ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CRUZ VILLALÓN
της 3ης Σεπτεμβρίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑440/14 P
National Iranian Oil Company (NIOC)
κατά
Συμβουλίου
«Αίτηση αναιρέσεως — Περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν — Κατάλογος προσώπων και οντοτήτων στα οποία εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων — Καταχώριση της αναιρεσείουσας στον κατάλογο — Νομική βάση — Άρθρο 215 ΣΛΕΕ — Άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ — Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας — Έννομο συμφέρον»
1.
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως βάλλει κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα να κριθεί παράνομη η καταχώριση της NIOC στον κατάλογο προσώπων και οντοτήτων των οποίων περιουσιακά στοιχεία αποτέλεσαν αντικείμενο δεσμεύσεως λόγω της στηρίξεως που παρέχουν σε κυβέρνηση κατά της οποίας ελήφθησαν περιοριστικά μέτρα στο πλαίσιο αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η αναιρεσείουσα, ιρανική δημόσια επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αντιτίθεται στο περιοριστικό μέτρο που της επιβλήθηκε, προβάλλοντας έξι λόγους αναιρέσεως με τους οποίους διατείνεται κατ’ ουσίαν, αφενός, ότι η νομική βάση στην οποία στηρίχθηκε το Συμβούλιο για να θεσπίσει τη διάταξη δυνάμει της οποίας εφαρμόστηκε το εν λόγω μέτρο είναι εσφαλμένη και, αφετέρου, ότι το κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε για την εφαρμογή του μέτρου στην αναιρεσείουσα είναι ασαφές και αόριστο.
2.
Στο πλαίσιο αυτό παρέχεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ευκαιρία να αποσαφηνίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί, επ’ αφορμή προσβολής περιοριστικού μέτρου, να γίνει επίκληση διαδικαστικών παρατυπιών ή προσβολής δικαιωμάτων τρίτων κατά την έγερση ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας του γενικού κανόνα από τον οποίο πηγάζει το εν λόγω μέτρο.
3.
Επιπλέον, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να εμπλουτίσει την νομολογία του, η οποία βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, όσον αφορά την εκτελεστική αρμοδιότητα που προβλέπεται στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ, εν προκειμένω εν αντιθέσει προς την αρμοδιότητα που απονέμει στο Συμβούλιο το άρθρο 215 ΣΛΕΕ.
I – Ιστορικό της διαφοράς και νομοθετικό πλαίσιο
4.
Με την απόφαση 1929 (2010), της 9ης Ιουνίου 2010, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών διηύρυνε το πεδίο εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν με τις αποφάσεις 1737 (2006), 1747 (2007) και 1803 (2008) του Συμβουλίου Ασφαλείας και θέσπισε συμπληρωματικά περιοριστικά μέτρα πάντοτε κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
5.
Στις 17 Ιουνίου 2010 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θεσπίσει τα απαραίτητα μέτρα για την πρακτική εφαρμογή των μέτρων που ελήφθησαν με την απόφαση 1929 (2010), καθώς και άλλων συνοδευτικών μέτρων, με σκοπό να διαλυθούν, μέσω διαπραγματεύσεων, οι ανησυχίες που δημιουργήθηκαν λόγω της αναπτύξεως από το Ιράν τεχνολογιών που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα και το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων της χώρας.
6.
Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 26 Ιουλίου 2010 την απόφαση 2010/413/ΚΕΠΠΑ, για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση της κοινής θέσης 2007/140/ΚΕΠΠΑ ( 2 ). Στο παράρτημα II της εν λόγω αποφάσεως παρατίθενται τα ονόματα των προσώπων και των οντοτήτων —μη περιλαμβανομένων των κατονομαζομένων στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών— των οποίων τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι δεσμεύονταν.
7.
Η προμνημονευθείσα απόφαση τροποποιήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2012 με την απόφαση 2012/35/ΚΕΠΠΑ ( 3 ), στην αιτιολογική σκέψη 13 της οποίας βεβαιώνεται ότι «[ο]ι περιορισμοί εισόδου και η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων θα πρέπει να εφαρμοστούν και σε άλλα πρόσωπα και οντότητες που παρέχουν στήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν ώστε αυτή να μπορεί να συνεχίζει πυρηνικές δραστηριότητες ικανές να συντελέσουν στη διάδοση και στην ανάπτυξη φορέων πυρηνικών όπλων, ιδίως δε σε πρόσωπα και οντότητες που παρέχουν οικονομική, υλικοτεχνική ή υλική στήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν».
8.
Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, σημείο ii, της προμνημονευθείσας αποφάσεως 2012/35 προστέθηκε στο άρθρο 20, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2010/413 το στοιχείο γʹ το οποίο προέβλεπε τη δέσμευση κεφαλαίων «άλλων προσώπων και οντοτήτων μη υπαγόμενων στο Παράρτημα Ι τα οποία παρέχουν στήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν και προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με αυτά, όπως κατονομάζονται στο Παράρτημα ΙΙ».
9.
Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 23 Μαρτίου 2012 τον κανονισμό (ΕΕ) 267/2012 ( 4 ), του οποίου το άρθρο 23, παράγραφος 2, προβλέπει τη δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που απαριθμούνται στο παράρτημα IX αυτού και τα οποία έχει αναγνωρισθεί ότι «δ) αποτελούν άλλα πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς που παρέχουν στήριξη, όπως υλική, υλικοτεχνική ή οικονομική, στην κυβέρνηση του Ιράν, και πρόσωπα και οντότητες που συνδέονται με αυτά».
10.
Βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, «[ο]σάκις το Συμβούλιο αποφασίζει να υπαγάγει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφοι 2 και 3, τροποποιεί αναλόγως το παράρτημα IX».
11.
Στις 15 Οκτωβρίου 2012 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2012/635/ΚΕΠΠΑ ( 5 ) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), στην αιτιολογική σκέψη 16 της οποίας βεβαιώνεται ότι «θα πρέπει να συμπεριληφθούν πρόσθετα πρόσωπα και οντότητες στον κατάλογο των υποκείμενων σε περιοριστικά μέτρα προσώπων και οντοτήτων, ο οποίος παρατίθεται στο Παράρτημα ΙΙ της απόφασης 2010/413/ΚΕΠΠΑ, ιδίως οντότητες ιδιοκτησίας του ιρανικού κράτους οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα του πετρελαίου και αερίου, δεδομένου ότι αποτελούν ουσιαστική πηγή εισοδήματος για την ιρανική κυβέρνηση».
12.
Το άρθρο 1, παράγραφος 8, στοιχείο αʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως τροποποίησε το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413, με την προσθήκη στον κατάλογο των προσώπων στα οποία επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα «άλλων προσώπων και οντοτήτων που δεν καλύπτονται από το Παράρτημα Ι που παρέχουν υποστήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν και οντοτήτων που ανήκουν ή ελέγχονται από αυτά ή προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με αυτά, όπως αναφέρεται στο Παράρτημα ΙΙ».
13.
Με το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως η αναιρεσείουσα περιελήφθη στην κεφαλίδα I του παραρτήματος II της αποφάσεως 2010/413, «Πρόσωπα και οντότητες που εμπλέκονται σε πυρηνικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες βαλλιστικών πυραύλων και πρόσωπα και οντότητες που στηρίζουν την κυβέρνηση του Ιράν», καταχώριση η οποία συνοδεύτηκε από την ακόλουθη μνεία: «Εθνική οντότητα κρατικής διαχείρισης που παρέχει οικονομικούς πόρους στην κυβέρνηση του Ιράν. Ο Υπουργός Πετρελαίου είναι διευθυντής του διοικητικού συμβουλίου της NIOC, ενώ ο αναπληρωτής Υπουργός Πετρελαίου είναι εκτελεστικός διευθυντής της NIOC».
14.
Την ίδια ημέρα, στις 15 Οκτωβρίου 2012, το Συμβούλιο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 945/2012, (στο εξής: προσβαλλόμενος εκτελεστικός κανονισμός) ( 6 ) για την εφαρμογή του κανονισμού 267/2012.
15.
Με το άρθρο 1 του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού η αναιρεσείουσα περιελήφθη στην κεφαλίδα του παραρτήματος IX του κανονισμού 267/2012, το οποίο περιλαμβάνει «[π]ρόσωπα και οντότητες που εμπλέκονται σε πυρηνικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες βαλλιστικών πυραύλων και πρόσωπα και οντότητες που στηρίζουν την κυβέρνηση του Ιράν», καταχώριση η οποία συνοδεύτηκε από την ακόλουθη μνεία: «Εθνική οντότητα κρατικής διαχείρισης που παρέχει οικονομικούς πόρους στην κυβέρνηση του Ιράν. Ο Υπουργός Πετρελαίου είναι διευθυντής του διοικητικού συμβουλίου της NIOC, ενώ ο αναπληρωτής Υπουργός Πετρελαίου είναι εκτελεστικός διευθυντής της NIOC».
16.
Η προσβαλλόμενη απόφαση και ο προσβαλλόμενος εκτελεστικός κανονισμός κοινοποιήθηκαν στις 16 Οκτωβρίου 2012 στην αναιρεσείουσα, η οποία προσέβαλε στις 26 Δεκεμβρίου 2012 την καταχώρισή της στον κατάλογο, ζητώντας από το Συμβούλιο να επανεξετάσει την απόφασή του. Ζήτησε επίσης να της κοινοποιηθεί το σύνολο του φακέλου βάσει του οποίου εκδόθηκαν η προσβαλλόμενη απόφαση και ο προσβαλλόμενος εκτελεστικός κανονισμός, περιλαμβανομένων των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία βασίστηκε η καταχώρισή της καθώς των ονομάτων των κρατών μελών που εισηγήθηκαν την εν λόγω καταχώριση.
17.
Με επιστολή της 12ης Μαρτίου 2013 το Συμβούλιο διαβίβασε στην αναιρεσείουσα (Α) τις προτάσεις καταχωρίσεως που υπέβαλαν τέσσερα κράτη μέλη, (Β) τα πρακτικά της συνεδριάσεως της ομάδας εργασίας «CONEM» (Μέση Ανατολή/Κόλπος) της 9ης Οκτωβρίου 2012 και (Γ) τα σημειώματα της 11ης και της 12ης Οκτωβρίου 2012 της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου προς την Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων (ΕΜΑ)/Συμβούλιο και της 12ης Οκτωβρίου 2012 της ΕΜΑ προς το Συμβούλιο.
18.
Το Συμβούλιο δεν αποκάλυψε την ταυτότητα των κρατών μελών που υπέβαλαν την πρόταση, αλλά επισήμανε ότι αυτή εγκρίθηκε ομόφωνα.
19.
Η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού, προβάλλοντας πλημμελή αιτιολογία, έλλειψη νομικής βάσεως, έλλειψη νομιμότητας, πλάνη περί το δίκαιο, πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά, πλάνη εκτιμήσεως, προσβολή του δικαιώματος άμυνας, του δικαιώματος σε χρηστή διοίκηση και του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
20.
Η προσφυγή απορρίφθηκε με την απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 16 Ιουλίου 2014 ( 7 ).
II – Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου
21.
Το Γενικό Δικαστήριο συγκέντρωσε σε έξι συνολικά ομάδες τους διάφορους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η ήδη αναιρεσείουσα. Όσον αφορά τον πρώτο εξ αυτών (πλημμελής αιτιολογία λόγω μη μνείας της νομικής βάσεως), ο οποίος εξετάζεται στις σκέψεις 39 έως 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι με την περιλαμβανόμενη στον προσβαλλόμενο εκτελεστικό κανονισμό παραπομπή στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012, εκπληρώθηκε η υποχρέωση μνείας της νομικής βάσεως που κατέστησε δυνατή την έκδοσή του από το Συμβούλιο.
22.
Το Γενικό Δικαστήριο ανέλυσε την έλλειψη νομικής βάσεως, η οποία προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, στις σκέψεις 46 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου εξετάζεται η νομιμότητα του μνημονευθέντος άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 σε σχέση με το άρθρο 215 ΣΛΕΕ και με το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα δεσμεύσεως κεφαλαίων μπορούσαν να θεσπισθούν στη βάση της τελευταίας αυτής διατάξεως και ότι, εν προκειμένω, πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για τους σκοπούς της αναθέσεως εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στο Συμβούλιο.
23.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος επικεντρώνεται στην έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413 και του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012, εξετάζεται στις σκέψεις 90 έως 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου αποκλείεται διαδοχικώς οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής του κράτους δικαίου, προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και απορρίπτονται τα διαλαμβανόμενα περί ανακολουθίας στη διατύπωση του επίμαχου κριτηρίου της εφαρμοστέας ρυθμίσεως.
24.
Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως, στον οποίο το Γενικό Δικαστήριο συγκέντρωσε την εκ μέρους της αναιρεσείουσας προβολή δύο περιπτώσεων πλάνης περί το δίκαιο, πλάνης περί τα πραγματικά περιστατικά και πλάνης εκτιμήσεως, απορρίφθηκε για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 134 έως 148 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, δεν μπορούσε να γίνει δεκτή η πλάνη περί το δίκαιο που προέβαλε η αναιρεσείουσα όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413 και δεν αποτελούσε ούτε πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά η μνεία στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είναι οντότητα την οποία διαχειρίζεται το ιρανικό κράτος ούτε πλάνη εκτιμήσεως το συμπέρασμα ότι, ακριβώς λόγω της διαχειρίσεώς της από τις ιρανικές αρχές, η αναιρεσείουσα αποφέρει κεφάλαια στην Κυβέρνηση του Ιράν.
25.
Στον πέμπτο λόγο ακυρώσεως συγκεντρώνονται τα διαλαμβανόμενα περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογίας και περί προσβολής του δικαιώματος άμυνας, του δικαιώματος σε χρηστή διοίκηση και του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, επιχειρήματα τα οποία απέρριψε στο σύνολό τους το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 151 έως 166 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Σε ορισμένες περιπτώσεις απέρριψε τα επιχειρήματα αυτά διότι επρόκειτο για επανάληψη των ήδη απορριφθέντων λόγων ακυρώσεως και σε άλλες διότι διαπιστώθηκε ότι τα στοιχεία που δικαιολογούσαν την καταχώριση της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους μνημονεύονταν με σαφήνεια στις προσβαλλόμενες πράξεις και θεμελιώνονταν σε επαρκή αιτιολογία.
26.
Ο έκτος και τελευταίος λόγος ακυρώσεως αφορούσε ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Στις σκέψεις 173 έως 177 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξηγείται ότι η εν λόγω αιτίαση αποτελεί επανάληψη άλλων ήδη απορριφθεισών αιτιάσεων, καθώς και ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί ο δυσανάλογος χαρακτήρας των προσβαλλόμενων μέτρων με την επίκληση γεγονότων μεταγενέστερων της θεσπίσεώς τους.
III – Η αίτηση αναιρέσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
27.
Η αίτηση αναιρέσεως θεμελιώνεται σε έξι λόγους, την απόρριψη των οποίων ζήτησαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή με τα επιχειρήματα που εξέθεσαν με τις αντίστοιχες γραπτές παρατηρήσεις τους.
28.
Η NIOC, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Απριλίου 2015, στην οποία το Δικαστήριο τους κάλεσε να τοποθετηθούν επί των ακόλουθων ζητημάτων: (Α) Ενδεχόμενη συνάφεια, όσον αφορά την εκτελεστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου, των άρθρων 24 και 26 ΣΕΕ, τα οποία μνημονεύονται στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. (Β) Ενδεχόμενη σημασία για τη διαφορά της αιτιολογικής σκέψεως 15 του κανονισμού (ΕΕ) 961/2010 ( 8 ), στην οποία μνημονεύεται το δικαίωμα του Συμβουλίου να τροποποιεί τους καταλόγους. (Γ) Ενδεχόμενη σημασία της προτάσεως από την Επιτροπή και τον Ύπατο Εκπρόσωπο για την ΚΕΠΠΑ της αρμοδιότητας του Συμβουλίου που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012, λαμβανομένου υπόψη ότι με την απόφαση που εξέδωσε στις 4 Φεβρουαρίου 2014, στην υπόθεση Syrian Lebanese Commercial Bank SAL κατά Συμβουλίου ( 9 ), το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάχθηκε για το κατά πόσον η προσφεύγουσα νομιμοποιούνταν να προβάλει λόγο σχετιζόμενο, ουσιαστικώς, με προσβολή των προνομίων του Κοινοβουλίου. (Δ) Αναγκαιότητα, για την υπεράσπιση των συμφερόντων της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, επικλήσεως θεμελιωδών δικαιωμάτων τρίτων, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Wöhrmann και Lütticke κατά Επιτροπής ( 10 ).
Α — Οι λόγοι αναιρέσεως και η απάντηση του Συμβουλίου
1. Πρώτος λόγος αναιρέσεως
29.
Η NIOC διατείνεται, καταρχάς, ότι ο κανονισμός 267/2012 δεν προσδιορίζει προσηκόντως τη νομική βάση εξουσιοδοτήσεως του Συμβουλίου να εκδώσει τον προσβαλλόμενο εκτελεστικό κανονισμό, καθόσον το άρθρο 46, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού δεν ορίζει τη νομική μορφή που πρέπει να προσλάβει η τροποποίηση του παραρτήματος IX αυτού. Για τον λόγο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι με τη μνεία της ως άνω διατάξεως ο προσβαλλόμενος εκτελεστικός κανονισμός προσδιόρισε επακριβώς τη νομική βάση του.
30.
Από την πλευρά του, το Συμβούλιο εκτιμά, όπως και το Γενικό Δικαστήριο, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 εξουσιοδότηση συνιστά την κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού, εκπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την απαίτηση αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ, του οποίου η περιλαμβανόμενη στο πρώτο εδάφιο μνεία στον «τύπο της προς έκδοση πράξης» έχει την έννοια ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως νομική βάση μόνον οι διατάξεις που εξουσιοδοτούν ένα ή περισσότερα θεσμικά όργανα να λαμβάνουν αποφάσεις σε καθορισμένο πλαίσιο αποσαφηνίζοντας τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για την έκδοση των αντίστοιχων πράξεων, χωρίς να είναι απαραίτητος ο συγκεκριμένος προσδιορισμός της νομικής μορφής αυτών.
2. Δεύτερος λόγος αναιρέσεως
31.
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 2012 ( 11 ), το άρθρο 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελεί τη μόνη δυνατή νομική βάση για τη θέσπιση ατομικών περιοριστικών μέτρων.
32.
Το Συμβούλιο αντιτείνει ότι η παραπομπή στην ως άνω απόφαση είναι αλυσιτελής για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς, καθόσον το ζήτημα που ετέθη στην εν λόγω υπόθεση ήταν κατά πόσον τα περιοριστικά μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας έπρεπε να θεσπισθούν βάσει του άρθρου 75 ΣΛΕΕ ή μπορούσαν επίσης να θεσπισθούν βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο. Κατά τα λοιπά, το Συμβούλιο στηρίζει την απάντηση επί του συγκεκριμένου σημείου που περιέχεται στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
33.
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται, επικαλούμενη εκ νέου την προαναφερθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 215 ΣΛΕΕ και 291 ΣΛΕΕ (εκτελεστικές πράξεις) είναι ασυμβίβαστες.
34.
Το Συμβούλιο εμμένει στον αλυσιτελή χαρακτήρα της προαναφερθείσας αποφάσεως και υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η άνευ διακρίσεως χρήση των δύο διαδικασιών σημαίνει ότι τα πρόσωπα και οι οντότητες που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα τα οποία θεσπίζονται βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ απολαύουν εγγυήσεως (η οποία προϋποθέτει ότι η πράξη βάσει της οποίας υπόκεινται στα εν λόγω μέτρα είναι αποτέλεσμα κοινής προτάσεως της Επιτροπής και του Ύπατου Εκπροσώπου για την ΚΕΠΠΑ) της οποίας δεν απολαύουν τα πρόσωπα στα οποία επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα με πράξη εκδοθείσα βάσει του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Τούτο δε διότι η διαφορά διαδικασίας δεν αποσκοπεί τόσο στην παροχή εγγυήσεων στους αποδέκτες των σχετικών πράξεων, αλλά στη διασφάλιση του δικαιώματος πρωτοβουλίας που αναγνωρίζουν οι Συνθήκες στην Επιτροπή και στον Ύπατο Εκπρόσωπο για την ΚΕΠΠΑ.
35.
Το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται επικουρικώς και αφορά τους λόγους που εμποδίζουν τη χρήση του άρθρου 291 ΣΛΕΕ, με το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ παρέχει στο Συμβούλιο νομική βάση συμπληρωματική εκείνης που προβλέπεται στο άρθρο 215 ΣΛΕΕ για τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων. Η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι δεν προσήκει η χρήση του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Πρώτον, διατείνεται ότι ο εν λόγω κανόνας θεσπίζει εξαίρεση στην καταρχήν αρμοδιότητα των κρατών μελών η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 και, ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τις διατάξεις της σκέψεως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία η προβλεπόμενη στο άρθρο 215 ΣΛΕΕ διαδικασία μπορεί να αποδειχθεί μη ενδεδειγμένη για τη θέσπιση απλών εκτελεστικών μέτρων, ενώ το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αντικατοπτρίζει τη βούληση των συντακτών της Συνθήκης για την πρόβλεψη αποτελεσματικότερης διαδικασίας εκτελέσεως, προσαρμοσμένης στο είδος του προς εκτέλεση μέτρου.
36.
Κατά το Συμβούλιο, η ερμηνεία της σκέψεως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως από την αναιρεσείουσα είναι εσφαλμένη, καθόσον καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ μπορεί να δικαιολογείται για λόγους αποτελεσματικότητας. Σε κάθε περίπτωση, η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου αναπτύσσεται στην εν λόγω σκέψη μόνον επαλλήλως και είναι, ως εκ τούτου, εν προκειμένω αλυσιτελής. Κατά τα λοιπά, το Συμβούλιο αντικρούει το επιχείρημα της NIOC ότι το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελεί εξαίρεση από την αρχή της εκτελεστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών η οποία θεσπίζεται στην παράγραφο 1 της εν λόγω διατάξεως.
3. Τρίτος λόγος αναιρέσεως, επικουρικώς προβαλλόμενος
37.
Επικουρικώς, στην περίπτωση που κριθεί ότι απαιτείται προσφυγή στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ για τη θέσπιση ατομικών περιοριστικών μέτρων, η αναιρεσείουσα προβάλλει τρίτο λόγο αναιρέσεως, με δύο σκέλη, εμμένοντας στη μη προσήκουσα χρήση του άρθρου 291 ΣΛΕΕ για την έκδοση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού, υποστηρίζοντας ότι τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ δεν χρειάζονται κανένα εκτελεστικό μέτρο, καθόσον είναι τα ίδια εκτελεστικά μέτρα. Αυτό αποδεικνύεται από τον κατάλογο που περιέχεται στο παράρτημα του κανονισμού 267/2012, ο οποίος θεσπίσθηκε βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ.
38.
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, παραπέμποντας στις δύο περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, διατείνεται, αφενός, ότι ο κανονισμός 267/2012 δεν σχετίζεται με τα άρθρα 24 και 26 ΣΕΕ —καθόσον, επιπλέον, η απόφαση 2012/35 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ— και, αφετέρου, ότι η προσφυγή στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί, εν προκειμένω, «δεόντως αιτιολογημένη».
39.
Αντίθετα προς τη NIOC, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως της αναθέσεως εκτελεστικής αρμοδιότητας στο Συμβούλιο βάσει του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελεί απλώς έκφραση της γενικής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως η οποία προβλέπεται στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ.
40.
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί ότι η αιτιολογική σκέψη 28 και το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 δικαιολογούν, όπως εκτίμησε το Γενικό Δικαστήριο, την υπαγωγή των περιοριστικών μέτρων στην εκτελεστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
41.
Το Συμβούλιο τάσσεται υπέρ της ερμηνείας του Γενικού Δικαστηρίου, επικαλούμενο επίσης τις αιτιολογικές σκέψεις 11 επ. του κανονισμού 267/2012.
4. Τέταρτος λόγος αναιρέσεως, επικουρικώς προβαλλόμενος
42.
Επίσης επικουρικώς, για την περίπτωση που γίνει δεκτή η νομιμότητα της χρήσεως του άρθρου 291 ΣΛΕΕ, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 απονέμει στο Συμβούλιο αρμοδιότητα εκτελέσεως των διατάξεων του άρθρου 23, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού, πράγμα που αρκεί ώστε να πληρούται η υποχρέωση αιτιολογήσεως όσον αφορά τη μνεία της νομικής βάσεώς τους. Κατά την αναιρεσείουσα, ο κανονισμός 267/2012 δεν περιέχει καμία μνεία στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, παραπέμπει αναγκαστικά στο άρθρο 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
43.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η μη μνεία της νομικής βάσεως δεν συνεπάγεται αυτομάτως παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καίτοι, εν προκειμένω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Συμβούλιο επιφυλάχθηκε, στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012, να ασκήσει την αρμοδιότητα εκτελέσεως ατομικών περιοριστικών μέτρων.
5. Πέμπτος λόγος αναιρέσεως, επικουρικώς προβαλλόμενος
44.
Όλως επικουρικώς, η αναιρεσείουσα προβάλλει δεύτερη πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο εκτιμώντας ότι το Συμβούλιο δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως παραλείποντας να μνημονεύσει το άρθρο 291 ΣΛΕΕ.
45.
Το Συμβούλιο αρκείται να υπενθυμίσει εκ νέου τη νομολογία που αφορά τη δυνατότητα μη υποχρεωτικής ρητής μνείας της νομικής βάσεως.
6. Έκτος λόγος αναιρέσεως
46.
Με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εξουσία εκτιμήσεως που ανατίθεται στο Συμβούλιο δεν είναι ούτε αυθαίρετη ούτε συνιστά άσκηση διακριτικής ευχέρειας, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε προβαίνοντας σε «επανασυγγραφή» του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012.
47.
Το Συμβούλιο αντικρούει το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε «επανασυγγραφή» της εν λόγω διατάξεως, αναπτύσσοντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι, κατά το Συμβούλιο, εφικτό να ερμηνευθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπό τους όρους που διατυπώνει η NIOC.
48.
Με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η «επανασυγγραφή» του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012 συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος άμυνας.
49.
Από την πλευρά του, το Συμβούλιο εμμένει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε «επανασυγγραφή» του κριτηρίου που διατυπώνεται στον εν λόγω κανόνα.
50.
Τέλος, με το τρίτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντίφαση εκτιμώντας, αφενός, ότι το επίμαχο κριτήριο παραπέμπει στις μορφές στηρίξεως οι οποίες, λόγω της ποσοτικής ή ποιοτικής σημασίας τους, συμβάλλουν στη συνέχιση των ιρανικών πυρηνικών δραστηριοτήτων (σκέψη 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, αφετέρου, ότι το εν λόγω κριτήριο αφορά κάθε στήριξη η οποία, καίτοι δεν εμφανίζει κανέναν άμεσο ή έμμεσο σύνδεσμο με την ανάπτυξη της διαδόσεως πυρηνικών όπλων, ενδέχεται, εντούτοις, λόγω της ποσοτικής ή ποιοτικής σημασίας της, να την ευνοεί (σκέψη 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
51.
Το Συμβούλιο εκτιμά ότι η προβαλλόμενη αντίφαση δεν διαπιστώνεται, καθόσον, κατ’ αυτό, στη σκέψη 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο ανακεφαλαιώνει συνοπτικά τη συλλογιστική που ανέπτυξε στις σκέψεις 119 έως 121.
Β — Η θέση της Επιτροπής
52.
Η Επιτροπή παρέστη στη διαδικασία παρέχοντας συνολική απάντηση στους πέντε πρώτους λόγους αναιρέσεως. Κατ’ αυτήν, προσήκουσα βάση για την έκδοση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού δεν αποτελεί το άρθρο 291 ΣΛΕΕ, αλλά το άρθρο 215 ΣΛΕΕ, καθόσον η πράξη του νομοθέτη με την οποία ανατίθενται οι εκτελεστικές αρμοδιότητες δεν αντικατοπτρίζει τον σκοπό του κανονισμού 267/2012, δηλαδή την επιβολή περιοριστικών μέτρων κατά του Ιράν. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα κανονισμών που αναθέτουν την εκτελεστική αρμοδιότητα στην Επιτροπή και ότι σε καμία περίπτωση δεν μνημονεύθηκε σε αυτούς ως νομική βάση το άρθρο 291 ΣΛΕΕ.
53.
Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, οι διατάξεις του άρθρου 291 ΣΛΕΕ μπορούν να εφαρμοσθούν επίσης στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων, υποστηρίζει δε συναφώς ότι η πάγια πρακτική της Επιτροπής, στις κοινές προτάσεις που καταρτίζει βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, συνίσταται στην πρόταση εκδόσεως εκτελεστικών πράξεων για την τροποποίηση παραρτημάτων, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν καταλόγους προσώπων υποκείμενων σε δέσμευση κεφαλαίων.
54.
Όσον αφορά τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012 πρέπει να ερμηνεύεται στο πλαίσιό του και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της εφαρμοστέας νομοθεσίας, όπως έπραξε, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο, καταλήγοντας τότε ευχερώς στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο κριτήριο περιλαμβάνει μόνον τα πρόσωπα ή τις οντότητες που παρέχουν στην Κυβέρνηση του Ιράν στήριξη ποσοτικής ή ποιοτικής σημασίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αναιρεσείουσας.
Γ — Τα αιτήματα των διαδίκων
55.
Η NIOC ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να κάνει δεκτά τα αιτήματα που υπέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
56.
Τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή ζητούν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
IV – Εκτίμηση
Α — Εισαγωγή
57.
Η NIOC είναι ιρανική δημόσια επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Τα κεφάλαιά της δεσμεύθηκαν στις 15 Οκτωβρίου 2012 βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως και του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού.
58.
Τα κριτήρια που εφαρμόζονται για την καταχώριση στον κατάλογο προσώπων και οντοτήτων που υπόκεινται σε δέσμευση κεφαλαίων διαφοροποιήθηκαν κατά καιρούς. Αρχικά, προϋπόθεση ήταν η συμμετοχή ή η άμεση σύνδεση με τις πυρηνικές δραστηριότητες του Ιράν ( 12 ), κριτήριο το οποίο διευρύνθηκε για πρώτη φορά το 2010 ( 13 ) και το οποίο, κατά το μέρος που αφορά την κρινόμενη υπόθεση, διευρύνθηκε εκ νέου το 2012 με τον κανονισμό 267/2012, του οποίου το άρθρο 23, παράγραφος 2, προβλέπει τη δέσμευση κεφαλαίων προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που απαριθμούνται στο παράρτημα IX αυτού και έχει αναγνωρισθεί ότι «δ) αποτελούν άλλα πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς που παρέχουν στήριξη, όπως υλική, υλικοτεχνική ή οικονομική, στην κυβέρνηση του Ιράν, και πρόσωπα και οντότητες που συνδέονται με αυτά».
59.
Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 ορίζει ότι, «[ο]σάκις το Συμβούλιο αποφασίζει να υπαγάγει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 3, τροποποιεί αναλόγως το παράρτημα ΙΧ» του εν λόγω κανονισμού.
60.
Η NIOC προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ζητώντας να ακυρωθούν η προσβαλλόμενη απόφαση και ο προσβαλλόμενος εκτελεστικός κανονισμός καθώς και να κριθεί ανεφάρμοστος εν προκειμένω ο κανονισμός 267/2012. Με την υπό κρίση αίτησή της αναιρέσεως κατά της απορρίπτουσας την προσφυγή της από το Γενικό Δικαστήριο αποφάσεως προβάλλει έξι λόγους, οι οποίοι, κατά την άποψή μου —άποψη που συμπίπτει επί του σημείου αυτού με εκείνη της Επιτροπής— μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο και αφορούν, αντιστοίχως, τη νομική βάση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού (πρώτος έως και πέμπτος λόγος αναιρέσεως) και τη νομιμότητα της επεκτάσεως του κριτηρίου καταχωρίσεως στον κατάλογο βάσει της αποφάσεως 2012/35 και του κανονισμού 267/2012 (έκτος λόγος αναιρέσεως).
Β — Επί του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως
61.
Όπως εκτέθηκε στο σημείο 28, το Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε διάφορα ερωτήματα κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, εκ των οποίων δύο αφορούσαν το ενδεχόμενο να έχει η NIOC το απαραίτητο έννομο συμφέρον για να προβάλει τους λόγους αναιρέσεως οι οποίοι συνιστούν τις αντίστοιχες ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας που εγείρονται κατά του κανονισμού 267/2012. Ειδικότερα, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση τέθηκε το ζήτημα κατά πόσον μπορούν να προβληθούν ως λόγοι αναιρέσεως α) η εικαζόμενη προσβολή του δικαιώματος προτάσεως της Επιτροπής και του Ύπατου Εκπροσώπου για την ΚΕΠΠΑ ή β) η προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων τρίτων.
62.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, δηλαδή τη δυνατότητα προβολής, ως λόγου αναιρέσεως, της ενδεχόμενης προσβολής του δικαιώματος προτάσεως της Επιτροπής και του Ύπατου Εκπροσώπου για την ΚΕΠΠΑ, το Συμβούλιο επισήμανε ότι τυχόν πλάνη στον προσδιορισμό της νομικής βάσεως επηρέασε μόνον την ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, καθόσον η ratio των διαφορετικών διαδικασιών οι οποίες προβλέπονται αντίστοιχα στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 215 ΣΛΕΕ συνίσταται σε συγκεκριμένο καθορισμό των αντίστοιχων θέσεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής και του Ύπατου Εκπροσώπου για την ΚΕΠΠΑ, από τον οποίο καθορισμό δεν προκύπτουν συνέπειες όσον αφορά τις εγγυήσεις των ατομικών δικαιωμάτων.
63.
Όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως δικαιωμάτων τρίτων, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι, στο μέτρο που η αμφισβήτηση από τη NIOC της νομιμότητας του κριτηρίου καταχωρίσεως στον κατάλογο βασίζεται στο επιχείρημα ότι η εφαρμογή του συγκεκριμένου κριτηρίου, όπως καθορίστηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης, προσβάλλει τα δικαιώματα τρίτων, η NIOC επιδιώκει στην πραγματικότητα να ασκήσει με την προσφυγή της in abstracto έλεγχο των διατάξεων των οποίων τη νομιμότητα αμφισβητεί.
64.
Φρονώ ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτος.
1. Επί του εννόμου συμφέροντος της NIOC να προβάλει έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 267/2012
65.
Το έννομο συμφέρον της NIOC —και, επομένως, η νομιμοποίησή της να προβάλει τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους θεμελιώνει την αίτηση αναιρέσεως— πρέπει να εξετασθεί με γνώμονα τις συνέπειες που μπορεί να έχει η διαπίστωση της ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 267/2012 στο κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως και του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού. Εν ολίγοις, εάν η έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού επηρεάζει το κύρος των εν λόγω πράξεων, η NIOC νομιμοποιείται να προβάλει ως λόγο αναιρέσεως την εν λόγω ένσταση ελλείψεως νομιμότητας. Τούτο δε ανεξάρτητα από τα αίτια της ελλείψεως νομιμότητας. Κατά το μέρος που αφορά την κρινόμενη υπόθεση, είτε πρόκειται για λόγο τυπικής ή διαδικαστικής ελλείψεως νομιμότητας είτε ο προβαλλόμενος λόγος ακυρότητας σχετίζεται με το περιεχόμενο της σχετικής διατάξεως, είναι σαφές ότι η NIOC δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει έλλειψη νομιμότητας η οποία, εφόσον διαπιστωθεί, θα έχει ως αποτέλεσμα το ανεφάρμοστο των διατάξεων και των πράξεων που την αφορούν άμεσα και ευθέως, όπως συμβαίνει με τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα.
66.
Επέλεξα να τονίσω με πλάγιους χαρακτήρες την έννοια του «ανεφάρμοστου», καθόσον περί αυτού πρόκειται αυστηρά και αποκλειστικά. Το άρθρο 277 ΣΛΕΕ ορίζει σαφέστατα ότι «κάθε διάδικος μπορεί, επ’ ευκαιρία διαφοράς που θέτει υπό αμφισβήτηση πράξη γενικής ισχύος […], να επικαλείται το ανεφάρμοστο της πράξης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Το ανεφάρμοστο πρέπει να θεμελιώνεται στους «λόγους του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, [ΣΛΕΕ]», δηλαδή σε λόγους ελλείψεως νομιμότητας. Εντούτοις, οι εν λόγω λόγοι ελλείψεως νομιμότητας δεν μεταφράζονται στην περίπτωση του άρθρου 277 ΣΛΕΕ σε ακυρότητα ή έλλειψη νομιμότητας της σχετικής διατάξεως, αλλά μόνο στο ανεφάρμοστο αυτής ad casum ( 14 ).
67.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να προσβληθεί παρεμπιπτόντως η νομιμότητα κανονισμού στο πλαίσιο διαδικασίας κατά αποφάσεων οι οποίες δεν αποτελούν μέτρα εκτελέσεως αυτού ( 15 ). Εντούτοις, εν προκειμένω, το κύρος των προσβαλλόμενων διατάξεων εξαρτάται άμεσα από το κύρος του κανονισμού 267/2012, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται για κατάσταση ίδια με εκείνη που οδήγησε στην απόφαση Συμβούλιο κατά Chvatal, με την οποία κρίθηκε ότι υπάλληλοι του Δικαστηρίου δεν είχαν έννομο συμφέρον να εγείρουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κανονισμού ο οποίος περιελάμβανε στο πεδίο εφαρμογής του μόνον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και, επομένως, ακόμη και εάν δεν ήταν σύννομος, δεν μπορούσε να αποτελέσει νομική βάση του αιτήματος των προσφευγόντων υπαλλήλων ( 16 ).
68.
Αναμφίβολα, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στους διαδίκους, το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάχθηκε, στην υπόθεση Syrian Lebanese Commercial Bank SAL κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όσον αφορά τη δυνατότητα να νομιμοποιείται «η προσφεύγουσα [τράπεζα στην οποία συμμετέχει τρίτο κράτος] […] να προβάλει λόγο σχετιζόμενο, ουσιαστικώς, με προσβολή των προνομίων του Κοινοβουλίου» ( 17 ). Εντούτοις, η δυνατότητα αυτή γίνεται αβίαστα δεκτή από το Δικαστήριο σε διαφορές στις οποίες η συζήτηση σχετικά με την καταλληλότητα της νομικής βάσεως στην οποία θεμελιώνεται η επίμαχη ρύθμιση εμπεριέχει, τελικώς, πρόβλημα ισορροπίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, καταρχήν ξένο προς το «υποκειμενικό συμφέρον» αυτού που αμφισβητεί τη δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω ρυθμίσεως ( 18 ).
69.
Το υποκειμενικό συμφέρον που έχει σημασία στο πλαίσιο του άρθρου 277 ΣΛΕΕ είναι μόνον αυτό της μη εφαρμογής διατάξεως λόγω ελλείψεως νομιμότητας, ενώ, όπως υπενθύμισα ανωτέρω, το ανεφάρμοστο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 277 ΣΛΕΕ μπορεί να προβληθεί «για έναν από τους λόγους του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, [ΣΛΕΕ]», δηλαδή «λόγω αναρμοδιότητος, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας». Εν τέλει, πρόκειται όχι τόσο για την αναγνώριση του ανίσχυρου της διατάξεως για την οποία προβάλλεται η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας όσο για τη μη εφαρμογή της στη συγκεκριμένη περίπτωση της αναιρεσείουσας λόγω ελλείψεως νομιμότητας.
70.
Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι, εάν η ανάθεση στο Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012, της αρμοδιότητας τροποποιήσεως του παραρτήματος IX αυτού δεν είναι σύννομη, η συνέπεια θα είναι ότι η καταχώριση της αναιρεσείουσας στον κατάλογο που περιέχεται στο εν λόγω παράρτημα στερείται της σχετικής νομικής καλύψεως και, ως εκ τούτου, πάσχει από ελάττωμα, αποτέλεσμα του οποίου μπορεί να είναι μόνον η μη εφαρμογή εν προκειμένω του εν λόγω κανονισμού και, επομένως, η ακυρότητα της καταχωρίσεως της NIOC στον εν λόγω κατάλογο.
71.
Ασφαλώς, όπως υποστήριξε και το Συμβούλιο, η διαφορά μεταξύ της νομικής βάσεως του άρθρου 215 ΣΛΕΕ και εκείνης του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ανάγεται σε διαφορά διαδικασιών, της οποίας η ratio ανταποκρίνεται, τελικώς, στη βούληση διασφαλίσεως —στην πρώτη περίπτωση— δικαιώματος πρωτοβουλίας στην Επιτροπή και στον Ύπατο Εκπρόσωπο για την ΚΕΠΠΑ. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι η επιλογή της μίας ή της άλλης εκ των νομικών βάσεων δεν έχει περισσότερη σημασία από αυτήν που προκύπτει από την ενδεχόμενη διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων στην οποία αποσκοπεί η ΣΛΕΕ με τη θέσπιση των δύο αυτών κανονιστικών διαδικασιών.
72.
Αναμφίβολα η χρήση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ σε περίπτωση στην οποία προκύπτει από τη ΣΛΕΕ η αναγκαιότητα χρήσεως της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 215 ΣΛΕΕ θα καθιστούσε τον κανονισμό 267/2012 παράνομο και, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστο στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, καθιστώντας επίσης ανίσχυρη την απόφαση δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα περιελήφθη στον επίμαχο κατάλογο. Από απόψεως συμφέροντος, το συμφέρον της Επιτροπής και του Ύπατου Εκπροσώπου για την ΚΕΠΠΑ βασίζεται στη συμμόρφωση του κανονισμού 267/2012 προς τις Συνθήκες, ενώ εκείνο της NIOC έγκειται στη μη εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού λόγω, ακριβώς, της ελλείψεως νομιμότητάς του. Το τελευταίο αυτό συμφέρον είναι στην πραγματικότητα εκείνο που έχει σημασία για τους σκοπούς του άρθρου 277 ΣΛΕΕ και είναι, επομένως, το μόνο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως που αντλούνται από έλλειψη νομιμότητας του εν λόγω κανονισμού.
2. Επί του εννόμου συμφέροντος της NIOC να προβάλει έλλειψη νομιμότητας του κριτηρίου που εφαρμόσθηκε για την καταχώρισή της στον επίμαχο κατάλογο
73.
Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου που βασίζεται στη θεωρούμενη επίκληση συμφερόντων και δικαιωμάτων τρίτων, δηλαδή την προσβολή από τη NIOC του ουσιαστικού περιεχομένου του κριτηρίου καταχωρίσεως στον επίμαχο κατάλογο, φρονώ ότι δεν χωρεί αμφιβολία ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται, τελικώς, τα δικά της συμφέροντα και δικαιώματα. Στην πραγματικότητα, η NIOC δεν επικαλείται το συμφέρον των Ιρανών πολιτών εν γένει, αλλά, επικαλούμενη το δικό της ιδιαίτερο συμφέρον ως εταιρίας περιληφθείσας στον επίμαχο κατάλογο, αιτιάται ότι η καταχώρισή της στον κατάλογο αποτελεί συνέπεια της εφαρμογής κριτηρίου που επιτρέπει την καταχώριση οιουδήποτε σε αυτόν.
74.
Υπό την έννοια αυτή, το ζήτημα δεν είναι τόσο το παραδεκτό της προσβολής όσο η θεμελίωσή της επί της ουσίας, δηλαδή η βασιμότητα του επιχειρήματος της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε «επανασυγγραφή» του κριτηρίου που θεσπίζεται στο άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413 και στο άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012, στρεβλώνοντας με τον τρόπο αυτόν το, κατά την αναιρεσείουσα, νόημά του, δηλαδή τη βούληση να καταστεί, τελικώς, εφικτή η καταχώριση κάθε Ιρανού υπηκόου ή ιρανικής οντότητας στον εν λόγω κατάλογο.
75.
Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα είναι παραδεκτοί.
Γ — Επί των διαφόρων λόγων αναιρέσεως
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
76.
Όπως επισημαίνεται στο σημείο 60, οι έξι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα μπορούν να συγκεντρωθούν, βάσει του περιεχομένου τους, σε δύο ομάδες: αφενός, στους λόγους που αναφέρονται στη νομική βάση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού (πρώτος έως πέμπτος λόγος αναιρέσεως) και, αφετέρου, στον έκτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα του κριτηρίου που εφαρμόσθηκε για την καταχώριση της NIOC στον επίμαχο κατάλογο. Επιπλέον, τρεις εκ των λόγων προβάλλονται ως κύριοι (ο πρώτος, ο δεύτερος και ο έκτος λόγος), ενώ οι λοιποί τρεις (ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος) προβάλλονται επικουρικώς, μόνον για την περίπτωση που το Δικαστήριο συμφωνήσει με το Γενικό Δικαστήριο ότι η ενδεδειγμένη νομική βάση είναι εν προκειμένω αυτή του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
77.
Σε σχέση με τη νομική βάση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού, η NIOC διατείνεται ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 θα έπρεπε, καταρχάς, να υποδεικνύει τη νομική μορφή που πρέπει να προσλάβει η απόφαση του Συμβουλίου με την οποία τροποποιείται το παράρτημα στο οποίο παρατίθεται ο κατάλογος των προσώπων που θίγονται από τη δέσμευση κεφαλαίων (πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος συνεπάγεται την έγερση ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας κατά του κανονισμού 267/2012). Επιπλέον, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι τα επίμαχα μέτρα έπρεπε να βασίζονται στο άρθρο 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ( 19 ) και όχι στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ ( 20 ) (δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στρέφεται κατά του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού και συνιστά επίσης ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά του κανονισμού 267/2012).
78.
Τέλος, η αναιρεσείουσα διατείνεται επικουρικώς ότι, εάν η χρήση του άρθρου 291 ΣΛΕΕ ήταν σύννομη, θα έπρεπε να ήταν αιτιολογημένη (τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εμμένει στην ακαταλληλότητα του άρθρου 291 ΣΛΕΕ, τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως, οι οποίοι συνιστούν επίσης ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά του κανονισμού 267/2012).
79.
Όσον αφορά τη νομιμότητα του εφαρμοσθέντος κριτηρίου (έκτος λόγος αναιρέσεως), η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι ο κανονιστικός ορισμός του είναι υπερβολικά γενικός και ασαφής, το δε Γενικό Δικαστήριο προέβη σε πραγματική «επανασυγγραφή» του οικείου άρθρου επ’ αφορμή της εφαρμογής του στην υπό κρίση υπόθεση.
2. Πρώτος λόγος αναιρέσεως. Μνεία της νομικής βάσεως
80.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται κατά του κανονισμού 267/2012 αφορά την απουσία μνείας, στο άρθρο 46, παράγραφος 2 αυτού, στη μορφή που πρέπει να προσλάβουν οι αποφάσεις περί τροποποιήσεως του παραρτήματος IX αυτού, γεγονός που κατά την αναιρεσείουσα δεν επιτρέπει τη χρήση του εν λόγω κανόνα ως νομικής βάσεως του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού.
81.
Πράγματι, ο επίμαχος κανόνας ορίζει απλώς ότι, «[ο]σάκις το Συμβούλιο αποφασίζει να υπαγάγει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφοι 2 και 3, τροποποιεί αναλόγως το παράρτημα».
82.
Όπως επισημαίνει η NIOC, απουσία σχετικής προβλέψεως, δύο είναι οι ενδεχόμενες νομικές μορφές: α) απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ και β) εκτελεστικός κανονισμός εκδοθείς βάσει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ. Στην περίπτωση που εξετάζεται εν προκειμένω, επιλέχθηκε τελικώς η μορφή του εκτελεστικού κανονισμού, υπό την έννοια ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 μπορούσε να παραπέμπει ακριβώς στη διαδικασία του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
83.
Φρονώ ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 δεν ήταν τελείως αβάσιμη, καθόσον η αρμοδιότητα που ανατίθεται στο Συμβούλιο με αυτό περιλαμβανόταν ήδη σε άλλες διατάξεις θεσπισθείσες στο πλαίσιο της πολιτικής επιβολής περιοριστικών μέτρων κατά του Ιράν.
84.
Αυτό συνέβη στην περίπτωση του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 ( 21 ) και του κανονισμού 961/2010. Πράγματι, το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 όριζε ότι «[τ]ο Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, καταρτίζει, επανεξετάζει και τροποποιεί τον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και τούτο σε πλήρη συμφωνία με τις αποφάσεις του Συμβουλίου όσον αφορά το παράρτημα ΙΙ της κοινής θέσης 2007/140/ΚΕΠΠΑ. Ο κατάλογος του παραρτήματος V επανεξετάζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά δωδεκάμηνο».
85.
Εξάλλου, το άρθρο 36, παράγραφος 2, του κανονισμού 961/2010 όριζε ότι «[ο]σάκις το Συμβούλιο αποφασίσει να υπαγάγει φυσικό ή νομικό πρόσωπο οντότητα ή οργανισμό στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2, τροποποιεί αναλόγως το παράρτημα VΙΙΙ».
86.
Επιπλέον, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο νομοθέτης μερίμνησε ώστε να αιτιολογήσει την ανάθεση της συγκεκριμένης εκτελεστικής αρμοδιότητας στο Συμβούλιο. Στην περίπτωση του κανονισμού 423/2007 η αιτιολογία περιεχόταν στην αιτιολογική σκέψη 6, η οποία είχε ως εξής: «Όσον αφορά τη διαδικασία για την κατάρτιση και την τροποποίηση του καταλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο θα πρέπει να ασκεί τις αντίστοιχες εκτελεστικές αρμοδιότητες, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της ΑΣΑΗΕ 1737 (2006), κυρίως για τον περιορισμό της ανάπτυξης από το Ιράν ευαίσθητων τεχνολογιών με σκοπό τη στήριξη του πυρηνικού του προγράμματος και του προγράμματός του για την ανάπτυξη πυραύλων, καθώς και τις ευαίσθητες ως προς τη διάδοση όπλων δραστηριότητες που αναλαμβάνονται από πρόσωπα και οντότητες που στηρίζουν αυτά τα προγράμματα».
87.
Όσον αφορά δε τον κανονισμό 961/2010, η αιτιολογία περιεχόταν στην αιτιολογική σκέψη 15, κατά την οποία «[τ]ο δικαίωμα τροποποίησης του καταλόγου των παραρτημάτων VII και VIII του παρόντος κανονισμού πρέπει να ασκείται από το Συμβούλιο, δεδομένης της ειδικής απειλής που συνιστά το Ιράν για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, όπως καταδεικνύει η αυξανόμενη ανησυχία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, που επισημάνθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης Ιουνίου 2010, και προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεκτικότητα με τη διαδικασία τροποποίησης και επανεξέτασης των παραρτημάτων I και ΙΙ της απόφασης 2010/413/ΚΕΠΠΑ».
88.
Όσον αφορά τον κανονισμό 267/2012, μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 22 ), δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 23 ) διορθωτικό με το οποίο ενσωματώθηκε σε αυτόν η αιτιολογική σκέψη 27α με την ακόλουθη διατύπωση:
«Η εξουσία τροποποίησης των καταλόγων των παραρτημάτων VIII και IX του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να ασκείται από το Συμβούλιο, ενόψει της ειδικής απειλής που συνιστά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, και προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτικότητα με τη διαδικασία τροποποίησης και επανεξέτασης των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της απόφασης 2010/413/ΚΕΠΠΑ».
89.
Αργότερα, στις 22 Ιουλίου 2014 ( 24 ), η νέα αυτή αιτιολογική σκέψη διορθώθηκε ώστε να ορίζει ότι η αρμοδιότητα για την τροποποίηση των καταλόγων που παρατίθενται στα παραρτήματα VIII και IX του παρόντος κανονισμού ασκείται από το Συμβούλιο.
90.
Κατά την άποψή μου, ο κανονισμός 267/2012 πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο του συνόλου των περιοριστικών μέτρων που έχει θεσπίσει η Ένωση κατά του Ιράν, τα οποία συνιστούν ως σύνολο εννοιολογική μονάδα η οποία, εν προκειμένω, εξυπηρετεί δεόντως τον σκοπό που επιδιώκεται με την υποχρέωση αιτιολογήσεως στην οποία θεμελιώνεται η υποχρέωση μνείας της νομικής βάσεως κάθε πράξεως που προορίζεται να παράγει έννομες συνέπειες.
91.
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, «η υποχρέωση αιτιολογήσεως, όπως αυτή θεσπίζεται με το άρθρο 253 ΕΚ [άρθρο 296 ΣΛΕΕ], επιβάλλει ότι όλες οι οικείες πράξεις πρέπει να εκθέτουν τους λόγους που οδήγησαν το θεσμικό όργανο στην έκδοσή τους, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του, τα δε κράτη μέλη αλλά και οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι να λαμβάνουν γνώση των συνθηκών υπό τις οποίες τα κοινοτικά όργανα εφάρμοσαν τη Συνθήκη» ( 25 ).
92.
Στην ίδια κατεύθυνση, «η υποχρέωση αναφοράς της νομικής βάσης μιας πράξης εμπίπτει στην υποχρέωση αιτιολογήσεως» ( 26 ), με τον ίδιο τρόπο που «η ασφάλεια δικαίου επιβάλλει κάθε πράξη η οποία σκοπεί στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων να αντλεί την υποχρεωτική της ισχύ από διάταξη του κοινοτικού δικαίου η οποία πρέπει ρητώς να αναφέρεται ως νομική βάση της και η οποία ορίζει τη νομική μορφή που πρέπει να έχει η εν λόγω πράξη» ( 27 ).
93.
Ο κανονισμός 267/2012 εγγράφεται σε σειρά διατάξεων που εκδόθηκαν κατά του Ιράν και η έκδοσή του υπαγορεύθηκε από τους ίδιους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η έκδοση των κανονισμών που προηγήθηκαν αυτού. Ασφαλώς, καθένας από τους εν λόγω κανονισμούς τέθηκε σε ισχύ καταργώντας τον προηγούμενο, ο δε κανονισμός 267/2012 κατήργησε τον κανονισμό 961/2010.
94.
Εντούτοις, φρονώ ότι, ακριβώς λόγω της ουσιαστικής συνέχειας που παρατηρείται μεταξύ αυτών, η επίσημη κατάργηση του προηγούμενου κανονισμού με τον κανονισμό 267/2012 δεν σημαίνει ότι η αιτιολόγηση στην οποία στηρίχθηκε ρητώς ο κανονισμός 961/2010 —και προηγουμένως ο κανονισμός 423/2007— δεν μπορεί να αιτιολογήσει σιωπηρώς τον κανονισμό 267/2012.
95.
Στο μέτρο που ο ισχύων κανονισμός αναθέτει στο Συμβούλιο την ίδια εκτελεστική αρμοδιότητα που του ανέθεταν οι προηγούμενοι κανονισμοί, συνάγεται κατά λογική αναγκαιότητα ότι, απουσία ρητής αιτιολογήσεως στον ισχύοντα κανονισμό, η ratio της εν λόγω αναθέσεως ταυτίζεται σιωπηρώς με εκείνη που μνημονεύθηκε ρητώς στους προηγούμενους κανονισμούς. Επομένως, καίτοι σιωπηρώς, εκπληρώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ, ούτως ώστε, όπως προαναφέρθηκε, «το Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του, τα δε κράτη μέλη αλλά και οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι να λαμβάνουν γνώση των συνθηκών υπό τις οποίες τα κοινοτικά όργανα εφάρμοσαν τη Συνθήκη» ( 28 ).
96.
Εν κατακλείδι, εκτιμώ ότι ο κανονισμός 267/2012 αιτιολογεί επαρκώς την αρμοδιότητα που ανατίθεται στο Συμβούλιο για την τροποποίηση του επίμαχου καταλόγου και ότι η εν λόγω αρμοδιότητα είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Φρονώ ότι τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι οι κανονισμοί που προηγήθηκαν του κανονισμού 267/2012 μνημονεύουν την αναγκαιότητα να ασκεί το Συμβούλιο, για την τροποποίηση των καταλόγων, τις «αντίστοιχες εκτελεστικές αρμοδιότητες» ( 29 ) (αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 423/2007) και υπογραμμίζουν τη σκοπιμότητα να «διασφαλιστεί η συνεκτικότητα με τη διαδικασία τροποποίησης και επανεξέτασης» άλλων καταλόγων ( 30 ) (αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 961/2010), παραπέμποντας αμέσως στη διατύπωση του άρθρου 291 ΣΛΕΕ, δηλαδή στην εκτελεστική αρμοδιότητα που ανατίθεται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου.
97.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν ο κανονισμός 267/2012 με τον τρόπο αυτό δεν αντιβαίνει στις Συνθήκες, πτυχή η οποία θα αναλυθεί στη συνέχεια. Εντούτοις, όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα κακώς υποστηρίζει ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 δεν καθορίζει τη νομική μορφή που πρέπει να προσλάβει η απόφαση του Συμβουλίου για την τροποποίηση του παραρτήματος IX αυτού. Καίτοι δεν το πράττει ρητώς, το πράττει σιωπηρώς, τούτο δε αρκεί για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει να εξετασθεί ακολούθως κατά πόσον, τελικώς, η κατάλληλη νομική βάση για την τροποποίηση του εν λόγω παραρτήματος είναι πράγματι το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
98.
Εν κατακλείδι, και για τους προεκτεθέντες λόγους, εκτιμώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
3. Δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού
99.
Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την καταλληλότητα του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως για την τροποποίηση του παραρτήματος IX του κανονισμού 267/2012, υποστηρίζοντας ότι νομική βάση μπορούσε να είναι μόνον το άρθρο 215 ΣΛΕΕ. Με το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως διατείνεται ότι, βάσει της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ( 31 ), το άρθρο 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελεί τη μόνη δυνατή νομική βάση για τη θέσπιση ατομικών περιοριστικών μέτρων. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως διατείνεται επίσης ότι, βάσει της προμνησθείσας αποφάσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, οι διαδικασίες του άρθρου 215 ΣΛΕΕ και του άρθρου 291 ΣΛΕΕ είναι ασυμβίβαστες. Τέλος, και επικουρικώς, με το τρίτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα εκθέτει τους λόγους οι οποίοι εμποδίζουν, κατ’ αυτήν, τη χρήση εν προκειμένω του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
100.
Εκτιμώ ότι τα τρία σκέλη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως μπορούν να εξετασθούν από κοινού, καθόσον κοινό στοιχείο των διαφορετικών οπτικών τους είναι το ζήτημα της κατάλληλης νομικής βάσεως για την έκδοση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού.
101.
Πριν από την εξέταση του ζητήματος αυτού κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η διαφορά που ανέκυψε μεταξύ των διαδίκων αφορά αποκλειστικά την καταλληλότητα του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως κανονιστικής διατάξεως η οποία, κατά την αναιρεσείουσα, μπορούσε να έχει ως νομική βάση μόνον το άρθρο 215 ΣΛΕΕ. Υπό την έννοια αυτή, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται εν προκειμένω για χρήση των λεγόμενων «παράγωγων νομικών βάσεων», ήτοι για τη νομοθετική τεχνική η οποία συνίσταται στη θέσπιση ad hoc κανονιστικής διαδικασίας, διαφορετικής από τις προβλεπόμενες στις Συνθήκες, και η οποία απαγορεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε στις 6 Μαΐου 2008 στην υπόθεση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ( 32 ). Οι επίμαχες διαδικασίες είναι εν προκειμένω αποκλειστικώς διαδικασίες του πρωτογενούς δικαίου και, ως εκ τούτου, το ζήτημα που πρέπει να αποσαφηνιστεί είναι ποια εξ αυτών έπρεπε να εφαρμοστεί για τη μεταρρύθμιση του παραρτήματος IX του κανονισμού 267/2012.
102.
Νομική βάση επί της οποίας εκδόθηκε ο κανονισμός 267/2012 είναι το άρθρο 215 ΣΛΕΕ. Ως προς το σημείο αυτό, ο νομοθέτης τήρησε αυστηρά την αρχή κατά την οποία «το άρθρο 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελεί επαρκή νομική βάση των περιοριστικών μέτρων που λαμβάνει η Ένωση, όπως αυτών που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, έναντι φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή μη κρατικών οντοτήτων, εφόσον η σχετική απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο δράσεως σχετικής με την ΚΕΠΠΑ» ( 33 ). Επομένως, το ζήτημα δεν είναι κατά πόσον μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία που θεσπίζεται στο άρθρο 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ η μεταρρύθμιση ή κατάργηση του κανονισμού 267/2012 στο σύνολό του, αλλά μόνον η μεταρρύθμιση ή η κατάργηση του παραρτήματος IX αυτού, και όταν το Συμβούλιο αποφασίζει «να υπαγάγει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφοι 2 και 3» του κανονισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2.
103.
Καίτοι το άρθρο 215 ΣΛΕΕ προβλέπει τη συγκεκριμένη διαδικασία για τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων για τη διακοπή ή τη μείωση, εν όλω ή εν μέρει, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες δυνάμει αποφάσεως ΚΕΠΠΑ, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, βάσει του άρθρου 40 ΣΕΕ, πρώτο εδάφιο, «[η] εφαρμογή της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας δεν επηρεάζει την εφαρμογή των διαδικασιών και το αντίστοιχο εύρος των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων που προβλέπονται στις Συνθήκες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τις οποίες αναφέρουν τα άρθρα 3 έως 6 της [ΣΛΕΕ]». Για τον λόγο αυτόν, και βάσει της σκέψεως 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι κανονισμός εκδοθείς βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να αναθέτει εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή ή στο Συμβούλιο υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
104.
Τα προεκτεθέντα συνάδουν ευχερώς με την προμνησθείσα διαπίστωση του Δικαστηρίου στη σκέψη 65 της αποφάσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ότι «το άρθρο 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελεί επαρκή νομική βάση των περιοριστικών μέτρων που λαμβάνει η Ένωση […] έναντι φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή μη κρατικών οντοτήτων, εφόσον η σχετική απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο δράσεως σχετικής με την ΚΕΠΠΑ». Τούτο δε διότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της θεσπίσεως των μέτρων και του προσδιορισμού των προσώπων και των οντοτήτων που θα υπόκεινται σε αυτά (ζητήματα επί των οποίων μπορούν να ληφθούν αποφάσεις μόνον βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ) και της συγκεκριμενοποιήσεως του κύκλου των ενδιαφερόμενων προσώπων και οντοτήτων, εάν η συγκεκριμένη ενέργεια λαμβάνει τη μορφή αυστηρά εκτελεστικής πράξεως, δηλαδή πράξεως η οποία περιορίζεται στην εφαρμογή των αρχών και των κριτηρίων που θεσπίζονται με τη διάταξη που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ.
105.
Στο μέτρο που το άρθρο 215 ΣΛΕΕ δεν αποκλείει ρητώς τη δυνατότητα αυτή, τίποτε δεν εμποδίζει στην πραγματικότητα, κατ’ εφαρμογή της αρχής που θεσπίζεται στο άρθρο 40 ΣΕΕ, πρώτο εδάφιο, τη χρήση των συνήθων διαδικασιών που προβλέπονται στις Συνθήκες και ιδίως της προβλεπόμενης στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ στις περιπτώσεις στις οποίες είναι αναγκαία η ανάθεση εκτελεστικής αρμοδιότητας στα θεσμικά όργανα.
106.
Η τροποποίηση του παραρτήματος IX του κανονισμού 267/2012 για την καταχώριση προσώπου ή οντότητας στον κατάλογο των υποκειμένων σε μέτρα δεσμεύσεως θα έπρεπε υποχρεωτικά να αποφασιστεί μέσω της προβλεπόμενης στο άρθρο 215 ΣΛΕΕ διαδικασίας, εάν ο κανονισμός 267/2912 δεν προέβλεπε επακριβώς και λεπτομερώς τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για να αποφασισθεί η καταχώριση προσώπου ή οντότητας στον εν λόγω κατάλογο. Εντούτοις, η αρμοδιότητα που ανατίθεται στο Συμβούλιο βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 δεν παρέχει στο εν λόγω θεσμικό όργανο απεριόριστη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την απόφαση καταχωρίσεως προσώπου στον κατάλογο, αλλά το Συμβούλιο οφείλει να εφαρμόζει τα κριτήρια που προσδιορίζονται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012.
107.
Βάσει των εν λόγω κριτηρίων, το Συμβούλιο μπορεί να καταχωρίσει στον κατάλογο μόνον πρόσωπα ή οντότητες τα οποία «έχει αναγνωρισθεί ότι»«α) συμμετέχουν, συνδεόμενα άμεσα ή παρέχοντας στήριξη, σε επικίνδυνες πυρηνικές δραστηριότητες του Ιράν όσον αφορά τη διάδοση πυρηνικών όπλων ή την εκ μέρους του ανάπτυξη συστημάτων εκτόξευσης πυρηνικών όπλων, μεταξύ άλλων με την ανάμιξή τους στην προμήθεια απαγορευμένων αγαθών και τεχνολογιών, ή ανήκουν ή ελέγχονται από τέτοιο πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό, ακόμη και με παράνομο τρόπο, ή ενεργούν εξ ονόματός του ή υπό την καθοδήγησή του· β) αποτελούν φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που έχει συνδράμει κατονομαζόμενο πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό ώστε να παρακάμψει ή να παραβιάσει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, την απόφαση 2010/413/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου ή τις αποφάσεις 1737 (2006), 1747 (2007), 1803 (2008) και 1929 (2010) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών· γ) είναι μέλη των Φρουρών της Ιρανικής Επανάστασης ή νομικού προσώπου, οντότητας ή οργανισμού που ανήκει ή ελέγχεται από τους Φρουρούς της Ιρανικής Επανάστασης ή από ένα ή περισσότερα από τα μέλη τους ή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματός τους· δ) αποτελούν άλλα πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς που παρέχουν στήριξη, όπως υλική, υλικοτεχνική ή οικονομική, στην κυβέρνηση του Ιράν, και πρόσωπα και οντότητες που συνδέονται με αυτά· ε) αποτελούν νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που ανήκει ή ελέγχεται από τις Ναυτιλιακές Γραμμές της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν (IRISL) ή ενεργεί εξ ονόματός τους» ( 34 ).
108.
Φρονώ ότι ο κανονισμός 267/2012 είναι αρκούντως σαφής επί του σημείου αυτού ώστε να συνιστά κατάλληλο πλαίσιο για την άσκηση εκτελεστικής αρμοδιότητας, δηλαδή για την ανάθεση της εξουσίας —στην Επιτροπή ή στο Συμβούλιο— επικαιροποιήσεως του καταλόγου του παραρτήματος IX με εκτελεστικούς κανονισμούς εκδοθέντες βάσει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ ( 35 ). Παράλληλα πρέπει να ληφθεί υπόψη το επιχείρημα που αναπτύσσει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνοντας ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ διαδικασία καθιστά εφικτή μια αποτελεσματικότερη εκτέλεση, προσαρμοσμένη στο είδος του προς εκτέλεση μέτρου και στην ικανότητα λήψεως μέτρων κάθε θεσμικού οργάνου.
109.
Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για την τροποποίηση του παραρτήματος IX του κανονισμού 267/2012.
4. Τρίτος (επικουρικός) λόγος αναιρέσεως. Επί της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ
110.
Επικουρικώς, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προϋποθέσεις για την ανάθεση της επίμαχης εκτελεστικής αρμοδιότητας στο Συμβούλιο.
111.
Επομένως, πρέπει τώρα να καθοριστεί κατά πόσον, στο μέτρο που το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού, πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο συγκεκριμένος κανόνας για την ανάθεση της επίμαχης αρμοδιότητας στο Συμβούλιο.
112.
Κατά το άρθρο 291, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ τα κράτη μέλη θεσπίζουν «όλα τα μέτρα εσωτερικού δικαίου που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών πράξεων της Ένωσης» ( 36 ). Εντούτοις, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όταν για την εκτέλεση των εν λόγω πράξεων «απαιτούνται ενιαίες προϋποθέσεις […] αυτές αναθέτουν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή ή, σε ειδικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες και στις περιπτώσεις των άρθρων 24 και 26 [ΣΕΕ], στο Συμβούλιο.»
113.
Όπως εκτίθεται στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι νομίμως επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αρμοδιότητα εκτελέσεως του άρθρου 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 267/2012, στο μέτρο που επρόκειτο για περίπτωση δεόντως αιτιολογημένη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, από τις δύο περιπτώσεις στις οποίες, κατά το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η εκτελεστική αρμοδιότητα μπορεί να ανατεθεί στο Συμβούλιο και όχι στην Επιτροπή, ο νομοθέτης του κανονισμού 267/2012 έκανε χρήση της πρώτης εξ αυτών, απορρίπτοντας εκείνη των περιπτώσεων των άρθρων 24 ΣΕΕ και 26 ΣΕΕ, η οποία επίσης δεν θα ήταν κατάλληλη εν προκειμένω, όπως εκτιμούν η Επιτροπή και η αναιρεσείουσα.
114.
Συντασσόμενος με τη θέση που ανέπτυξε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, φρονώ αντιθέτως ότι το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αναθέτει στο Συμβούλιο την αρμοδιότητα εκτελέσεως, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, των διατάξεων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, ούτως ώστε η παραπομπή στις περιπτώσεις «των άρθρων 24 και 26 [ΣΕΕ]» να περιλαμβάνει την περίπτωση της τροποποιήσεως του παραρτήματος IX του κανονισμού 267/2012, δηλαδή κανονιστική πράξη η οποία καταρτίζεται βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, καθόσον πρόκειται για «απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της [ΣΛΕΕ]».
115.
Φρονώ ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία του συστήματος του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ είναι αυτή που συνάδει περισσότερο με τις αντίστοιχες θέσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, όπου η Επιτροπή κατέχει ρόλο υποδεέστερο εκείνου του Συμβουλίου, το οποίο κατέχει σαφώς πρωταγωνιστική θέση στο συγκεκριμένο πλαίσιο, όπως αναγνωρίζει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ( 37 ). Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι αποκλείεται κατά γενικό κανόνα η ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή στον χώρο της ΚΕΠΠΑ, όπως επισημαίνεται επίσης στην σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά μάλλον ότι η εν λόγω ανάθεση στην Επιτροπή πρέπει να είναι «δεόντως αιτιολογημένη»· παραδείγματος χάριν, επειδή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 45 του κανονισμού 267/2012, όπως προεκτέθηκε, η εκτέλεση αφορά ζητήματα αμιγώς τεχνικά ή τόσο αυστηρά εξαρτημένα από προϋποθέσεις για την υλοποίησή τους ώστε να μην υπάρχει κανένα περιθώριο λήψεως αποφάσεως κατά διακριτική ευχέρεια.
116.
Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η εκτελεστική αρμοδιότητα που ανατίθεται με το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012 αφορά διάταξη θεσπισθείσα στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, το θεσμικό όργανο που εξουσιοδοτείται να την ασκήσει πρέπει να είναι το Συμβούλιο, με αποτέλεσμα να παρέλκει η «δέουσα αιτιολόγηση», η οποία θα απαιτούνταν σε διαφορετική περίπτωση (δηλαδή, εκτός ΚΕΠΠΑ) αναθέσεως εκτελεστικής αρμοδιότητας στο Συμβούλιο.
117.
Στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εκτελεστική αρμοδιότητα που ανατέθηκε στο Συμβούλιο υπαγόταν στις «ειδικές δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις» και όχι στην περίπτωση «των άρθρων 24 και 26 [ΣΕΕ]», η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο. Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι «αν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του [Γενικού Δικαστηρίου] ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά το διατακτικό της είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, μια τέτοια παραβίαση δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναίρεση της οικείας αποφάσεως και ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί αντικατάσταση αιτιολογίας» ( 38 ).
118.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να αιτιολογηθεί ευχερώς με την εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ στο σημείο στο οποίο ο εν λόγω κανόνας παραπέμπει στις περιπτώσεις των άρθρων 24 και 26 ΣΕΕ, καθόσον η υπό κρίση υπόθεση αφορά, βάσει των εκτεθέντων, τέτοιες περιπτώσεις, οπότε η επισημανθείσα πλάνη περί το δίκαιο δεν συνεπάγεται την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
119.
Βάσει των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
5. Τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως
120.
Για τους λόγους που εκτέθηκαν σχετικά με τη θεμελίωση της προτάσεως απορρίψεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως ( 39 ), εκτιμώ ότι πρέπει επίσης να απορριφθούν ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα διατείνεται, επικουρικώς, ότι δεν εκπληρώθηκε δεόντως η υποχρέωση μνείας και αιτιολογήσεως της νομικής βάσεως του προσβαλλόμενου εκτελεστικού κανονισμού.
6. Έκτος λόγος αναιρέσεως. Επί της νομιμότητας του κριτηρίου καταχωρίσεως στον κατάλογο και της ερμηνείας του από το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
121.
Η NIOC αιτιάται, κατ’ ουσίαν, ότι το κριτήριο που χρησιμοποίησε το Συμβούλιο επιτρέπει την επιβολή αυθαίρετων κυρώσεων σε κάθε Ιρανό φορολογούμενο, υπάλληλο ή δικηγόρο με το επιχείρημα ότι στηρίζουν ή παρέχουν με οποιονδήποτε τρόπο οικονομική στήριξη στο Ιράν. Καθόσον το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω επιχείρημα απαντώντας ότι το συγκεκριμένο κριτήριο αφορά μόνον τις μορφές στηρίξεως οι οποίες, λόγω της ποσοτικής ή ποιοτικής σημασίας τους ( 40 ), συμβάλλουν στην ανάπτυξη των ιρανικών πυρηνικών δραστηριοτήτων, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε «επανασυγγραφή» του επίμαχου κριτηρίου.
122.
Όπως προεκτέθηκε κατά την εξέταση του ενδεχόμενου απαραδέκτου του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως ( 41 ), δεν εκτιμώ ότι προβάλλοντάς τον η αναιρεσείουσα επικαλείται δικαιώματα ή συμφέροντα τρίτων ή ζητεί από το Δικαστήριο να διενεργήσει in abstracto έλεγχο της διατάξεως κατά της οποίας εγείρει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας. Αναμφίβολα, η NIOC αμφισβητεί τις συνέπειες που έχει για την ίδια η εφαρμογή του επίμαχου κριτηρίου, με αποτέλεσμα να μην ζητεί in abstracto έλεγχο, αλλά μόνον, και θεμιτώς, in concreto δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας του κριτηρίου που εφαρμόσθηκε στην περίπτωσή της.
123.
Με το πρώτο από τα τρία σκέλη του τελευταίου αυτού λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συνάγοντας ότι η εξουσία εκτιμήσεως που ανατίθεται στο Συμβούλιο με το κριτήριο ορισμού το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413 και στο άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012 ούτε αυθαίρετη είναι ούτε συνιστά άσκηση διακριτικής ευχέρειας και διασφαλίζει τον προσήκοντα βαθμό προβλεψιμότητας. Κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η NIOC, το Γενικό Δικαστήριο μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό ερμηνεύοντας απλώς το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012 κατά τρόπο αντίθετο προς το γράμμα και το πνεύμα του και προβαίνοντας σε «επανασυγγραφή» του. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι με τον τρόπο αυτό προσεβλήθη το δικαίωμα άμυνάς της, καθόσον το κριτήριο που προέκυψε από την εν λόγω «επανασυγγραφή» ήταν κατά λογική αναγκαιότητα άγνωστο σε αυτήν κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έβαλε κατά της καταχωρίσεώς της στον επίμαχο κατάλογο. Τέλος, με το τρίτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντίφαση στις σκέψεις 119 και 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον, αφενός, υποστήριξε ότι το επίμαχο κριτήριο αφορά μορφές στηρίξεως που συμβάλλουν στη συνέχιση των πυρηνικών δραστηριοτήτων του Ιράν και, αφετέρου, επισήμανε ότι αντικείμενο του επίμαχου κριτηρίου είναι οι στηρίξεις που δεν εμφανίζουν άμεσο ή έμμεσο σύνδεσμο με τις εν λόγω δραστηριότητες.
124.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό των γενικών κριτηρίων καταχωρίσεως στους καταλόγους προσώπων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα ( 42 ). Αυτό υπενθυμίζει το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνοντας ευθύς αμέσως ότι, καίτοι αυτό συνεπάγεται κάποιον βαθμό περιορισμού του δικαστικού ελέγχου όσον αφορά την εκτίμηση της σκοπιμότητας στην οποία θεμελιώνονται τα εν λόγω μέτρα, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα δικαστήρια της Ένωσης πρέπει να διασφαλίζουν καταρχήν πλήρη έλεγχο της νομιμότητας του συνόλου των πράξεων της Ένωσης από την άποψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων ( 43 ).
125.
Κατά την άποψή μου, το Γενικό Δικαστήριο διενήργησε πλήρη και ορθό δικαστικό έλεγχο των επίμαχων διατάξεων.
126.
Μπορώ να συμμεριστώ την εκτίμηση της αναιρεσείουσας ότι το κριτήριο ορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413 και στο άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012 είναι ευρέως γενικό και ασαφές. Εντούτοις, αυτό που η NIOC χαρακτηρίζει ως «επανασυγγραφή» του κανόνα από το Γενικό Δικαστήριο είναι απλώς η σύμφωνη με τις απαιτήσεις του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης ερμηνεία του, και ιδίως των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυάται ο Χάρτης. Φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή είναι ορθή.
127.
Πράγματι, η ερμηνεία του κανόνα από το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «επανασυγγραφή», εάν με τον όρο αυτό νοείται, όπως διατείνεται η NIOC, η δημιουργία κριτηρίου διαφορετικού από αυτό που θεσπίζει ο νομοθέτης στον ερμηνευόμενο κανόνα. Κατά την άποψή μου, το Γενικό Δικαστήριο δεν εισήγαγε στον επίμαχο κανόνα κριτήριο διαφορετικό από εκείνο που συνάγεται από το γράμμα της διατυπώσεώς του. Δεν δημιούργησε, με άλλα λόγια, κανόνα ανύπαρκτο στο γράμμα της διατάξεως, αλλά ερμήνευσε τη διάταξη κατά τρόπον ώστε, καθιστώντας αυτήν σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, να μπορεί να συναγάγει από τη διατύπωσή της ένα κριτήριο καταχωρίσεως στον επίμαχο κατάλογο το οποίο να πληροί όλες τις απαιτήσεις που σχετίζονται με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
128.
Αναμφίβολα, κάθε πράξη «σύμφωνης ερμηνείας» δεν προϋποθέτει, εν ονόματι της αρχής της ασφάλειας δικαίου και του σεβασμού της βουλήσεως του νομοθέτη, μόνον εξειδικευμένη ερμηνευτική προσπάθεια, αλλά, πρωτίστως, τη ρητή αναγνώριση ότι ο επίμαχος κανόνας μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνος με την έννομη τάξη μόνο στο μέτρο που, βαίνοντας πέραν του καθαυτό γράμματος του κανόνα —χωρίς εντούτοις να το ανατρέπει—, μπορεί να λάβει νόημα συμβατό με τις απαιτήσεις των κανόνων από τους οποίους απορρέει.
129.
Εν προκειμένω, το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413 και του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012 δέχεται ένα κριτήριο ευρέως γενικό και ασαφές το οποίο, χωρίς να χρειάζεται να ανατραπεί, μπορεί εντούτοις να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης στο μέτρο που επιδέχεται σύμφωνη ερμηνεία, δηλαδή βαίνοντας πέραν του γράμματος της διατάξεως ώστε να της αποδοθεί νόημα που συνάδει με τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου καθορισμού τις οποίες επιβάλλει, στο πλαίσιο αυτό, ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας.
130.
Αυτό έπραξε τελικώς το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά την άποψή μου, θα ήταν ευκταίο να είχε επισημάνει ρητώς το Γενικό Δικαστήριο ότι η ερμηνεία του περιείχε την εξειδικευμένη ερμηνευτική προσπάθεια που χαρακτηρίζει κάθε σύμφωνη ερμηνεία. Εντούτοις, η αιτιολογία της αποφάσεώς του είναι αρκούντως διεξοδική, πλήρης και βάσιμη ώστε, εφαρμοζόμενη στη συγκεκριμένη διαφορά, να παράγει αποτέλεσμα σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης.
131.
Συναφώς, συντάσσομαι με τις εκτιμήσεις που εκθέτει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου επισημαίνεται ότι το επίμαχο κριτήριο εντάσσεται σε νομικό πλαίσιο σαφώς καθορισμένο από τους σκοπούς που επιδιώκει η ρύθμιση η οποία διέπει τα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και ότι αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να ερμηνευθεί το συγκεκριμένο κριτήριο. Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να μνημονευθεί, πράγματι, η απόφαση 2012/35/ΚΕΠΠΑ, στην αιτιολογική σκέψη 13 της οποίας ορίζεται ότι «[ο]ι περιορισμοί εισόδου και η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων θα πρέπει να εφαρμοστούν και σε άλλα πρόσωπα και οντότητες που παρέχουν στήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν ώστε αυτή να μπορεί να συνεχίζει πυρηνικές δραστηριότητες ικανές να συντελέσουν στη διάδοση και στην ανάπτυξη φορέων πυρηνικών όπλων, ιδίως δε σε πρόσωπα και οντότητες που παρέχουν οικονομική, υλικοτεχνική ή υλική στήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν» ( 44 ). Ταυτόχρονα, το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012 διευκρινίζει ότι η εν λόγω στήριξη μπορεί να είναι «υλική, υλικοτεχνική ή οικονομική».
132.
Για τον λόγο αυτό, και όπως εξηγείται στη σκέψη 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για οποιαδήποτε στήριξη, αλλά για τη στήριξη εκείνη η οποία, λόγω της ποσοτικής ή ποιοτικής σημασίας της, συμβάλλει στη συνέχιση των ιρανικών πυρηνικών δραστηριοτήτων. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το τρίτο σκέλος του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, η διαπίστωση αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη με εκείνη που περιέχεται στη σκέψη 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου προσδιορίζεται απλώς ότι η εν λόγω στήριξη δεν είναι απαραίτητο να αφορά ρητώς την ανάπτυξη της διαδόσεως πυρηνικών όπλων αυτή καθεαυτή, αλλά αρκεί να συνίσταται στην παροχή στην Κυβέρνηση του Ιράν υλικών, οικονομικών ή υλικοτεχνικών πόρων που της επιτρέπουν να συνεχίσει την εν λόγω ανάπτυξη.
133.
Ως εκ τούτου, δεν συμφωνώ με την άποψη της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε «επανασυγγραφή» των κριτηρίων του κανονισμού 267/2012, αλλά φρονώ ότι περιορίστηκε σαφώς στην εφαρμογή τους στην επίμαχη περίπτωση βάσει της σύμφωνης με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του και στο κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου τα εν λόγω κριτήρια αποκτούν το πλήρες και πραγματικό νόημά τους.
134.
Εν κατακλείδι, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον, από ουσιαστικής απόψεως, η εκ μέρους του ερμηνεία του σχετικού κανόνα οδήγησε σε συμπέρασμα σύμφωνο με το δίκαιο, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε αδικαιολόγητο ούτε αυθαίρετο, καθόσον δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η NIOC, εθνική εταιρία πετρελαίου με διευθυντή του διοικητικού συμβουλίου τον Υπουργό Πετρελαίου του Ιράν και εκτελεστικό διευθυντή τον αναπληρωτή Υπουργό Πετρελαίου του Ιράν, μπορεί να συνιστά σημαντική οικονομική ενίσχυση στην Κυβέρνηση του Ιράν και να παρέχει, υπό την έννοια αυτή, ποσοτικά σημαντική υλική και οικονομική στήριξη για την ανάπτυξη της πυρηνικής δραστηριότητας που επιχορηγεί η εν λόγω κυβέρνηση, ζήτημα επί του οποίου η αναιρεσείουσα δεν θέλησε άλλωστε να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες.
135.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ούτε το κριτήριο που εφαρμόστηκε στην πράξη, κατά το μέτρο που μπορεί να ερμηνευθεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, είναι τόσο ευρύ και ασαφές ώστε να επιτρέπει την καταχώριση οποιουδήποτε προσώπου στον κατάλογο του παραρτήματος IX, ούτε η εφαρμογή του στην αναιρεσείουσα μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητη ή υπερβολική στο πλαίσιο της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με τη δέσμευση κεφαλαίων. Εν κατακλείδι, από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η εφαρμογή του εν προκειμένω δεν μπορεί να προκάλεσε την αδυναμία άμυνας που προβάλλει η αναιρεσείουσα.
136.
Με βάση τα προεκτεθέντα, εκτιμώ ότι πρέπει να απορριφθεί και ο έκτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως.
V – Δικαστικά έξοδα
137.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει τη NIOC στα δικαστικά έξοδα.
138.
Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
VI – Πρόταση
139.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει τη NIOC στα δικαστικά έξοδα,
—
να αποφασίσει ότι η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) ΕΕ L 195, σ. 39.
( 3 ) ΕΕ L 19, σ. 22.
( 4 ) Κανονισμός σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 961/2010 (ΕΕ L 88, σ. 1).
( 5 ) ΕΕ L 282, σ. 58.
( 6 ) ΕΕ 282, σ. 16.
( 7 ) Απόφαση National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (T‑578/12, EU:T:2014:678, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 8 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 (ΕΕ L 281, σ. 1).
( 9 ) T‑174/12 και T‑80/13 (EU:T:2014:52, σκέψεις 161 και 162).
( 10 ) 31/62 και 33/62 (EU:C:1962:49, σ. 849).
( 11 ) Απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑130/10, EU:C:2012:472, σκέψη 65).
( 12 ) Άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 103, σ. 1).
( 13 ) Άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 961/2010 (EE L 88, σ. 1).
( 14 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Wöhrmann και Lütticke κατά Επιτροπής (31/62 και 33/62, EU:C:1962:49, σ. 849).
( 15 ) Απόφαση Συμβούλιο κατά Chvatal (C‑432/98 P και C‑433/98 P, EU:C:2000:545, σκέψεις 28 έως 33).
( 16 ) Απόφαση Συμβούλιο κατά Chvatal (C‑432/98 P και C‑433/98 P, EU:C:2000:545, σκέψη 31).
( 17 ) Απόφαση Syrian Lebanese Commercial Bank κατά Συμβουλίου (T‑174/12 και T‑80/13, EU:T:2014:52, σκέψη 162).
( 18 ) Απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑110/03, EU:C:2005:223, σκέψεις 76 έως 80).
( 19 ) Άρθρο 215 ΣΛΕΕ, παράγραφος 2: «Εφόσον προβλέπεται από απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο μπορεί να λαμβάνει, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 1, περιοριστικά μέτρα έναντι φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή μη κρατικών οντοτήτων».
Η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 απαιτεί ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο, κατόπιν κοινής προτάσεως του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, και της Επιτροπής.
( 20 ) Κανόνας ο οποίος αναθέτει την εκτελεστική αρμοδιότητα στην Επιτροπή «ή, σε ειδικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες και στις περιπτώσεις των άρθρων 24 και 26 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο Συμβούλιο».
( 21 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 103, σ. 1).
( 22 ) Στις 6 Μαρτίου 2014.
( 23 ) ΕΕ L 93, της 28.03.2014, σ. 85.
( 24 ) ΕΕ L 216, σ. 5.
( 25 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 37).
( 26 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 38).
( 27 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 39).
( 28 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 37).
( 29 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 30 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 31 ) Απόφαση C‑130/10, EU:C:2012:472.
( 32 ) Απόφαση C‑133/06, EU:C:2008:257. Συναφώς, Masson, F., «Les conditions de validité des bases juridiques dérivées à la suite de l’arrêt du 6 mai 2008», Cahiers de Droit Européen, τόμος 44, 2008, σ. 157 έως 173. Garzón Clariana, G., «Los actos delegados en el sistema de fuentes de Derecho de la Unión Europea», Revista de Derecho Comunitario Europeo, αριθ. 37, 2010, σ. 721 έως 759 (734 έως 738). Navarro Batista, N., «Bases jurídicas derivadas, delegación legislativa y poder de ejecución: el equilibrio institucional en la sentencia del TJUE de 6 de mayo de 2008, Parlamento Europeo c. Consejo», Revista General de Derecho Europeo, 18, 2009.
( 33 ) Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑130/10, EU:C:2012:472, σκέψη 65).
( 34 ) Άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012.
( 35 ) Το ίδιο ισχύει για την τροποποίηση του παραρτήματος II του κανονισμού 267/2012, στο οποίο απαριθμούνται τα αγαθά και οι τεχνολογίες που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα και του οποίου η τροποποίηση ανατίθεται, κατά το άρθρο 45, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, στην Επιτροπή «με βάση τις αποφάσεις που λαμβάνει είτε το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών είτε η επιτροπή κυρώσεων ή με βάση τις πληροφορίες που υποβάλλουν τα κράτη μέλη».
( 36 ) Είναι αναμφισβήτητη αρχή ότι η ουσιαστική εκτέλεση των κανόνων της Ένωσης απόκειται κατά κανόνα στα κράτη μέλη (βλ., αντί άλλων, Jacqué, J. P., Droit institutionnel de l’Union européenne, 6η έκδ., Dalloz, Παρίσι, 2010, σημεία 581 έως 584). Η βασική διάταξη που προβλέπει ότι η εκτελεστική εξουσία ανήκει στα κράτη μέλη είναι το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, δυνάμει του οποίου «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης». Σχετικά με τον καταμερισμό των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στην Ένωση, βλ. Fuentetaja Pastor, J. Á., «Actos delegados, actos de ejecución y distribución de competencias ejecutivas en la Unión Europea», σε Revista Española de Derecho Administrativo, αριθ. 149, 2011, σ. 55 έως 89 (57 έως 63).
( 37 ) Υπό την έννοια αυτή, Ruffert, M., «Art. 291 AEUV», σε Callies, Ch., και Ruffert, M., EUV/AEUV Kommentar, C.H. Beck, Μόναχο, 4η έκδ., 2011, σημείο 10.
( 38 ) Απόφαση Comitato Venezia vuole vivere κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑71/09 P, C‑73/09 P και C‑76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψη 118 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Σημεία 80 έως 97 των παρουσών προτάσεων.
( 40 ) Σκέψη 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 41 ) Βλ. σημεία 73 και 74 των παρουσών προτάσεων.
( 42 ) Βλ., μεταξύ άλλων, πρόσφατες αποφάσεις του τμήματος μείζονος συνθέσεως Anbouba κατά Συμβουλίου (C‑605/13 P, EU:C:2015:248, σκέψη 41), και Anbouba κατά Συμβουλίου (C‑630/13 P, EU:C:2015:247, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 43 ) Σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 44 ) Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy