ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JULIANE KOKOTT
της 25ης Φεβρουαρίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑557/14
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Άρθρο 260 ΣΛΕΕ — Μη εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου — Απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292) — Οδηγία 91/271/ΕΟΚ — Επεξεργασία αστικών λυμάτων — Χρηματικές κυρώσεις — Επιβολή χρηματικής ποινής και κατ’ αποκοπήν ποσού — Σταδιακή μείωση της χρηματικής ποινής»
I – Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση υπόθεση ανάγεται σε προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας με βάση το άρθρο 260 ΣΛΕΕ λόγω της προβαλλομένης ατελούς εκτελέσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο διαπίστωσε παράβαση της οδηγίας 91/271/ΕΟΚ ( 2 ) (στο εξής: οδηγία περί αστικών λυμάτων) εκ μέρους της Πορτογαλίας, διότι τα αστικά λύματα αρκετών πορτογαλικών οικισμών δεν είχαν τύχει της δέουσας επεξεργασίας, αντιθέτως προς τις επιταγές της οδηγίας. Η Πορτογαλία δεν αμφισβητεί μεν ότι η απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί ακόμη στο σύνολό της, καθόσον οι αναγκαίες εγκαταστάσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί σε έναν οικισμό, αλλά οι αντίδικοι διαφωνούν σε σημαντικό βαθμό ως προς τις χρηματικές κυρώσεις που πρέπει να επιβληθούν για τον λόγο αυτόν.
II – Νομικό πλαίσιο
2.
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, η εν λόγω οδηγία ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη συλλογή, την επεξεργασία και την απόρριψη αστικών λυμάτων και σκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος από τις αρνητικές επιπτώσεις της απόρριψης αυτών των λυμάτων.
3.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αστικών λυμάτων ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι οικισμοί με ισοδύναμο πληθυσμό άνω των 15000 να διαθέτουν δίκτυα αποχέτευσης αστικών λυμάτων, το αργότερο, ως τις 31 Δεκεμβρίου 2000.
4.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, τα κράτη μέλη μεριμνούν, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2000, ώστε τα αστικά λύματα που διοχετεύονται σε αποχετευτικά δίκτυα από οικισμούς με ισοδύναμο πληθυσμό άνω των 15000 να υποβάλλονται, πριν από την απόρριψή τους, σε «δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία», δηλαδή σε πιο εντατικό καθαρισμό από ό,τι σε άλλες περιπτώσεις.
5.
Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί αστικών λυμάτων επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, παρέκκλιση από το άρθρο 4, παράγραφος 1, όταν τα λύματα απορρίπτονται σε περιοχές οι οποίες έχουν προσδιορισθεί ως λιγότερο ευαίσθητες:
«Τα αστικά λύματα που απορρίπτονται σε παράκτια ύδατα από οικισμούς με 10000 έως 150000 [ισοδύναμο πληθυσμό] […] μπορούν, εάν οι απορρίψεις γίνονται στις περιγραφόμενες στην παράγραφο 1 περιοχές, να υποβάλλονται σε επεξεργασία λιγότερο αυστηρή από την επεξεργασία που περιγράφεται στο άρθρο 4, υπό την προϋπόθεση ότι:
—
οι απορρίψεις αυτές υποβάλλονται τουλάχιστον σε πρωτοβάθμια επεξεργασία όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 7, σύμφωνα με τις διαδικασίες ελέγχου του παραρτήματος I σημείο Δ,
—
ολοκληρωμένες μελέτες δείχνουν ότι οι απορρίψεις αυτές δεν επηρεάζουν αρνητικά το περιβάλλον.
—
[…]»
6.
Παρέκκλιση σε σχέση με ακόμη μεγαλύτερους οικισμούς είναι δυνατή με βάση το άρθρο 8, παράγραφος 5, της οδηγίας περί αστικών λυμάτων:
«Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και όταν μπορεί να αποδειχθεί ότι η επεξεργασία των αποβλήτων με περισσότερο προηγμένες τεχνολογ[ικές] μεθόδους δεν αποφέρει κανένα όφελος για το περιβάλλον, τα αστικά λύματα, που απορρίπτονται σε λιγότερο ευαίσθητες περιοχές, από οικισμούς με άνω των 150000 [ισοδύναμο πληθυσμό], μπορούν να υποβάλονται στην επεξεργασία που προβλέπει το άρθρο 6 για τα λύματα που προέρχονται από οικισμούς με [ισοδύναμο πληθυσμό] μεταξύ 10000 και 150000.
Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη υποβάλλουν εκ των προτέρων στην Επιτροπή τη σχετική έγγραφη τεκμηρίωση. Η Επιτροπή εξετάζει την περίπτωση και λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, με τη διαδικασία του άρθρου 18, παράγραφος 2.»
III – Το ιστορικό της διαφοράς και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
7.
Με την απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) το Δικαστήριο διαπίστωσε στις 7 Μαΐου 2009 ότι η Πορτογαλία, παραλείποντας να διασφαλίσει ότι επτά οικισμοί διαθέτουν δίκτυο αποχετεύσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας περί αστικών λυμάτων και μη υποβάλλοντας σε δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, τα αστικά λύματα δεκαπέντε οικισμών, στους οποίους συγκαταλέγονται οι οικισμοί Matosinhos και Vila Real de Santo António με ισοδύναμο πληθυσμό 287000 και 116500 αντίστοιχα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
8.
Με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 2009, η Επιτροπή ζήτησε από την Πορτογαλία να λάβει θέση επί της εκτελέσεως της ανωτέρω αποφάσεως. Κατόπιν ανταλλαγής πολυάριθμων εγγράφων, η Επιτροπή ζήτησε επισήμως από την Πορτογαλική Κυβέρνηση, στις 21 Φεβρουαρίου 2014, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σύμφωνα με το άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και όρισε προθεσμία δύο μηνών για την εκτέλεση της αποφάσεως. Δεδομένου ότι η απάντηση που έλαβε η Επιτροπή μαρτυρούσε, κατά την εκτίμησή της, ότι η Πορτογαλία εξακολουθούσε να μην έχει εκτελέσει πλήρως τη σχετική απόφαση, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4 Δεκεμβρίου 2014.
9.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να διαπιστώσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 7ης Μαΐου 2009 στην υπόθεση C‑530/07, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ·
—
να υποχρεώσει την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει χρηματική ποινή ύψους 20196 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως στην εκτέλεση της προμνησθείσας αποφάσεως C-530/07, από της εκδόσεως της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση και μέχρι την εκτέλεση της προμνησθείσας αποφάσεως C-530/07·
—
να υποχρεώσει την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει ημερήσιο κατ’ αποκοπήν ποσό 2244 ευρώ, από της εκδόσεως της προμνησθείσας αποφάσεως C‑530/07 μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση ή μέχρι της εκτελέσεως της προμνησθείσας αποφάσεως C‑530/07, αν η εκτέλεση αυτή χωρήσει μετά την έκδοση της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση·
—
να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
10.
Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη κατά το μέρος που η Πορτογαλική Δημοκρατία την αντικρούει·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
11.
Οι διάδικοι κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και τις ανέπτυξαν προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Ιανουαρίου 2016.
IV – Νομική εκτίμηση
Α— Επί της παραβάσεως
12.
Εαʹν διαπιστωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου οʹτι κραʹτος μεʹλος εʹχει παραβειʹ υποχρεʹωσηʹ του που απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης, το κραʹτος αυτοʹ οφειʹλει, σύμφωνα με το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να λαʹβει τα μεʹτρα που συνεπαʹγεται η εκτεʹλεση της εν λόγω αποφαʹσεως. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το συγκεκριμεʹνο κραʹτος μεʹλος δεν εʹλαβε τα σχετικά μεʹτρα, μπορειʹ να προσφυʹγει στο Δικαστηʹριο, δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αφουʹ παραʹσχει στο κραʹτος αυτοʹ τη δυνατοʹτητα να υποβαʹλει τις παρατηρηʹσεις του.
13.
Η Επιτροπή κίνησε την προκειμένη διαδικασία βάσει των ανωτέρω διατάξεων. Για να διαπιστωθεί, λοιπόν, αν η Πορτογαλία έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292), επιβάλλεται να εξετασθεί αν οι οικισμοί που αναφέρονται στην απόφαση αυτή διαθέτουν δίκτυο αποχετεύσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας περί αστικών λυμάτων και αν τα αστικά λύματα των εν λόγω οικισμών υποβάλλονται σε δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας.
14.
Κρίσιμος χρόνος για την εκτίμηση της υπάρξεως παραβάσεως βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ είναι το χρονικό σημείο εκπνοής της προθεσμίας που τάχθηκε με το έγγραφο οχλήσεως το οποίο απεστάλη κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως ( 3 ).
15.
Το έγγραφο οχλήσεως εκ μέρους της Επιτροπής έφερε ως ημερομηνία την 21η Φεβρουαρίου 2014 και όριζε προθεσμία δύο μηνών. Επομένως, κρίσιμος χρόνος για την εκτίμηση της υπάρξεως παραβάσεως είναι η 21η Απριλίου 2014.
16.
Στο εν λόγω έγγραφο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα αστικά λύματα των οικισμών Vila Real de Santo António και Matosinhos εξακολουθούσαν να μην υποβάλλονται σε δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία, όπως επιτάσσει το άρθρο 4 της οδηγίας περί αστικών λυμάτων.
17.
Με την από 23 Απριλίου 2014 απάντησή τους, οι εκπρόσωποι της Πορτογαλίας επιβεβαίωσαν ότι οι αναγκαίες εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί στον οικισμό Vila Real de Santo António και δεν είχαν εκκινήσει ακόμη στον οικισμό Matosinhos.
18.
Συνεπώς, κατά τον κρίσιμο χρόνο, την 21η Απριλίου 2014, η Πορτογαλία δεν είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να επεξεργασθεί τα αστικά λύματα των δύο ανωτέρω οικισμών σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 4 της οδηγίας περί αστικών λυμάτων.
19.
Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διότι έως την 21η Απριλίου 2014 δεν είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292).
Β— Επί των χρηματικών κυρώσεων
20.
Η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ έχει ως σκοπό να παρακινήσει το μη συμμορφούμενο κράτος μέλος να εκτελέσει την αρχική απόφαση επί της παραβάσεως. Επιδιώκει, λοιπόν, να εξασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη μέτρα —η χρηματική ποινή και το κατ’ αποκοπήν ποσό— εξυπηρετούν αμφότερα τον σκοπό αυτόν ( 4 ).
21.
Απόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίζει, σε κάθε υπόθεση και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που έχουν υποβληθεί στην κρίση του, καθώς και ανάλογα με τον βαθμό εξαναγκασμού και αποτρεπτικότητας που κρίνει απαραίτητο, τις κατάλληλες χρηματικές κυρώσεις για να εξασφαλίσει την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση της αποφάσεως με την οποία είχε προηγουμένως διαπιστωθεί παράβαση και να προλάβει την επανάληψη αναλόγων παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης ( 5 ).
22.
Οι σχετικές προτάσεις της Επιτροπής δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά αποτελούν απλώς χρήσιμο σημείο αναφοράς. Ομοίως, οι κατευθυντήριες γραμμές, όπως περιέχονται στις ανακοινώσεις της Επιτροπής, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά συμβάλλουν στη διασφάλιση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου κατά τη δράση της Επιτροπής ( 6 ).
1. Επί της χρηματικής ποινής
23.
Η επιβολή χρηματικής ποινής δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δικαιολογείται καταρχήν μόνον εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται η παράβαση που συνίσταται στη μη εκτέλεση προηγούμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου ( 7 ).
24.
Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι η Πορτογαλία δεν είχε συμμορφωθεί ακόμη πλήρως με την απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) κατά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ορίσει η Επιτροπή δεν δικαιολογεί την επιβολή χρηματικής ποινής. Αντιθέτως, πρέπει να εξετασθεί επιπλέον αν εξακολουθούν να υφίστανται τμήματα της αποφάσεως που δεν έχουν εκτελεσθεί κατά τον χρόνο που το Δικαστήριο καλείται να κρίνει την εν λόγω υπόθεση.
25.
Προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με την επιβολή χρηματικής ποινής, λοιπόν, επιβάλλεται να εξετασθεί αρχικώς σε ποια έκταση συνεχίζουν οι παραβάσεις (σχετικά υπό α). Εν συνεχεία πρέπει να προσδιορισθεί το βασικό ποσό της χρηματικής ποινής (σχετικά υπό β), καθώς και να διευκρινισθεί αν η ποινή αυτή θα συνίσταται σε αμετάβλητο ποσό ή θα μειώνεται ανάλογα με την πρόοδο εκτελέσεως της σχετικής αποφάσεως (σχετικά υπό γ).
α) Επί της συνεχίσεως των παραβάσεων
i) Οικισμός Vila Real de Santo António
26.
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Πορτογαλία επισημαίνει ότι τον Απρίλιο του 2015 ολοκληρώθηκε το υπολειπόμενο τμήμα των εργασιών που απαιτούνταν, ώστε τα λύματα του οικισμού Vila Real de Santo António να υποβάλλονται σε δευτεροβάθμια επεξεργασία. Επομένως, η απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) είχε εκτελεσθεί εν τω μεταξύ πλήρως ως προς τον οικισμό αυτόν ( 8 ).
27.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όμως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι κράτος μέλος νοείται ότι έχει εφαρμόσει το άρθρο 4 της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, μόνον εφόσον έχει προηγηθεί τακτική δειγματοληψία επεξεργασμένων λυμάτων πριν από την απόρριψή τους στα ύδατα επί ένα έτος και έχει διαπιστωθεί ότι η δευτεροβάθμια επεξεργασία πληροί τις προδιαγραφές της οδηγίας. Η δειγματοληψία δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση.
28.
Συναφώς, η Επιτροπή στηρίζεται στο παράρτημα I, σημείο Δ, 3, της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, το οποίο προβλέπει τη λήψη συγκεκριμένου ελάχιστου αριθμού τακτικών δειγμάτων ανάλογα με το μέγεθος της εγκαταστάσεως. Κατά το άρθρο 15, πρώτη περίπτωση, με αυτόν τον τρόπο εξακριβώνεται η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παραρτήματος I, σημείο Β, δηλαδή η αποτελεσματικότητα της επεξεργασίας των λυμάτων.
29.
Εντούτοις, από την οδηγία περί αστικών λυμάτων δεν προκύπτει ότι η εφαρμογή του άρθρου 4 σε σχέση με συγκεκριμένο σταθμό επεξεργασίας λυμάτων προϋποθέτει οποιαδήποτε δειγματοληψία. Αντιθέτως, η υποχρέωση τακτικής δειγματοληψίας υφίσταται ανεξάρτητα και παράλληλα με την υποχρέωση αποτελεσματικής δευτεροβάθμιας επεξεργασίας.
30.
Κατά συνέπεια, οι σχετικές αποφάσεις πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η δειγματοληψία δύναται να αποδείξει ότι σταθμός επεξεργασίας λυμάτων ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας περί αστικών λυμάτων ( 9 ). Η απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας θα μπορούσε επιπλέον να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απόδειξη αυτή προϋποθέτει τη λήψη συγκεκριμένου ελάχιστου αριθμού δειγμάτων ( 10 ). Ωστόσο, στην απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, το Δικαστήριο επέκρινε απλώς το γεγονός ότι η απουσία τακτικών δειγμάτων κατά τη διάρκεια τριών μηνών μεταξύ της ολοκληρώσεως σταθμού επεξεργασίας λυμάτων και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως καθιστούσε αδύνατη την επαλήθευση της αποτελεσματικής επεξεργασίας των λυμάτων ( 11 ). Επίσης, στην πρόσφατη απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ρητώς ότι και ένα μόνο δείγμα αρκεί για να αποδείξει την τήρηση του άρθρου 4 ( 12 ).
31.
Η Επιτροπή δύναται να αντικρούσει τέτοιου είδους απόδειξη. Για τον σκοπό αυτόν θα μπορούσε να στηριχθεί σε λοιπά δείγματα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας περί αστικών λυμάτων ή στην απουσία τακτικών δειγμάτων μετά την πρώτη επιτυχή δειγματοληψία. Επίσης, θα μπορούσε να προβάλει το γεγονός ότι το δείγμα ελήφθη υπό συνθήκες μη αντιπροσωπευτικές για το φορτίο των λυμάτων.
32.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η Πορτογαλία υποστήριξε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι για την περίοδο έως τον Νοέμβριο του 2015 είχαν διαβιβασθεί στην Επιτροπή δείγματα τα οποία μαρτυρούσαν την αποτελεσματικότητα της δευτεροβάθμιας επεξεργασίας.
33.
Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό αυτόν. Κατ’ ουσία στηρίχθηκε στην άποψη ότι μόνο δειγματοληψία διάρκειας ενός έτους μπορεί να θεωρηθεί επαρκής, διότι μόνον αυτή η χρονική περίοδος είναι αρκούντως αντιπροσωπευτική.
34.
Εντούτοις δεν είναι προφανής ο λόγος για τον οποίο τα δείγματα που λήφθηκαν από τον Απρίλιο έως τον Νοέμβριο σε περιοχή του Algarve δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά. Όπως παραδέχεται η ίδια η Επιτροπή, στην εν λόγω περιοχή τα υψηλότερα φορτία λυμάτων αναμένονται κατά την τουριστική περίοδο. Η περίοδος αυτή όμως καλύπτεται από τη χρονική διάρκεια της δειγματοληψίας.
35.
Συνεπώς, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι στον οικισμό Vila Real de Santo António η κατάσταση είναι πλέον σύμφωνη προς την οδηγία. Ως εκ τούτου, δεν είναι πλέον αναγκαία η επιβολή σχετικής χρηματικής ποινής.
ii) Οικισμός Matosinhos
36.
Βάσει των στοιχείων που παρέσχε αρχικώς η Πορτογαλία, η κατασκευή σταθμού δευτεροβάθμιας επεξεργασίας αστικών λυμάτων δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη στον οικισμό Matosinhos λόγω προβλημάτων χρηματοδοτήσεως ( 13 ). Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Πορτογαλία υποστηρίζει ότι πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις κατασκευής ( 14 ). Στο πλαίσιο αυτό, μάλιστα, υπέβαλε χρονοδιάγραμμα για την πορεία των εργασιών κατασκευής οι οποίες πρόκειται να εκκινήσουν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2016. Η εγκατάσταση προβλέπεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία το δεύτερο εξάμηνο του 2019 ( 15 ).
37.
Επομένως, από την επιχειρηματολογία της Πορτογαλίας συνάγεται το συμπέρασμα ότι η απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) δεν είχε εκτελεσθεί ακόμη πλήρως κατά τον χρόνο της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιβολή υποχρεώσεως στην Πορτογαλία να καταβάλει χρηματική ποινή συνιστά πρόσφορο, οικονομικής φύσεως μέσο, ώστε να παύσει η διαπιστωθείσα παράβαση και να εξασφαλισθεί η πλήρης εκτέλεση της αποφάσεως ( 16 ).
Επί του βασικού ποσού της χρηματικής ποινής
38.
Στο Δικαστήριο απόκειται να καθορίζει το ύψος της χρηματικής ποινής κατά τρόπον ώστε να είναι, αφενός, προσαρμοσμένο στις περιστάσεις, αφετέρου δε, ανάλογο προς τη διαπιστωθείσα παράβαση και την ικανότητα πληρωμής του κράτους μέλους ( 17 ).
39.
Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως που πραγματοποιεί το Δικαστήριο, τα βασικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να εξασφαλίζεται ο χαρακτήρας της χρηματικής ποινής ως μέτρου εξαναγκασμού, με σκοπό την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, είναι, καταρχήν, η διάρκεια της παραβάσεως, η σοβαρότητά της και η ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους. Για την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, το Δικαστήριο καλείται να λαμβάνει υπόψη ιδίως τις συνέπειες που έχει η παράλειψη εκτελέσεως επί των δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων, καθώς και το επείγον του εξαναγκασμού του οικείου κράτους μέλους σε συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις του ( 18 ).
40.
Η Επιτροπή ζητεί, έως ότου εκτελεσθεί πλήρως η απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292), να επιβληθεί χρηματική ποινή ανά ημέρα η οποία υπολογίζεται ως εξής: το βασικό ποσό της χρηματικής ποινής, ύψους 660 ευρώ ανά ημέρα, που είναι πανομοιότυπο για όλα τα κράτη μέλη, πολλαπλασιάζεται με συντελεστή σοβαρότητας 3 (σε κλίμακα από το 1 έως το 20), με συντελεστή διάρκειας 3 (σε κλίμακα από το 1 έως το 3), καθώς και με συντελεστή «n», ο οποίος αντικατοπτρίζει την ικανότητα πληρωμής της Πορτογαλίας και ανέρχεται σε 3,40. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προκύπτει ποσό ύψους 20196,00 ευρώ ανά ημέρα.
41.
Ασφαλώς, το Δικαστήριο δεν προσδιορίζει τους αριθμητικούς συντελεστές κατά την επιβολή χρηματικών κυρώσεων, αλλά τούτη η μέθοδος είναι εύλογη και καθιστά αντιληπτή τη λογική υπολογισμού των κυρώσεων. Επομένως, στη συνέχεια πρέπει να αναλυθεί η πρόταση της Επιτροπής.
i) Επί της συνεκτιμήσεως της ικανότητας πληρωμής της Πορτογαλίας
42.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τον υπολογισμό χρηματικής ποινής πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πρόσφατη εξέλιξη του ΑΕγχΠ ενός κράτους μέλους, όπως αυτό διαμορφώνεται κατά την ημερομηνία εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο ( 19 ). Θα πρέπει, επομένως, να χρησιμοποιηθούν τα ενημερωμένα στοιχεία τα οποία δημοσίευσε η Επιτροπή στην ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 2015 ( 20 ). Συνεπώς, ο συντελεστής «n» για την ικανότητα πληρωμής της Πορτογαλίας πρέπει να ορισθεί στο 3,35. Αντιθέτως, το ενιαίο βασικό ποσό ανέρχεται πλέον σε 670 ευρώ.
ii) Επί της διάρκειας της παραβάσεως
43.
Η διάρκεια της παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση το χρονικό σημείο κατά το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά. Αντιθέτως, δεν είναι κρίσιμος ο χρόνος κατά τον οποίο η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ( 21 ).
44.
Κατά την Επιτροπή, δεδομένης της χρονικής περιόδου που έχει μεσολαβήσει από την ημέρα δημοσιεύσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292), δηλαδή σχεδόν επτά έτη, θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ο υψηλότερος συντελεστής 3 όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της παραβάσεως.
45.
Μολονότι το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν προβλέπει κανένα χρονικό διάστημα εντός του οποίου οφείλει να εκτελεσθεί μια απόφαση, υπέρ της απόψεως της Επιτροπής συνηγορεί το ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εκτέλεση αποφάσεως επιβάλλεται να αρχίσει αμέσως και να λήξει το συντομότερο δυνατόν ( 22 ).
46.
Συναφώς, σε δύο αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν επίσης πλημμέλειες κατά την εφαρμογή της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, το Δικαστήριο έκρινε ως «σημαντική» ( 23 ) διάρκεια παραβάσεως σχεδόν οκτώ ετών και ως «υπερβολική» ( 24 ) διάρκεια παραβάσεως περίπου εννέα ετών. Στην εκτίμηση αυτή προέβη, μολονότι αναγνώρισε συγχρόνως ότι οι προς εκτέλεση εργασίες απαιτούσαν σημαντικό διάστημα πλειόνων ετών και ότι η εκτέλεση της αρχικής αποφάσεως έπρεπε να θεωρηθεί ότι έχει σχεδόν ολοκληρωθεί ( 25 ). Σε άλλη υπόθεση σχετική με την εν λόγω οδηγία, το Δικαστήριο έκρινε ότι πενταετής διάρκεια ήταν «υπερεπαρκής», προκειμένου να εκτελεσθεί πλήρως η απόφαση ( 26 ).
47.
Νεότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου σε άλλους τομείς συνάδουν επίσης με τις ανωτέρω προσεγγίσεις. Συγκεκριμένα, σε πρόσφατη απόφαση που αφορούσε τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη των οδηγιών περί διαχειρίσεως αποβλήτων, το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «σημαντική» διάρκεια επτά ετών ( 27 ). Σε σχέση μάλιστα με την ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που καταβλήθηκαν κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο εκτιμά ότι διάρκεια τριών ετών συνιστά σημαντικό χρονικό διάστημα ( 28 ).
48.
Απεναντίας, δεν πείθει η επιχειρηματολογία της Πορτογαλίας ότι ο συντελεστής διάρκειας 3 θα είχε εφαρμογή μόνον εάν η απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) έπρεπε ακόμη να εκτελεσθεί στο σύνολό της και ότι, επομένως, ο εν λόγω συντελεστής δεν πρέπει να ορισθεί υψηλότερα από το 1, λαμβανομένου υπόψη του εκτελεσθέντος τμήματος της αποφάσεως που υπερβαίνει το 90 % ( 29 ).
49.
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι η Πορτογαλία συγχέει το κριτήριο της διάρκειας της παραβάσεως με εκείνο της σοβαρότητας ( 30 ). Ο βαθμός εκτελέσεως της αρχικής αποφάσεως λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως.
50.
Συνεπώς, καθίσταται προφανές ότι ο συντελεστής διάρκειας 3 είναι εύλογος.
iii) Επί της σοβαρότητας της παραβάσεως
51.
Τέλος, επιβάλλεται να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως. Στο σημείο αυτό, οι απόψεις των δύο διαδίκων είναι διαμετρικά αντίθετες.
52.
Η Επιτροπή στηρίζει σε δύο βασικά επιχειρήματα την πρότασή της να ορισθεί συντελεστής σοβαρότητας 3 σε κλίμακα έως το 20.
53.
Πρώτον, παραπέμπει στη σημασία των κανόνων δικαίου της Ένωσης που παρέβη η Πορτογαλία. Από τις διατάξεις της οδηγίας περί αστικών λυμάτων προκύπτει ότι η διείσδυση ανεπεξέργαστων αστικών λυμάτων στους υδάτινους αποδέκτες προκαλεί ρύπανση η οποία θίγει σοβαρά την ποιότητα των ως άνω υδάτων και των συνδεόμενων προς αυτά οικοσυστημάτων. Η συλλογή και η επεξεργασία όλων των αστικών λυμάτων για τους οικισμούς με ισοδύναμο πληθυσμό άνω των 15000 έχει κρίσιμη σημασία για την ποιότητα των υδάτινων αποδεκτών, των οικοσυστημάτων και την εξασφάλιση της πλήρους και ορθής εφαρμογής άλλων οδηγιών ( 31 ).
54.
Δεύτερον, η Επιτροπή προβάλλει τις συνέπειες της παραβάσεως όσον αφορά γενικά και επιμέρους συμφέροντα. Συγκεκριμένα, η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου αποτελεί γενικό συμφέρον. Ως προς τούτο όμως η ελλιπής εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) ενέχει σημαντικούς κινδύνους. Επιπλέον, η περιορισμένη δυνατότητα των πολιτών να χρησιμοποιούν καθαρό νερό και, κατ’ επέκταση, να ασκούν δραστηριότητες αναψυχής θα μπορούσε να θίξει τον τουριστικό τομέα ( 32 ).
55.
Υπέρ της απόψεως της Επιτροπής συνηγορεί το ότι —όπως έχει επισημάνει ήδη και το Δικαστήριο— η μη τήρηση της υποχρεώσεως δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων, που απορρέει από το άρθρο 4 της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, λόγω της φύσεως της υποχρεώσεως αυτής καθεαυτήν, μπορεί να οδηγήσει σε κίνδυνο της ανθρώπινης υγείας και βλάβη του περιβάλλοντος και για τον λόγο αυτόν πρέπει να λογίζεται, καταρχήν, ως ιδιαιτέρως σοβαρή ( 33 ).
56.
Στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι μια παράβαση αποκτά ιδιαίτερο βαθμό σοβαρότητας, όταν η μη εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου ενδέχεται να βλάψει το περιβάλλον, του οποίου η προστασία περιλαμβάνεται στους σκοπούς της πολιτικής της Ένωσης, όπως προκύπτει από το άρθρο 191 ΣΛΕΕ ( 34 ).
57.
Εντούτοις, η Πορτογαλία διαφωνεί εντόνως με την επιχειρηματολογία της Επιτροπής σε σχέση με τον οικισμό Matosinhos. Επισημαίνει το γεγονός ότι τα αστικά λύματα του οικισμού υποβάλλονται ήδη σήμερα σε πρωτοβάθμια επεξεργασία και δεν πρέπει να αμφισβητείται η ποιότητα των υδάτων υποδοχής και των συνδεόμενων προς αυτά οικοσυστημάτων ( 35 ). Επιπλέον, αρνείται την ύπαρξη επιπτώσεων για την υγεία των κατοίκων που προβάλλει η Επιτροπή ( 36 ). Με βάση τη σχεδόν πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) ο συντελεστής σοβαρότητας δεν θα μπορούσε να είναι υψηλότερος από 1 ( 37 ).
58.
Συναφώς, η Πορτογαλία στηρίζεται σε δύο επιχειρήματα. Αφενός, ο οικισμός Matosinhos πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει η οδηγία περί αστικών λυμάτων, ώστε να μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων. Αφετέρου, τα ύδατα του Matosinhos είναι εξαιρετικής ποιότητας και οι ανησυχίες της Επιτροπής σχετικά με τις επιπτώσεις για το περιβάλλον και την υγεία είναι αβάσιμες.
– Επί της ανάγκης δευτεροβάθμιας επεξεργασίας
59.
Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, η Πορτογαλία υποστηρίζει ότι τα λύματα του οικισμού Matosinhos που υποβάλλονται σε πρωτοβάθμια επεξεργασία δεν απορρίπτονται σε ύδατα λιμνών ή ποταμών, αλλά σε θαλάσσια ύδατα με ιδιαίτερη κινητικότητα και υψηλή περιεκτικότητα άλατος. Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 8, παράγραφος 5, της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα εφαρμογής λιγότερο αυστηρών κανόνων ( 38 ). Όπως προκύπτει μάλιστα από τα πρακτικά του Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται ως προς την Πορτογαλία ( 39 ).
60.
Το επιχείρημα τούτο δεν είναι πειστικό, διότι η εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, της οδηγίας περί αστικών λυμάτων προϋποθέτει την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας, όπως ορίζει και το γράμμα της εν λόγω διατάξεως. Το οικείο κράτος μέλος οφείλει να υποβάλλει στην Επιτροπή την αναγκαία έγγραφη τεκμηρίωση, βάσει της οποίας αυτή θα λάβει την απόφασή της. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Επιτροπή χωρίς να αμφισβητηθεί, η Πορτογαλία ζήτησε μεν το 1999 την εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως ως προς τον οικισμό Matosinhos, αλλά εν συνεχεία ανακάλεσε το αίτημα αυτό ( 40 ).
61.
Πάντως, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων συνθηκών στο Matosinhos, βάσει των οποίων δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ προοιμίου η εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, επιβάλλεται να αναγνωρισθεί ότι στην περιοχή αυτή πρέπει να αναμένεται μικρότερη βλάβη του περιβάλλοντος από ό,τι σε άλλες περιοχές.
– Επί της ποιότητας των υδάτων στο Matosinhos
62.
Περαιτέρω, η Πορτογαλία υποστηρίζει ότι με την υφιστάμενη πρωτοβάθμια επεξεργασία των λυμάτων επιτυγχάνεται μείωση των χημικών και βιοχημικών αναγκών σε οξυγόνο η οποία κατά μέσο όρο κυμαίνεται από 42 έως 43 %, δηλαδή ποσοστό υπερδιπλάσιο του 20 % που απαιτεί η οδηγία περί αστικών λυμάτων ( 41 ). Επιπροσθέτως, τα αστικά λύματα του οικισμού Matosinhos που υποβάλλονται σε πρωτοβάθμια επεξεργασία διοχετεύονται μέσω υποθαλάσσιου αγωγού στη θάλασσα σε απόσταση άνω των 2 χιλιομέτρων από την ακτή και κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υποβαθμίζεται η ποιότητα των παράκτιων υδάτων ( 42 ). Η Πορτογαλία παραπέμπει επίσης σε τακτικές αναλύσεις των υδάτων κολυμβήσεως στο Matosinhos, οι οποίες επιβεβαιώνουν την εξαιρετική τους ποιότητα ( 43 ). Υπό αυτές τις συνθήκες δεν συντρέχει κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι υφίσταται κίνδυνος για την υγεία των κατοίκων ή τον τουριστικού τομέα ( 44 ). Αντικειμενικώς, αυστηρότερη επεξεργασία των αστικών λυμάτων δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία για το περιβάλλον ( 45 ).
63.
Ως προς τη μείωση των χημικών και βιοχημικών αναγκών σε οξυγόνο που αναφέρει η Πορτογαλία, η μείωση κατά 20 % αφορά τις απαιτήσεις της οδηγίας περί αστικών λυμάτων σε σχέση με την πρωτοβάθμια επεξεργασία των λυμάτων. Αντιθέτως, για τη δευτεροβάθμια επεξεργασία η οδηγία θέτει ως στόχο τη μείωση των χημικών αναγκών σε οξυγόνο τουλάχιστον κατά 75 % και των βιοχημικών αναγκών σε οξυγόνο κατά 70 έως 90 %. Τα ποσοστά αυτά δεν καλύπτονται εν προκειμένω.
64.
Περαιτέρω, από τα δεδομένα που προσκόμισε η Πορτογαλία προκύπτει, βεβαίως, ότι η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως αξιολογείται ως «εξαιρετική» στα περισσότερα τμήματα της παραλίας του Matosinhos. Ωστόσο, βάσει των στοιχείων που παρουσίασε η Επιτροπή και δεν αμφισβητήθηκαν, στο τμήμα «Azul-Conchina» όπου απορρίπτονται στη θάλασσα τα επεξεργασμένα σε πρώτο βαθμό λύματα, η ποιότητα του νερού αξιολογήθηκε μόνον ως «επαρκής» και στο τμήμα «Matosinhos», το πλησιέστερο στην αστική περιοχή του Matosinhos, μόνον ως «καλή». Επομένως, οι παραλίες αυτές μπορούν να εξακολουθήσουν μεν να χρησιμοποιούνται κατά την έννοια της οδηγίας 2006/7/ΕΚ περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως ( 46 ), αλλά η αδυναμία αξιολογήσεως της ποιότητας ως εξαιρετικής συνιστά ένδειξη ότι ο ανεπαρκής καθαρισμός των λυμάτων υποβαθμίζει την ποιότητα των υδάτων. Στο τμήμα πλησίον του αποχετευτικού αγωγού, μάλιστα, η υποβάθμιση θα μπορούσε να είναι σαφώς εντονότερη.
65.
Στο μέτρο που η Πορτογαλία επικαλείται εξαιρετικές περιστάσεις βραχείας διάρκειας, ανεξάρτητες από τη λειτουργία του σταθμού επεξεργασίας λυμάτων, προκειμένου να αιτιολογήσει την υποβάθμιση της ποιότητας στα ανωτέρω δύο τμήματα υδάτων κολυμβήσεως, η επιχειρηματολογία της δεν είναι πειστική, διότι οι σχετικές αξιολογήσεις για τα εν λόγω τμήματα είναι συνεχείς από το 2012. Πρέπει να γίνει δεκτή, λοιπόν, η άποψη της Επιτροπής ότι προφανώς υπάρχει δυνατότητα βελτιώσεως. Η δευτεροβάθμια επεξεργασία των λυμάτων μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση αυτή.
66.
Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από την ελλιπή εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) δεν προκύπτουν μεν σοβαρές περιβαλλοντικές ζημίες, αλλά το περιβάλλον και ιδίως οι παραλίες του Matosinhos εξακολουθούν να υποβαθμίζονται.
– Περαιτέρω επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις
67.
Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο ότι, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που υπέβαλε η Πορτογαλία, η πλήρης εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) δεν προβλέπεται πριν από το έτος 2019. Δηλαδή, πρόκειται για καθυστέρηση σχεδόν 20 ετών, καθόσον η επίμαχη υποχρέωση δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων του οικισμού Matosinhos έπρεπε να εκπληρωθεί το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2000. Κατά τη νομολογία, η μακρά διάρκεια παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης αυξάνει τη βαρύτητα της παραβάσεως ( 47 ), μολονότι το γεγονός αυτό συνεκτιμάται ήδη κατά τον υπολογισμό του συντελεστή διάρκειας.
68.
Αφετέρου, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η πρόοδος της Πορτογαλίας όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας περί αστικών λυμάτων, η οποία αναγνωρίζεται και από την Επιτροπή ( 48 ).
69.
Συγκεκριμένα, μόνον ένας οικισμός έχει απομείνει που πρέπει να συμμορφωθεί προς την απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292). Ο αριθμός αυτός είναι σημαντικά μικρότερος από τους 22 οικισμούς που αφορούσε αρχικώς η εν λόγω απόφαση. Εάν η σύγκριση αυτή εκφρασθεί σε μονάδες ισοδύναμου πληθυσμού, απομένουν ακόμη να καταστούν σύμφωνες προς την οδηγία 287000 μονάδες ισοδύναμου πληθυσμού έναντι των αρχικών 3243600 μονάδων ισοδύναμου πληθυσμού. Τούτο αναλογεί σε ποσοστό εκτελέσεως που υπερβαίνει το 90 %. Αντίστοιχα, η Πορτογαλία έχει περιορίσει σημαντικά και τη βλάβη της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος η οποία οφείλεται στην παράβαση που διαπιστώθηκε με την απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292).
70.
Υπό το φως των ανωτέρω εκτιμήσεων, πρέπει να ορισθεί συντελεστής σοβαρότητας 1,5.
iv) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
71.
Από τον πολλαπλασιασμό του βασικού ποσού των 670 ευρώ ανά ημέρα με τον συντελεστή σοβαρότητας 1,5, τον συντελεστή διάρκειας 3 και τον συντελεστή «n» 3,35 προκύπτει ημερήσια χρηματική ποινή ύψους 10100,25 ευρώ. Είναι προφανώς εύλογη η στρογγυλοποίηση του ποσού αυτού στα 10000 ευρώ.
Επί της δυνατότητας σταδιακής μειώσεως της χρηματικής ποινής
72.
Ως προς τον καθορισμό της χρηματικής ποινής, η Επιτροπή προτείνει να λαμβάνεται υπόψη στο μέλλον η πρόοδος που θα πραγματοποιεί η Πορτογαλία σε σχέση με την εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292), ώστε να μειώνεται η χρηματική ποινή ανάλογα με τις μονάδες ισοδύναμου πληθυσμού που θα καθίστανται σύμφωνες προς την οδηγία.
73.
Η Πορτογαλία ζητεί επίσης μειούμενη χρηματική ποινή. Προβάλλει όμως ότι, στην περίπτωση του οικισμού Matosinhos, η προβαλλόμενη παράβαση αφορά μόνον τη δυνατότητα δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων. Επομένως, η πρόοδος των αντίστοιχων εργασιών κατασκευής πρέπει να θεωρηθεί κρίσιμη για τη σταδιακή μείωση της χρηματικής ποινής ( 49 ). Η Πορτογαλία εκτιμά ότι η διαδικασία μειώσεως που προτείνει η Επιτροπή δεν δύναται να εφαρμοσθεί ούτε είναι εφικτή στην προκειμένη περίπτωση, διότι τα αστικά λύματα θα μπορούσαν να υποβληθούν σε δευτεροβάθμια επεξεργασία μόνο μετά από την ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής. Ως εκ τούτου, η διαδοχική μείωση των μονάδων ισοδύναμου πληθυσμού είναι αδύνατη ( 50 ).
74.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, προς εξασφάλιση της πλήρους εκτελέσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου, η χρηματική ποινή πρέπει καταρχήν να είναι απαιτητή στο σύνολό της μέχρις ότου το κράτος μέλος λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να παύσει τη διαπιστωθείσα παράβαση. Εντούτοις, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να επιβληθεί κύρωση στο πλαίσιο της οποίας να συνεκτιμάται η πρόοδος που επιδεικνύει ενδεχομένως το κράτος μέλος κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ( 51 ). Τούτο συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η απαίτηση καταβολής της συνολικής χρηματικής ποινής ανεξαρτήτως της προόδου που σημειώνεται ως προς την εκτέλεση της πρώτης αποφάσεως δεν θα ήταν πλέον εύλογη και θα καθίστατο δυσανάλογη σε σχέση με τη διαπιστωθείσα παράβαση ( 52 ).
75.
Στο πνεύμα αυτό, το Δικαστήριο έχει επιβάλλει επανειλημμένως μειούμενες χρηματικές ποινές. Οι σχετικές υποθέσεις αφορούσαν, αφενός, την ποιότητα μεγάλου αριθμού τμημάτων υδάτων κολυμβήσεως ( 53 ), την ανάκτηση πολυάριθμων κρατικών ενισχύσεων από εθνικό καθεστώς ενισχύσεων ( 54 ) ή την παύση και την αποκατάσταση παράνομων χώρων διαθέσεως αποβλήτων ( 55 ). Αφετέρου, το Δικαστήριο ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο και σε δύο υποθέσεις οι οποίες, από διαρθρωτικής απόψεως, ήταν παρόμοιες με την προκειμένη, καθόσον αφορούσαν επίσης την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια επεξεργασία αστικών λυμάτων ( 56 ).
76.
Αντιθέτως προς την επιχειρηματολογία της Πορτογαλίας, όμως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η πρόοδος των εργασιών κατασκευής του σταθμού δευτεροβάθμιας επεξεργασίας στο Matosinhos για τη σταδιακή μείωση της χρηματικής ποινής. Συγκεκριμένα, μόνον εφόσον διαπιστωθεί ότι επιπρόσθετες μονάδες ισοδύναμου πληθυσμού κατέστησαν σύμφωνες προς την οδηγία, μπορεί να γίνει δεκτή η περαιτέρω εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) και η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4 της οδηγίας περί αστικών λυμάτων. Η απλή πρόοδος των εργασιών κατασκευής, έστω και αν είναι σημαντικής κλίμακας, δεν δύναται ακόμη να επιφέρει ελάφρυνση της περιβαλλοντικής υποβαθμίσεως· τέτοια ελάφρυνση είναι πιθανή μόνο μετά από τη λειτουργία του σταθμού δευτεροβάθμιας επεξεργασίας. Επομένως, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο σε σχέση με το Βέλγιο και την Ελλάδα, η μείωση της χρηματικής ποινής μπορεί να εξαρτηθεί μόνον από τον περιορισμό των μονάδων ισοδύναμου πληθυσμού που δεν είναι σύμφωνες προς την οδηγία ( 57 ). Ως προς το Λουξεμβούργο μάλιστα, όπου ακόμη κατασκευάζονται δύο σταθμοί επεξεργασίας, το Δικαστήριο απέρριψε κάθε μείωση της χρηματικής ποινής πριν από την ολοκλήρωση αμφότερων των σταθμών επεξεργασίας ( 58 ). Η μείωση της χρηματικής ποινής για την Πορτογαλία με βάση την πρόοδο των εργασιών κατασκευής θα συνιστούσε προνομιακή μεταχείρισή της έναντι των ανωτέρω κρατών μελών.
77.
Εφόσον και η Πορτογαλία παραδέχεται ότι στην περίπτωση του οικισμού Matosinhos δεν είναι δυνατή η σταδιακή αύξηση των μονάδων ισοδύναμου πληθυσμού που καθίστανται σύμφωνες προς την οδηγία και κατ’ επέκταση η ελάφρυνση της περιβαλλοντικής υποβαθμίσεως, θα πρέπει να επιβληθεί αμετάβλητη χρηματική ποινή.
Ενδιάμεσο συμπέρασμα
78.
Κατά συνέπεια, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», χρηματική ποινή ύψους 10000 ευρώ ημερησίως μέχρι την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292).
2. Επί του κατ’ αποκοπήν ποσού
79.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να επιβληθεί επιπλέον της χρηματικής ποινής και κατ’ αποκοπήν ποσό ( 59 ). Η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να αποφασίζεται βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων που συνδέονται τόσο με τα χαρακτηριστικά της διαπιστωθείσας παραβάσεως όσο και με τη συμπεριφορά του κράτους μέλους το οποίο αφορά η διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ. Συναφώς, η εν λόγω διάταξη απονέμει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να αποφασίσει την επιβολή ή μη της εν λόγω κυρώσεως ( 60 ).
80.
Για τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού, η Επιτροπή προτείνει να πολλαπλασιαστεί το πάγιο βασικό ποσό των 220 ευρώ ημερησίως με τον συντελεστή σοβαρότητας και τον συντελεστή «n», των οποίων το ποσό αντιστοιχεί στις τιμές που προτάθηκαν για τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής, καθώς και με τον αριθμό των ημερών που παρήλθαν μετά την πρώτη απόφαση.
81.
Εάν προσαρμοσθούν τα ανωτέρω δεδομένα στην πρότασή μου για τη χρηματική ποινή που πρέπει να επιβληθεί στην Πορτογαλία, δηλαδή εάν χρησιμοποιηθεί το βασικό ποσό των 220 ευρώ, ο συντελεστής «n» 3,35 και ο συντελεστής σοβαρότητας 1,5 ( 61 ), προκύπτει βασικό ποσό ύψους 1105,50 ευρώ. Με σημείο αναφοράς την ημερομηνία δημοσιεύσεως των προτάσεων αυτών, 2485 ημέρες μετά την έκδοση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292), προκύπτει κατ’ αποκοπήν ποσό 2747167,50 ευρώ. Εάν η απόφαση δημοσιευθεί περίπου τρεις μήνες μετά από τις προτάσεις μου, θα ήταν εύλογο να επιβληθεί κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 2846662,50 ευρώ.
82.
Ωστόσο, η καταλληλότητα του ποσού αυτού οφείλει να εξετασθεί πιο προσεκτικά.
83.
Καταρχάς πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως επιβαρυντικό στοιχείο, το ότι στον οικισμό Vila Real de Santo António επιτεύχθηκε μεν εν τω μεταξύ κατάσταση σύμφωνη προς την οδηγία, αλλά στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας επιβάλλεται η διαπίστωση παραβάσεως και ως προς αυτόν τον οικισμό ( 62 ).
84.
Επιπλέον, κατά τη νομολογία, για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει να ληφθεί υπόψη και η «συμπεριφορά» του οικείου κράτους μέλους ( 63 ).
85.
Συναφώς, επιβάλλεται να συνεκτιμηθεί ότι η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλία σοβαρή αθέτηση των χρονοδιαγραμμάτων που υποβλήθηκαν από την ίδια ( 64 ).
86.
Η Πορτογαλία αντιτάσσει τη διαρκή συνεργασία μεταξύ των αρχών της και της Επιτροπής, καθώς και τις αναλυτικές πληροφορίες που έχουν διαβιβάσει οι υπηρεσίες της στην Επιτροπή.
87.
Πλημμέλειες κατά τη συνεργασία με την Επιτροπή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως προς τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού ( 65 ). Όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας, μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292) ακολούθησε έντονη επικοινωνία μεταξύ της Επιτροπής και των πορτογαλικών αρχών. Ούτε η Επιτροπή επικρίνει καθαυτήν την ανταπόκριση της Πορτογαλίας. Ωστόσο, είναι ορθή η αιτίαση της Επιτροπής ότι η Πορτογαλία αθέτησε επανειλημμένως τα δικά της χρονοδιαγράμματα. Συγκεκριμένα, ο σταθμός επεξεργασίας λυμάτων του Matosinhos ανακοινώθηκε διαδοχικά ότι θα ολοκληρωθεί τον Δεκέμβριο του 2011 ( 66 ), τον Απρίλιο του 2013 ( 67 ), τον Δεκέμβριο του 2013 ( 68 ) και, τέλος, το 2017 ( 69 ). Με βάση το νεότερο χρονοδιάγραμμα που υπέβαλε η Πορτογαλία, ο εν λόγω σταθμός επεξεργασίας λυμάτων προβλέπεται πλέον να λειτουργήσει το δεύτερο εξάμηνο του 2019 ( 70 ). Κατά παρόμοιο τρόπο ανακοινώθηκε ότι η κατάσταση στον οικισμό Vila Real de Santo António θα καθίστατο σύμφωνη προς την οδηγία πριν από το τέλος του 2010. Στην πραγματικότητα όμως τούτο καθυστέρησε έως το έτος 2015.
88.
Περαιτέρω, η Επιτροπή επικαλείται τον μεγάλο αριθμό διαδικασιών επί παραβάσεως κατά της Πορτογαλίας οι οποίες έχουν οδηγήσει και σε αποφάσεις του Δικαστηρίου στον τομέα της επεξεργασίας αστικών λυμάτων. Τούτο μαρτυρά επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά και μάλιστα σε τομέα όπου οι επιπτώσεις στην υγεία και στο περιβάλλον είναι ιδιαιτέρως σοβαρές ( 71 ).
89.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η συρροή παραβάσεων κράτους μέλους σε συγκεκριμένο τομέα μπορεί να αποτελέσει ένδειξη του ότι για την αποτελεσματική πρόληψη στο μέλλον ανάλογων παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης απαιτείται η λήψη ενός αποτρεπτικού μέτρου όπως είναι η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ( 72 ). Πράγματι, πέραν της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292), η Πορτογαλία έχει καταδικασθεί άλλες τέσσερις φορές, διότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία περί αστικών λυμάτων ( 73 ).
90.
Υπό αυτές τις συνθήκες, προτείνω να επιβληθεί στην Πορτογαλική Δημοκρατία κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους τριών εκατομμυρίων ευρώ.
V – Έξοδα
91.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
92.
Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Πορτογαλία και διαπιστώνεται παράβαση. Το γεγονός αυτό αρκεί, κατά τη νομολογία, ώστε η Πορτογαλία να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα ( 74 ), μολονότι η Επιτροπή ηττήθηκε καθόσον είχε ζητήσει την επιβολή υψηλότερης χρηματικής ποινής και υψηλότερου κατ’ αποκοπήν ποσού.
VI – Πρόταση
93.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
Η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διότι έως τις 21 Απριλίου 2014, κατά την οποία εξέπνευσε η ταχθείσα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προθεσμία, δεν είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C-530/07, EU:C:2009:292).
2)
Υποχρεώνει την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», χρηματική ποινή ύψους 10000 ευρώ ημερησίως μέχρι την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (EU:C:2009:292).
3)
Υποχρεώνει την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ.
4)
Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (ΕΕ L 135, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/15/ΕΚ της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 1998 (ΕΕ L 67, σ. 29).
( 3 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 67), Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C‑241/11, EU:C:2013:423, σκέψη 23), Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 32), Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 27) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 29).
( 4 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑369/07, EU:C:2009:428, σκέψη 140) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑367/14, EU:C:2015:611, σκέψη 85).
( 5 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψη 36), Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑184/11 EU:C:2014:316, σκέψη 58), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 86) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑367/14, EU:C:2015:611, σκέψη 86).
( 6 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑70/06, EU:C:2008:3, σκέψη 34), Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑369/07, EU:C:2009:428, σκέψη 112), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψη 37), Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 64) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑367/14, EU:C:2015:611, σκέψη 87).
( 7 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑369/07, EU:C:2009:428, σκέψη 59), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψη 42), Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑576/11, EU:C:2013:773, σκέψη 43), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 87) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 47).
( 8 ) Σημεία 18 και 22 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
( 9 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑565/10, EU:C:2012:476, σκέψη 37 και 38), Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 48) και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑398/14, EU:C:2016:61, σκέψη 39).
( 10 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑565/10, EU:C:2012:476, σκέψη 38).
( 11 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 48).
( 12 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑398/14, EU:C:2016:61, σκέψη 39).
( 13 ) Βλ. το έγγραφο των πορτογαλικών αρχών της 23ης Απριλίου 2014, με το οποίο δόθηκε απάντηση στο από 21 Φεβρουαρίου 2014 έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής (παράρτημα A 11 της προσφυγής).
( 14 ) Σημείο 31 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
( 15 ) Σημείο 32, καθώς και παράρτημα D2 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
( 16 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψη 45), Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 114), Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 66), Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑576/11, EU:C:2013:773, σκέψη 45), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 94) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 49).
( 17 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 68), Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑576/11, EU:C:2013:773, σκέψη 46), Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 52), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 95) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 52).
( 18 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑369/07, EU:C:2009:428, σκέψεις 114 και 115), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψεις 56 και 57), Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψεις 118 και 119), Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 69), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 97) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 54).
( 19 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑279/11 EU:C:2012:834, σκέψη 78), Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 58), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 104) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 60).
( 20 ) C(2015) 5511 τελικό.
( 21 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑70/06, EU:C:2008:3, σκέψη 45), Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 120), Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 57) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 102).
( 22 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑278/01, EU:C:2003:635, σκέψη 27), Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑374/11, EU:C:2012:827, σκέψη 21), Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑76/13, EU:C:2014:2029, σκέψη 57) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑367/14, EU:C:2015:611, σκέψη 95).
( 23 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 59).
( 24 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 54).
( 25 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 54).
( 26 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑576/11, EU:C:2013:773, σκέψη 52).
( 27 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 103).
( 28 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑367/14, EU:C:2015:611, σκέψη 98).
( 29 ) Σημείο 73 του υπομνήματος αντικρούσεως και σημείο 59 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
( 30 ) Σημείο 46 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 31 ) Σημεία 25 έως 32 της προσφυγής.
( 32 ) Σημεία 35 έως 37 της προσφυγής.
( 33 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 55).
( 34 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑279/11, EU:C:2012:834, σκέψη 72) και Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 56).
( 35 ) Σημεία 21 και 23 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 36 ) Σημείο 25 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 37 ) Σημείο 71 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 38 ) Σημεία 27 και 32 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 39 ) Σημείο 29 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 40 ) Σημείο 21 και παράρτημα C 2 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 41 ) Σημείο 23 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 42 ) Σημείο 33 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 43 ) Σημείο 28 του υπομνήματος ανταπαντήσεως και σημεία 33 και 34 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 44 ) Σημείο 34 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 45 ) Σημείο 27 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
( 46 ) Οδηγία 2006/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2006, σχετικά με τη διαχείριση της ποιότητας των υδάτων κολύμβησης και την κατάργηση της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ (ΕΕ L 64, σ. 37).
( 47 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑374/11, EU:C:2012:827, σκέψη 38).
( 48 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 58).
( 49 ) Σημείο 47 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 50 ) Σημείο 41 επ. του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
( 51 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 60), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 106) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 62). Βλ., συναφώς, και απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑278/01, EU:C:2003:635, σκέψεις 43 έως 51), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψεις 47 έως 55) και Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 73 επ.).
( 52 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑278/01, EU:C:2003:635, σκέψη 48 επ.) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψη 49).
( 53 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑278/01, EU:C:2003:635).
( 54 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740).
( 55 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407).
( 56 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684).
( 57 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 73) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 66).
( 58 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑576/11, EU:C:2013:773).
( 59 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑369/07, EU:C:2009:428, σκέψη 143), Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 140), Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 71), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 113) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 72).
( 60 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 50 επ.), Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 73), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 114) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 73).
( 61 ) Σημείο 70 των προτάσεων αυτών.
( 62 ) Βλ. σημεία 17 και 19 των προτάσεων αυτών.
( 63 ) Βλ. τις παραπομπές στην υποσημείωση 60.
( 64 ) Σημείο 45 της προσφυγής.
( 65 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑407/09, EU:C:2011:196, σκέψη 33).
( 66 ) Έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 2010, παράρτημα A 4 της προσφυγής.
( 67 ) Έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 2010, παράρτημα A 5 της προσφυγής.
( 68 ) Έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 2011, παράρτημα A 7 της προσφυγής.
( 69 ) Έγγραφο της 23ης Απριλίου 2014, παράρτημα A 11 της προσφυγής.
( 70 ) Σημείο 32, καθώς και παράρτημα D 2 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
( 71 ) Σημείο 50 της προσφυγής.
( 72 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑121/07, EU:C:2008:695, σκέψη 69), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψη 90), Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑184/11, EU:C:2014:316, σκέψη 78) και Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑279/11, EU:C:2012:834, σκέψη 70).
( 73 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑233/07, EU:C:2008:271), Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑526/09, EU:C:2010:734) και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑220/10, EU:C:2011:558).
( 74 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 81), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 122), Επιτροπή κατά Σουηδίας (C‑243/13, EU:C:2014:2413, σκέψη 68) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 81).
Full & Egal Universal Law Academy