενώ η οδηγία 2006/54, και πιο συγκεκριμένα το άρθρο της 18, φαίνεται να απαιτούν επίσης από τα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων δυνάμενων να αποτρέψουν όσους προβαίνουν σε δυσμενείς διακρίσεις από το να επιδείξουν εκ νέου μια τέτοια συμπεριφορά.
15.
Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι αυτός ο αποτρεπτικός σκοπός θα επιτυγχανόταν εάν είχε τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον εργοδότη στην επιπλέον καταβολή 3000 ευρώ ως αποζημίωση την οποία χαρακτηρίζει ως «τιμωρητική». Εντούτοις, η έννοια αυτή δεν υπάρχει στην ισπανική νομική παράδοση. Συνεπώς, ο εν λόγω δικαστής δεν έχει την εξουσία, βάσει του εθνικού του δικαίου, να προβεί στην επιδίκαση αυτού του επιπλέον ποσού.
16.
Θέτοντας έτσι εν αμφιβόλω τη συμβατότητα του ισπανικού δικαίου με τις απαιτήσεις που θέτει η οδηγία 2006/54, το εργατοδικείο αριθ. 1 της Κόρδοβα (Juzgado de lo Social no 1 de Córdoba, Ισπανία) αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και, με διάταξη περί παραπομπής που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Αυγούστου 2014, να υποβάλει σε αυτό, επί τη βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 18 της οδηγίας [2006/54], στον βαθμό που αναγνωρίζει στην αποζημίωση θύματος δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου αποτρεπτικό (πέραν του πραγματικού, αποτελεσματικού και ανάλογου προς την προκληθείσα ζημία) χαρακτήρα, την έννοια ότι παρέχει στον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να επιδικάσει μια κατ’ ουσίαν παρεπόμενη εύλογη αποζημίωση τιμωρητικού χαρακτήρα, ήτοι πρόσθετο ποσό που βαίνει μεν πέραν της πλήρους αποκαταστάσεως της πράγματι προκληθείσης ζημίας, επιτελεί όμως ρόλο παραδειγματισμού για τρίτους (πέραν του ιδίου του ζημιώσαντος) –υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτό παραμένει εντός των ορίων της αναλογικότητας, τούτο δε ακόμη και όταν το είδος αυτό της αποζημιώσεως κυρωτικού χαρακτήρα είναι ξένο προς την οικεία νομική παράδοση του εθνικού δικαστή;»
17.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου η ενάγουσα στην κύρια δίκη, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή.
III – Νομική ανάλυση
18.
Στηρίζοντας το προδικαστικό ερώτημά του επί του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον η πλήρης αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα στην κύρια δίκη αρκεί προκειμένου να διασφαλίσει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της αποζημιώσεως ή της αντισταθμίσεως κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου ή εάν πρέπει, αντιθέτως, να αντληθεί από αυτήν την απαίτηση περί αποτροπής η υποχρέωση του εθνικού δικαστή να υποχρεώσει τον εργοδότη ο οποίος προέβη σε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου στην καταβολή τιμωρητικής αποζημιώσεως μολονότι, εν πάση περιπτώσει, το ισπανικό δίκαιο δεν επιτρέπει την επιδίκαση άλλου ποσού πέραν αυτού που απαιτείται για την πλήρη επανόρθωση της ζημίας του ζημιωθέντος.
19.
Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει, κατ’ αρχάς, να τονιστεί το γεγονός ότι το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 εντάσσεται στην ομάδα των ισοδύναμων διατάξεων που περιλαμβάνονταν στις προγενέστερες οδηγίες τις οποίες η οδηγία 2006/54 συμπλήρωσε και κωδικοποίησε. Θα πρέπει, εν συνεχεία, να αναλυθεί η νομολογία του Δικαστηρίου η οποία εξεδόθη επί τη βάσει των εν λόγω οδηγιών —νομολογία η οποία εξακολουθεί να έχει όλη τη σημασία της για την επίλυση της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης. Τα συμπεράσματα τα οποία αντλώ από τη γραμματική, τελολογική και νομολογιακή ανάλυση με οδηγούν στην εκτίμηση ότι προσήκει αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, θα αναπτύξω δύο δέσμες τελικών παρατηρήσεων που συνηγορούν υπέρ της απαντήσεως αυτής και οι οποίες αφορούν, αφ’ ενός, την έλλειψη εναρμονίσεως των προϋποθέσεων αποζημιώσεως ή αντισταθμίσεως και, αφ’ ετέρου, την προβληματική του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54.
Α — Γραμματική και τελολογική ανάλυση
20.
Η επίτευξη της ισότητας ανδρών και γυναικών αποτελούν τόσο καθήκον όσο και σκοπό που οι Συνθήκες αναθέτουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ( 8 ). Η οδηγία 2006/54 έρχεται επομένως να υπενθυμίσει ότι, στο δίκαιο της Ένωσης, η εν λόγω ισότητα επέχει τη θέση «θεμελιώδους αρχής» ( 9 ). Επομένως, η κατοχύρωση από τον νομοθέτη της Ένωσης της απαγορεύσεως οποιασδήποτε δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου εντάσσεται στη λογική και στη γραμμή που χαράσσουν οι οδηγίες τις οποίες αναμορφώνει ( 10 ).
21.
Ακριβώς επειδή δεν επρόκειτο, εν προκειμένω, για απλή διακήρυξη αρχής, αλλά, αντιθέτως, για την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων τα οποία καθορίζει το πρωτογενές δίκαιο, «[η] θέσπιση κατάλληλων διαδικασιών από τα κράτη μέλη» ( 11 ) προκειμένου να τηρηθούν οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία 2006/54 κρίθηκε αναγκαία «για την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης» ( 12 ).
22.
Δεδομένου ότι η πρόβλεψη διαδικασιών δεν επαρκεί εντούτοις προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική ένδικη προστασία των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από την οδηγία 2006/54, το άρθρο της 18, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα «Ένδικα βοηθήματα» του κεφαλαίου που είναι αφιερωμένο στα ένδικα βοηθήματα και την επιβολή του δικαίου, επαναλαμβάνει την καινοτομία που εισήχθη με την οδηγία 2002/73/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/207 ( 13 ), διευκρινίζοντας το αποτέλεσμα στο οποίο πρέπει να καταλήγουν αυτές οι διαδικασίες που είναι η αποζημίωση ή η αντιστάθμιση ( 14 ) της ζημίας την οποία υπέστη ο ζημιωθείς.
23.
Τούτο αποτελεί, για τα κράτη μέλη, υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος («για να εξασφαλίζεται πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αντιστάθμιση»), δεδομένου ότι η οδηγία 2006/54 τους αφήνει, ουσιαστικά ( 15 ), την επιλογή των μέσων («όπως καθορίζεται από τα κράτη μέλη […] κατά τρόπο αποτρεπτικό και ανάλογο προς την [προκληθείσα] ζημία»). Από το γράμμα του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54 συνάγεται ότι αυτό δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη κανένα συγκεκριμένο μέτρο και τους αφήνει την ελευθερία επιλογής μεταξύ διαφόρων λύσεων πρόσφορων για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία 2006/54 ( 16 ). Έτσι, το κριτήριο βάσει του οποίου θα εκτιμάται η δράση των κρατών μελών, στον τομέα της καταπολεμήσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω φύλου έγκειται στην επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία και στη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της μέσω της διαφυλάξεως των δικαιωμάτων των πολιτών.
24.
Το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς να ληφθεί σε κάποιο βαθμό υπόψη το άρθρο 25 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο δανείζεται το λεξιλόγιο του άρθρου 18, δεδομένου ότι ο νομοθέτης ορίζει σε αυτό ότι οι κυρώσεις που πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη «μπορεί να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης στο θύμα» και πρέπει να είναι, όπως ακριβώς και η αποζημίωση ή η αντιστάθμιση που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 18, «αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές». Με τον τρόπο αυτόν, ο νομοθέτης της Ένωσης απαίτησε από τα κράτη μέλη να προβλέψουν «αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την [οδηγία 2006/54]» ( 17 ). Επομένως, αυτή είναι η απαίτηση που συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 25 της οδηγίας 2006/54 που επιγράφεται «Κυρώσεις» ( 18 ) και εντάσσεται στο κεφάλαιο του τίτλου III το οποίο αφορά τις οριζόντιες διατάξεις γενικού χαρακτήρα. Το εν λόγω άρθρο 25 υποχρεώνει επίσης τα κράτη μέλη να φέρουν σε γνώση της Επιτροπής τα μέτρα που λαμβάνουν επί τη βάσει του άρθρου αυτού.
25.
Εν συνόψει, το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 περιορίζεται να απαιτήσει όπως η αποζημίωση ή η αντιστάθμιση είναι αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική. Από την ανάγνωση και μόνον του άρθρου αυτού καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης δεν εκλαμβάνει την αποζημίωση ή την αντιστάθμιση ως κύρωση. Η τιμωρητική διάσταση των μέτρων τα οποία τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν δεν προβλέπεται κατά τρόπο σαφή παρά μόνο στο άρθρο 25 της οδηγίας 2006/54 ( 19 ).
26.
Απομένει να εξεταστεί εάν η ανάλυση της νομολογίας επιβεβαιώνει αυτήν την πρώτη εντύπωση που δημιουργεί η γραμματική και τελολογική ανάλυση του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54, καθώς η εν λόγω οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί με βάση όλο το νομολογιακό κεκτημένο που προηγήθηκε της εκδόσεώς της και στο οποίο ενίοτε κάνει ρητή αναφορά ( 20 ).
Β — Η υφιστάμενη νομολογία
27.
Μολονότι το Δικαστήριο ουδέποτε αποφάνθηκε ειδικώς επί της ορθής ερμηνείας του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54, εντούτοις είχε πλειστάκις την ευκαιρία να διατυπώσει τις εκτιμήσεις του επί των διατάξεων που αντιστοιχούν σε οδηγίες προγενέστερες της οδηγίας 2006/54, η πρώτη εκ των οποίων ήταν το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 ( 21 ).
28.
Από την ανάλυση της νομολογίας του, μπορεί να συναχθεί ότι το Δικαστήριο, μολονότι έχει ήδη χαρακτηρίσει ως «κύρωση» μέτρο αποζημιώσεως, ουδέποτε απαίτησε όπως αυτή βαίνει πέραν της «επαρκούς» επανορθώσεως. Το ισπανικό δίκαιο, όπως παρατίθεται από τον εθνικό δικαστή προσφέρει, κατά την εκτίμησή μου, όλες τις εγγυήσεις μιας τέτοιας επανορθώσεως.
1. Η απαίτηση περί αποτροπής στη νομολογία του Δικαστηρίου πληρούται εάν η προβλεπόμενη επανόρθωση είναι «επαρκής»
29.
Η προβληματική των μέσων καταπολεμήσεως των συμπεριφορών που συνιστούν δυσμενή διάκριση λόγω φύλου στις εργασιακές σχέσεις δεν είναι νέα. Το Δικαστήριο πλειστάκις εξέθεσε τον προβληματισμό του για το ζήτημα αυτό. Ωστόσο, φρονώ ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ( 22 ) στο πλαίσιο της ερμηνείας του επί του άρθρου 6 της οδηγίας 76/207 ισχύει, mutatis mutandis, και για την ερμηνεία του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54 το οποίο αντικαθιστά και διευκρινίζει, δεδομένου ότι το τελευταίο αυτό άρθρο αφήνει την ίδια ελευθερία στα κράτη μέλη ως προς το είδος των μέτρων που υποχρεώνονται να λάβουν με αυτήν που άφηνε προηγουμένως το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207.
30.
Υπό το φως όσων έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέψουν στην εσωτερική έννομη τάξη τους τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε πρόσωπο που φρονεί ότι πλήττεται από δυσμενή διάκριση να λαμβάνει αποζημίωση. Τα εν λόγω κράτη υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα επαρκώς αποτελεσματικά για την επίτευξη του σκοπού της εν λόγω οδηγίας και να μεριμνούν ούτως ώστε να είναι δυνατή η αποτελεσματική επίκληση των μέτρων αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων από τα πληττόμενα πρόσωπα χωρίς, εντούτοις, το δίκαιο της Ένωσης να επιτάσσει να λαμβάνουν κάποια συγκεκριμένη μορφή τα μέτρα αυτά. Επομένως, τα εν λόγω μέτρα μπορούν να λάβουν διάφορες μορφές, όπως είναι η υποχρέωση προσλήψεως του υποψηφίου που υπέστη δυσμενή διάκριση, η επανένταξη του απολυθέντος για λόγο που συνιστά δυσμενή διάκριση ή ακόμη η καταβολή επαρκούς χρηματικής αποζημιώσεως ( 23 ).
31.
Το 1984, έτος κατά το οποίο εξέδωσε τις αποφάσεις von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153) και Harz (79/83, EU:C:1984:155), το Δικαστήριο αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 υπό την έννοια ότι υποχρέωνε τα κράτη μέλη να προβούν στη λήψη συγκεκριμένου μέτρου, εν προκειμένω του μέτρου της επιβολής στον εργοδότη ο οποίος προέβη σε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου της υποχρεώσεως να συνάψει σχέση εργασίας με υποψήφιο για τη θέση εργασίας του οποίου η υποψηφιότητα απορρίφθηκε για λόγο που συνιστά δυσμενή διάκριση.
32.
Μέχρι το τρέχον έτος 2015, έτος κατά το οποίο το Δικαστήριο επιλήφθηκε της παρούσας προδικαστικής υποθέσεως, ουδεμία ουσιώδης αλλαγή έχει επέλθει στο δίκαιο της Ένωσης προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, ήτοι προκειμένου να επιβάλει στα κράτη μέλη τη λήψη ειδικών μέτρων όπως είναι η επιβολή τιμωρητικής αποζημιώσεως.
33.
Η παραπομπή στο αποτρεπτικό αποτέλεσμα περί του οποίου διαλαμβάνει το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 δεν μπορεί να μεταβάλει την ανωτέρω διαπίστωση.
34.
Στο κείμενο του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54 έχει, πράγματι, προστεθεί μνεία περί του αποτρεπτικού αποτελέσματος της αποζημιώσεως ή της αντισταθμίσεως όπως αυτές οργανώνονται από τις εθνικές έννομες τάξεις. Αλλά η αποτροπή, μολονότι απουσιάζει από το γράμμα του άρθρου 6 της οδηγίας 76/207, ήταν ήδη παρούσα στο πνεύμα του Δικαστηρίου όταν αυτό ερμήνευσε το εν λόγω άρθρο αποφαινόμενο ότι, μολονότι «[η] πλήρης εφαρμογή της οδηγίας [76/207] […] δεν επιβάλλει […] συγκεκριμένη μορφή κύρωσης σε περίπτωση παραβίασης της απαγόρευσης των διακρίσεων, εξυπακούεται όμως ότι η κύρωση αυτή πρέπει να είναι τέτοιας φύσης που να διασφαλίζει πραγματική και αποτελεσματική έννομη προστασία. Πρέπει επιπλέον να έχει για τον εργοδότη πράγματι αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, όταν το κράτος μέλος επιλέγει ως κύρωση για την παραβίαση της απαγόρευσης των διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, η αποζημίωση αυτή πρέπει να είναι εν πάση περιπτώσει ανάλογη προς τη ζημία που έχει προκληθεί» ( 24 ).
35.
Δύο διδάγματα μπορούν να αντληθούν από τη νομολογία αυτή. Αφ’ ενός, οι απαρχές της μνείας του άρθρου 25 της οδηγίας 2006/54 στην αποζημίωση ως μορφή κυρώσεως εντοπίζονται σαφώς σε αυτήν τη νομολογιακή γραμμή. Αφ’ ετέρου, στο πνεύμα του Δικαστηρίου, η επαρκής αποζημίωση μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να διασφαλίσει την αποτελεσματική ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους πολίτες όσον αφορά την καταπολέμηση των δυσμενών διακρίσεων λόγω φύλλου. Εξάλλου, ακριβώς για τον λόγο ότι το Δικαστήριο αρκέστηκε στην επαρκή αποζημίωση, η οποία τελεί σε σχέση αναλογίας προς την προκληθείσα ζημία, η αποζημίωση αυτή δεν συνιστά πραγματική «κύρωση», υπό την τιμωρητική έννοια του όρου αυτού ( 25 ).
36.
Περαιτέρω, εκ του λόγου ότι οι επιταγές περί αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και περί αποτροπής «συνεπάγονται το να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιπτώσεως παραβιάσεως της αρχής της ισότητας» ( 26 ), το Δικαστήριο προβαίνει σε κατά περίπτωση εκτίμηση του επαρκούς χαρακτήρα των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη προς εφαρμογή του άρθρου 6 της οδηγίας 76/207 και, ως εκ τούτου, προς διασφάλιση της αποτελεσματικής μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας.
37.
Έτσι, εθνική νομοθεσία η οποία περιορίζει τα δικαιώματα αποζημιώσεως όσων έχουν υποστεί δυσμενή διάκριση στο πλαίσιο της προσβάσεως στην απασχόληση σε μια απλώς συμβολική αποζημίωση δεν συνάδει προς τις απαιτήσεις μιας τέτοιας μεταφοράς ( 27 ). Και οσάκις η αποζημίωση λαμβάνει χρηματική μορφή, αποκλείεται τα κράτη μέλη να καθορίζουν a priori ένα ανώτατο ύψος αποζημιώσεως ( 28 ).
38.
Με αφορμή απόλυση που συνιστούσε δυσμενή διάκριση, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι «η επαναφορά της καταστάσεως ισότητας δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την επαναπρόσληψη του προσώπου που υπέστη τη δυσμενή διάκριση ή, εναλλακτικώς, την αποκατάσταση της προκληθείσης ζημίας» ( 29 ), υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αποκατάσταση είναι επαρκής, ήτοι «υπό την έννοια ότι πρέπει να καθιστά δυνατή την εις το ακέραιο αποκατάσταση των ζημιών που πράγματι προκάλεσε η απόλυση λόγω δυσμενούς διακρίσεως, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες» ( 30 ).
39.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Δικαστήριο, εκτιμώντας ως σύμφωνη προς το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 εθνική νομοθεσία η οποία παρείχε επαρκή χρηματική αποζημίωση για την προκληθείσα ζημία, υπέλαβε ότι η εν λόγω αποκατάσταση ικανοποιούσε την απαίτηση περί αποτροπής την οποία διέκρινε κρυμμένη πίσω από τη βούληση του νομοθέτη όπως αυτή διατυπωνόταν δια του άρθρου 6 της οδηγίας 76/207. Με άλλα λόγια, όσον αφορά την αποζημίωση ή την αντιστάθμιση, το αποτρεπτικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται κατ’ ανάγκην, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από την προσθήκη κάποιου άμεσου τιμωρητικού στοιχείου.
2. Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
40.
Σήμερα, καθώς η απαίτηση περί αποτροπής διατυπώνεται ρητώς στην οδηγία 2006/54, φρονώ ότι δεν συντρέχει λόγος να αποστεί το Δικαστήριο από αυτή τη νομολογία. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί εάν το ισπανικό δίκαιο παρέχει στην ενάγουσα της κύριας δίκης όλες τις εγγυήσεις μιας επαρκούς αποζημιώσεως.
41.
Συναφώς, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι το ισπανικό δίκαιο προβλέπει ότι ο δικαστής απαγγέλει την ακυρότητα των πράξεων που παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών ( 31 ) και ότι η ακυρότητα αυτή συνοδεύεται από ένα μηχανισμό αποκαταστάσεως της ζημίας, καθώς η ισπανική έννομη τάξη έχει επιλέξει, ως μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της αποτελεσματικής ισότητας των ευκαιριών, τον οποίον διακηρύσσει η οδηγία 2006/54, τη μορφή της χρηματικής επανορθώσεως. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι το ποσό των 3000 ευρώ επαρκεί για τη «δίκαιη αποκατάσταση» της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα στην κύρια δίκη ( 32 ). Πάντοτε βάσει του εθνικού δικαίου, η αποζημίωση σκοπεί να αποκαταστήσει όλες τις ζημίες που υπέστη ο ζημιωθείς, περιλαμβανομένης της ηθικής βλάβης και υπολογίζεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να επαναφέρει τον ζημιωθέντα, στο μέτρο του δυνατού, στην κατάσταση προ της επελεύσεως της δυσμενούς διακρίσεως ( 33 ). Δεδομένου ότι είναι δυσχερές, εκ φύσεως, να υπολογιστεί με ποσοτικούς όρους η ηθική βλάβη, το ισπανικό δίκαιο αναγνωρίζει στον δικαστή την εξουσία διακυμάνσεως της αποζημιώσεως προκειμένου να μπορεί να λάβει υπόψη του τον βαθμό βαρύτητας της προσβολής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Έτσι, η επιδίκαση αποζημιώσεως παρέχει τη δυνατότητα να καλυφθεί το σύνολο της ζημίας την οποία υπέστη ο ζημιωθείς (damnum emergens) συμπεριλαμβανομένων των διαφυγόντων κερδών (lucrum cessans).
42.
Μόνον υπό την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση ότι το εθνικό δίκαιο προβλέπει χρηματική αποζημίωση καλύπτουσα το σύνολο των επιμέρους πτυχών της ζημίας που υπέστη το θύμα δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου και αναλογική προς αυτήν, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, πρέπει να κρίνεται σύμφωνος προς το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 ο μηχανισμός επανορθώσεως που περιγράφεται ανωτέρω.
43.
Έτσι, το Δικαστήριο δεν θα έπραττε άλλο τι από το να επιβεβαιώσει την προγενέστερη πάγια νομολογία του αποφαινόμενο ότι αυτή η πλήρης αποζημίωση είναι πρόσφορη και, ως εκ τούτου, επαρκής προκειμένου να διασφαλίσει στην πράξη το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των εθνικών μέτρων τα οποία τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν προκειμένου να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως βάσει του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54.
Γ — Τελικές παρατηρήσεις
44.
Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν το Δικαστήριο αποφαινόταν διαφορετικά —quod non—, δεν θα μπορούσε να λάβει θέση, όπως το καλεί το αιτούν δικαστήριο να πράξει, υπέρ της επιβολής τιμωρητικής αποζημιώσεως εις βάρος του εργοδότη της ενάγουσας στην κύρια δίκη.
45.
Πράγματι, αφ’ ενός, η οδηγία 2006/54 δεν προέβη σε εναρμόνιση των προϋποθέσεων αποζημιώσεως ή αντισταθμίσεως της ζημίας που προκλήθηκε από δυσμενή διάκριση λόγω φύλου στον τομέα των εργασιακών όρων και, αφ’ ετέρου, έχω σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσον το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 μπορεί να αναπτύξει άμεσο αποτέλεσμα στο πλαίσιο της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
1. Έλλειψη εναρμονίσεως των προϋποθέσεων αποζημιώσεως ή αντισταθμίσεως της προκληθείσης ζημίας
46.
Μέχρι τούδε, η παρέμβαση του Δικαστηρίου συνίστατο, κάθε φορά, στον προσδιορισμό, διά αποκλεισμού, αρνητικά, των όσων απαιτούσε από τα κράτη μέλη η οδηγία 76/207 αποφασίζοντας τι δεν ήταν σύμφωνο προς αυτήν. Ουδέποτε το Δικαστήριο υπαγόρευσε τη στάση τους. Ωστόσο, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου καταλήγει να απαιτεί από το Δικαστήριο —δεδομένου ότι η ίδια η οδηγία 2006/54 δεν το πράττει— να προβεί, με τη νομολογία του, σε ένα κολοσσιαίο ποιοτικό άλμα το οποίο φρονώ ότι υπερβαίνει κατά πολύ το πεδίο των αρμοδιοτήτων του.
47.
Φρονώ ότι, εάν το Δικαστήριο αποφανθεί άνευ περαιτέρω διευκρινίσεων και κρίνει ότι το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν, στις περιπτώσεις δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, την επιδίκαση τιμωρητικής αποζημιώσεως στα θύματα, τούτο θα το οδηγούσε να λάβει κατά τρόπο οριστικό θέση επί θέματος το οποίο, κατά τη γνώμη μου, απόκειται στα κράτη μέλη να ρυθμίσουν.
48.
Πράγματι, στα κράτη μέλη που δεν γνωρίζουν έναν τέτοιο θεσμό ( 34 ), η εισαγωγή της τιμωρητικής αποζημιώσεως αποτελεί το αντικείμενο διαμάχης και το ζήτημα εγείρει εν γένει πολλές συζητήσεις ( 35 ). Η τιμωρητική αποζημίωση θεωρείται συχνά ως αλλαγή του παραδείγματος στο δίκαιο της αστικής ευθύνης. Ορισμένα δικαιικά συστήματα εξακολουθούν να είναι άκρως προσηλωμένα στην ιδέα ότι το σύστημα της αστικής ευθύνης πρέπει να επιτελεί μια αυστηρώς επανορθωτική λειτουργία. Η αποζημίωση καταβάλλεται, βάσει μιας οιονεί λογιστικής μεθόδου, προκειμένου να αποκατασταθεί πλήρως η ζημία που προκλήθηκε, ούτε σε μεγαλύτερη ούτε σε μικρότερη έκταση, δεδομένου ότι το ζητούμενο είναι να αποκατασταθεί η ισορροπία που διασαλεύθηκε από τη συμπεριφορά που συνιστά δυσμενή διάκριση. Ωστόσο, η εγγύηση ότι θα καταβληθεί πλήρης αποζημίωση θεωρείται ήδη, καθ’ εαυτήν, ως μέσο αποτροπής της εν λόγω συμπεριφοράς.
49.
Με την τιμωρητική αποζημίωση, το σύστημα της αστικής ευθύνης εμπλουτίζεται από μια ηθικοπλαστική λειτουργία η οποία στην πραγματικότητα λειτουργεί τιμωρητικά. Αποτελεί την έκφραση της θεωρίας της ιδιωτικής ποινής: δεν πρόκειται πλέον μόνο για την επανόρθωση της ζημίας, αλλά και για την καταβολή αποζημιώσεως επιπλέον της πλήρους αποκαταστάσεως, από την οποία προσδοκάται ότι, λόγω του κατασταλτικού χαρακτήρα της, θα αποτρέπει όχι μόνον τον αυτουργό της ζημίας να επαναλάβει τη συμπεριφορά του, ήτοι εν προκειμένω τη δυσμενή διάκριση, αλλά και τους άλλους φορείς από το να επιδείξουν ανάλογη συμπεριφορά.
50.
Θα μπορούσε να αποδειχθεί άκρως προβληματική για ορισμένα κράτη μέλη, αρχής γενομένης από το Βασίλειο της Ισπανίας, η καθιέρωση της τιμωρητικής αποζημιώσεως ακριβώς για τον λόγο ότι τούτο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εισαγωγή ενός νομικού μορφώματος οιονεί ποινικού χαρακτήρα στον τομέα της αστικής ευθύνης. Εξάλλου, η καθιέρωση υποχρεωτικής τιμωρητικής αποζημιώσεως θα μπορούσε να προσκρούει, όπως παρατήρησε το αιτούν δικαστήριο, στην αρχή της απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού η οποία ισχύει στην πλειονότητα των κρατών μελών ( 36 ). Εκτός και αν προβλεφθεί ότι η τιμωρητική αποζημίωση καταβάλλεται στο Δημόσιο, αλλά σε αυτήν την περίπτωση τίθεται στην πραγματικότητα το ζήτημα του ή των δικαιούχων της εν λόγω αποζημιώσεως ( 37 ).
51.
Φρονώ ότι το να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54, να προβλέψουν την καταβολή τιμωρητικής αποζημιώσεως θα κατέληγε σε μια νομολογιακή εναρμόνιση των προϋποθέσεων αποζημιώσεως ή αντισταθμίσεως στις περιπτώσεις δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω αν αποτελούσε βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, τουλάχιστον σε τόσο λεπτομερές επίπεδο ( 38 ).
52.
Ενδεχομένως, το γεγονός αυτό να είναι άκρως λυπηρό, καθώς αντιλαμβάνομαι απολύτως ότι το σύστημα της αστικής ευθύνης που περιέγραψα ανωτέρω πόρρω απέχει από το να εκπληρώνει κατά τρόπο συστηματικώς ικανοποιητικό την επανορθωτική λειτουργία του. Ωστόσο, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, αμφιβάλλω κατά πόσον το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει πολύ πέραν όσων μπορεί να απαιτήσει ως αποζημίωση ή ως αντιστάθμισμα. Προσθέτω ότι οι ενδεχόμενες ανεπάρκειες του συστήματος αστικής ευθύνης αντισταθμίζονται στην οδηγία 2006/54 από το άρθρο της 25 το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέψουν ένα καθεστώς κυρώσεων.
53.
Τέλος, κατά την οδηγία, η καταπολέμηση των δυσμενών διακρίσεων λόγω φύλου περιλαμβάνει δύο στάδια. Το στάδιο του άρθρου 18, ήτοι αυτό της αποζημιώσεως ή της επανορθώσεως οι οποίες πρέπει να είναι, όπως προελέχθη, επαρκείς. Εν συνεχεία, το στάδιο του άρθρου 25 της εν λόγω οδηγίας, ήτοι αυτό της κυρώσεως ή της τιμωρίας οι οποίες δεν επιβάλλονται κατ’ ανάγκην ταυτοχρόνως προς την αποζημίωση ή την αντιστάθμιση ούτε σωρεύονται με αυτές ( 39 ). Η επιβολή τιμωρητικής αποζημιώσεως εμπίπτει περισσότερο σε αυτό το δεύτερο στάδιο, αλλά είναι δυνατό να νοηθούν και άλλες μορφές κυρώσεων χωρίς και πάλι το Δικαστήριο να μπορεί να επιβάλει κάποια συγκεκριμένη ( 40 ).
2. Η προβληματική του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54
54.
Η αναγνώριση στο αιτούν δικαστήριο της δυνατότητας να επιβάλει τιμωρητική αποζημίωση στον εργοδότη ο οποίος είναι υπεύθυνος για δυσμενή διάκριση λόγω φύλου επ’ ονόματι της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54 και παρά τη σιγή του εθνικού δικαίου θέτει αναπόφευκτα το ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος του εν λόγω άρθρου.
55.
Το Δικαστήριο έχει βεβαίως αποφανθεί ότι το θύμα απολύσεως η οποία συνιστά δυσμενή διάκριση μπορεί να επικαλεστεί, έναντι του εργοδότη του, τις διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 76/207, ιδίως προκειμένου να μην εφαρμοστεί εθνική διάταξη η οποία θέτει όρια στο ύψος της αποζημιώσεως που μπορεί να ληφθεί ως επανόρθωση ( 41 ). Εντούτοις, αφ’ ενός, αμφιβάλλω κατά πόσον μια τέτοια λύση μπορεί να μεταφερθεί στην επιβολή τιμωρητικής αποζημιώσεως, δεδομένου ότι δεν είναι προφανές ότι από το γράμμα και μόνον του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54 μπορεί να συναχθεί ότι αυτό επιβάλλει μια τέτοια υποχρέωση στα κράτη μέλη. Αφ’ ετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προπαρατεθείσα νομολογία διαμορφώθηκε σ’ ένα πλαίσιο στο οποίο ο εργοδότης ήταν κρατική αρχή, πράγμα το οποίο φρονώ ότι δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, η κρίση ότι, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να επιβάλει τιμωρητική αποζημίωση βάσει του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54 θα μπορούσε να ισοδυναμεί με καθιέρωση του οριζόντιου άμεσου αποτελέσματος του εν λόγω άρθρου.
Δ — Συμπέρασμα της αναλύσεως
56.
Επομένως, κατά το πέρας της αναλύσεώς μου, κλίνω υπέρ του συμπεράσματος ότι το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη είναι ελευθέρα να επιλέξουν τα μέσα που θα εφαρμόσουν προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η αποζημίωση ή η αντιστάθμιση που προσφέρεται στα θύματα δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας είναι αποτρεπτική υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται η επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία αυτή. Χωρίς να την απαγορεύει, δεν απαιτεί από τα κράτη να προβλέπουν την καταβολή τιμωρητικής αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα. Εν πάση περιπτώσει, ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να προβεί στην επιδίκαση μιας τέτοιας αποζημιώσεως χωρίς σχετική πρόβλεψη του εθνικού δικαίου.
57.
Οσάκις τα κράτη μέλη επιλέγουν να προβλέψουν την καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως, η εν λόγω αποζημίωση, προκειμένου να πληροί την απαίτηση περί αποτροπής, πρέπει να είναι επαρκής, ήτοι πρέπει να είναι πλήρης και να λαμβάνει δεόντως υπόψη όλες τις παραμέτρους της ζημίας που προκλήθηκε, καθώς και τον βαθμό σοβαρότητας της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να κρίνει αν συντρέχει τέτοια περίπτωση.
IV – Πρόταση
58.
Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το εργατοδικείο αριθ. 1 της Κόρδοβα ως εξής:
Το άρθρο 18 της οδηγίας 2006/54/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη είναι ελευθέρα να επιλέξουν τα μέσα που θα εφαρμόσουν προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η αποζημίωση ή η αντιστάθμιση που προσφέρεται στα θύματα δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας είναι αποτρεπτική υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται η επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία αυτή. Χωρίς να την απαγορεύει, δεν απαιτεί από τα κράτη να προβλέπουν την καταβολή τιμωρητικής αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα. Εν πάση περιπτώσει, ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να προβεί στην επιδίκαση μιας τέτοιας αποζημιώσεως χωρίς σχετική πρόβλεψη του εθνικού δικαίου.
Εξάλλου, οσάκις τα κράτη μέλη επιλέγουν να προβλέψουν την καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως, η εν λόγω αποζημίωση, προκειμένου να πληροί την απαίτηση περί αποτροπής, πρέπει να είναι επαρκής, ήτοι πρέπει να είναι πλήρης και να λαμβάνει δεόντως υπόψη όλες τις παραμέτρους της ζημίας που προκλήθηκε, καθώς και τον βαθμό σοβαρότητας της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να κρίνει αν συντρέχει τέτοια περίπτωση.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 204, σ. 23.
( 3 ) Άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/54.
( 4 ) Άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/54.
( 5 ) BOE αριθ. 71, της 23ης Μαρτίου 2007, σ. 12611.
( 6 ) BOE αριθ. 245, της 11ης Οκτωβρίου 2011.
( 7 ) Συμφώνως προς το άρθρο 108, παράγραφος 2, του νόμου 36/2011.
( 8 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2006/54. Η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 23 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2007, C 303, σ. 1).
( 9 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2006/54.
( 10 ) Η οδηγία 2006/54 ενοποίησε, πράγματι, σε ένα ενιαίο κείμενο τις θεμελιώδεις διατάξεις στον τομέα αυτόν [και οι οποίες μέχρι τότε ήσαν εγκατεσπαρμένες στις οδηγίες 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (EE ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70), 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ L 225, σ. 40), 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (EE ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), και 97/80/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου (ΕΕ L 14, σ. 6)].
( 11 ) Αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2006/54.
( 12 ) Αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγία 2006/54. Η υπογράμμιση δική μου.
( 13 ) ΕΕ L 269, σ. 15.
( 14 ) «Indemnización o reparación» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στην ισπανική γλώσσα, «Schadenersatz oder Entschädigung» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στη γερμανική, «Compensation or reparation» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στην αγγλική, «Risarcimento o riparazione» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στην ιταλική και «indemnização ou reparação» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στην πορτογαλική.
( 15 ) Βλ. αποφάσεις von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 15) Harz (79/83, EU:C:1984:155, σκέψη 15), καθώς και Marshall (C‑271/91, EU:C:1993:335, σκέψεις 17 και 18).
( 16 ) Βλ., mutatis mutandis, αποφάσεις von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 18), Harz (79/83, EU:C:1984:155, σκέψη 18), καθώς και Paquay (C‑460/06, EU:C:2007:601, σκέψη 44).
( 17 ) Αιτιολογική σκέψη 35 της οδηγία 2006/54.
( 18 ) «Sanciones» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στην ισπανική, «Sanktionen» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στη γερμανική, «Penalties» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στην αγγλική, «Sanzioni» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στην ιταλική και «Sanções» στην απόδοση της οδηγίας 2006/54 στην πορτογαλική.
( 19 ) Βεβαίως, το άρθρο 25 της οδηγίας 2006/54 θεωρεί μάλλον ότι οι εν λόγω κυρώσεις μπορούν να λάβουν τη μορφή αποζημιώσεως καταβαλλόμενης στον ζημιωθέντα. Εντούτοις, τούτο προέρχεται από μια σημασιολογική σύγχυση η οποία ανάγεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, βλ. σημείο 35 των παρουσών προτάσεων.
( 20 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογική σκέψη 33 της οδηγίας 2006/54. Σημειωτέον επίσης ότι τόσο το άρθρο 18 όσο και το άρθρο 25, το οποίο θα εξετάσω κατωτέρω, της οδηγίας 2006/54 αντιστοιχούν σε διατάξεις που εισήχθησαν με την οδηγία 2002/73.
( 21 ) Κατά το οποίο «[τ]α κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από την μη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως […] να διεκδικεί τα δικαιώματά του διά της δικαστικής οδού, αφού ενδεχομένως, προσφύγει σε άλλα αρμόδια όργανα». Το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 5, της οδηγίας 2002/73 προκειμένου η διατύπωσή του να είναι μην απέχει από αυτήν του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54 (βλ. πιο συγκεκριμένα το άρθρο 6, παράγραφος 3, της κωδικοποιημένης οδηγίας 76/207). Με την οδηγία 2002/73 εισήχθη επίσης, στο ρυθμιστικό πλαίσιο της Ένωσης περί καταπολεμήσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω φύλου όσον αφορά τους όρους εργασίας, χωριστή διάταξη που αφορά τις κυρώσεις (βλ. άρθρο 8δ της κωδικοποιημένης οδηγίας 76/207, το οποίο κατέστη, με την αναδιατύπωση, άρθρο 25 της οδηγίας 2006/54).
( 22 ) Κατά το οποίο «συνάγεται [από το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207] ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν μέτρα που να είναι επαρκώς αποτελεσματικά για την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να επικαλούνται λυσιτελώς τα μέτρα αυτά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Στα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνονται πχ. διατάξεις που να υποχρεώνουν τον εργοδότη να προσλάβει τον υποψήφιο που υπέστη διάκριση ή να εξασφαλίζουν εύλογη χρηματική αποζημίωση, ενισχυμένες ενδεχομένως με σύστημα χρηματικών ποινών. Πάντως, η οδηγία δεν επιβάλλει συγκεκριμένη κύρωση, αλλά αφήνει ελεύθερα τα κράτη μέλη να επιλέξουν μεταξύ των διαφόρων λύσεων που είναι κατάλληλες για την επίτευξη του στόχου της» (αποφάσεις von Colson και Kamann, 14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 18, καθώς και Harz, 79/83, EU:C:1984:155, σκέψη 18).
( 23 ) Το Δικαστήριο έχει εξετάσει ακόμη και το ενδεχόμενο τα διάφορα μέτρα να «ενισχ[ύονται] ενδεχομένως με σύστημα χρηματικών ποινών» [βλ. σκέψη 18 της αποφάσεως von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153)]. Φρονώ ότι, υπό το κράτος ισχύος της οδηγίας 2006/54, ένα τέτοιο σύστημα εμπίπτει περισσότερο στις απαιτήσεις που επιβάλλει το άρθρο 25 αυτής της τελευταίας (βλ. σημείο 53 των παρουσών προτάσεων).
( 24 ) Αποφάσεις von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 23) καθώς και Harz (79/83, EU:C:1984:155, σκέψη 23). Επί του αποτρεπτικού χαρακτήρα, βλ. επίσης απόφαση Marshall (C‑271/91, EU:C:1993:335, σκέψη 24). Επί του επαρκούς χαρακτήρα της αποζημιώσεως, βλ. αποφάσεις von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 28), Harz (79/83, EU:C:1984:155, σκέψη 28), Marshall (C-271/91, EU:C:1993:335, σκέψη 26), καθώς και Paquay (C-460/06, EU:C:2007:601, σκέψεις 46 και 49).
( 25 ) Ορισμένοι σχολιαστές φρονούν ότι τούτο συνιστά αποδοκιμαστέα σύγχυση μεταξύ νομικών εννοιών, βλ. Van Gerven, W., «Of rights, remedies and procedures», Common Market Law Review 2000, σ. 530 και υποσημείωση 11.
( 26 ) Αποφάσεις Marshall (C-271/91, EU:C:1993:335, σκέψη 25) και Paquay (C‑460/06, EU:C:2007:601, σκέψη 45).
( 27 ) Βλ. αποφάσεις von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 24), και Harz (79/83, EU:C:1984:155, σκέψη 24).
( 28 ) Απόφαση Marshall (C-271/91, EU:C:1993:335, σκέψεις 30 και 32). Ο νομοθέτης έχει λάβει δεόντως υπόψη του τη νομολογία αυτή, βλ. αιτιολογική σκέψη 33 και άρθρο 18, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2006/54.
( 29 ) Απόφαση Marshall (C-271/91, EU:C:1993:335, σκέψη 25). Η υπογράμμιση δική μου.
( 30 ) Απόφαση Marshall (C-271/91, EU:C:1993:335, σκέψη 26).
( 31 ) Άρθρο 10 του οργανικού νόμου 3/2007.
( 32 ) Σκέψη 2.2.2 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
( 33 ) Άρθρο 183 του νόμου 36/2011.
( 34 ) Έτσι, από μια γρήγορη συγκριτική ανάλυση συνάγεται ότι τα κράτη μέλη των οποίων η έννομη τάξη προβλέπει την καταβολή τιμωρητικής αποζημιώσεως είναι ελάχιστα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
( 35 ) Για μια συνθετική εξέταση του ζητήματος όσον αφορά τη γαλλική έννομη τάξη, βλ. Méadel J., «Faut-il introduire la faute lucrative en droit français?», Les Petites Affiches, 17 Απριλίου 2007, τεύχος 77, σ. 6.
( 36 ) Και την οποία ουδέποτε το Δικαστήριο είχε την πρόθεση να θέσει εν αμφιβόλω, δεδομένου ότι έχει κατ’ επανάληψη κρίνει ότι «το δίκαιο [της Ένωσης] δεν εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να μεριμνούν ούτως ώστε η προστασία των δικαιωμάτων που διασφαλίζει η έννομη τάξη [της Ένωσης] να μη συνεπάγεται τον αδικαιολόγητο πλουτισμό όσων έχουν κάποιο δικαίωμα» (απόφαση Manfredi κ.λπ., C‑295/04 έως C‑298/04, EU:C:2006:461, σκέψη 94 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 37 ) Έτσι, η τιμωρητική αποζημίωση μπορεί να καταγνωστεί είτε υπέρ του ζημιωθέντος είτε υπέρ του Δημοσίου είτε υπέρ αμφοτέρων. Εντούτοις, βάσει των όσων φαίνεται να υπολαμβάνει το αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω αποζημίωση καταβάλλεται στον ζημιωθέντα.
( 38 ) Η αμφιβολία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, εξ όσων γνωρίζω, η Επιτροπή ουδέποτε έχει κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά κρατών μελών —τα οποία αποτελούν την πλειονότητα— των οποίων η έννομη τάξη δεν προβλέπει την καταβολή τέτοιας αποζημιώσεως. Συναφώς, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, στην έκθεσή της επί της εφαρμογής της οδηγίας 2002/73 —αυτή η οποία εισήγαγε το ισοδύναμο των άρθρων 18 και 25 της οδηγία 2006/54 στην οδηγία 76/207— η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η πλειονότητα των κρατών μελών εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους να προβλέψουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, ενώ, όπως τόνισα ανωτέρω, η μεγάλη πλειονότητα των κρατών μελών αγνοεί το μηχανισμό της τιμωρητικής αποζημιώσεως [βλ. έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, COM(2009) 409 τελικό, σ. 7].
( 39 ) Στην περίπτωση, π.χ. που η ζημία δεν προκλήθηκε σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε ομάδα ενδεχομένως εκπροσωπούμενη από κάποια ένωση, μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν θα υπάρξει αποζημίωση κατά την έννοια του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/54. Αντιθέτως, θα πρέπει να επιβληθεί κάποια κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 25 της εν λόγω οδηγίας.
( 40 ) Υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα κυρώσεων στη διάθεση των κρατών μελών είτε πρόκειται για κυρώσεις οικονομικού χαρακτήρα (όπως είναι τα πρόστιμα ή η τιμωρητική αποζημίωση) είτε για κυρώσεις μάλλον ψυχολογικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στη μέθοδο του «name and shame» (όπως είναι να υποχρεωθεί ο ζημιώσας να ζητήσει συγγνώμη από τον ζημιωθέντα, υποχρέωση η οποία μπορεί να συνοδεύεται από μέτρα δημοσιότητας όπως είναι η δημοσίευση της καταδίκης σε κάποια εφημερίδα) είτε ακόμη για τον αποκλεισμό από τη χορήγηση κρατικών παροχών σε οποιοδήποτε πρόσωπο ευθύνεται για δυσμενή διάκριση.
( 41 ) Και στο σημείο αυτό, είναι δυνατή η λυσιτελής επίκληση της νομολογίας του Δικαστηρίου σε σχέση προς το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207. Στη σκέψη 27 αυτών των δύο θεμελιωδών αποφάσεων von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153) και Harz (79/83, EU:C:1984:155), το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ αρχάς, ότι η οδηγία δεν περιείχε «όσον αφορά τις κυρώσεις για ενδεχόμενες διακρίσεις[,] καμιά ανεπιφύλακτη και αρκετά σαφή υποχρέωση την οποία, σε περίπτωση που δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα εντός των σχετικών προθεσμιών, να μπορεί να επικαλεστεί ο ιδιώτης προκειμένου να επιτύχει συγκεκριμένη αποκατάσταση της ζημίας του δυνάμει της οδηγίας [76/207], όταν η εθνική νομοθεσία δεν την προβλέπει ή δεν την επιτρέπει».
Εν συνεχεία, το Δικαστήριο επεξεργάστηκε τη θέση του με την απόφαση Johnston (222/84, EU:C:1986:206), με την οποία έκρινε, στις σκέψεις 58 και 59 της εν λόγω αποφάσεως, ότι «κατά το μέτρο που από [το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207], ερμηνευόμενο υπό το φως γενικής αρχής την έκφραση της οποίας αποτελεί, προκύπτει ότι κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών δικαιούται αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, η διάταξη αυτή είναι αρκούντως σαφής και ανεπιφύλακτη, ώστε να μπορεί να προβληθεί κατά κράτους μέλους το οποίο δεν εξασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή της διάταξης αυτής στην εσωτερική του έννομη τάξη. […] [Η] διάταξη του άρθρου 6, σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών πρέπει να δικαιούται αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, μπορεί να προβληθεί από ιδιώτες κατά κράτους μέλους το οποίο δεν εξασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή της αρχής αυτής».
Τρίτον, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Marshall (C-271/91, EU:C:1993:335), ότι ιδιώτης μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 έναντι κρατικής αρχής που ενεργεί υπό την ιδιότητα του εργοδότη, οσάκις το εθνικό δίκαιο, αντί να προβλέπει πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε, περιόριζε, αντιθέτως, a priori την εν λόγω αποκατάσταση. Δεδομένου ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την πραγματοποίηση του […] σκοπού της ίσης μεταχειρίσεως» (σκέψη 34), «από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 6 και του άρθρου 5 της [εν λόγω] οδηγίας γεννώνται, υπέρ του προσώπου που εθίγη διότι απολύθηκε λόγω δυσμενούς διακρίσεως, δικαιώματα τα οποία μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι των κρατών μελών και των αρχών τους. Το γεγονός ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επιλέξουν μεταξύ διαφορετικών λύσεων για την πραγματοποίηση του στόχου που επιδιώκει η οδηγία, ανάλογα με τις καταστάσεις που είναι πιθανόν να παρουσιαστούν, δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια να εμποδίζεται ο ιδιώτης να επικαλεστεί το εν λόγω άρθρο 6 σε καταστάσεις όπως η προκειμένη στην κύρια δίκη, όπου οι εθνικές αρχές δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή της επιλεγείσας λύσεως» (σκέψεις 35 και 36). Το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι «το πρόσωπο που εθίγη διότι απολύθηκε λόγω δυσμενούς διακρίσεως μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας, έναντι κρατικής αρχής που ενεργεί υπό την ιδιότητα του εργοδότη, προκειμένου να μην εφαρμοστεί εθνική διάταξη επιβάλλουσα όρια στο ποσό της αποζημιώσεως που μπορεί να επιτύχει προς αποκατάσταση της ζημίας» (σκέψη 38). Τονίζω ότι ο γενικός εισαγγελέας W. Van Gerven είχε καλέσει το Δικαστήριο να καθιερώσει το οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 6 της οδηγίας 76/207 [βλ. σημείο 21 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα W. Van Gerven επί της υποθέσεως Marshall (C-271/91, EU:C:1993:30, σκέψη 21)].
Full & Egal Universal Law Academy