ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MANUEL CAMPOS SANCHEZ-BORDONA
της 3ης Μαΐου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑525/14
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Τσεχικής Δημοκρατίας
(Προσφυγή λόγω παραβάσεως ασκηθείσα από την Επιτροπήκατά της Τσεχικής Δημοκρατίας)
«Παράβαση — Ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων — Άρθρο 34 ΣΛΕΕ — Ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος — Πολύτιμα μέταλλα που έχουν σφραγιστεί σε τρίτη χώρα σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία — Εισαγωγή στην Τσεχική Δημοκρατία μετά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κράτος μέλος που μπορεί να είναι άλλο από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών — Άρνηση αναγνωρίσεως της σφραγίδας — Προστασία των καταναλωτών — Παραδεκτό»
1.
Η Τσεχική Δημοκρατία αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτει η Επιτροπή και ισχυρίζεται ότι τα άρθρα 34 και 36 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύουν τη διοικητική πρακτική του εθνικού της οργανισμού σημάνσεως, καθόσον οι σφραγίδες του WaarborgHolland εγχαράσσονται τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και σε εγκαταστάσεις κείμενες σε τρίτες χώρες (Κίνα και Ταϊλάνδη).
2.
Η νομολογία του Δικαστηρίου επί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εθνικών σφραγίδων των κρατών μελών είναι πλέον παγιωμένη. Το νέο στοιχείο που απορρέει από την υπό κρίση προσφυγή είναι το ζήτημα εάν η νομολογία αυτή έχει επίσης εφαρμογή στα αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα τα οποία, προερχόμενα από τρίτες χώρες, εισάγονται και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν αυτά φέρουν σφραγίδα εγγυήσεως του ολλανδικού οργανισμού σημάνσεως WaarborgHolland, η οποία έχει εγχαραχθεί στις τρίτες αυτές χώρες.
3.
Είναι αληθές ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία συνεπάγεται την εξομοίωση των προϊόντων που προέρχονται από το εξωτερικό της Ένωσης με τα κοινοτικά εμπορεύματα. Η εξομοίωση, όμως, αυτή ενδέχεται να μην αρκεί για την αμοιβαία αναγνώριση: η προηγούμενη εμπορία του προϊόντος σε ορισμένο κράτος μέλος, σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες του, αποτελεί προϋπόθεση για την αποδοχή της ισοδυναμίας από άλλο κράτος μέλος (κράτος προορισμού) και τη μη επιβολή από το τελευταίο των δικών του κανόνων. Προκειμένου να καθοριστεί σε ποιον βαθμό και υπό ποιες περιστάσεις απαιτείται η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής, είναι αναγκαία, εν προκειμένω, μια πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση.
I – Εξέλιξη της διαδικασίας λόγω παραβάσεως
4.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2011 η Επιτροπή απηύθυνε στην Τσεχική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως με το οποίο ζητούσε εξηγήσεις ως προς την άρνησή της να αναγνωρίζει τις ολλανδικές σφραγίδες, και συγκεκριμένα, αυτές του οργανισμού WaarborgHolland.
5.
Με το έγγραφο απαντήσεως της 30ής Νοεμβρίου 2011, η Τσεχική Δημοκρατία παραδέχθηκε ότι δεν αναγνώριζε τις ολλανδικές αυτές σφραγίδες, γεγονός που, κατά την άποψή της, ήγειρε, ζήτημα ως προς την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και όχι ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η Τσεχική Κυβέρνηση προέβαλε ως δικαιολογητικό λόγο της αρνήσεώς της την αδυναμία διακρίσεως μεταξύ των προϊόντων που εγχαράχθηκαν με σφραγίδες του WaarborgHolland στις Κάτω Χώρες και αυτών που εγχαράχθηκαν με τις ίδιες σφραγίδες σε τρίτες χώρες και εισήχθησαν αργότερα στην Ένωση.
6.
Η Επιτροπή, μη πεισθείσα από τις εξηγήσεις των τσεχικών αρχών, απέστειλε, στις 30 Μαΐου 2013, στην Τσεχική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία της εφιστούσε την προσοχή στο γεγονός ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων έχουν εφαρμογή στα εμπορεύματα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και, ως εκ τούτου, στα προϊόντα τρίτων χωρών που εισάγονται σε κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 29 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή κάλεσε την Τσεχική Δημοκρατία να συμμορφωθεί προς το άρθρο 34 ΣΛΕΕ εντός δύο μηνών.
7.
Με το έγγραφο απαντήσεώς της, της 23ης Ιουλίου 2013 η Τσεχική Δημοκρατία ενέμεινε στην άποψή της και επανέλαβε ότι η μη χορήγηση άδειας εμπορίας αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα που έφεραν σφραγίδες του WaarborgHolland δικαιολογείτο από την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών της.
8.
Έναντι της στάσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή άσκησε, στις 20 Νοεμβρίου 2014, την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως, υποστηρίζοντας τις θέσεις που είχε εκθέσει κατά την προ της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής διαδικασία. Με το υπόμνημα απαντήσεώς της, η Τσεχική Δημοκρατία ενέμεινε στην άποψη που είχε υποστηρίξει έναντι της Επιτροπής.
9.
Με υπόμνημα της 26ης Φεβρουαρίου 2015, η Γαλλία ζήτησε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να της επιτρέψει να παρέμβει στο πλαίσιο της προσφυγής, προς υποστήριξη της θέσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας. Στις 9 Απριλίου 2015 ενημερώθηκε από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου ότι το αίτημά της είχε γίνει δεκτό, σύμφωνα με το άρθρο 130 του Κανονισμού Διαδικασίας, και στις 26 Μαΐου 2015 υπέβαλε το υπόμνημα παρεμβάσεώς της.
10.
Τόσο η Επιτροπή όσο και η Τσεχική Δημοκρατία ενέμειναν, με τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως, και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Φεβρουαρίου 2016, στις αρχικές τους θέσεις.
II – Παραδεκτό της προσφυγής
11.
Κατά την Τσέχικη Κυβέρνηση, η προσφυγή είναι εν μέρει απαράδεκτη, καθώς η Επιτροπή της προσήψε παράβαση κατά τρόπο ασαφή και διφορούμενο, κάνοντας αναφορά στην άρνησή της να αναγνωρίζει «ορισμένες ολλανδικές σφραγίδες» και, «ιδίως, τις σφραγίδες του WaarborgHolland», ενώ, κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, και με το δικόγραφο της προσφυγής, είχε αναφερθεί μόνο στις σφραγίδες του WaarborgHolland, χωρίς να μνημονεύει κάποια άλλη. Η προσφυγή θα έπρεπε, επομένως, να περιοριστεί στην τελευταία αυτή συμπεριφορά των τσεχικών αρχών.
12.
Η Επιτροπή αντικρούει την ένσταση περί εν μέρει απαραδέκτου, ισχυριζόμενη ότι δεν έχει διευρύνει το αντικείμενο της προσφυγής, καθώς, κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο (και συγκεκριμένα, με την αιτιολογημένη γνώμη), είχε προσάψει στην Τσεχική Δημοκρατία παράβαση του άρθρου 34 ΣΛΕΕ λόγω της μη αναγνωρίσεως «ορισμένων ολλανδικών σφραγίδων».
13.
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών, τούτο δε κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, προκειμένου να είναι σε θέση ο αντίδικος να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή πρέπει να προκύπτουν, κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής, τα δε αιτήματα που περιλαμβάνει το δικόγραφο αυτό πρέπει να είναι διατυπωμένα κατά τρόπο μη διφορούμενο, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος είτε να αποφανθεί το Δικαστήριο ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί κάποιας αιτιάσεως.
14.
Το Δικαστήριο έχει κρίνει, επίσης, ότι, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή πρέπει να εκθέτει τις αιτιάσεις κατά τρόπο συνεκτικό και σαφή, ώστε το κράτος μέλος και το Δικαστήριο να έχουν ακριβή εικόνα του εύρους της προσαπτόμενης παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης. Η απαίτηση αυτή παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς ισχυρισμούς του και στο Δικαστήριο να μπορέσει να διαπιστώσει την ύπαρξη της προβαλλόμενης παραβάσεως ( 2 ).
15.
Υπό το πρίσμα των απαιτήσεων αυτών, εκτιμώ ότι το επιχείρημα της Τσεχικής Δημοκρατίας είναι βάσιμο και πρέπει, ως εκ τούτου, η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτη. Το αντικείμενο της παραβάσεως δεν έχει οριοθετηθεί με σαφήνεια κατά το μέρος που γίνεται λόγος για άρνηση της Τσεχικής Δημοκρατίας να αναγνωρίζει «ορισμένες ολλανδικές σφραγίδες», η δε Επιτροπή αναφέρει συγκεκριμένα —και επισυνάπτει πληροφορίες— μόνο σε σχέση με τα αντικείμενα που φέρουν σφραγίδα του οργανισμού WaarborgHolland, ο οποίος εδρεύει στη Gouda και είναι ο μόνος που έχει μεταφέρει τη δραστηριότητά του σε τρίτες χώρες (συγκεκριμένα, στην Κίνα και την Ταϊλάνδη).
16.
Η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι τσεχικές αρχές αρνούνται να αναγνωρίζουν τη σφραγίδα που εγχαράσσει ο έτερος ολλανδικός οργανισμός (Edelmetaal Waarborg Nederland B.V., με έδρα στη Joure). Επιπλέον, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει, χωρίς η Επιτροπή να την αντικρούσει, ότι απαιτεί την εγχάραξη της τσεχικής σφραγίδας μόνο στα αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα που φέρουν τη σφραγίδα του WaarborgHolland.
17.
Μολονότι η συμπεριφορά της Επιτροπής κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο συνέχεται κατά κάποιον τρόπο με αυτήν που επέδειξε κατά την ένδικη διαδικασία, εκτιμώ, εντούτοις, ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής έναντι της Τσεχικής Δημοκρατίας στερούνται σαφήνειας όσον αφορά την άρνηση της τελευταίας να αναγνωρίζει άλλες ολλανδικές σφραγίδες, πέραν αυτών του WaarborgHolland. Ως εκ τούτου, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτη, κατά το μέρος που αφορά τις σφραγίδες αυτές, και να γίνει δεκτή όσον αφορά την απόρριψη, από τις τσεχικές αρχές, των αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα τα οποία φέρουν σφραγίδες του WaarborgHolland.
III – Ανάλυση της ουσίας της διαφοράς
18.
Πριν εξεταστεί η παράβαση που προσάπτει η Επιτροπή στην Τσεχική Δημοκρατία, είναι σκόπιμο να εκτεθούν ορισμένες πτυχές των νομικών ρυθμίσεων, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, που αφορούν το εμπόριο αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα.
Α — Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της εμπορίας αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα
19.
Η εμπορία των προϊόντων αυτών περιλαμβάνεται μεταξύ των τομέων στους οποίους δεν κατέστη δυνατή η εξάλειψη, μέσω της εναρμονίσεως των νομοθεσιών, των τεχνικών εμποδίων (τα οποία οφείλονται στην ύπαρξη διαφορετικών κανόνων στα κράτη μέλη της Ένωσης). Ενόψει της αποτυχίας των διαδοχικών προτάσεων της Επιτροπής ( 3 ), το Δικαστήριο εφήρμοσε τη νομική τεχνική της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, τεχνική που προωθήθηκε και από την ίδια την Επιτροπή, ως εναλλακτική στην έλλειψη εναρμονίσεως ( 4 ).
20.
Ο λόγος για τον οποίο δεν υφίσταται ακόμη μια πραγματική εσωτερική αγορά με ελεύθερη κυκλοφορία αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα έγκειται στο γεγονός ότι σε πολλά κράτη μέλη υφίστανται εθνικοί οργανισμοί σημάνσεως που χρησιμοποιούν διαφορετικές σημάνσεις και σφραγίδες για την πιστοποίηση της προελεύσεως και του βαθμού καθαρότητάς τους ( 5 ). Οι σφραγίδες αυτές αποσκοπούν στην προστασία των καταναλωτών, την πρόληψη της απάτης και τη διασφάλιση της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών.
21.
Οι κανονιστικές ρυθμίσεις των κρατών μελών όσον αφορά τα αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα είναι ιδιαιτέρως ανομοιογενείς. Δεκαπέντε χώρες (μεταξύ των οποίων, η Τσεχική Δημοκρατία και οι Κάτω Χώρες) έχουν θεσπίσει σύστημα υποχρεωτικής σημάνσεως, υπ’ ευθύνη του εθνικού τους οργανισμού σημάνσεως, προκειμένου να πιστοποιείται ότι το αντικείμενο έχει υποβληθεί επιτυχώς σε ελέγχους. Επτά κράτη μέλη διαθέτουν σύστημα προαιρετικής σημάνσεως και άλλα πέντε δεν διαθέτουν κανένα σύστημα.
22.
Η πλειονότητα των τεχνικών εμποδίων στην εμπορία των προϊόντων αυτών οφείλεται στην ύπαρξη διαδικασίας ελέγχου του προϊόντος από εθνικό οργανισμό σημάνσεως («assay office») πριν από την εισαγωγή του στην εθνική αγορά, καθώς επίσης στην απαίτηση υποχρεωτικής σημάνσεως ( 6 ), για την οποία χρησιμοποιείται ο όρος «σφραγίδα» και η οποία υποδεικνύει τον κατασκευαστή, τη φύση του μετάλλου και τον βαθμό καθαρότητάς του. Οι πιο συνηθισμένες σφραγίδες είναι οι ακόλουθες:
—
Η σφραγίδα εγγυήσεως του εθνικού οργανισμού σημάνσεως (στο εξής: σφραγίδα εγγυήσεως) με την οποία πιστοποιείται ότι το αντικείμενο έχει υποβληθεί επιτυχώς σε δοκιμές ενώ προσδιορίζει, επίσης, κατά τρόπο γενικό, τη φύση του μετάλλου και τον βαθμό καθαρότητάς του.
—
Η σφραγίδα ευθύνης (σφραγίδα προελεύσεως) του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα, η οποία καταχωρίζεται συνήθως στη χώρα όπου το αντικείμενο από πολύτιμα μέταλλα υποβάλλεται σε έλεγχο.
—
Η σφραγίδα τίτλου (ή σφραγίδα του μετάλλου) ( 7 ), η οποία εμφαίνει τη φύση του πολύτιμου μετάλλου και τον βαθμό καθαρότητάς του, εκφραζόμενο σε καράτια ή χιλιοστά.
—
Η κοινή σφραγίδα ελέγχου, θεσπισθείσα από τη σύμβαση για τον έλεγχο της σημάνσεως τεχνουργημάτων από πολύτιμα μέταλλα, η οποία υπεγράφη στη Βιέννη στις 15 Νοεμβρίου 1972 ( 8 ).
23.
Ενόψει των τεχνικών εμποδίων που προκαλούνται από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων στον τομέα της σημάνσεως των αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα, το Δικαστήριο έχει εφαρμόσει στον τομέα αυτόν τη νομολογία του σχετικά με τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ έως 36 ΣΛΕΕ. Τούτο δε το έπραξε, ιδίως, αναφερόμενο στην υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως των ισοδύναμων σφραγίδων.
24.
Η συλλογιστική του Δικαστηρίου ήταν σαφής με τις αποφάσεις Robertson κ.λπ., Houtwiper, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας και Juvelta ( 9 ) επί υποθέσεων που αφορούσαν το ενδοκοινοτικό εμπόριο των προϊόντων αυτών. Οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος επί των εισαγωγών (και, ως εκ τούτου, αντίκεινται στο άρθρο 34 ΣΛΕΕ), εφόσον επιβάλλουν στα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα, όπου έχουν σφραγιστεί και διατεθεί νομίμως στο εμπόριο, την υποχρέωση νέας σημάνσεως στο κράτος προορισμού, καθώς η προϋπόθεση αυτή καθιστά πιο δυσχερείς και δαπανηρές τις ενδοκοινοτικές εισαγωγές των αντικειμένων αυτών.
25.
Το Δικαστήριο δέχθηκε, ωστόσο, ότι, ελλείψει εναρμονίσεως σε επίπεδο Ένωσης, η απαίτηση εγχαράξεως της εθνικής σφραγίδας εγγυήσεως και η μη αναγνώριση της σφραγίδας του κράτους προελεύσεως ενδέχεται να δικαιολογούνται από τις επιτακτικές ανάγκες που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών, όπως αυτές αναπτύχθηκαν με την απόφαση Cassis de Dijon ( 10 ). Η σφραγίδα εγγυήσεως διασφαλίζει ότι ο καταναλωτής δεν θα παραπλανηθεί, επειδή δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει, με την αφή, με την όραση ή βάσει του βάρους, τον ακριβή βαθμό καθαρότητας ενός αντικειμένου από πολύτιμα μέταλλα ( 11 ). Όπως λέει η παλιά ρήση, «ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός».
26.
Ωστόσο, δεν απαιτείται η εγχάραξη της σφραγίδας εγγυήσεως του κράτους προορισμού εφόσον το εισαγόμενο από άλλο κράτος μέλος αντικείμενο έχει εγχαραχθεί με σφραγίδα, όποια κι αν είναι η μορφή της, η οποία περιέχει ενδείξεις αντίστοιχες προς εκείνες που απαιτεί το κράτος μέλος εισαγωγής και οι οποίες είναι κατανοητές από τους καταναλωτές του κράτους προορισμού ( 12 ). Συνιστά, επομένως, συγκεκριμένη εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των ισοδύναμων κανονιστικών ρυθμίσεων στον τομέα του εμπορικού δικαίου, αρχή στην οποία το Δικαστήριο προσφεύγει συχνά ως εναλλακτική λύση στην έλλειψη εναρμονισμένων νομοθεσιών, προκειμένου να εξαλειφθούν τα τεχνικά εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
27.
Όσον αφορά το εμπόριο (αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα) ανάμεσα στην Ένωση και τρίτες χώρες, οι εφαρμοστέοι κανόνες είναι ελάχιστοι, ενώ τα τεχνικά εμπόδια είναι ακόμη μεγαλύτερα απ’ ό,τι στην ενδοκοινοτική αγορά, λόγω των μεγάλων αποκλίσεων ανάμεσα στα εθνικά νομικά καθεστώτα. Προφανώς, το εμπόριο αυτό υπόκειται στις γενικές ρυθμίσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και, ιδίως, της GATT και της συμφωνίας για τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο ( 13 ). Στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής, η Ένωση δεν έχει συνάψει συμφωνίες ούτε έχει εισαγάγει στις συναφθείσες με τρίτες χώρες συνθήκες διατάξεις σχετικά με την εμπορία αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα.
28.
Με τη σύμβαση για τον έλεγχο της σημάνσεως τεχνουργημάτων από πολύτιμα μέταλλα, η οποία υπεγράφη στη Βιέννη στις 15 Νοεμβρίου 1972 και ετέθη σε ισχύ το 1975, με συμβαλλόμενα μέρη δεκαέξι κράτη μέλη της Ένωσης, καθώς και τη Σουηδία, τη Νορβηγία και το Ισραήλ (στο εξής: Σύμβαση της Βιέννης) ( 14 ), επιχειρήθηκε η εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων στο διεθνές εμπόριο των αντικειμένων αυτών. Η σύμβαση αυτή είναι σε ισχύ στην Τσεχική Δημοκρατία από το 1994 και στις Κάτω Χώρες από το 1999.
29.
Με τη Σύμβαση της Βιέννης επιχειρείται μια ελάχιστη εναρμόνιση των κανόνων που έχουν εφαρμογή στις σφραγίδες, με σκοπό την προαγωγή της αμοιβαίας αναγνωρίσεώς τους μεταξύ των συμβαλλομένων σε αυτήν κρατών. Οι εθνικοί οργανισμοί σημάνσεως που έχουν οριστεί σύμφωνα με τη σύμβαση μπορούν να εγχαράσσουν την κοινή σφραγίδα ελέγχου στα προϊόντα από χρυσό, άργυρο και λευκόχρυσο, αφότου διαπιστωθεί η καθαρότητά τους βάσει εγκεκριμένων μεθόδων δοκιμών. Κάθε συμβαλλόμενο κράτος επιτρέπει την εισαγωγή στο έδαφός του των σημανθέντων με την κοινή σφραγίδα ελέγχου προϊόντων ( 15 ), χωρίς να τα υποβάλλει σε ελέγχους ή να απαιτεί την εγχάραξη πρόσθετης σφραγίδας. Η εγχάραξη της κοινής σφραγίδας ελέγχου πραγματοποιείται σε προαιρετική βάση, ο δε εξαγωγέας έχει τη δυνατότητα είτε να ζητήσει την εγχάραξή της από τον εθνικό οργανισμό σημάνσεως είτε να αποστείλει το εμπόρευμα χωρίς αυτή στη χώρα εισαγωγής, οι αρχές της οποίας προβαίνουν στη σήμανσή του, εφόσον τηρείται η νομοθεσία της και η σύμβαση. Τα αντικείμενα που φέρουν την κοινή σφραγίδα ελέγχου καθώς και τις λοιπές τρεις σφραγίδες της συμβάσεως γίνονται δεκτά από τα συμβαλλόμενα κράτη, χωρίς να απαιτείται κανενός είδους δοκιμή ή η εγχάραξη πρόσθετης σφραγίδας.
30.
Η διστακτικότητα ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών (ιδίως αυτών που διαθέτουν εθνικούς οργανισμούς σημάνσεως με έντονη παρουσία, παράδοση και πείρα) να υπογράψουν τη Σύμβαση της Βιέννης οδήγησε στη σύναψη διμερών συνθηκών αμοιβαίας αναγνωρίσεως με τρίτες χώρες με έντονη δραστηριοποίηση στο διεθνές εμπόριο των προϊόντων αυτών ( 16 ).
Β — Παράβαση προσαπτόμενη από την Επιτροπή στην Τσεχική Δημοκρατία
1. Επί της υπάρξεως περιορισμού στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων
31.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η πρακτική της Τσεχικής Δημοκρατίας να απαιτεί την εγχάραξη της τσεχικής σφραγίδας εγγυήσεως στα αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα που φέρουν τη σφραγίδα του WaarborgHolland συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος επί των εισαγωγών, απαγορευόμενο από τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ έως 36 ΣΛΕΕ.
32.
Κατά την Επιτροπή, η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αναγνώριση σφραγίδων είναι εξ ολοκλήρου εφαρμοστέα στην πρακτική της Τσεχικής Δημοκρατίας, διότι η ελευθερία κυκλοφορίας εφαρμόζεται τόσο στα προερχόμενα από κράτος μέλος εμπορεύματα όσο και σε αυτά από τρίτες χώρες, τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, σύμφωνα με το άρθρο 29 ΣΛΕΕ. Η Τσεχική Δημοκρατία δεν μπορεί να αναγνωρίζει τις σφραγίδες εγγυήσεως ορισμένων κρατών μελών της Ένωσης και να αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο τα αντικείμενα που φέρουν τη σφραγίδα του WaarborgHolland, επειδή η εγχάραξη της σφραγίδας του οργανισμού αυτού διενεργείται στην πράξη σε τρίτες χώρες, μετά τη μεταφορά ορισμένων εκ των δραστηριοτήτων του εκτός Κάτω Χωρών και Ένωσης.
33.
Η Τσεχική Δημοκρατία αντιτείνει ότι η συμπεριφορά της είναι σύμφωνη με το άρθρο 34 ΣΛΕΕ, διότι η αμοιβαία αναγνώριση των σφραγίδων εγγυήσεως ισχύει μόνο για τα κοινοτικά εμπορεύματα και για τα προϊόντα τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση, εφόσον έχουν διατεθεί στην αγορά κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του. Τα αντικείμενα που έχουν εγχαραχθεί με σφραγίδες του WaarborgHolland σε τρίτες χώρες, και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση χωρίς να διατεθούν νομίμως στην αγορά κράτους μέλους, δεν μπορούν να επωφεληθούν, επομένως, της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, παρά το γεγονός ότι η δραστηριότητα σημάνσεως του WaarborgHolland εκτός της Ένωσης αναπτύσσεται συμφώνως προς την ολλανδική νομοθεσία.
34.
Κατά την κρίση μου, είναι σαφές, πρώτον, ότι η διοικητική πρακτική του τσεχικού οργανισμού σημάνσεως αποδίδεται στην Τσεχική Δημοκρατία, και ως εκ τούτου μπορεί να χαρακτηριστεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 17 ).
35.
Δεύτερον, δεν συμμερίζομαι το επιχείρημα της Τσεχικής Δημοκρατίας (προβληθέν κατά το προ της ασκήσεως προσφυγής στάδιο) ότι η συμπεριφορά της πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των κανόνων και της νομολογίας σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Όπως τόνισε η Επιτροπή, οι επιβληθέντες από την Τσεχική Δημοκρατία περιορισμοί θίγουν ευθέως το εμπόριο των αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα και όχι την παροχή υπηρεσιών σημάνσεως. Η σφραγίδα εγχαράσσεται στο αντικείμενο, του οποίου αποτελεί τμήμα, και ως εκ τούτου η τσεχική πρακτική θίγει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και όχι την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Αποτελεί διοικητική πρακτική κράτους μέλους, αδιακρίτως εφαρμοζόμενη, η οποία θίγει το εμπόριο αυτού του είδους εμπορεύματος.
36.
Τρίτον, εκτιμώ ότι η τσεχική διοικητική πρακτική εμπίπτει προδήλως στην έννοια του μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή, όπως αυτή έχει καθιερωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την ερμηνεία του άρθρου 34 ΣΛΕΕ. Ως τέτοιο πρέπει να χαρακτηρίζεται κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών δυνάμενη να παρακωλύσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο εντός της Ένωσης ( 18 ).
37.
Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, τα οποία προκαλούνται, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, από την εφαρμογή επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, όπου αυτά παρασκευάζονται και διατίθενται νομίμως στην αγορά, κανόνων που αφορούν τους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εν λόγω εμπορεύματα, αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορευόμενα από το άρθρο 34 ΣΛΕΕ, ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα, εφόσον η εφαρμογή τους δεν δικαιολογείται από την επιδίωξη σκοπού γενικού συμφέροντος ικανού να υπερισχύσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ( 19 ).
38.
Η απαίτηση εγχαράξεως της τσεχικής σφραγίδας εγγυήσεως στα εμπορεύματα που φέρουν τις σφραγίδες του WaarborgHolland δυσχεραίνει την εμπορία τους στο τσεχικό έδαφος, στον βαθμό που τους επιβάλλει την υποχρέωση να φέρουν διπλή σφραγίδα· είναι, επιπλέον, αναγκαία η καταβολή δικαιωμάτων στον εθνικό οργανισμό σημάνσεως του κράτους προορισμού, γεγονός που επιφέρει καθυστερήσεις στη διάθεση των προϊόντων στην αγορά, με τη συνακόλουθη αύξηση των εξόδων ( 20 ).
39.
Κατ’ αρχήν, και σύμφωνα με τις διευκρινίσεις στις οποίες θα προβώ αργότερα, η απαγόρευση του άρθρου 34 ΣΛΕΕ αφορά τόσο τα κοινοτικά εμπορεύματα όσο και τα προερχόμενα από τρίτες χώρες που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων εντός της Ένωσης, τα τεθέντα σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντα έχουν εξομοιωθεί οριστικώς και πλήρως με τα προϊόντα προελεύσεως των κρατών μελών ( 21 ).
40.
Το τσεχικό μέτρο αντιβαίνει, επομένως, στο άρθρο 34 ΣΛΕΕ καθόσον έχει εφαρμογή επί αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα τα οποία έχουν διατεθεί στην αγορά των Κάτω Χωρών υπό τη σφραγίδα του WaarborgHolland. Επίσης, υφίσταται παράβαση του εν λόγω άρθρου και για τον λόγο ότι εφαρμόζεται σε αυτού του είδους τα αντικείμενα όταν αυτά κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες, σφραγίζονται σε κάποια από αυτές με τη σφραγίδα του WaarborgHolland και εισάγονται και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε οποιοδήποτε κράτος της Ένωσης, πριν την εισαγωγή τους στην Τσεχική Δημοκρατία.
2. Επί της δικαιολογήσεως του περιορισμού
41.
Η Τσεχική Δημοκρατία, συνεπικουρούμενη από τη Γαλλία, επιχειρεί να δικαιολογήσει τη διοικητική πρακτική της, επικαλούμενη την επιτακτική ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι, σέβεται την αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν υφίσταται τρόπος διαφοροποιήσεως των αντικειμένων που έχουν σφραγιστεί από το WaarborgHolland στο ολλανδικό έδαφος από αυτά που ο εν λόγω οργανισμός έχει σφραγίσει με τη δική του σφραγίδα εγγυήσεως σε τρίτες χώρες. Όπως προβάλλει με το υπόμνημα απαντήσεώς της, οι προσπάθειες, έπειτα από συζητήσεις με το WaarborgHolland, να τεθούν σαφείς κανόνες διαχωρισμού των μεν από τα δε ήταν άκαρπες.
42.
Το Δικαστήριο έχει δεχθεί, όπως ήδη ανέφερα, ότι, ελλείψει εναρμονίσεως σε επίπεδο Ένωσης, η εγχάραξη εθνικής σφραγίδας εγγυήσεως και η μη αναγνώριση της σφραγίδας του κράτους προελεύσεως ενδέχεται να δικαιολογούνται από επιτακτικές ανάγκες που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών. Η Τσεχική Δημοκρατία θα μπορούσε, σύμφωνα με το κριτήριο αυτό, να επικαλεστεί την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών για να νομιμοποιήσει την πρακτική της να απαιτεί την τσεχική σφραγίδα και να μην αναγνωρίζει τις σφραγίδες του WaarborgHolland.
43.
Ωστόσο, η εν λόγω διοικητική πρακτική μπορεί να βρει έρεισμα στην ανάγκη προστασίας των καταναλωτών μόνον εφόσον, κατά τρόπο σωρευτικό: α) οι σφραγίδες του WaarborgHolland δεν παρέχουν προστασία ισοδύναμη προς τις τσεχικές σφραγίδες εγγυήσεως και β) η εν λόγω πρακτική σέβεται την αρχή της αναλογικότητας.
α) Ισοδυναμία και αμοιβαία αναγνώριση των τσεχικών και ολλανδικών σφραγίδων εγγυήσεως
44.
Κατά την Επιτροπή, η τσεχική και η ολλανδική σφραγίδα εγγυήσεως παρέχουν στους καταναλωτές όμοιο επίπεδο προστασίας, και, ως εκ τούτου, η Τσεχική Δημοκρατία θα έπρεπε να αποδέχεται την αμοιβαία αναγνώρισή τους, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 22 ). Οι τσεχικές αρχές δεν αμφισβητούν, στην πραγματικότητα, τη διαπίστωση αυτή της Επιτροπής και αποδέχονται την ισοδυναμία της δικής τους σφραγίδας εγγυήσεως με την ολλανδική, μόνον όμως για τα αντικείμενα που έχουν σφραγιστεί από το WaarborgHolland στο έδαφος των Κάτω Χωρών και όχι για εκείνα που σφραγίζονται από το WaarborgHolland σε τρίτες χώρες και εν συνεχεία τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση και εισάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία.
45.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αμοιβαία αναγνώριση των τσεχικών και ολλανδικών σφραγίδων εγγυήσεως δεν μπορεί να αποκλεισθεί εξαιτίας του γεγονότος ότι το WaarborgHolland έχει μεταφέρει μέρος της δραστηριότητάς του σε τρίτες χώρες, καθώς οι ολλανδικές αρχές εξακολουθούν να ασκούν εποπτεία στη δραστηριότητα αυτή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους. Για τους σκοπούς αυτούς, τα αντικείμενα που σφραγίζονται από το WaarborgHolland στο έδαφος των Κάτω Χωρών θα έπρεπε να εξομοιώνονται με αυτά που σφραγίζονται από τον οργανισμό αυτό σε τρίτες χώρες, μετά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ένωσης.
46.
Αντιθέτως, η Τσεχική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη από τη Γαλλία, εκτιμά ότι η αμοιβαία αναγνώριση είναι δυνατή μόνο για αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα που έχουν σφραγιστεί στο έδαφος κράτους μέλους της Ένωσης· όχι όταν πρόκειται για αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα που σφραγίζονται σε τρίτες χώρες, ακόμη και αν η σφραγίδα εγχαράσσεται από οργανισμό σημάνσεως κράτους μέλους, και κατά τεκμήριο σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού. Τα τελευταία αυτά αντικείμενα θεωρούνται εμπορεύματα από τρίτες χώρες και δεν επεκτείνεται σε αυτά η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, ακόμη και αν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κράτος μέλος της Ένωσης, εκτός και αν έχουν διατεθεί στην αγορά του κράτους αυτού σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του.
47.
Για την επίλυση της διαφοράς είναι, κατά την άποψή μου, αναγκαία η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των σφραγίδων εγγυήσεως κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις διάφορες πραγματικές περιστάσεις. Πρώτον, εκτιμώ ότι η αρχή έχει πλήρη εφαρμογή στην περίπτωση των αντικειμένων που κατασκευάζονται και διατίθενται νομίμως στην αγορά των Κάτω Χωρών και κατόπιν εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των ισοδύναμων σφραγίδων εγγυήσεως είναι, υπό τις περιστάσεις αυτές, προδήλως εφαρμοστέα.
48.
Δεύτερον, η εν λόγω αρχή έχει, επίσης, εφαρμογή στα αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα που κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες και σφραγίζονται από το WaaborgHolland με την ολλανδική σφραγίδα εγγυήσεως στα γραφεία του στην Κίνα ή την Ταϊλάνδη, και τα οποία, διαδοχικώς, εισάγονται, τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση και διατίθενται στην αγορά των Κάτω Χωρών και, εν συνεχεία, εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι, εκ νέου, επιβεβλημένη η αμοιβαία αναγνώριση των τσεχικών και ολλανδικών σφραγίδων εγγυήσεως, καθώς οι ολλανδικές αρχές έχουν ήδη διενεργήσει έλεγχο συμβατότητας των εισαγόμενων από τρίτες χώρες αντικειμένων, που φέρουν τις σφραγίδες του WaarborgHolland, με την εθνική νομοθεσία τους.
49.
Τρίτον, πρόκειται για την περίπτωση των αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα τα οποία κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες, σφραγίζονται από το WaaborgHolland με την ολλανδική σφραγίδα εγγυήσεως στα γραφεία του στην Κίνα ή την Ταϊλάνδη, εισάγονται εν συνεχεία και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση και διατίθενται νομίμως στην αγορά κράτους μέλους διαφορετικού των Κάτω Χωρών, η εσωτερική νομοθεσία του οποίου προβλέπει τη χρησιμοποίηση σφραγίδων εγγυήσεως ομοίων προς τις τσεχικές. Στην περίπτωση αυτή, τάσσομαι υπέρ της απόψεως ότι η αμοιβαία αναγνώριση εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, καθώς το κράτος μέλος προελεύσεως ελέγχει τη συμβατότητα των σφραγίδων WaarborgHolland που εγχαράσσονται σε τρίτη χώρα προς τη δική του νομοθεσία. Η Τσεχική Δημοκρατία οφείλει να εμπιστεύεται την πιστοποίηση αυτή και να εφαρμόζει την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των σφραγίδων εγγυήσεως στα αντικείμενα που εισάγονται, υπό τις συνθήκες αυτές, στο έδαφός της.
50.
Υφίστανται, αντιθέτως, τρεις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν ενδείκνυται η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (μεταξύ της ολλανδικής και τσεχικής σφραγίδας εγγυήσεως), ήτοι: α) όταν τα αντικείμενα εισάγονται απευθείας στην Τσεχική Δημοκρατία· β) όταν τα αντικείμενα που σφραγίζονται από το WaaborgHolland στα γραφεία του στην Κίνα ή την Ταϊλάνδη εισάγονται και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κράτος της Ένωσης, χωρίς να διατίθενται στην αγορά του, και εν συνεχεία εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία, και γ) όταν τα αντικείμενα που σφραγίζονται από το WaaborgHolland στα γραφεία του στην Κίνα ή την Ταϊλάνδη εισάγονται, τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και διατίθενται στην αγορά κράτους μέλους της Ένωσης στο οποίο δεν υφίστανται εθνικοί κανόνες που να επιβάλλουν την εγχάραξη σφραγίδας εγγυήσεως, και εν συνεχεία εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία.
51.
Σε σχέση με τις τρεις αυτές περιπτώσεις, ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα για το οποίο δεν έχει δοθεί ακόμη οριστική λύση, και συγκεκριμένα το ζήτημα της εφαρμογής στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
52.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εξομοιώνει τα εισαγόμενα αντικείμενα που φέρουν την εγχαραχθείσα από το WaarborgHolland σε τρίτες χώρες ολλανδική σφραγίδα με τα σφραγιζόμενα από τον οργανισμό αυτό στο ολλανδικό έδαφος. Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η αμοιβαία αναγνώριση των σφραγίδων εγγυήσεως προϋποθέτει τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των αντικειμένων αυτών και, επιπλέον, τη διάθεσή τους στην αγορά κράτους μέλους σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του.
53.
Το άρθρο 28, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει ότι οι διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων «εφαρμόζονται στα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών, καθώς και στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών. Το άρθρο 29 ΣΛΕΕ επισημαίνει ότι «[θ]εωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σ’ αυτό το κράτος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και για τα οποία δεν έχουν επιστραφεί ολικώς ή μερικώς αυτοί οι δασμοί και επιβαρύνσεις». Τόσο το άρθρο 79 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα όσο και το άρθρο 129 του εκσυγχρονισμένου τελωνειακού κώδικα ( 23 ), ο οποίος έχει τεθεί σε εφαρμογή από 16 Απριλίου 2016, ορίζουν ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προσδίδει τελωνειακό χαρακτήρα κοινοτικού εμπορεύματος σε κάθε μη κοινοτικό εμπόρευμα.
54.
Οι κανόνες αυτοί εξομοιώνουν τα εμπορεύματα της Ένωσης με τα προερχόμενα από τρίτες χώρες τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά την ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων και των διατυπώσεων εμπορικής πολιτικής, όπως είχε καθιερωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Donckerwolke κ.λπ. ( 24 ). Ωστόσο, η εξομοίωση δεν εγγυάται αυτοδικαίως στα εισαχθέντα από τρίτες χώρες και τεθέντα σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κράτος μέλος εμπορεύματα πλήρη ελευθερία κυκλοφορίας στα υπόλοιπα κράτη μέλη ( 25 ). Το εισαγόμενο εμπόρευμα πρέπει να τηρεί τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην αγορά του οποίου διατίθεται αρχικώς προκειμένου να μπορεί να επωφεληθεί αργότερα της ελευθερίας κυκλοφορίας και, συνεπώς, της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως ( 26 ).
55.
Το Δικαστήριο ακολούθησε το κριτήριο αυτό στην υπόθεση Expo Casa Manta ( 27 ), επισημαίνοντας ότι «το στάδιο της διαθέσεως ενός προϊόντος στο εμπόριο έπεται του σταδίου της εισαγωγής του. Όπως ένα προϊόν που έχει κατασκευασθεί νομίμως εντός της Κοινότητας δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο εκ μόνου του λόγου αυτού, έτσι και η νόμιμη εισαγωγή ενός προϊόντος δεν συνεπάγεται ότι το προϊόν αυτό αυτομάτως μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο», και ότι, «[ε]φόσον δεν υφίσταται κοινοτική ρύθμιση περί εναρμονίσεως των προϋποθέσεων εμπορίας των οικείων προϊόντων, το κράτος μέλος όπου τα προϊόντα αυτά τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία δύναται να μην επιτρέψει τη διάθεσή τους στο εμπόριο, αν τα εν λόγω προϊόντα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί προς τούτο από το εθνικό δίκαιο».
56.
Οι κρίσεις αυτές του Δικαστηρίου αποτυπώθηκαν στα άρθρα 27 έως 29 του κανονισμού (ΕΚ) 765/2008 ( 28 ), ο οποίος καθορίζει τους ελέγχους στους οποίους μπορούν να προβαίνουν οι εθνικές αρχές εποπτείας της αγοράς και οι τελωνειακές αρχές σε σχέση με τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα πριν από τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των εναρμονισμένων ευρωπαϊκών κανόνων. Οι έλεγχοι περιορίζονται στον εντοπισμό σοβαρών κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η παραχάραξη προϊόντων από πολύτιμα μέταλλα.
57.
Επιπλέον, η λογική της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή της πρέπει να περιορίζεται: α) στο ενδοκοινοτικό εμπόριο εμπορευμάτων καταγωγής της Ένωσης, νομίμως κατασκευασθέντων και τεθέντων προς πώληση σε κράτος μέλος σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, και β) στο εμπόριο προϊόντων τρίτων χωρών υπό ελεύθερη κυκλοφορία, τα οποία έχουν διατεθεί νομίμως στην αγορά ορισμένου κράτους μέλους και εξάγονται σε άλλο ( 29 ).
58.
Η άλλη όψη των όσων έχουν εκτεθεί προηγουμένως είναι ότι οι εισαγωγείς δεν μπορούν να επωφεληθούν της αμοιβαίας αναγνωρίσεως προκειμένου να διαθέσουν στην αγορά εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτες χώρες που δεν τηρούν τη νομοθεσία κανενός κράτους μέλους ( 30 ). Η εφαρμογή της τεχνικής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως στο διεθνές εμπόριο της Ένωσης με τρίτες χώρες προϋποθέτει τη σύναψη ειδικής διεθνούς συνθήκης ( 31 ) ή την εισαγωγή συναφών διατάξεων σε ευρύτερη διεθνή συμφωνία, συμβατών με τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
59.
Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, πρέπει να διευκρινιστεί εάν η Τσεχική Δημοκρατία μπορεί να μην αποδέχεται την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, για τους σκοπούς της προστασίας των καταναλωτών, και να επιβάλλει την εγχάραξη της δικής της σφραγίδας εγγυήσεως στα αντικείμενα που έχουν σφραγιστεί από το WaaborgHolland στα γραφεία του εκτός της Ένωσης. Κατά την άποψή μου και σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η Τσεχική Δημοκρατία νομιμοποιείται να ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, στις προεκτεθείσες τρεις περιπτώσεις ( 32 ) στις οποίες δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση σφραγίδων εγγυήσεως μεταξύ των κρατών μελών.
60.
Πράγματι, εάν το αντικείμενο από πολύτιμα μέταλλα δεν τηρεί την εθνική νομοθεσία κανενός κράτους μέλους σχετικά με την εμπορία αυτού του είδους εμπορευμάτων (η οποία δεν είναι εναρμονισμένη), ή εάν εισάγεται απευθείας από τρίτο κράτος, δεν μπορεί να επωφεληθεί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των σφραγίδων εγγυήσεως. Αυτή έχει εφαρμογή μόνον, επαναλαμβάνω, στα αντικείμενα που τηρούν τους κανόνες κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία απαιτεί τη χρήση σφραγίδων ή άλλων παρόμοιων μηχανισμών, καθώς έρεισμά της είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών ως προς την αποτελεσματικότητα των αντίστοιχων μέτρων για την αποτροπή της εξαπατήσεως των καταναλωτών στα είδη χρυσοχοΐας.
61.
Η εμπιστοσύνη αυτή δεν υφίσταται όταν η εμπορία αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα γίνεται μεταξύ της Ένωσης και τρίτων κρατών στα οποία η χρήση σφραγίδων εγγυήσεως δεν είναι γενικευμένη, εξαιρουμένων των κρατών που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση της Βιέννης. Η Ένωση δεν είναι μέρος της συμβάσεως αυτής, στην οποία έχουν συμβληθεί δεκαεπτά κράτη μέλη της, συμπεριλαμβανομένων των Κάτω Χωρών και της Τσεχικής Δημοκρατίας. Η Σύμβαση της Βιέννης, ξένη προς το δίκαιο της Ένωσης, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως η οποία έλκει, ακριβώς, την καταγωγή της από την τελευταία αυτή έννομη τάξη.
62.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι και στις τρεις αυτές περιπτώσεις πρέπει να εφαρμόζεται η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των σφραγίδων εγγυήσεως. Κατά την άποψή της, τα προϊόντα που εισάγονται από τρίτα κράτη και διατίθενται, υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας, στην αγορά των κρατών της Ένωσης τηρούν την ολλανδική νομοθεσία, διότι το WaarborgHolland, κατά την εγχάραξή τους με τις σφραγίδες του στα γραφεία του που ευρίσκονται σε τρίτα κράτη, καλύπτεται από τη νομοθεσία αυτή και υποβάλλει τα γραφεία του στον έλεγχο των ολλανδικών αρχών, όμοιο προς αυτόν που οι εν λόγω αρχές διενεργούν στις Κάτω Χώρες. Η μεταφορά υπηρεσιών σημάνσεως σε τρίτα κράτη, επιτρεπόμενη από την ολλανδική νομοθεσία ( 33 ), δεν θα έπρεπε να κωλύει την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
63.
Η Επιτροπή προέβαλε, υπό την έννοια αυτή, ότι το WaarborgHolland κατέχει πιστοποιητικό εκδοθέν από τον ολλανδικό οργανισμό διαπιστεύσεως ( 34 ) που του παρέχει τη δυνατότητα να ασκεί τη δραστηριότητά του σημάνσεως εκτός του ολλανδικού εδάφους. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 765/2008 ( 35 ), οι τσεχικές αρχές υποχρεούνται να αναγνωρίζουν την ισοδυναμία των πιστοποιητικών των οργανισμών αξιολογήσεως της συμμορφώσεως (του WaarborgHolland, στην περίπτωση αυτή), οι οποίοι έχουν λάβει σχετική άδεια από τον εθνικό οργανισμό διαπιστεύσεως [στην υπό κρίση υπόθεση, από το Raad voor Accrediatie (συμβούλιο διαπιστεύσεως)].
64.
Η Επιτροπή επισήμανε, επιπλέον, τις ελεγκτικές εξουσίες των ολλανδικών αρχών κατά την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας τους επί της δραστηριότητας του WaarborgHolland σε τρίτες χώρες, χωρίς, ωστόσο, να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο σε σχέση με τη συχνότητα και την ένταση των ελέγχων αυτών.
65.
Εκτιμώ, ωστόσο, ότι τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν ώστε να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής. Αφενός, η κατά τον κανονισμό 765/2008 αμοιβαία αναγνώριση για τις βεβαιώσεις που εκδίδονται από οργανισμούς πιστοποιήσεως, οι οποίοι έχουν λάβει σχετική άδεια από εθνικό οργανισμό διαπιστεύσεως, ισχύει μόνον όταν οι εν λόγω βεβαιώσεις εκδίδονται στο έδαφος κράτους μέλους της Ένωσης. Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο 7 του κανονισμού 765/2008 επιτρέπει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, τη διασυνοριακή διαπίστευση, χωρίς όμως να προβλέπει τη δυνατότητα εκδόσεως βεβαιώσεων εκτός του εδάφους της Ένωσης, τηρουμένης της πρακτικής σύμφωνα με την οποία αυτές γίνονται δεκτές μόνον εφόσον η Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία με την τρίτη χώρα ( 36 ). Η Ένωση δεν έχει συνάψει με την Κίνα ή με την Ταϊλάνδη διεθνή συμφωνία αμοιβαίας αναγνωρίσεως αξιολογήσεων συμμορφώσεως, η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί στις σφραγίδες που εγχαράσσει το WaarborgHolland στις χώρες αυτές.
66.
Αφετέρου, όπως προέβαλαν η Τσεχική Δημοκρατία και η Γαλλία, οι ελεγκτικές εξουσίες του ολλανδικού εθνικού οργανισμού διαπιστεύσεως που εποπτεύει τις δραστηριότητες των οργανισμών σημάνσεως δεν μπορούν, σε μια τρίτη χώρα, να είναι οι ίδιες με αυτές που ασκούνται στο ολλανδικό έδαφος. Ο έλεγχος κατά της παραχαράξεως αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα απαιτεί διοικητική συνεργασία μεταξύ των οργανισμών σημάνσεως, οι οποίοι τη διαπιστώνουν έπειτα από χημική ανάλυση των προϊόντων, και των δημοσίων αρχών (τελωνειακών και φορολογικών υπηρεσιών, αστυνομικών αρχών, δικαστικών αρχών), οι οποίες είναι επιφορτισμένες με τη δίωξη και τιμωρία των παραχαρακτών. Η άσκηση των ελεγκτικών αυτών εξουσιών περιλαμβάνει τη δυνατότητα λήψεως μέτρων επιβολής διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων, οι οποίες έχουν κατ’ ανάγκην περιορισμένη εδαφική ισχύ, οπότε οι ολλανδικές αρχές δεν μπορούν να λάβουν τέτοια μέτρα σε τρίτη χώρα.
67.
Συνοπτικά, η υποχρεωτική σφράγιση, στις χώρες στις οποίες υπάρχει σχετική πρόβλεψη, συνιστά διοικητική δραστηριότητα συνδεδεμένη με την κρατική κυριαρχία, η οποία δεν συμβιβάζεται με το ενδεχόμενο μετεγκαταστάσεως σε τρίτα κράτη, εκτός εάν υφίσταται διεθνής συμφωνία ( 37 ).
68.
Ο διοικητικός χαρακτήρας της δραστηριότητας σημάνσεως διασφαλίζει, επιπλέον, μεγαλύτερη ανεξαρτησία στους οργανισμούς κατά την άσκηση της δραστηριότητας αυτής έναντι των επιχειρήσεων του τομέα. Η μεταφορά της δραστηριότητας σε τρίτες χώρες μπορεί να διακυβεύσει την ανεξαρτησία αυτή, καθώς, όπως σημείωσε η Γαλλία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η παρεχόμενη από το διοικητικό δίκαιο προστασία στην τρίτη χώρα ενδέχεται να μην είναι όμοια με αυτήν που παρέχεται στο κράτος της Ένωσης.
69.
Εν συνόψει, τηρουμένων του άρθρου 34 ΣΛΕΕ και της νομολογίας του Δικαστηρίου που το ερμηνεύει σε σχέση με την αμοιβαία αναγνώριση των σφραγίδων εγγυήσεως, η Τσεχική Δημοκρατία μπορεί να επιβάλλει την εγχάραξη της δικής της σφραγίδας εγγυήσεως στα προερχόμενα από τρίτες χώρες αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα τα οποία σφραγίστηκαν από το WaarborgHolland με την ολλανδική σφραγίδα, στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις:
—
εάν εισάγονται απευθείας στην Τσεχική Δημοκρατία·
—
εάν εισάγονται και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, χωρίς όμως να διατίθενται νομίμως στην αγορά άλλου κράτους μέλους πριν από την εξαγωγή τους στο τσεχικό έδαφος·
—
εάν εισάγονται, τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και διατίθενται νομίμως στην αγορά κράτους μέλους που δεν χρησιμοποιεί σφραγίδα εγγυήσεως.
70.
Αντιθέτως, λαμβανομένης υπόψη της ισοδυναμίας μεταξύ της τσεχικής σφραγίδας εγγυήσεως και της εγχαρασσομένης από το WaarborgHolland, η Τσεχική Δημοκρατία παραβαίνει το άρθρο 34 ΣΛΕΕ και τη νομολογία του Δικαστηρίου που το ερμηνεύει κατά το μέτρο που απαιτεί την εγχάραξη της τσεχικής σφραγίδας στις ακόλουθες περιπτώσεις αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα:
—
όσων κατασκευάζονται και διατίθενται νομίμως στην αγορά των Κάτω Χωρών υπό την εγχαραχθείσα από το WaarborgHolland ολλανδική σφραγίδα τα οποία εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία·
—
όσων κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες, σφραγίζονται από το WaaborgHolland με την ολλανδική σφραγίδα εγγυήσεως στα γραφεία του εκτός της Ένωσης, εισάγονται, τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και διατίθενται νομίμως στην αγορά των Κάτω Χωρών και, αργότερα, εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία·
—
όσων κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες και σφραγίζονται από το WaaborgHolland με την ολλανδική σφραγίδα εγγυήσεως στα γραφεία του εκτός της Ένωσης, τα οποία εισάγονται και διατίθενται νομίμως στην αγορά κράτους μέλους διαφορετικού των Κάτω Χωρών, η εσωτερική νομοθεσία του οποίου προβλέπει τη χρήση σφραγίδων εγγυήσεως παρομοίων προς την τσεχική.
β) Αναλογικότητα του μέτρου
71.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Τσεχική Δημοκρατία παραβαίνει, κατά την άποψή μου, το άρθρο 34 ΣΛΕΕ είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί περαιτέρω εάν η συμπεριφορά της θα μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, ήτοι, εάν δεν υφίσταται εναλλακτικός τρόπος για την προστασία των καταναλωτών από απάτες κατά την εμπορία των αντικειμένων αυτών, λιγότερο περιοριστικός του ενδοκοινοτικού εμπορίου ( 38 ).
72.
Όπως υπογραμμίζει η Γαλλία με το υπόμνημά της παρεμβάσεως, μια λιγότερο περιοριστική εναλλακτική θα ήταν η χρησιμοποίηση από το WaarborgHolland, κατά τη δραστηριότητά του σε τρίτες χώρες, διαφορετικής σφραγίδας από αυτήν που χρησιμοποιεί στο έδαφος των Κάτω Χωρών. Με τον τρόπο αυτό, η Τσεχική Δημοκρατία θα μπορούσε να απαιτεί την εγχάραξη της τσεχικής σφραγίδας εγγυήσεως μόνο στα αντικείμενα που έχουν σφραγιστεί από το WaaborgHolland στα παραρτήματά του εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ταυτόχρονα θα αναγνώριζε την ισοδυναμία της ολλανδικής σφραγίδας εγγυήσεως που εγχαράσσεται από το WaaborgHolland εντός των Κάτω Χωρών. Απ’ ό,τι φαίνεται, η Τσεχική Δημοκρατία εξέτασε τη δυνατότητα αυτή, όμως το WaaborgHolland δεν την αποδέχθηκε ( 39 ), με αποτέλεσμα, δεδομένης της αδυναμίας διαφοροποιήσεως των αντικειμένων που σφραγίζονται από το WaaborgHolland στις Κάτω Χώρες από αυτά που σφραγίζονται στα γραφεία του εκτός της Ένωσης, η Τσεχική Δημοκρατία να επιβάλλει σε όλα την υποχρέωση να φέρουν την τσεχική σφραγίδα εγγυήσεως, ως προϋπόθεση για την εμπορία τους στο έδαφός της.
73.
Κατά την άποψή μου, η πρακτική αυτή δεν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, καθώς υφίστανται μέτρα λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου, όπως θα ήταν η απαίτηση, από τις τσεχικές αρχές, να αποδεικνύεται η προέλευση του αντικειμένου. Θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να ζητείται να φέρουν τα σφραγιζόμενα από το WaarborgHolland αντικείμενα σφραγίδα προελεύσεως που να πληροφορεί για τον τόπο κατασκευής τους ( 40 ). Οι τσεχικές αρχές θα μπορούσαν, με τη μέθοδο αυτή, να έχουν αναγνωρίσει την ολλανδική σφραγίδα που εγχαράσσει το WaarborgHolland στα αντικείμενα που κατασκευάζονται στις Κάτω Χώρες και, ταυτόχρονα, να απαιτήσει την εγχάραξη της τσεχικής σφραγίδας μόνο στα αντικείμενα που σφραγίστηκαν από το WaarborgHolland σε τρίτες χώρες.
74.
Το περιγραφόμενο μέτρο δεν θα ήταν κατάλληλο, ωστόσο, για την εξακρίβωση των σφραγιζόμενων από το WaarborgHolland σε τρίτες χώρες αντικειμένων που εισάγονται και διατίθενται στην αγορά των Κάτω Χωρών (ή κρατών μελών με παρόμοια προς το τσεχικό συστήματα σφραγίδων εγγυήσεως) και αργότερα εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εισαγωγέας θα μπορούσε να αποδείξει την προηγούμενη νόμιμη εμπορία σε κράτος μέλος με διάφορα αποδεικτικά μέσα, όπως τιμολόγια ή ετικέτες προϊόντων, φορολογικά έγγραφα ή έγγραφα πωλήσεως, είτε με έγγραφη επιβεβαίωση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους εμπορίας ( 41 ). Όλα αυτά τα μέτρα είναι λιγότερο περιοριστικά για την εμπορία αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα σε σχέση με την απαίτηση εγχαράξεως της τσεχικής σφραγίδας στα αντικείμενα που φέρουν τη σφραγίδα του WaarborgHolland.
IV – Πρόταση
75.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την προσφυγή κατά το μέρος που αφορά τις αιτιάσεις της Επιτροπής κατά της Τσεχικής Δημοκρατίας σε σχέση με την άρνησή της να αναγνωρίζει τις μη εγχαραχθείσες από το WaarborgHolland ολλανδικές σφραγίδες εγγυήσεως·
2)
να κάνει εν μέρει δεκτή την προσφυγή της Επιτροπής και να αναγνωρίσει ότι η Τσεχική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 34 ΣΛΕΕ, κατά το μέτρο που απαιτεί την εγχάραξη της τσεχικής σφραγίδας εγγυήσεως στα αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα τα οποία:
—
κατασκευάζονται και διατίθενται νομίμως στην αγορά των Κάτω Χωρών υπό την εγχαραχθείσα από το WaarborgHolland ολλανδική σφραγίδα και εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία·
—
κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες, σφραγίζονται από το WaarborgHolland με την ολλανδική σφραγίδα εγγυήσεως στα γραφεία του εκτός της Ένωσης, εισάγονται, τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και διατίθενται νομίμως στην αγορά των Κάτω Χωρών και, αργότερα, εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία·
—
κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες, σφραγίζονται από το WaarborgHolland με την ολλανδική σφραγίδα εγγυήσεως στα γραφεία του εκτός της Ένωσης, εισάγονται και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση και διατίθενται νομίμως στην αγορά κράτους μέλους διαφορετικού των Κάτω Χωρών, η εσωτερική νομοθεσία του οποίου προβλέπει τη χρήση ισοδύναμων σφραγίδων εγγυήσεως με την τσεχική και, αργότερα, εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία·
3)
να απορρίψει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
4)
κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Εσθονίας (C‑39/10, EU:C:2012:282, σκέψεις 24 έως 26), Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑211/08, EU:C:2010:340, σκέψη 32), Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑458/08, EU:C:2010:692, σκέψη 49), Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑281/11, EU:C:2013:855, σκέψεις 121 έως 123), Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C‑343/08, EU:C:2010:14, σκέψη 25), και Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑375/10, EU:C:2011:184, σκέψεις 10 και 11).
( 3 ) Proposition de directive du Conseil concernant le rapprochement des legislations des états membres relatives aux ouvrages en metaux precieux (Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί προσέγγισης των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα έργα από πολύτιμα μέταλλα), COM/1975/607/τελικό της 1ης Δεκεμβρίου 1975 (JO 1976, C 11, σ. 2), αποσυρθείσα το 1977. Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί των τεχνουργημάτων από πολύτιμα μέταλλα COM(93) 322 τελικό της 14ης Οκτωβρίου 1993, η οποία τροποποιήθηκε με την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα τεχνουργήματα από πολύτιμα μέταλλα, COM(94) 267 τελικό της 30ής Ιουνίου 1994 (ΕΕ C 209, σ. 4), η οποία απεσύρθη το 2005.
( 4 ) Βλ. το έγγραφο καθοδηγήσεως, Η εφαρμογή του κανονισμού αμοιβαίας αναγνώρισης σε τεχνουργήματα από πολύτιμα μέταλλα, της 1ης Φεβρουαρίου 2010.
( 5 ) Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, κατά το διάστημα από τις 13 Μαΐου 2009, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του κανονισμού (ΕΚ) 764/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τη θέσπιση διαδικασιών σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων εθνικών τεχνικών κανόνων στα προϊόντα που κυκλοφορούν νομίμως στην αγορά άλλου κράτους μέλους και για την κατάργηση της απόφασης αριθ. 3052/95/ΕΚ (ΕΕ L 218, σ. 21), έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011, από τις 1524 απορριπτικές της αμοιβαίας αναγνωρίσεως κοινοποιήσεις, το 90 % αφορούσε τα αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα. Βλ. το έγγραφο COM(2012) 292 τελικό της 15ης Ιουνίου 2012, ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η οποία περιέχει την πρώτη έκθεση για την εφαρμογή του κανονισμού αριθ. 764/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τη θέσπιση διαδικασιών σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων εθνικών τεχνικών κανόνων στα προϊόντα που κυκλοφορούν νομίμως στην αγορά άλλου κράτους μέλους και για την κατάργηση της απόφασης 3052/95/ΕΚ, σ. 8.
( 6 ) Βλ. τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στη διαδικτυακή σελίδα της International Association of Assay Offices,
( 7 ) Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή, στην Ένωση υπάρχουν σήμερα 18 διαφορετικοί ονομαστικοί τίτλοι για τον χρυσό και μόνο δύο εξ αυτών είναι κοινοί σε όλα τα κράτη μέλη (585 και 750). Στην περίπτωση του αργύρου, υφίστανται 15 εθνικοί ονομαστικοί τίτλοι στο σύνολο της Ένωσης και μόνον οι 800 και 925 είναι αποδεκτοί σε όλα τα κράτη μέλη. Όσον αφορά τον λευκόχρυσο, υφίστανται 5 ονομαστικοί τίτλοι στην Ένωση, ενώ δεν γίνεται δεκτός ως πολύτιμο μέταλλο στη Βουλγαρία, την Κύπρο και τη Γερμανία (Επιτροπή, Η εφαρμογή του κανονισμού αμοιβαίας αναγνώρισης σε τεχνουργήματα από πολύτιμα μέταλλα, της 1ης Φεβρουαρίου 2010, σ. 9).
( 8 ) Το κείμενο της συμβάσεως, όπως έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως, καθώς και ο κατάλογος των συμβαλλόμενων κρατών είναι διαθέσιμα στη σελίδα .
( 9 ) Αποφάσεις Robertson κ.λπ. (220/81, EU:C:1982:239), Houtwipper (C‑293/93, EU:C:1994:330), Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑30/99, EU:C:2001:346) και Juvelta (C‑481/12, EU:C:2014:11).
( 10 ) Απόφαση Rewe, καλούμενη Cassis de Dijon (120/78, EU:C:1979:42).
( 11 ) Βλ. αποφάσεις Robertson κ.λπ. (220/81, EU:C:1982:239, σκέψεις 9 και 11), και Houtwipper (C‑293/93, EU:C:1994:330, σκέψεις 11 και 14).
( 12 ) Αποφάσεις Robertson κ.λπ. (220/81, EU:C:1982:239, σκέψη 12), Houtwipper (C‑293/93, EU:C:1994:330, σκέψη 15), Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑30/99, EU:C:2001:346, σκέψεις 30 και 69), και Juvelta (C‑481/12, EU:C:2014:11, σκέψη 22).
( 13 ) Ωστόσο, στον βαθμό κατά τον οποίον τα μέτρα που «αφορούν την εισαγωγή ή την εξαγωγή χρυσού ή αργύρου» έχουν περιληφθεί μεταξύ των γενικών εξαιρέσεων του άρθρου XX της GATT, τα κράτη μπορούν με ευκολία να δικαιολογήσουν τις περιοριστικές εθνικές ρυθμίσεις τους.
( 14 ) Ο κατάλογος των συμβαλλόμενων κρατών και των κρατών υπό καθεστώς παρατηρητή (Κροατία, Σρι Λάνκα και Ουκρανία) είναι διαθέσιμος στη σελίδα .
( 15 ) Το παράρτημα ΙΙ, παράγραφος 4, της Συμβάσεως της Βιέννης ορίζει ότι, πέραν της κοινής σφραγίδας ελέγχου, τα αντικείμενα πρέπει να είναι σεσημασμένα με τη σφραγίδα εγγυήσεως της χώρας προελεύσεως ή προορισμού, με τη σφραγίδα ευθύνης του κατασκευαστή ή σφραγίδα προελεύσεως και με σφραγίδα τίτλου.
( 16 ) Convention entre le Conseil fédéral suisse et le Gouvernement de la République française relative à la reconnaissance réciproque des poinçons officiels apposés sur les ouvrages en métaux précieux, publiée comme annexe au Décret no 89-216 du 10 avril 1989 (JORF du 14 avril 1989. page 4741), συναφθείσα στις 2 Ιουνίου 1987 και ισχύουσα από την 1η Μαΐου 1989. Convention entre la Confédération suisse et la République italienne relative à la reconnaissance réciproque des poinçons apposés sur les ouvrages en métaux précieux (RO 1974 753), συναφθείσα στις 15 Ιανουαρίου 1970 και ισχύουσα από τις 30 Μαρτίου 1974.
( 17 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑387/99, EU:C:2004:235, σκέψη 42), και Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑88/07, EU:C:2009:123, σκέψη 54).
( 18 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις Dassonville (8/74, EU:C:1974:82, σκέψη 5), Ker-Optika (C‑108/09, EU:C:2010:725, σκέψη 47), και Juvelta (C‑481/12, EU:C:2014:11, σκέψη 16).
( 19 ) Βλ. αποφάσεις Robertson κ.λπ. (220/81, EU:C:1982:239, σκέψη 9), Houtwipper (C‑293/93, EU:C:1994:330, σκέψη 11), Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑30/99, EU:C:2001:346, σκέψη 26), και Juvelta (C‑481/12, EU:C:2014:11, σκέψη 17).
( 20 ) Αποφάσεις Houtwipper (C‑293/93, EU:C:1994:330, σκέψη 13), Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑30/99, EU:C:2001:346, σκέψη 27), και Juvelta (C‑481/12, EU:C:2014:11, σκέψη 18).
( 21 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Tezi κατά Επιτροπής (59/84, EU:C:1986:102, σκέψη 26), και απόφαση UNIC και Uni.co.pel (C‑95/14, EU:C:2015:492, σκέψη 41).
( 22 ) Νομολογία σύμφωνα με την οποία ένα κράτος μέλος παραβαίνει το άρθρο 34 ΣΛΕΕ εφόσον επιβάλλει σε προϊόντα εισαγόμενα από άλλο κράτος μέλος, στο οποίο έχουν σφραγιστεί και διατεθεί νομίμως στο εμπόριο, την υποχρέωση νέας σφραγίσεως στο κράτος μέλος προορισμού.
( 23 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/95 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), και κανονισμός (ΕΚ) 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) (ΕΕ L 145, σ. 1).
( 24 ) Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο εκθέτει, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, ότι τα προϊόντα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εξομοιώνονται οριστικώς και καθ’ όλα με τα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών. Επιπλέον, επισήμανε ότι από την εξομοίωση αυτή προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος εφαρμόζονται αδιακρίτως επί των προϊόντων που κατάγονται από την Κοινότητα και επί των προϊόντων που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός οιουδήποτε κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της αρχικής καταγωγής των προϊόντων αυτών (απόφαση Donckerwolke κ.λπ., 41/76, EU:C:1976:182, σκέψεις 17 και 18). Βλ., επίσης, αποφάσεις Peureux (119/78, EU:C:1979:66, σκέψη 26), Tezi κατά Επιτροπής (59/84, EU:C:1986:102, σκέψη 26), Budéjovicky Budvar (C‑216/01, EU:C:2003:618, σκέψη 95), και UNIC και Uni.co.pel (C‑95/14, EU:C:2015:492, σκέψη 41).
( 25 ) Δεν υφίσταται ομογνωμία ως προς το ζήτημα αυτό στη θεωρία· παραπέμπω στις εργασίες του Ankersmit, L., «What if Cassis de Dijon were Cassis de Quebec? The assimilation of goods of third country origin in the internal market», Common Market Law Review, 2013, αριθ. 6, σ. 1387 έως 1410· Tegeder, J., «Applying the Cassis de Dijon doctrine to goods originating in third countries», European Law Review, 1994, αριθ. 1, σ. 86 έως 94.
( 26 ) Βλ. Enchelmaier, S., «Article 36 TFEU: General», σε Oliver, Peter (επιμέλεια), Oliver on the Free Movement of Goods in the European Union, 5η έκδ., Hart, Oxford, 2010, σ. 233.
( 27 ) Υπόθεση C‑296/00 (EU:C:2002:316, σκέψεις 31 και 32), και απόφαση Alliance for Natural Health κ.λπ. (C‑154/04 και C‑155/04, EU:C:2005:449, σκέψη 95).
( 28 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 218, σ. 30).
( 29 ) Με την αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 764/2008 επισημαίνεται ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία πηγάζει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, έχει την έννοια ότι «ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύει την πώληση, στην επικράτειά του, προϊόντων που κυκλοφορούν νομίμως στην αγορά άλλου κράτους μέλους, ακόμη και όταν κατασκευάζονται σύμφωνα με τεχνικούς κανόνες διαφορετικούς από εκείνους που πρέπει να τηρούν τα εγχώρια προϊόντα. Οι μόνες εξαιρέσεις από την αρχή αυτή είναι οι περιορισμοί που δικαιολογούνται με βάση τα αναφερόμενα στο άρθρο 30 της συνθήκης ή με βάση υπερισχύοντες λόγους δημόσιου συμφέροντος και είναι ανάλογοι του επιδιωκόμενου σκοπού».
Η ίδια η Επιτροπή επισημαίνει ότι, «[ό]σον αφορά τα προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες, αυτά πρέπει να κυκλοφορούν νομίμως στην αγορά ενός κράτους μέλους ή ενός κράτους της ΕΖΕΣ που αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας ΕΟΧ, ώστε να απολαμβάνουν αμοιβαίας αναγνώρισης» [έγγραφο COM(2013) 592 τελικό της 18ης Αυγούστου 2013, «Έγγραφο καθοδήγησης. Η έννοια της “νόμιμης κυκλοφορίας”» στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 764/2008 περί αμοιβαίας αναγνώρισης, σ. 6].
( 30 ) Κατά τον Gardeñes Santiago, στο εμπόριο με τρίτες χώρες «ο εφαρμοστέος κανόνας δεν είναι αυτός της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, αλλά ο ακριβώς αντίθετος, ήτοι αυτός της αυστηρής εφαρμογής του νόμου του κράτους εισαγωγής ή υποδοχής. Τούτο σημαίνει ότι όταν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία τρίτου κράτους εισάγεται στην Κοινότητα, πρέπει να τηρεί τους εναρμονισμένους κοινοτικούς κανόνες, εφόσον υφίστανται, και τους κανόνες του κράτους μέλους στο οποίο εισάγεται, χωρίς να αρκεί η τήρηση της νομοθεσίας του κράτους προελεύσεως (Gardeñes Santiago, M., La aplicación de la regla del reconocimiento mutuo y su incidencia en el comercio de mercancías y servicios en el ámbito comunitario e internacional, Eurolex, Μαδρίτη, 1999, σ. 314).
( 31 ) Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει πλήθος συμφωνιών αμοιβαίας αναγνωρίσεως αξιολογήσεων συμβατότητας με οικονομικά προηγμένες χώρες όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Ιαπωνία, η Ελβετία και το Ισραήλ. Όλες αυτές καθώς επίσης το καθεστώς εφαρμογής τους είναι διαθέσιμα στον διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής .
( 32 ) Πρόκειται για: α) τα αντικείμενα που εισάγονται και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Τσεχική Δημοκρατία, β) τα αντικείμενα που εισάγονται και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κράτος μέλος της Ένωσης χωρίς να διατίθενται στο εμπόριο και αργότερα εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία και γ) τα αντικείμενα που εισάγονται, τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και διατίθενται στο εμπόριο εντός κράτους μέλους του οποίου οι εθνικοί κανόνες δεν απαιτούν τη χρήση σφραγίδας εγγυήσεως, και αργότερα εξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία.
( 33 ) Το College van Beroep voor het Bedrijfsleven (εφετείο επί οικονομικών υποθέσεων) απεφάνθη επί διαφοράς σχετικής με την εφαρμογή του ολλανδικού δικαίου στον τομέα αυτό, η οποία είχε ανακύψει μεταξύ των δύο οργανισμών σημάνσεως, εξαιτίας της μεταφοράς της δραστηριότητας του WaarborgHolland σε τρίτα κράτη, η οποία είχε κριθεί νόμιμη με την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2008. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στα αγγλικά στη σελίδα .
( 34 ) Τους όρους αυτούς χρησιμοποιεί κατά την απάντησή της στην ερώτηση που της απηύθυνε το Δικαστήριο.
( 35 ) Η διατύπωσή του είναι η εξής: «Οι εθνικές αρχές αναγνωρίζουν την ισοτιμία των υπηρεσιών που προσφέρουν όσοι οργανισμοί διαπίστευσης έχουν υποστεί επιτυχώς αξιολόγηση από ομοτίμους, όπως εκτίθεται στο άρθρο 10, και συνεπώς αποδέχονται, βάσει του τεκμηρίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα πιστοποιητικά διαπίστευσης των οργανισμών αυτών και τις βεβαιώσεις που εκδίδονται από οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης στους οποίους έχουν χορηγήσει διαπίστευση».
( 36 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, τη Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Αυστραλίας για την τροποποίηση της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση πιστότητας, τα πιστοποιητικά και τη σήμανση πιστότητας μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας και Αυστραλίας (ΕΕ 2012, L 359, σ. 2).
( 37 ) Η περίσταση αυτή δικαιολογεί, κατά την άποψή μου, την απόρριψη από τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση της Βιέννης μέρη του καλούμενου «offshore hallmarking» ή μεταφοράς των δραστηριοτήτων των γραφείων σημάνσεως. Όλα τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση αυτή κράτη, εκτός των Κάτω Χωρών, αντιτάχθηκαν στη δυνατότητα μεταφοράς των δραστηριοτήτων κατά τη συνεδρίαση της μόνιμης επιτροπής της συμβάσεως, η οποία συνεκλήθη το 2008 στο Λονδίνο ( και έγγραφο PMC/SR 2/2008 της 16ης Μαΐου, σ. 6).
( 38 ) Απόφαση Ker-Optika (C‑108/09, EU:C:2010:725, σκέψη 65).
( 39 ) Κατά το WaarborgHolland, η χρήση συγκεκριμένης σφραγίδας, διαφορετικής από την ολλανδική (στα γραφεία του σε τρίτα κράτη), θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια της εμπορικής αξίας σύμφυτης με τη φήμη της δικής του σφραγίδας εγγυήσεως στην αγορά. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πιθανόν να μην αποφάσιζε τη μεταφορά της δραστηριότητάς του σημάνσεως σε τρίτα κράτη.
( 40 ) Η σφραγίδα προελεύσεως κατά κανόνα ζητείται, προσδιορίζεται δε, παραδείγματος χάριν, στη Σύμβαση της Βιέννης.
( 41 ) Η Επιτροπή κάνει αναφορά σε αυτά, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα στο έγγραφό της COM(2013) 592 τελικό της 18ης Αυγούστου 2013, «Έγγραφο καθοδήγησης. Η έννοια της “νόμιμης κυκλοφορίας”» στον κανονισμό 764/2008 περί αμοιβαίας αναγνώρισης, σ. 7.
Full & Egal Universal Law Academy